Νοσταλγία και αποσύνθεση

0
69

Απ’ τη στιγμή που το υποκείμενο της κοινωνικής εμπειρίας εκτινάχτηκε σε τροχιά εκθετικής επιτάχυνσης, η Ιστορία, και μαζί η Ιστορία της τέχνης ως αλληλουχίας εικόνων που δεν ριζώνουν πλέον πουθενά, έγινε ένα με τη λήθη.

Αυτή πλήττει κυρίως την ικανότητα ομαλής απομάκρυνσης από τα αντικείμενα της αγάπης, απομάκρυνση που, τώρα πια, συντελείται διά παραγραφής του αντικειμένου με συνοπτικές διαδικασίες. Εντούτοις, κάτι αμύνεται στην επέλαση της βαρβαρότητας που επιβάλλει η επιτάχυνση κι αυτό το κάτι είναι τα κείμενα, τα έργα της λογοτεχνίας. Μπορεί η λογοτεχνία να διαβάζεται σήμερα υπό το πρίσμα δυνατοτήτων εντελώς ξένων προς εκείνες του παρελθόντος, ακόμη και του πρόσφατου, όμως δεν παύει να ισχύει ότι, στη λογοτεχνία, ελλείψει άλλου μεσολαβητή, έχει ανατεθεί η σκηνοθεσία της τελευταίας πράξης του δράματος, που δεν είναι άλλη απ’ το να εξασφαλίσουμε στην εν λόγω πράξη ένα όνομα, μιαν αναπαράσταση. Ετσι, με τη λογοτεχνία ετοιμοθάνατη, το χρονικό της απομάκρυνσής μας από τα κείμενα ειδικά γίνεται πίνακας ανακοινώσεων σχετικών με την ιστορική μας συνείδηση.

Τότε είναι που διαπιστώνουμε, ο ένας μετά τον άλλο, πως οι συγγραφείς απομακρύνονται απ’ τον αναγνώστη με δύο τρόπους, ολότελα διαφορετικούς. Φυσικά, ο συνηθισμένος τρόπος είναι αυτός που ανήκει στο πεπρωμένο της αποσύνθεσης: με τον καιρό, οι συναρπαστικοί κατοπτρισμοί του έργου στο πεδίο του αναγνώστη διαλύονται, όπως συμβαίνει με την οργανική ύλη: ξαναδιαβάζοντας μετά από χρόνια αυτούς τους ίδιους συγγραφείς βλέπει κανείς, όχι χωρίς κάποια νύξη δυσάρεστης έκπληξης, να επανορθώνεται μια πλάνη που ποιος ξέρει τι κόστισε! Η απόσταση ανάμεσα στο έργο, όπως αποκαλύπτεται τώρα, και στην ιδέα που διατηρούσες γι’ αυτό, χάσκει σαν ένα εκπρόθεσμο πλεόνασμα αυστηρότητας, επώδυνο όσο και οφειλόμενο. Πολύ αργά για δάκρυα – από φιλολογική άποψη, έχεις ενηλικιωθεί.

Διατρέχεις λοιπόν τα κείμενα που θαύμαζες κάποτε (αρχής γενομένης απ’ τα δικά σου;) και διακρίνεις παντού την ευκολία, τους αδέξιους εντυπωσιασμούς, το κακής ποιότητας λιπαντικό στα γρανάζια του ύφους. Οι συζητήσιμες αρετές του, των οποίων την πλαστή ανάμνηση συντηρούσες σαν κάτι πολύτιμο, είναι δυσδιάκριτες πλέον και ντρέπεσαι στην ιδέα ότι, μια φορά κι έναν καιρό, σε συγκινούσαν παράγραφοι που αρχίζεις απόψε να απεχθάνεσαι· μάλιστα, ως εκ τούτου, τις απεχθάνεσαι διπλά. Οι λέξεις έχουν παλιώσει απελπιστικά και αμετάκλητα. Διαβάζει κάποιος, στα 20, τα λεγόμενα ώριμα ποιήματα του Σεφέρη και, 10 χρόνια αργότερα αντιλαμβάνεται, μ’ ένα κάπως βίαιο τράνταγμα, αυτό που ανέκαθεν ήξερε δίχως να ξέρει ότι το ξέρει, δηλαδή ότι ο μοντερνισμός είχε περιπλανηθεί στις ελληνικές παραλίες με ρούχα εκατό τοις εκατό ακατάλληλα για επισκέψεις σε ξωκλήσια. (Απεναντίας, τα δοκίμια του Σεφέρη βελτιώνονται με τον καιρό σαν το κρασί, ακριβώς όπως τα ποιήματα του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου.) Περιττό να ειπωθεί ότι, σ’ αυτό το κακό ξύπνημα, σ’ αυτό το σκανδαλώδες ειδοποιητήριο, αντικρίζουμε πρωτίστως τα φτηνά εκείνα πειραματικά έργα για τα οποία επιτρέπεται να πεις ότι, όσο πιο φουτουριστικά έμοιαζαν τότε, τόσο ταχύτερα έδειξαν πόσο κοντά στα συντρίμμια του πιο αφελούς και κακόγουστου αναχρονισμού θα αγκυροβολούσαν. Εφόσον μας ξεγέλασαν με τη φαινομενική τους πρωτοτυπία, αναπτύσσεται τώρα μια τάση να τα μισήσουμε για την προδιαγεγραμμένη γήρανση που μας έκρυψαν.

Στην απέναντι όχθη ευδοκιμεί μια άλλη κατηγορία συγγραφέων, αυτών που απομακρύνονται χωρίς να χάνουν τη θέση τους στον εσωτερικό σου ορίζοντα, δηλαδή με το άνοιγμα της αυλαίας ενός είδους -πώς να το πούμε; – fade out…, μιας εξάχνωσης, μιας βαθμιαίας εξαφάνισης της επιφάνειας, τέτοιας ώστε το βάθος του αντικειμένου να παραμένει πυκνό και επιβλητικό. Κοιτάζεις σήμερα το ίδιο εκείνο τοπίο απ’ τη σκοπιά των αμέτρητων αναθεωρήσεων που υπαγόρευσαν οι κατακτήσεις της ηλικίας και, παρ’ όλο που έχεις πάψει προ πολλού να είσαι ερωτευμένος με την ιδιαιτερότητά του, δεν θα ήταν διόλου λογικό να δεχτείς ότι εξαπατήθηκες. Οχι, οι συγγραφείς αυτοί ξεθωριάζουν, δεν καταποντίζονται. Σταδιακά, καλύπτονται από αχλύ. Δεν αισθάνεσαι ότι χάνουν την «αξία» τους, ότι αλλοιώνονται ουσιαστικά ή ότι εμφανίζονται λιγότερο επιδέξιοι και πεπειραμένοι ή δαιμόνιοι, αλλά ότι περνούν πίσω από ένα πέπλο, όπως μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία 40 ή 50 ετών που θαμπώνει καθώς η λάμψη των χρωμάτων της γίνεται μουντή, κι ωστόσο το περίγραμμά της, το θέμα, τα πρόσωπα, το σκηνικό, το νόημα της μικρής τελετουργίας μπροστά στον φακό, όλα παρατείνονται κατά μήκος του φάσματος μιας ύπαρξης αναγνωρίσιμης και σεβαστής. Είναι η γενεαλογία.

Ο συγγραφέας ενός τέτοιου τύπου εξακολουθεί να εμπνέει κύρος, μολονότι δεν λάμπει όπως πριν, και το καλύτερο παράδειγμα που θα κατόρθωνε να σκεφτεί κανείς είναι ο Μπόρχες. Συνεχίζεις να αισθάνεσαι ευχαρίστηση στην ιδέα ότι τα έργα του Μπόρχες θα υπάρχουν εκεί, στο διηνεκές, διαθέσιμα σαν μερικά απ’ τα πιο πειστικά τεκμήρια επινοητικής γενναιότητας. Ναι μεν το κέντρισμα είναι τώρα όλο και πιο σπάνιο, όμως η αίσθηση ότι ο κόσμος έγινε πλουσιότερος χάρη σ’ αυτόν τον εξαιρετικό κατασκευαστή κομψοτεχνημάτων, δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Η παράφορη έλξη για τους λαβύρινθους κοπάζει μέσα στη νηφάλια, εξ αποστάσεως εκτίμηση και στην παραδοχή μιας νίκης που καταγράφηκε στην Ιστορία αλλά που ο απόηχός της είναι πια μακρινός. Νιώθεις ότι ήσουν τυχερός που ανατράφηκες μ’ αυτούς τους συγγραφείς, όμως δεν τους συναναστρέφεσαι πλέον.

Ανάλογες αποστάσεις παίρνεις απέναντι στις ταινίες που είδες και στη μουσική που άκουσες, θα προσέθετε δε κανείς ότι το ίδιο ισχύει επίσης για το κάθε τι, για τους ανθρώπους, για τα μέρη όπου μεγάλωσες, για τις απόψεις που ασπάστηκες στην ταραχώδη μετεφηβική φάση και για τις μεταφυσικές σου πεποιθήσεις. Τα πάντα αποκαθίστανται μ’ αυτούς τους δύο τρόπους, έναν θανατηφόρο κι έναν που εγγράφεται στο πένθος, στο ανάποδο του θανάτου. Και στις δύο λύσεις, η απομάγευση προκαλεί μελαγχολία, όμως ο αγαθός τρόπος, η γεύση του πένθους που σιγοκαίει, σε βεβαιώνει ότι η μελαγχολία υπήρξε η κληρονομιά μας κι ότι, αν μη τι άλλο, δεν είχες ξεγελαστεί. Στον αντίποδα, αναρωτιέσαι, ενοχλημένος από τη διαπίστωση ότι η ερώτηση έφτασε τόσο αργά, για ποιο λόγο διάβαζες κάποτε με αφοσίωση τον Λοτρεαμόν.

Μεταξύ μας, υπάρχουν βιβλία που δίνουν ευχαρίστηση σ’ εκείνον που τα διαβάζει και βιβλία που δίνουν ευχαρίστηση σ’ αυτόν που τα γράφει· ο Λοτρεαμόν πήρε πίσω ο ίδιος όλη την ευχαρίστηση

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1/5/2010,http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=157014r

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here