Μικρό παιδί σαν ήμουνα

3
97

Βασιλική  Νευροκοπλή

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τη ζωή μου είναι συνυφασμένη με το πνιγηρό αίσθημα “δεν χωράω.”

Βρίσκομαι στο Νηπιαγωγείο ενός διώροφου Δημοτικού σχολείου χτισμένου σε έδαφος επικληνές ώστε η υπόγεια τάξη μου να βγαίνει στην αυλή. Τα μικρά τραπεζάκια είναι ενωμένα με τα καρεκλάκια μέσω ενός σίδερου που τα συνδέει απαγορεύοντας οποιαδήποτε μετακίνηση των μεν ή των δε. Η δασκάλα μας -της οποίας η εικόνα μου διαφεύγει σήμερα απολύτως- μας τακτοποιεί στα θρανία. Συμβαίνει να είμαι ένα ψηλό παιδί οπότε τα γόνατά μου χτυπούν στο κάτω μέρος του θρανίου. Είμαι υποχρεωμένη να υποστώ το στρίμωγμα για όλη τη διάρκεια της χρονιάς γέρνοντας το σώμα προς τα μπρος και βάζοντας αρκετά πίσω τα πόδια. Θέλω δεν θέλω, μου αρέσει δεν μου αρέσει, αυτό έτσι είναι και δεν αλλάζει: δεν χωράω.

Η δεύτερη ανάμνηση που διατηρώ με διαύγεια από την ίδια εκείνη χρονιά εξελίχθηκε στην πρώτη μου ανταρσία: “Βγήκα απ’ το χορό.”

Η αποχώρησή μου ήταν αποτέλεσμα της δυσάρεστης έκβασης μιας ιδιαίτερα ευτυχισμένης στιγμής. Στήθηκε το τρελό γαϊτανάκι στην αυλή γεμάτο πολύχρωμες κορδέλες. Η πρωτόγνωρη εικόνα του στα παιδικά μου μάτια ήταν στα όρια της εντυπωσιακότερης φαντασίωσης.

Κάθε παιδί έπιασε  κι από μία κορδέλα κι αρχίσαμε να γυρίζουμε το γαϊτανάκι στο ρυθμό της χαρούμενης μουσικής που έπαιζε από το κασετόφωνο. Όσο πιο γρήγορα γύριζε το γαϊτανάκι άλλο τόσο ο ενθουσιασμός μου γκρεμιζόταν κατακόρυφα. Λίγο επίτηδες και λίγο κατά λάθος το ένα παιδί έπεφτε πάνω στο άλλο. Εγώ προσέχα να μην πατήσω κανένα, -το θυμάμαι πολύ καθαρά αυτό-, αλλά δεν έκαναν το ίδιο και τα άλλα παιδιά που μάλλον διασκέδάζαν το τσαλαπάτημα περισσότερο απ’ τον κυκλικό χορό.

Με τσαλαπατούνε μια, με τσαλαπατούνε δυο, την τρίτη παρατώ την κορδέλα και βγαίνω. Όσο κι αν με μαλώνει η δασκάλα, όσο κι αν με παρακινεί να ξαναμπώ, το αρνούμαι πεισματικά. Προτιμώ να κοιτώ από απόσταση τους άλλους να ευχαριστιούνται το χορό και το τσαλαπάτημα, αλλά και να βλέπω την εντυπωσιακή εικόνα του περιστρεφόμενου ονείρου, παρά να βρίσκομαι εντός της και να υποφέρω.

Σήμερα, σχεδόν πιστεύω πως αυτές οι δύο πρώτς μου αναμνήσεις καθόρισαν εφάπαξ τη ζωή μου και με οδήγησαν αδιόρατα, ανεπαίσθητα αλλά και ευθύβολα στο να αφοσιωθώ είκοσι χρόνια αργότερα στο μοναχικό άθλημα της γραφής.

Τρίτη ανάμνηση από το νηπιαγωγείο δεν έχω.
Η αμέσως επόμενη εντοπίζεται  στο ξεκίνημα της πρώτης Δημοτικού. Πρόκειται για την πρώτη μου σχολική τσάντα. Ήταν κατακόκκινη με σχεδιασμένο ένα σκίτσο του αλόγου του Μέγα Αλεξάνδρου, τον Βουκεφάλα, με λευκό χρώμα. Αυτήν την τσάντα τη λάτρεψα. Μέχρι σήμερα  δε θυμάμαι καμιά άλλη απ’ όσες ακολούθησαν.

Η τάξη είναι μακρόστενη σα βαγόνι τρένου. Κάθομαι στο τελευταίο θρανίο μιας κι ο δάσκαλος μάς τοποθετεί κατά ύψος. Ευτυχώς είμαι τουλάχιστον από τη μεριά των παραθύρων πλάι στο φως. Όλα τα κατοπινά χρόνια στα θρανία θα καθόμουν πάντα δίπλα στα παράθυρα και στα τελευταία θρανία.

Δίπλα μου κάθεται η Τασούλα, ένα πολύ όμορφο κορίτσι της γειτονιάς με πυκνά μαύρα μαλλιά πιασμένα ακριβώς όπως και τα δικά μου κοτσιδάκια, και μάτια γαλανά. Είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει στο μέλλον περιπόθητη -όπως και έγινε.

Ο δάσκαλος είναι ψυχρός σαν κατάψυξη. Δε γελάει ποτέ. Έχει το πρόσωπο δημίου που θα συναντούσα αργότερα στις ξένες ταινίες εποχής. Η τάξη είναι κρύα και σκοτεινή σαν το πρόσωπό του. Μελαγχολική σαν την προσπάθεια ένταξής μας σε ένα σύστημα που απαιτούσε από εξάχρονα παιδιά να κάθονται καθηλωμένα στα θρανία με ίσια πλάτη και χέρια σταυρωμένα.

Είμαι ένα ζωηρό παιδί που θέλει διαρκώς να μιλάει και να γελάει. Είμαι μάλλον ένα ανυπόφορο παιδί για το δάσκαλο. Πολλές φορές με σηκώνει στον πίνακα και με προσβάλλει, με χτυπά με τη βέργα και με ξαναχτυπά, αλλά εγώ μυαλό δε βάζω. Κάποτε παρασέρνω στην κουβέντα και την Τασούλα που συνήθως κρατούσε χαρακτήρα. Για πρώτη φορά μας σηκώνει μαζί στον πίνακα. Αφού μας βάζει τη μια πλάι στην άλλη παίρνει το αριστερό κοτσίδι της μιας και το δεξί της άλλης και χτυπά με δύναμη μεταξύ τους τα κεφάλια μας. Θυμάμαι πως ζαλίστηκα. Μαθημένη στο ξύλο ήμουνα απ’ το σπίτι, αλλά ξύλο από ξύλο είχε διαφορά. Τότε το κατάλαβα. Αυτό με είχε πειράξει πολύ. Η βέργα δεν με πείραζε τόσο, ούτε τα χαστούκια. Επιστρέφω το μεσημέρι στο σπίτι αλλά δε λέω τίποτα στους γονείς μου. Δεν είχαμε συναίσθηση τότε. Ο δάσκαλος ήτανε υπεράνω όλων κι εμείς δεν είχαμε διακιώματα, κι αν υπήρχαν κανείς δε ήταν πρόθυμος να μας τα πει.

Λίγες μέρες μετά καθώς τρέχω στο διάλειμμα στην στρωμένη άσπρα χαλίκια αυλή, -πάντα έτρεχα και μάλιστα με μεγάλο νεύρο- σκοντάφτω, πέφτω και ανοίγει το κεφάλι μου πάνω από το αριστερό μου μάτι στη ρίζα του τριχωτου της κεφαλής. Το πρόσωπό μου γεμίζει αίματα. Δε βλέπω μπροστά μου. Πονάω, αλλά δεν το δείχνω, είμαι αρκετά σκληρό καρύδι ή τουλάχιστον έτσι θέλω να δείχνω. Έρχεται ο δήμιος και με παίρνει από το χέρι. Καθώς ανεβαίνουμε τις σκάλες μου λέει, “σκοτώθηκες παιδί μου”, κι εγώ αιμόφυρτη του απαντώ, “δεν σκοτώθηκα κύριε, είμαι ακόμα ζωντανή!”

Όταν ήρθε η μητέρα μου να ρωτήσει για την πρόοδό μου ο δήμιος της απάντησε συντετριμμένος: “Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω κυρία μου, αλλά η Βασούλα δεν τα παίρνει τα γράμματα, δε θα μπορέσει να συνεχίσει για πολύ το σχολείο… ενώ η Τασούλα… έχει μέλλον… φαίνονται από μικρά τα παιδιά…”

Ευτυχώς η ζωή αποδείχθηκε πιο ευφάνταστη από το δάσκαλο και περισσότερο αντάρτισσα από μένα. Αν κάτι τέτοιες προβλέψεις δεν τις αγνοεί επιδεικτικά, συνηθίζει να τις ανατρέπει εξολοκλήρου. Η Τασούλα με δυσκολια τελείωσε το Λύκειο, εγώ δεν χόρτασα να σπουδάζω. Η σχέση μου με τα γράμματα έγινε σχέση  αναπνοής και εκπνοής. Ίσως τελικά ακριβώς επειδή δεν τα έπαιρνα δεν έπαψα και ποτέ να τα κυνηγάω.

Μα αυτή η αντάρτισσα ζωή δεν αρέσσκεται μόνο στις ανατροπές, αλλά και στους κύκλους. Συνηθίζει να βρίσκει τρόπους που τερματίζουν ολότελα αναπάντεχα μιαν παλιά μας εκκίνηση στο στάδιό της. Έτσι έμελλε να ξανασυναντήσω τον δήμιό μου ύστερα από εικοσιοχτώ χρόνια ως διορισμένη δασκάλα σε σχολείο της γειτονιάς όπου μεγάλωσα. Αν η δική μου δυσαρέσκεια ήταν μια φορά μεγάλη και μ’ έκανε να χάσω προς στιγμήν τα λόγια μου, η δική του που αντίκρυζε τη βλαμμένη του  μαθήτρια ως συνάδερφό του στο ίδιο σχολείο ήταν αφάνταστα μεγαλύτερη.Έχασε τη φωνή του για όλη τη χρονιά και δεν την ξαναβρήκε ούτε για να μου πει μια φορά μια απλή “καλημέρα”.

Όταν ήρθε η ώρα ύστερα από τόσα χρόνια στις αίθουσες των σχολείων και των Πανεπιστημιων που καθόμουν πλάι στα παράθυρα να φτιάξω το δικό μου σπίτι, γκρέμισα όσους τοίχους μπορούσα για να μπουν  στη θέση τους παράθυρα. Γέμισα το σπίτι κάθε λογής τραπέζια για να περιφέρομαι από τραπέζι σε τραπέζι, από υπολογιστή σε υπολογιστή κι από χαρτιά σε χαρτιά που αφήνω παντού. Κάθομαι τις περισσότερες ώρες στις καρέκλες χωρίς να χτυπούν τα πόδια μου στο κάτω μέρος των τραπεζιών που είναι τώρα όλα στα μέτρα μου. Δεν υπάρχει πουθενά τελευταίο θρανίο, σκοτάδι ή κρύο. Βρίσκομαι διαρκώς έξω απ’ τον κυκλικό χορό και κανείς δε με μαλώνει. Βλέπω τη ζωή από απόσταση και την ίδια ώρα βουτάω ίσα στην καρδιά της καταδυόμενη ταυτόχρονα στην δική μου καρδιά.

Ακόμα και ο Βουκεφάλας της σχολικής μου τσάντας δεν στάθηκε τυχαία επιλογή της παιδικής ζωής μου κι ας τον αγάπησα χωρίς να έχω δει τότε άλογο ζωντανό. Μετά από τριάντα χρόνια έμελλε να αρχίσω την ιππασία. Όχι βέβαια με τον Βουκεφάλα, αλλά μ’ ένα ψηλό καθαρόαιμο εγγλέζικο άλογο, τον Γκέιτζερ, στον ιππικό όμιλο Βορείου Ελλάδος.

Και τι να πω για κείνο το ατύχημα στην αυλή; Φαίνεται πως ήτανε μόνο μια καλή αρχή. Εδώ και χρόνια εξακολουθώ να σπάω κάθε μέρα το κεφάλι μου κυνηγώντας σκέψεις και αισθήματα, σκοντάφτοντας πάλι και πάλι στα χαλίκια των λέξεων. Το αίμα μου ασυγκράτητο τρέχει μα δε σκοτώνομαι. Σε πείσμα των συστημάτων και των δημίων τους, συντεταγμένη με το αντάρτικο της ζωής, δόξα τω Θεώ, είμαι ακόμα ζωντανή.

 

* Η Βασιλική Νευροκοπλή είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε και του Τμήματος Θεάτρου της ΑΣΚΤ του ΑΠΘ. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη θεωρία Ανατολικής και βυζαντινής μουσικής στη σχολή βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής Εν Χορδαις.  Εχει δημοσιεύσει: το θεατρικό μονόπρακτο «Εγώ ο Άλλος» εκδ.Νησίδες, 1999, το πεζογράφημα «Σε Τέμπο Κόκκινο» εκδ.Λιβάνη, 2008, και τα παραμύθι: «Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται», 2007, «Το Παραμύθι της Μουσικής», 2008, «Και τι θα πει σ’ αγαπάω;», 2009, «Το μοναδικό φιλί», 2010, από τις εκδόσεις Λιβάνη. Το τελευταίο της παραμύθι «Χάρτινα όνειρα», 2011, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάπλαση .  Στίχοι της συμπεριλαμβάνονται στο cd «Εξορία» του Κυριάκου ΚαλαΪτζίδη, στα τραγούδια «Χελιδόνισμα» και «Ζεϊμπέκικο της ξενιτιάς», εκδ. Εν Χορδαίς, 2005, ενώ στο cd «Το Παραμύθι της Μουσικής», 2008, εκδ. Εν Χορδαίς, αφηγείται το ομώνυμο παραμύθι της.


πηγή: Αντίφωνο

3 Σχόλια

  1. Χάρηκα την καθαρότητα του κειμένου, των αναμνήσεων, όταν χάνουν το συναισθηματικό τους φορτίο και γίνονται οδοδείκτες του βίου.

  2. ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΓΑΛΙΑΣΑ. ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΗ . ΞΕΡΕΤΕ ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ “ΔΕΞΙΟΣ” ΩΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΚΑΙ “ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ” ΣΤΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ ΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ!! ΝΑ ΕΙΣΘΕ ΚΑΛΑ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here