Μια εισαγωγή στον χριστιανικό μυστικισμό

3
1193

Τι είναι ο μυστικισμός; Πρόκειται για μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, αν όχι δυσφημισμένη σήμερα, έννοια. Συνήθως συνδέεται με τον ασκητισμό, που σύμφωνα με τον Nietzsche, ήταν πάντα μια ενέργεια όσων ανθρώπων διέθεταν ικανότητες που ξεχώριζαν από την κοινότητα. Για τον Nietzsche, οι ασκητές των θρησκειών ήταν πάντοτε οι μοχθηρότερες και συγχρόνως οι πιο αξιοθαύμαστες προσωπικότητες κάθε εποχής. Αυτοί αναλάμβαναν το βαρύ χρέος να παρηγορούν τους αδύναμους, τα «ανθρωπάκια» της κάθε εποχής. Από την άλλη, υπάρχουν και θετικές απεικονίσει τους ασκητισμού: μια κλασική ασκητική μορφή στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι ο γέροντας (στάρετς <стáрец) Ζωσιμάς, στους Αδελφούς Καραμάζοβ του Dostoevsky. Πόσα γνωρίζουμε όμως πραγματικά για τον χριστιανικό μυστικισμό;

Στην περιεκτική πραγματεία του με τον τίτλο Οι μυστικοί της χριστιανικής παράδοσης, ο Αμερικανός ακαδημαϊκός ιστορικός Steven Fanning πραγματεύεται το ζήτημα του μυστικισμού μέσα στη χριστιανική πίστη. Όπως υπογραμμίζει, παρά το γεγονός ότι συνήθως τον αντιμετωπίζουμε ως μια θρησκεία βασισμένη σε εξωτερικές πράξεις και θεολογικά δόγματα, ο Χριστιανισμός δεν έπαψε ποτέ να είναι συνάμα μια ζωντανή και γνήσια «μυστικιστική» θρησκεία, όπου το άμεσο βίωμα του θείου διαδραματίζει καίριο ρόλο και βασικός στόχος της είναι κα καθοδηγήσει τους πιστούς της προς αυτό. Αυτή η έμφαση στο βίωμα του Απόλυτου, πράγμα που μπορεί να μας θυμίσει άλλα θρησκεύματα, όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Σουφισμός και τέλος, ο καβαλιστικός Ιουδαϊσμός, συμπεραίνει ο Fanning. Ως η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη μορφή μυστικισμού θα μπορούσε πιθανώς να θεωρηθεί ο σαμανισμός, κατά τον οποίο ο μάγος/γιατρός μιας φυλής επιχειρεί να επικοινωνήσει με τα πνεύματα για να τα κατευθύνει υπέρ της (ή ενάντια κάποιου από άλλη φυλή).

Ένας από τους πιο πλούσιος μυστικισμός, είναι αυτός της χριστιανικής παράδοσης, που ανάγεται στη βιβλική παράδοση, η οποία προκρίνει την άποψη ότι η ανθρωπότητα είχε κάποτε άμεση σχέση με τον Θεό, ο οποίος αποκαλύφθηκε στους πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, αλλά και στον Μωυσή, στη χαρακτηριστική σκηνή της φλεγόμενης βάτου, όπως και στους προφήτες που μιλούν στον λαό του Ισραήλ για τα εντυπωσιακά οράματα που είδαν. Σύμφωνα με τον Fanning:

«Για όσους αναζητούν ενότητα με τον Θεό υπάρχει ένα σταθερό μήνυμα στις διδασκαλίες των μυστικών: για να ενωθεί κάποιος με τον Θεό πρέπει να υπερβεί το σώμα του και να επιβληθεί στις ορέξεις του ώστε να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στα πάθη· οι φαυλότητες πρέπει να κατατροπωθούν και οι αρετές να προαχθούν· και ό,τι δεν είναι Θεός πρέπει να εκριζωθεί ώστε να μείνει μόνο το θείο. Δύο είναι τα χωρία-κλειδιά από την Αγία Γραφή, ειδικά στην Ανατολική Εκκλησία, που εξηγούν τη μυστικιστική ζωή: το Κατά Λουκάν 17.21 (“Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν”) και η Α’ Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Παύλου 5.17 (“ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε”)» (σελ. 455-456).

Ο Βρετανός ψυχολόγος Abraham Maslow υποστήριξε κάποτε ότι κάθε θρησκεία αποτελείται από δύο αντιτιθέμενους πόλους: τα θρησκευτικά δόγματα με την ιεραρχία και τους επαγγελματίες ιερείς, και αφετέρου τις προσωπικές μυστικιστικές εμπειρίες. Σύμφωνα με τον Maslow, αυτές οι δύο πλευρές κάθε θρησκείας βρίσκονται σε σύγκρουση, καθώς η οργανωμένη θρησκεία τείνει να βλέπει καχύποπτα τον μυστικισμό, παρά το γεγονός ότι αρχικά χρωστάει την ύπαρξή της σε αυτόν, ενώ ο μυστικισμός είναι συχνά επαναστατικός και τείνει να απειλεί το θρησκευτικό κατεστημένο. Αυτή η άποψη φαίνεται να δικαιώνεται όταν μελετάμε την ιστορία του χριστιανικού μυστικισμού. Συγκεκριμένα, αν και το κεντρικό πρόσωπο της χριστιανικής θρησκείας, ο Ιησούς Χριστός, εμφανίζεται ως ο κατ’ εξοχήν μυστικός και μυσταγωγός, πραγματοποιώντας θαυματουργικές ενέργειες (π.χ. θεραπείες), μετεώριση και ζώντας ανά διαστήματα έναν ασκητικό βίο απομόνωσης, οι Χριστιανοί πιστοί υπήρξαν από νωρίς καχύποπτοι απέναντι στις μυστικιστικές εκδηλώσεις και συντελέστηκε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους μυστικούς και το επίσημο δόγμα, από τη δεύτερη γενιά Χριστιανών και έπειτα. Ποια είναι όμως τα σπουδαιότερα έργα μυστικών; Ένα από τα κλασικότερα ασκητικά έργα στην Ορθοδοξία, η Κλίμαξ (~620-645 μ.Χ.) με τον  τίτλο να αναφέρεται στο όραμα του Ιακώβ, ήταν ένα βιβλίο που προοριζόταν για μοναχούς και είχε τριάντα κεφάλαια αφιερωμένα σε ισάριθμα βήματα που πρέπει να κάνει ο ασκητής, προκειμένου να περάσει από την κυριαρχία της αμαρτίας και των παθών του, στην απόλυτη αγνότητα και κατά συνέπεια στην ένωση με τον Ιησού Χριστό.  Επίσης σημαντικό ήταν και το Λαυσαϊκόν (επίσης γνωστό και ως Λαυσαϊκή ιστορία), γραμμένο γύρω στο 420 από τον Γαλάτη μοναχό και επίσκοπο Παλλάδιο, διήγηση της ζωής ευλαβών ανδρών και γυναικών, τους οποίους συνάντησε ο Παλλάδιος όσο ήταν στην έρημο.  Τέλος, η Φιλοκαλία, έργο των Ελλήνων αγιορειτών μοναχών Νικοδήμου του Αγιορείτη και Μακαρίου του Κορίνθιου, ήταν μια αξιόλογη ανθολογία των έργων Πατέρων της Εκκλησίας, σχετικά με την ενατενιστική ζωή.

Ας σημειωθεί ότι στην έρημο συναντώνται γενικά τρία διαφορετικά ήδη ασκητικού βίου: 1) οι ερημίτες, οι οποίοι ζουν εντελώς μόνοι, 2) οι λαύρες, συστάδες καλυβών, όπου εγκαταβιεί χωριστά ο κάθε μοναχός αλλά βρίσκονται όλοι μαζί τα Σάββατα και τις Κυριακές, για τις λειτουργίες, στην κοινή εκκλησία που υπάρχει (η ελληνική εκδοχή της λαύρας, είναι η «σκήτη»), και τέλος, 3) τα κοινόβια, όπου οι μοναχοί ζουν μαζί σε έναν χώρο σαν στρατώνα.  Αν και βέβαια δεν ήταν ο πρώτος ασκητής που υπήρξε, ο Μέγας Αντώνιος ήταν σίγουρα ο πρώτος που απέκτησε τόσο αξιοσημείωτη φήμη, λόγω της βιογραφίας του που έγραψε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος και η οποία τον καθιέρωσε ως το ανυπέρβλητο πρότυπο των αναχωρητών ασκητών.  Ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα, ο κύριος στόχων των μυστικιστών της Ανατολικής Εκκλησίας ήταν η «ἡσυχία». Τον 13ο αιώνα άνθισε η συγγραφή σχετικών έργων, όπου υποστηριζόταν πως η ησυχία πραγματοποιηθεί με απλές τεχνικές συγκέντρωσης, όπως η καθιστή στάση με το πηγούνι να γέρνει στο στήθος και το βλέμμα περίπου χαμηλά στο ύψος του αφαλού (αυτός είναι μάλιστα ο λόγος που κάποιοι χαρακτήρισαν τους ασκητές αυτούς σκωπτικά «ομφαλοσκόπους») και τη συχνή επανάληψη της σύντομης ευχής «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς». Το όνομα αυτών έμεινε γνωστό ως «ησυχασμός» και ο επιφανέστερος εκπρόσωπός τους ήταν ο Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η ταπεινοφροσύνη και η υπακοή εκθειάζονταν ως οι σπουδαιότερες μοναστικές αρετές.

Όπως στην Ανατολή, έτσι και στη Δύση, ο μοναχισμός θεωρούνταν ως η ύψιστη μορφή χριστιανικής ζωής, επειδή επέτρεπε στον άνθρωπο να αφιερωθεί πλήρως στη λατρεία του Θεού.  Ιδρυτές του μυστικισμού στη Δύση ήταν τρεις: ο Αββάς Κασσιανός, ο Άγιος Γρηγόριος, και φυσικά, ο Άγιος Αυγουστίνος. Αυτοί οι τρεις επιφανείς άνδρες, με τα γραπτά τους, προσέφεραν στον Δυτικό μοναχισμό μια στέρεα θεωρητική βάση. Γλυκύτητα, φως, χαρά, καθώς και έμφαση στο απερίγραπτο των μυστικιστικών εμπειριών, ήταν τα σταθερά μοτίβα τους. Επιπλέον, και οι τρεις υποστήριξαν πως το μέγιστο κατόρθωμα σε αυτή τη ζωή, είναι να μπορέσει ο Χριστιανός να προγευθεί τη χαρά του παραδείσου, βιώνοντας τη «θεοπτία».  Τέλος, ο Γρηγόριος καλλιέργησε τη φήμη του Αγίου Βενέδικτου μέσα από τα βιβλία του (η περιγραφή ενός οράματός του είναι ίσως η πιο διάσημη περιγραφή θεοπτίας του πρώιμου Μεσαίωνα), και επικρότησε τον Κανόνα του (6ος αιώνα μ.Χ.). Μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ., ο βενεδικτίνειος μοναχισμός δέσποζε στη Δυτική Ευρώπη, αποκλείοντας σχεδόν όλους τους άλλους. Οι βενεδικτίνοι, αν και έχουν παραγάγει μυστικούς, δε φημίζονταν γενικά για τον ασκητισμό τους. Τον 11ο αιώνα, η Ευρώπη βρέθηκε σε μια εκπληκτική οικονομική άνθηση, που διήρκεσε τρεις ολόκληρους αιώνες. Όταν ο πληθυσμός και ο πλούτος της άρχισαν να αυξάνονται σημαντικά, εμφανίστηκαν νέα μοναστικά κινήματα, τα οποία υποστήριζαν την επιστροφή στα ιδανικά των πρώτων Πατέρων της ερήμου. Το γνωστότερο από αυτά ήταν το τάγμα των Κιρστερκιανό, επιφανέστερος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Βερνάρδος του Κλερβό. Ο Βερνάρδος, εκτός του ότι είχε μια δραστήρια ζωή μέσα στον κόσμο, είναι και ένας από τους πρώτους εκπροσώπους του «νέου μυστικισμού», του ύστερου Μεσαίωνα, λόγω της έμφασης που έδινε στο βίωμα των μυστικιστικών εμπειριών. Ο νέος μυστικισμός έδωσε το έναυσμα να γραφτούν, για πρώτη φορά ως τότε, κείμενα με μυστικιστικές εμπειρίες εκτός μοναστηριών. Εκτός από τον Βερνάρδο, μια από τις πιο σημαντικές μορφές του νέου εκείνου μυστικισμού, ήταν ο Φραγκίσκος της Ασίζης. Η ειρηνική μορφή του, η ιδιαίτερη αγάπη του στα ζώα και στη φύση, η ίδρυση ενός νέου μοναστικού τάγματος (Φραγκισκανοί), καθώς και οι πληγές που αναδύθηκαν στο δέρμα του κατά το τέλος της ζωής του και θύμιζαν τις πληγές από τα καρφιά στο σώμα του Χριστού (τα περίφημα «στίγματα), οδήγησαν στην αγιοκατάταξή του, μόλις δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.  Το ίδιο αστικό περιβάλλον του 12ου αιώνα, που γέννησε τον Φραγκίσκο, γέννησε επίσης και τον Ισπανό Δομίνικο Γκουθμάν, τον δημιουργό του τάγματος των Δομινικανών. Ο Δομίνικος ήθελε οι μοναχοί του να έχουν καλή μόρφωση και δεν είναι τυχαίο που τα σπουδαιότερα πνεύματα του ύστερου Μεσαίωνα προέρχονταν από το δικό του τάγμα, που φυσικά δεν άργησε να συνδεθεί με τα τότε νεοϊδρυθέντα πανεπιστήμια της Ευρώπης και τον σχολαστικισμό. Ο Θωμάς Ακινάτης, ίσως ο γνωστότερος δομινικανός σχολαστικός, υπήρξε το σύμβολο του ορθολογισμού και η αντίθεση του μυστικισμού: πράγματι, ενώ πίστευε στη δυνατότητα μυστικιστικών εμπειριών έκστασης, θεωρούσε πως τα μόνα τέτοια περιστατικά που είχαν λάβει χώρα, ήταν εκείνο του Μωυσήκαι του Αποστόλου Παύλου. Ωστόσο, λίγο πριν τον θάνατό του, ο Θωμάς βίωσε ένα μυστικιστικό όραμα και αποκήρυξε το προηγούμενο έργο του ως ανεπαρκές.

Ωστόσο, ο Δυτικός μυστικισμός δεν αποτελούνταν μονάχα από άνδρες μοναχούς. Η σπουδαιότερη έκφραση γυναικείου μυστικισμού ήταν το μοναστικό τάγμα των Beguines, που ξεκίνησε κατά το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα, κυρίως σε Γαλλία, Ρηνανία και στις Κάτω Χώρες. Συνήθως ζούσαν σε ομάδα 4-5 ή και εκατοντάδων ατόμων, ασκώντας μια εργασία και φιλανθρωπικό έργο, σπανίως δε ήταν ερημίτισσες. Τα μυστικιστικά κείμενα των Beguines περιγράφουν τον Ιησού ως έναν όμορφο άνδρα, ο οποίος «ξελογιάζει» με τον αγνό και θεϊκό του έρωτα.  Η Μαρί του Ουανιί, η Χριστίνα του Σεν Τρον και η Μαργαρίτα του Ιπρ ήταν ίσως οι πιο επιφανείς ασκήτριες Beguines. Οι βιογραφίες τους, που έγραφαν οι ιερείς και εξομολογητές τους με σκοπό να αναδείξουν την αγιοσύνη τους, παρουσιάζουν ένα τόσο ακραίο μοτίβο ασκητισμού, που κάποτε προκαλεί φρίκη, προσπαθώντας να εμπνεύσει στους συνηθισμένους ανθρώπους της εποχής όχι τη μίμηση αλλά απλώς τη διάθεση για επίτευξη, έστω, των κοινών ηθικών προτύπων. Το ανδρικό αντίστοιχο ων γυναικείων κινημάτων Beguines, ήταν οι Μπεγκάρντ. Ένα ακόμη παράδειγμα γυναικείου (αν και όχι αποκλειστικά) μυστικισμού, είναι ο «μητρικός ασκητισμός»: μια παράδοση που περιελάμβανε θεοπτίες με θηλασμό του βρέφους Ιησού, ένας ακόμη παράδειγμα της έμφασης των Ρωμαιολαθολικών στην ανθρώπινη πλευρά του Ιησού (μαζί με τα «στίγματα»).

Το έτος 1230, εξαιτίας του αγώνα εναντίον της αίρεσης των Καθαρών, δημιουργήθηκε από τον παπισμό η Ιερά Εξέταση. Η εκκλησία, όπως και το κράτος, είχαν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο οργανωμένα και συγκεντρωτικά. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα, διότι τόσο οι Beguines όσο και οι Μπεγκάρντ είχαν συνδεθεί με την, τότε ισχυρή, αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος. Τα καταπιεστικά αυτά μέτρα του 13ου και του 14ου αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να απορριφθούν τα κείμενα του Ακινάτη, να κλείσουν αρκετά μοναστήρια των Beguines και να καούν στην πυρά ορισμένοι εκπρόσωποι των Φραγκισκανών. Κάθε μορφή μυστικισμού θεωρούνταν πλέον επικίνδυνη ύποπτη αίρεσης. Εκείνη την εποχή έκανε, παραδόξως, την εμφάνισή του ο σημαντικότερος ίσως μυστικιστής του Μεσαίωνα, Meister Eckhardt. Σύμφωνα με τον Eckhardt, ο Θεός βρίσκεται παντού και στα πάντα και μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσα από την άγνοια , ύστερα από την απόρριψη όλων των λανθασμένων εικόνων που έχουμε κατασκευάσει για Αυτόν. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτός ο αποφατισμός καταδικάστηκε στη Δύση ως αιρετικός.  Πάντως, ο «μαθητής» του Eckhardt, Angelus Silesius  (1624-1677) υπήρξε θεολόγος, ποιητής και  προσωπικός γιατρός του δούκα του Βίντεμπεργκ-Ελς. Ύστερα από τα δεινά του περίφημου Τριακονταετούς Πολέμου, έγινε μοναχός και αναζήτησε την άμεση ένωση με το θείο. Το 1657 εξέδωσε μια συλλογή έμμετρων ρητών και αποφθεγμάτων Πνευματώδεις έμμετρες σκέψεις και συμπεράσματα, η οποία το 1675 μετονομάστηκε σε Χερουβικό οδοιπόρο. Ακολουθώντας την αποφατική παράδοση, από τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα ως τον Eckhardt, ο Silesius διακήρυξε ότι ο Θεός είναι το μη ον και συνάμα τα πάντα βρίσκονται μέσα Του, υπάρχει παντού και πουθενά και είναι απρόσιτος στη γνώση σε όλους, εκτός από αυτούς που Τον αναζητούν εντός τους. Ο τίτλος «χερουβικός οδοιπόρος» χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που, ακολουθώντας την εντολή του Χριστού, εξαγνίζεται και ανεβαίνει ως τα Σεραφείμ, το ανώτατο αγγελικό τάγμα για να υμνεί και να απολαμβάνει τη δόξα του Θεού. Αδιαφορώντας για τις δογματικές διαφορές και τους κοινωνικούς τύπους, ο Silesius αντιπροτείνει στις σαρκικές ηδονές, τον ασκητικό τρόπο ζωής και τη μοναχική περισυλλογή που εξυψώνει τον άνθρωπο ως την πλήρη, μυστική, ένωση με το θείο.

Συνοψίζοντας, ο Fanning λέει πως δεν υπάρχει ένας μόνο δρόμος προς τον χριστιανικό μυστικισμό. Πάντως, παρά την ποικιλία των διαφόρων μυστικιστικών βιωμάτων, μπορούμε να εντοπίσουμε σε αυτά και ορισμένα κοινά και σταθερά μοτίβα: αυτά είναι, λόγου χάρη, η έμφαση στο λογικώς ακατάληπτο του Θεού, η ανεπάρκεια των ιερών κειμένων να εκφράσουν την αλήθεια στην πληρότητά της, η πίστη  πανταχού παρουσία του θείου μέσα στην πλάση αναγνώριση και εκτίμηση των «μητρικών πλευρών» του θείου. Είναι επίσης σύνηθες φαινόμενο οι μυστικοί να υπερβαίνουν την τυπική θεολογία της εποχής τους. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές οι άνθρωποι που βίωναν υπερφυσικά οράματα, δεν τα εμπιστεύονταν εύκολα και προσπαθούσαν να επιβεβαιώσουν όσα έβλεπαν υπό το φως της επίσημης χριστιανικής διδασκαλίας. Στον μυστικισμό, είναι πολύ λεπτή η γραμμή που χωρίζει την ορθοδοξία από την αίρεση, μας λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα που είχαν τέτοια βιώματα δεν είναι καθόλου αλαφροΐσκιωτες γραφικές φιγούρες του κοινωνικού περιθωρίου. Αντιθέτως, οι μυστικοί στο σύνολό τους τυγχάνουν αναγνώρισης από τους συγχρόνους τους ως ικανοί και υπεύθυνοι άνθρωποι, ενώ μερικές φορές αναγνωρίζονται ως διαπρεπείς προσωπικότητες του καιρού τους. Τέλος, υπάρχει μια συνεχής παράδοση μυστικιστών οραμάτων, που ξεκινά από την αρχή του Χριστιανισμού και φτάνει περίπου ως και τις μέρες μας: από τους Καθολικούς τους εικοστού αιώνα, ως τους Κουάκερους, που η (περιφρονητική) ονομασία τους βγήκε όταν ο ιδρυτής τους, George Fox (1624-1691) είπε στον δικαστή του να «τρέμει τον λόγο του Θεού» (quake the word of the Lord) ως τους Μεθοδιστές, με τον John Wesley (1703-1791) ύστερα από ανάγνωση της Προς Ρωμαίους Επιστολής του Λούθηρου, το 1738, στηριζόταν στο άμεσο βίωμα του Θεού, το οποίο θεωρήθηκε επιβεβαίωση. Τέλος, η Ορθοδοξία δεν έπαψε να έχει τους δικούς της μυστικούς, κάποιοι εκ των οποίων έζησαν ως τις μέρες μας, όπως μαρτυρούν οι άνθρωποι που τους γνώρισαν.

 

Το ζωγραφικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα αποτελεί τμήμα της εικαστικής σύνθεσης “Θηβαΐς” του, ιταλού, Gherardo Starnina, φιλοτεχνημένης το 1410.

3 Σχόλια

  1. Καταλαβαίνω, νομίζω, τι εννοείς κ. Δεληνικόλα και θα συμφωνήσω μαζί σου με ένα αστερίσκο, όμως. Δεν αρκεί να είναι “διαρκής” – αδιάλειπτο την λέει ο Απόστολος Παύλος – πρέπει να είναι και καρδιάς, ταπεινής ευγνωμοσύνης, σαν κι αυτή των Ομφαλόψυχων του Αγίου Όρους που υποστήριζε ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Τότε ναι, ολοκληρώνεται μυστικά η μέθεξη με τον Δημιουργό μας. Τότε γίνεται η “αρπαγή” του προσευχόμενου και βιώνει την θέωση. Η τεχνική, δημιούργημα ανθρώπινο. Η αρπαγή του Θεού.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here