Μίμηση και η οργανικότητα των κοινωνιών

0
205

Αφορμή για την προσπάθεια να αναλυθεί η μίμηση στις ποικίλες εκδοχές της, όπως και η σχέση της οργανικής ζωής με τη δομική συγκρότηση των ανθρωπίνων κοινωνιών, έγινε το μικρό δοκίμιο «Μίμηση και εκμηχάνιση» του μεγάλου ιστορικού Arnold J. Toynbee . Σ’ αυτό το δοκίμιο ο Toynbee, με αφετηρία τη σπουδή του στην ιστορία, εξετάζει το ρόλο που αναλαμβάνει η μίμηση, αυτή η  πρωτόγονη και πανανθρώπινη, όπως την αποκαλεί, ικανότητα του ανθρώπου. Της αποδίδει μάλιστα αφενός θετικό πρόσημο ως προς την αποτελεσματικότητα των σκοπών που επιλέγουν τα δημιουργικά άτομα για τις κοινωνίες τους, αφετέρου αρνητικό για τις ενδεχομένως καταστρεπτικές εκδηλώσεις της στην προσωπική ζωή. Παραβάλλει τη μίμηση με την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών –«κοινωνικές ασκήσεις ακριβείας»− που δημιουργεί η ανθρώπινη ευφυΐα, προφανώς κατά προέκταση των φυσικών συστημάτων, των οποίων κορυφαίο παράδειγμα είναι το ανθρώπινο σώμα, το οποίο διακρίνεται για την υψηλού βαθμού αυτοματοποίηση των οργάνων του. Σ’ αυτή την αυτοματοποίηση της λειτουργίας των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος, και γενικότερα της λειτουργίας των φυσικών συστημάτων, όπως θα διαπιστώσουμε εμείς περαιτέρω, ο Toynbee διακρίνει την οικονομία του ανθρώπινου οργανισμού στην κατανάλωση της ενέργειας που διαθέτει, και εντοπίζει τις αναλογίες της οργανικής ζωής με τη ζωή των ανθρωπίνων κοινωνιών. Θέλοντας να εκθέσω αναλυτικότερα ζητήματα της μίμησης και της οργανικότητας των κοινωνιών που έχουν απασχολήσει μεγάλους φιλοσόφους και κοινωνιολόγους, προχωρώ στην κάπως συστηματική παρουσίασή τους, στα περιθώρια βέβαια που μου επιτρέπει ο χώρος ενός μικρού σημειώματος.

Α. Μίμηση                                                                                                                  

 Η μίμηση γενικά, σε όλες τις εκδοχές της, ανήκει στις ανθρώπινες επιθυμίες. Αν μάλιστα χρησιμοποιήσουμε για μεθοδολογικούς λόγους την ψυχαναλυτική ορολογία, η μιμητική επιθυμία ανήκει στην περιοχή της ανθρώπινης ψυχής που ορίζεται από την καθαρά βιολογική ύπαρξη. Πιό συγκεκριμένα, συμπεριλαμβάνεται στα κίνητρα αυτής της περιοχής −του id– από την οποία εκπορεύονται οι φυσικές δυνάμεις της πείνας, της δίψας και της σεξουαλικότητας, αλλά και οι ανθρώπινες διαθέσεις της ιδιοτέλειας, της επιβολής ή κυριαρχίας που εκδηλώνονται στις σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους. Αυτές οι διαθέσεις, τα κίνητρα, κατά συνέπεια, έχουν ένα κοινωνικό χαρακτήρα και σ’ αυτή την ομάδα των κινήτρων ανήκει και η μιμητική επιθυμία ως προσωπικό γεγονός με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις∙ αυτή μάλλον τα ορίζει, εκείνα είναι παράγωγά της, άρα αποτελεί πρωταρχικό κίνητρο.

Είπαμε πως η μίμηση ανήκει στις ανθρώπινες επιθυμίες αλλά, αν λάβουμε υπόψη μας το πλήθος των παραδηλώσεων του όρου επιθυμία, ο ορισμός μας δεν φαίνεται να φωτίζει επαρκώς το ερώτημα για τη μίμηση. Θα το εξετάσουμε από ένα διαφορετικό δρόμο, για να διαπιστωθεί ότι μάλλον η μίμηση ορίζει την επιθυμία και όχι αντιστρόφως. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις βιολογικές επιστήμες τη διαδικασία ανθρωποποίησης του ζώου την παρακολούθησε η αύξηση του εγκεφαλικού όγκου.  Αύξηση όμως του εγκεφαλικού όγκου σημαίνει, με πειστικά επιχειρήματα, αύξηση της αναπλαστικής λειτουργίας του, η οποία κατά τον Ζιράρ υποδεικνύει την μεγαλύτερη ικανότητα απομίμησης ενός προτύπου. Προηγείται κατά συνέπεια η μίμηση και το επίπεδο μεγέθους αυτής της μίμησης ορίζει κατά ένα μονοσήμαντο τρόπο την εμφάνιση της ανθρώπινης επιθυμίας. Η μίμηση, όπως ήδη έχουμε αφήσει να εννοηθεί, αποτελεί ικανότητα των ανωτέρων θηλαστικών ανεξαιρέτως, άρα αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη ψυχή συγκροτείται με την αναδιοργάνωση της ψυχής του ζώου, ένα γιγαντιαίο έργο που συντελείται διαμέσου των μιμητικών λειτουργιών. Η περαιτέρω συνεισφορά αυτής της θεμελιακής, όπως αποδεικνύεται, ικανότητας της ανώτερης οργανικής ζωής στην αυτοσυνείδηση του ανθρώπου είναι εξόχως σημαντική. Πριν όμως αναφερθούμε σ’ αυτή, θα επιχειρήσουμε μια συστηματική παρουσίαση των βασικών εκδοχών της μίμησης και στα πλαίσια της πρώτης από αυτές θα προσκομίσουμε τη ζιράρεια επιχειρηματολογία για τη γένεση της ανθρώπινης συνείδησης.[1]

Α1. Η προσκτητική ή ιδιοτελής μίμηση                                                             

Ο φίλος μου ο Κώστας, που έφυγε πρόσφατα, είχε εντυπωσιασθεί ιδιαίτερα, φυσικά για δικούς του λόγους, απο την εικόνα ενός πιθήκου που παρακινείται αυτοματικά να μιμηθεί τη χειρονομία του συντρόφου του, ο οποίος τείνει το χέρι για να ιδιοποιηθεί κάποιο αντικείμενο. Το περιστατικό αυτό εικονογραφεί, σε πρώτη προσέγγιση, αυτό που εννοούμε με τη φράση μίμηση ιδιοποιήσεως ή προσκτητική μίμηση. Αν μάλιστα είμαστε προσεκτικότεροι και παρατηρήσουμε και την αναστολή που συνοδεύει την ενστικτική χειρονομία πρόσκτησης του αντικειμένου, τότε έχουμε την ερμηνεία του φαινομένου: Στις ζωϊκές κοινωνίες η προσκτητική μίμηση δεν οδηγεί σε συγκρούσεις, αλλά στα καλούμενα συστήματα ιεραρχίας. Τι γίνεται όμως στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινότητες υπό την επήρεια της αυξανόμενης στα άτομα  μιμητικής ικανότητας; Για την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα ο Ρενέ Ζιράρ διατύπωσε την υπόθεση του θυματικού μηχανισμού, η οποία μαζί με την ερμηνεία της μυθολογίας των λαών, των απαγορεύσεων και των θεσμών, μεταξύ των οποίων και της αρχαίας θυσίας, διαυγάζει στο σύνολό του τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ιδιαίτερα υποδεικνύει την προέλευση του «βίαιου λόγου», ο οποίος έχει εγκατασταθεί και ποδηγετεί τις ανθρώπινες κοινωνίες, όπως και την «άχρι καιρού» αντιμαχία αυτού του λόγου με τον «Λόγο» της αγάπης, της φιλότητας και της συνοχής τους. Είναι γνωστή η υπόθεση του θυματικού μηχανισμού, σύμφωνα με την οποία η μιμητική διεκδίκηση του αντικειμένου από την πρωτόγονη ορδή άγει στην καθολική σύγκρουση μεταξύ των μελών  της. Ο κίνδυνος αυτοχειριασμού της ομάδας απο τη δική της βία αποφεύγεται με τη λειτουργία ενός μηχανισμού ψυχολογικής αιτιολογίας − παράβαλε με την επέμβαση του απο μηχανής θεού της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ο μηχανισμός εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές φάσεις, με κύριο χαρακτηριστικό του τη μεταβίβαση στο ίδιο άτομο, το οποίο προσλαμβάνει για κάποιους λόγους την ιδιότητα του ξεχωριστού, τα αίτια των συμβάντων που ακολουθούν. Στην πρώτη φάση της καθολικής σύγκρουσης το άτομο περιβάλλεται από κακοποιές ιδιότητες, αναδέχεται τη βιαιότητα της ορδής, η οποία και κορέννυται με το φόνο του. Στο ειρηνικό  περιβάλλον που ακολουθεί τον συλλογικό φόνο του θύματος, δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε το πλήθος να αποδώσει σ’ αυτό αγαθοποιές ιδιότητες. Αναδεικνύεται έτσι το αντεικείμενο ενός νέου είδους προσοχής, που θα δημιουργήσει το πρώτο σημαίνον-σύμβολο στην πορεία του ανθρώπου, το Ιερό. Εφεξής οι άνθρωποι, εφόσον η ανάγκη να παραμένουν συμφιλιωμένοι είναι επιτακτική, αναζητούν και εφευρίσκουν τη «γλώσσα της ιερότητας», διά της τελετουργίας, με την οποία πάντοτε θα επιδιώκουν τη θαυμαστή ειρήνη.[2] 

Η υπενθύμιση της υπόθεσης του θυματικού μηχανισμού μάς επιτρέπει, υπό την προϋπόθεση βεβαια της αποδοχής της επιχειρηματολογίας που την υποστηρίζει, να επανέλθουμε, όπως έχουμε υποσχεθεί, στην περιγραφή του τρόπου διά του οποίου η μίμηση παρέχει στο ανθρωποειδές συνείδηση εαυτού. Ολοκληρώνεται έτσι, κατά συνέπεια, η κατασκευή του ανθρώπου. Στο περιβάλλον της συνεχούς επαναλήψεως του θυματικού μηχανισμού, κάθε άλλο παρά ειδυλλιακού, όπως το περιγράφουν οι εραστές της επιστροφής στη φύση, οι μιμητικοί εταίροι στον παροξυσμό των μεταξύ τους αντιπαλοτήτων −η έξαλλη και βίαιη συμπεριφορά χαρακτηρίζει τους πάντες− κοιτάζουν με τρόμο τα ομοιότυπά τους σαν ένα «alter ego». Τη διαπίστωση αυτη την εσωτερικεύουν, που σημαίνει ότι  εγκαθιδρύουν μέσα τους ένα ομοιότυπο, κίνηση που ισοδυναμεί με την ανάδυση στην πρωταρχική της εκδήλωση της ανθρώπινης  αυτοσυνείδησης[1]. 

Α2. Η μίμηση ως υπόβαθρο της ανθρώπινης δημιουργίας.                                

Αρχίζουμε με ένα λίγο απλοϊκό ερώτημα: είναι τέχνη η ακριβής απομίμηση ενός περιστατικού, π.χ. η αντιγραφή από τον εικαστικό καλλιτἐχνη μιας  εκδήλωσης της φύσης; Οι απαντήσεις στο ερώτημα ποικίλλουν και εξαρτώνται βέβαια από τις φιλοσοφικές προκείμενες καθενός. Αίφνης ο Πλάτων, με προκειμένη της σκέψης του τον κόσμο των Ιδεών, θα απαντήσει καταρχάς αρνητικά, αφού η ανωτέρω αντιγραφή γίνεται από εκπεσμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου. Δεν προσφέρει, κατά συνέπειαν, η μίμηση στο ερώτημα «περί της αλήθειας των πραγμάτων», άρα και οι διάκονοί της πρέπει να αποκλείονται από «την κατ’ αλήθειαν» οργάνωση της Πολιτείας, που έχει σκοπό της τη Δικαιοσύνη. Αντίθετα ο Αριστοτέλης, ο οποίος έχει μετακομίσει τις πλατωνικές Ιδέες στον πραγματικό κόσμο, έχοντας μάλιστα ορίσει το σκοπό −την εντελέχεια− των πραγμάτων, δεν διστάζει στον ορισμό της τραγωδίας, του κορυφαίου δημιουργήματος της ελληνικής τέχνης, να προτάξει τη μίμηση ως ένα των δομικών της στοιχείων, εφόσον βέβαια μιμείται πράξεις που πράγματι απεικονίζουν τους αληθινούς σκοπούς των πραγμάτων.Τελικά τη θέση αυτή είχε υιοθετησει και ο Πλάτων με την προϋπόθεση πως οι ποιητές θα εξυπηρετούσαν το σκοπό της δίκαιης Πολιτείας του. Θα πρέπει πάντως να συναγάγουμε ότι η μεγάλη ψυχή του θα ανακαλούσε τις σκηνές τρόμου από τις αρχαίες θυσίες των θυμάτων, το αποτέλεσμα της προσκτητικής μίμησης που είχε μετατραπεί σε συγκρουσιακή. Εξ ού και η αποστροφή του για την τέχνη, την οποία κατανοεί ως μιμητική[3]. Την αλήθεια των πραγμάτων έχουν ως γενική τους επιδίωξη όλοι οι φιλόσοφοι∙ αυτή λοιπόν την α-λήθεια θέτει ο Χάιντεγγερ και σκοπό του έργου τέχνης και διευκρινίζει ότι, με την ανάδυση της αλήθειας του, συγχρόνως αναδύεται και η ομορφιά του. Κατά κανένα πάντως τρόπο αυτή η α-λήθεια δεν ταυτίζεται με την  αναπαράσταση των πραγμάτων, τη μίμηση ή ομοιότητα, έστω και αν η πραγματικότητα απαιτεί τη συμφωνία με τα όντα. Ο στόχος του έργου τέχνης είναι η ουσία του πράγματος και αυτό εντέλει σημαίνει ότι στη μιμητική αναπαράσταση, που αποτελεί το υπόβαθρο, ο καλλιτέχνης θα συνεισφέρει το χάρισμα που διαθέτει απο το Δημιουργό του, να εισέρχεται στα άρρητα της δημιουργίας και να φανερώνει την ουσία του όντος[4]. Προστίθεται λοιπόν στο μιμητικό δυναμικό του ανθρώπου η έφεση της δημιουργικότητας, που σημαίνει ελευθερία απο το αντικείμενο,ενώ σ’αυτην περιλαμβάνεται το κάθε τι που κατασκευάζει ο άνθρωπος με τα υλικά που διαθέτει, έχει πρότυπο τη φύση, γεμίζει το είναι του από χαρά και αποτυπώνει στο έργο του τη σφραγίδα της ετερότητάς του. Ο άνθρωπος με αυτές του τις πράξεις υπερβαίνει τη φύση και αυτό σημαίνει ελευθερία από τις ανάγκες που εκείνη τού επιβάλλει. Ειναι η άγια ελευθερία που του χαρίζει ο άπειρος Θεός, τα σκιρτήματα της οποίας μοιάζουν με την εκ του μηδενός δημιουργία Του. Θα πρέπει να απορρίψουμε το επιχείρημα που προβάλλουν οι αιτιοκράτες, ότι δήθεν η αναγκαιότητα συνοχής του «εγώ» αποκλείει το ενδεχόμενο η ελεύθερη πράξη να προκύπτει εκ του μηδενός. Η σύντομη ανάλυση που επιχειρήσαμε μίμησης και δημιουργικότητας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το μιμητικό δυναμικό υπάρχει και περιμένει την ελευθερία του ανθρώπου να το προσανατολίσει προς την κάθετη ή την πλάγια υπερβατικότητα. Το οποίο σημαίνει, ή προς τη γνήσια δημιουργικότητα του απείρου Θεού, δημιουργού «ορατών τε και αοράτων», ή προς τα εφήμερα είδωλα της ανθρώπινης αλαζονείας. Ήδη έχουμε εισέλθει στο πεδίο του «γενικού» και τη σπουδαιότητα που αναλαμβάνει η μίμηση στη σύγκροτησή του. Προχωρούμε τώρα στην τρίτη, επίσης σημαντική, εκδοχή του θεμελίου της ανθρωπινότητας.

Α3. Η μίμηση στη συγκρότηση του «γενικού»                                               

Τόσο στη σύντομη παρουσίαση του δοκιμίου του Toynbee, όσο και στην πρώτη παράγραφο του παρόντος κειμένου, γίνεται προφανής η σπουδαιότητα της μίμησης στη συγκρότηση των ανθρωπίνων κοινωνιών διά του θυματικού μηχανισμού. Εδώ θα αναφερθούμε σε μια όψη της μιμητικής επιθυμίας, από τον ιδιοτελή χαρακτήρα της οποίας απουσιάζει η συγκρουσιακή διάθεση που οδηγεί στη γενικευμένη βία. Η πλευρά αυτής της μίμησης έχει καταρχάς ιδιωτικό χαρακτήρα, με καίριες βέβαια τις συνέπειές της στο «γενικό» και σ’ αυτή οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται να καταλαμβάνουν τις κορυφές ενός τριγώνου, εξ ού κι η ονομασία της: μιμητική τριγωνική επιθυμία. Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα που οικοδομούν το σαθρό οικοδόμημα της τριγωνικής επιθυμίας είναι τρία. Ονόμασα δε αυτό το οικοδόμημα σαθρό, γιατί η επιθυμία  που αναπτύσσεται μεταξύ τους στην ουσία της είναι πλαστή και οι ρόλοι τους ανά δύο εναλλάσσονται με ασταθή τρόπο. Το υποκείμενο, το αντικείμενο και ο διαμεσολαβητής ή πρότυπο καταλαμβάνουν τις κορυφές του τριγώνου. Υποθέτουμε πως και οι τρεις τους είναι άτομα με χαρακτήρα ευμετάβλητο, χωρίς ιδιαίτερες προτιμήσεις, επιθυμίες κ.λπ., που να είναι συγκροτημένες στη βάση ενός αξιακού συστήματος. Το μοτίβο της τριγωνικής επιθυμίας εμφανίζεται κατ’ επανάληψη στα έργα των μεγάλων μυθιστοριογράφων – Θερβάντες, Φλωμπέρ, Σταντάλ, Προυστ και Ντοστογιέφσκι. Η εμπειρία του κριτικού της λογοτεχνίας (αναφέρομαι στην αρχική επιστημονική ιδιότητα του Ρενέ Ζιράρ) τον έχει πείσει για την αλήθεια των προσωπικών σχέσεων που εκφράζουν οι μεγάλοι συγγραφείς∙ οι ανακαλύψεις τους  αποτελούν, όπως προσωπικά αναγνωρίζει, σημαντικό έναυσμα της ερευνητικής του προσπάθειας για τη μιμητική επιθυμία. Σε τι λοιπόν συνίσταται το μοτίβο της τριγωνικής επιθυμίας που ανακαλύπτουν οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι; Πρόκειται για την επιθυμία που δανείζεται το υποκείμενο από τον διαμεσολαβητή και επιθυμεί μαζί του τον τρίτο παράγοντα της σχέσης, το αντικείμενο. Μάλιστα η επιθυμία αυτή, εκτός από πλαστή, είναι και δανεική γιατί, όπως ήδη είπαμε, ο διαμεσολαβητής μπορεί να δανεισθεί την επιθυμία του υποκειμένου που ξεπληρώνει το χρέος του. Επομένως ο διαμεσολαβητής υποβάλλει την επιθυμία (αντικείμενο) στο υποκείμενο, περιβάλλεται έτσι απο την αίγλη του υποδείγματος –προτύπου− ενώ ταυτοχρόνως γίνεται εμπόδιο στη διεκδίκηση του αντικειμένου από εκείνο. Η περίπλοκη αυτή σχέση, οπως εμφανίζεται στον πραγματικό κόσμο μας, με το αντικείμενο να τηρεί συνήθως μία ολότελα παθητική στάση, έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στον ψυχισμό των ατόμων που εμπλέκονται, όσο κατ’ επέκταση και στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων. Ψυχικές καταστάσεις του υποκειμένου, όπως η  ματαιοδοξία, ο σνομπισμός, η ζηλοτυπία (περιπτώσεις ερωτικών τριγώνων), ακόμη και ο μαζοχισμός, έχουν την αιτία τους στις τριγωνικές σχέσεις. Αντίστοιχα, στην ψυχή του προτύπου, όπου εκτός από την επιθυμία της μίμησης και το ισχυρό ορμέμφυτο της εξουσίας που ζητεί να ικανοποιηθεί με τον αρχαίο τρόπο της βίας, καλλιεργούνται συναισθήματα αλαζονείας, τα οποία τρέφονται από τον ανυπόκριτο θαυμασμό του υποκειμένου. Προκύπτει έτσι με τον ίδιο τρόπο, το τριγωνικό μοτίβο, ο αλαζόνας, εκείνος δηλαδή ο άνθρωπος που, μολονότι αγνοεί τα μέτρα του και το πεπερασμένο της ύπαρξής του, γίνεται το είδωλο του άλλου και ύστερα το είδωλο του εαυτού του. Οι συνέπειες όμως της αλαζονείας δεν περιορίζονται στο χώρο των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως εκ πρώτης όψεως δίνεται η εντύπωση, αλλά μολύνουν με το μικρόβιο της διάσπασης τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, εφόσον η περιφρόνηση του αλαζόνα για τους συνανθρώπους του είναι το κύριο χαρακτηριστικό το. Στο δοκίμιό του ο Toynbee σημείωσε τον αμφίσημο χαρακτήρα της μίμησης για τους γνωστούς δικούς του λόγους. Εμείς θα υπερακοντίσουμε την άποψή του, προσθέτοντας επιχειρήματα για τον αμφίσημο ρόλο του διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να βρίσκεται στο άμεσο περιβάλλον του υποκειμένου, ή μακριά του, τοπικά ή χρονικά, και να το επηρεάζει με τις ιδέες  και τις πράξεις του, οι οποίες γίνονται γνωστές σ’ εκείνο με διάφορους τρόπους. Καταρχάς, ο εσωτερικός διαμεσολαβητής, εκτός από το πλεονέκτημα να ασκεί την προσωπική γοητεία του, προσφέρει στο υποκείμενο για να επιθυμήσει όσα συνήθως υπόσχονται άμεση ικανοποίηση και απελευθέρωσή του από τις κάθε είδους απαγορεύσεις, που το εμποδίζουν να είναι «ο αυθεντικός εαυτός του». Θα του γίνει βέβαια στην επόμενη φάση εμπόδιο, θα είναι όμως αργά για το υποκείμενο, το οποίο έχει ήδη εμπλακεί στις αλαζονικές επιδιώξεις του διαμεσολαβητή. Δεν αποκλείεται βέβαια ο ρόλος του διαμεσολαβητή να είναι εποικοδομητικός, όταν τον έχει αναλάβει ο γονιός ή ο δάσκαλος, με υποκείμενα τους νεαρούς βλαστούς της κοινωνίας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπου απουσιάζει η αντιπαλότητα εκ μέρους του υποκειμένου, άρα ο διαμεσολαβητής απολαμβάνει την από καθέδρας άσκηση της επιρροής του, του  παρέχεται η δυνατότητα να ασκήσει υπεύθυνα το έργο του: να εκμαιεύσει τις πραγματικές ιδιαίτερες αρετές του νεαρού βλαστού και να τον οδηγήσει στο δρόμο της α-λήθειας του. Οι εξωτερικοί διαμεσολαβητές διαθέτουν το πλεονέκτημα της κατ’ απονομήν αυθεντίας, του αδιαμφισβήτητου υποδείγματος, χωρίς να το αξίζουν τις περισσότερες φορές, και φυσικά πράττουν αναλόγως. Τι προσφέρουν άραγε τα «λογοτεχνικά» σκουπίδια −ρομάντζα και αστυνομικά μυστήρια− στην ανθρώπινη ύπαρξη;[5]

Θα υποστηρίξουμε ότι το δίκτυο των τριγωνικών σχέσεων είναι η μεταφορά στις σημερινές συνθήκες του τρόπου της βίας της πρωτόγονης ορδής, που βρίσκει διέξοδο με τον αρχέγονο φόνο,. Η τυπική νομιμότητα που ισχύει ανεξαιρέτως για όλους, είναι υποχρεωτική, η άμεση άσκηση βίας εκ μέρους των ανθρώπων προς τους ομοίους τους αντικαθίσταται από την υποταγή της επιθυμίας του υποκειμένου στο διαμεσολαβητή, όπως και από την εναλλαγή των ρόλων των  πρωταγωνιστών του μοτίβου.             

Β. Η οργανικότητα των κοινωνιών

Φιλόσοφοι, ιστορικοί και κοινωνιολόγοι −με διαφορετικό τρόπο ο καθένας− επεσήμαναν τις αναλογίες μεταξύ της λειτουργίας της οργανικής ύλης (ζωής) και των ανθρωπίνων κοινωνιών. Ο Oswald Spengler, ιστορικός, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης, επεσήμανε αυτές τις αναλογίες στα μεγάλα σύνολα των πολιτισμών. Η καθολική εποπτεία του ιστορικoύ χρόνου που απεκόμισε απο τη σπουδή του, και η πίστη του στην ενότητα του τεράστιου ιστορικού υλικού, τον έπεισε για την οργανική ενότητα των μεγάλων αυτών συνόλων της ανθρώπινης δημιουργίας. Στον κόσμο των Ιδεών ο Spengler έχει εγκαταστήσει τις «μητέρες» του Γκαίτε, από τις οποίες εκπορεύεται ο ιδιαίτερος ψυχισμός εκάστου πολιτισμού∙ έτσι διαπλάθεται και αναπλάθεται ο κόσμος μας και συντηρείται το αιώνιο νόημά του.[6] Αντίθετα με αυτό που η ψυχολογία ονομάζει «ψυχή» −με τον όρο σηματοδοτεί ένα σύνολο φαινομένων που συνιστούν οργανική ενότητα− ο Spengler αποκαλεί ψυχή την εσωτερική αίσθηση για ένα δυνάμει ιδιαίτερο σύνολο που γίνεται με τη μορφή της ζωής στον κόσμο μας πραγματικό.[7] Έχει έτσι ο συγκεκριμένος πολιτισμός, όπως προκύπτει από το δυνάμει αντίστοιχο σύνολό του, μια ζωή παρόμοια με εκείνη της οργανικής ύλης, δηλαδή γεννιέται, αναπτύσσεται και πεθαίνει. Το σχήμα αυτό, το οποίο ο Spengler συλαμβάνει ενορατικά, επαληθεύεται, όπως αυτός ισχυρίζεται, με τη μελέτη του των ιστορικών πολιτισμών, οι οποίοι και εμφανίζουν αυτή την πορεία. Έχει λοιπόν ο κάθε πολιτισμός τη δική του ψυχή και αυτή την αλήθεια τη διακρίνει με απόλυτη καθαρότητα, όπως λέει, στη διαφορά μεταξύ του αρχαίου Ελληνικού και του Δυτικού ψυχισμού. Παρ’ όλα αυτά, αφήνει να εννοηθεί (με τη μίμηση ίσως;) ότι υπάρχει η δυνατότητα δανείων του δεύτερου από τον πρώτο, όταν μάς πληροφορεί για τη λαχτάρα της φαουστικής ψυχής που αναζητεί την απολλώνεια, της οποίας ζήλεψε τη δύναμη να αφοσιώνεται στο καθαρό παρόν των αισθήσεων.

Με ένα αρκετά διαφορετικό τρόπο αντιμετωπζει ο Toynbee τη παρουσία των πολιτισμών στο ιστορικό γίγνεσθαι. Αναγνωρίζει και αυτός στη ζωή τους τα χαρακτηριστικά της οργανικής ύλης −γένεση, ανάπτυξη, κατάρρευση και αποσύνθεση− δεν αποδίδει όμως την ύπαρξή τους σε μεταφυσικές πραγματικότητες, αλλά βλέπει σ’ αυτούς τους πολιτισμούς να αποτυπώνεται το σχέδιο του αιωνίου Θεού του παντός. Εκτός απο τους πολιτισμούς, στο σχέδιο της θείας οικονομίας σπουδαίο ρόλο έχουν και οι οικουμενικές Εκκλησίες. Αυτών ο ρόλος είναι όμοιος με το προζύμι, που κρατεί η νοικοκυρά απο προηγούμενο ζύμωμα του ψωμιού και το χρησιμοποιεί για να παρασκευάσει καινούργιο. Η οικουμενική Εκκλησία, όπως διαπιστώνει στη Σπουδή της Ιστορίας του ο Toynbee, θα δράσει ως καταλύτης στους πολιτισμούς της τρίτης γενιάς. Στο κλίμα του πολιτισμού δεύτερης γενιάς, και ειδικότερα μετά την κατάρρευση και την περίοδο των αναστατώσεων που την ακολουθεί, στα πλαίσια  του οικουμενικού κράτους που εγκαθιδρύεται, συλλαμβάνεται η νέα Εκκλησία −χρυσαλλίδα− από την οποία, μετά την κύηση και τον τοκετό της, θα προκύψει ο καινούργιος πολιτισμός. Η Εκκλησία θα δράσει ως καταλύτης και αυτό σημαίνει ότι θα προσφέρει καινούργιες δημιουργικές ιδέες σε όλα τα επίπεδα ζωής, στη θρησκεία, την ηθική, την οικονομία, την πολιτική και την τέχνη. Τις ανθρώπινες κοινωνίες ο Toynbee τις κατανέμει: α. Στις πρωτόγονες, β. Στους πολιτισμούς της πρώτης γενιάς, γ. Στους πολιτισμούς δεύτερης γενιάς, 4. Στις Οικουμενικές Εκκλησίες, 5. Στους πολιτισμούς τρίτης γενιάς. Οικουμενικές εκκλησίες εμφανίζονται μόνο μεταξύ δεύτερης και τρίτης γενιάς πολιτισμών και, όπως υποστηρίζει, σ’ αυτούς τους πολιτισμούς (δεύτερης γενιάς) έχει ανατεθεί το καθήκον να αποκαλύψουν, μέσω των τεσσάρων ανωτέρων θρησκειών −Χριστιανισμού, Μαχαγιάνα, Ισλάμ, Ινδουϊσμού− το πρόσωπο του αληθινού Θεού στον κόσμο. Ο Toynbee εικονογραφεί την εσχατολογική του διάθεση με την πρότασή του για το άρμα της θρησκείας, που σύρουν οι τροχοί των πολιτισμών∙ αυτοί (οι τροχοί) ανανεώνονται με την παράδοση του υπηρετικού στα τέκνα τους ρόλου που έχουν αναλάβει από την ιστορία. Η κίνηση του άρματος μεταφράζεται σε κοπιώδη πνευματική προσπάθεια στην προοπτική του χρόνου, που εκτείνεται σε χιλιετηρίδες, με μοναδικό σκοπό τη διαύγαση της ιδέας του αιωνίου Θεού [8]. Γίνεται φανερό ότι με τη χρήση λεξιλογίου που παραπέμπει σε λειτουργίες της οργανικής ύλης, θέλει και ο Toynbee να εκφράσει τη διαίσθηση, με την οποία τον όπλισε η σπουδή της ιστορίας, για την ομοιότητα των λειτουργιών της κοινωνικής ζωής με τις ζωϊκές λειτουργίες. Αυτές όμως οι ομοιότητες φαίνεται να είναι εξωτερικές, ένας τρόπος θεώρησης και παραλληλισμού φαινομένων τα οποία δεν μπορεί παρά να έχουν σχέση, εφόσον το ένα (η ζωή) εκτυλίσσεται στο πεδίο του άλλου. Πριν προχωρήσουμε στην καταγραφή στοιχείων ομοιότητας, που αυτή τη φορά τα προσκομίζει η επιστήμη της φύσης, θα αναφερθούμε ακόμη σ’ ένα παραλληλισμό, τον οποίο μάς προσκομίζει από την πλευρά των κοινωνιολόγων ο Herbert Spencer. 

Ο Spenser επιλέγει τη διαδικασία της  εξέλιξης των ειδών, όπως την αναπτύσσει στην ομώνυμη θεωρία του ο Δαρβίνος, και την προβάλλει στην κοινωνία. Υποστηρίζει ότι, όπως η κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη είναι η φυσική επιλογή, ένας διαρκής αγώνας με τα στοιχεία της φύσης για την επιβίωση, το ίδιο συμβαίνει και στην κοινωνία μεταξύ των μελών της, εγκαινιάζοντας έτσι τον «κοινωνικό Δαρβινισμό». Μας καλεί, κατά συνέπεια, να αποδεχθούμε ότι ο μοναδικός και απολύτως σύμφωνος με τη φύση μας τρόπος για την ανάπτυξη των κοινωνιών είναι η αποδοχή του «βίαιου λόγου», τον οποίο καθιερώνει ο θυματικός μηχανισμός. Χωρίς να γνωρίζει τη σπουδαία αυτή υπόθεση για τον ανθρώπινο ψυχισμό, ο Spenser τη διαβάζει μέσα του και την κοινοποιεί, αδιαφορώντας για τον άλλο Λόγο που σιωπηλά επιμένει, είκοσι αιώνες τώρα, να στρέψει ο άνθρωπος την καρδιά του «άνωθεν», στον Θεό και πατέρα του.

Όπως υποσχεθήκαμε, δανειζόμενοι τα πορίσματα της φυσικής επιστήμης και της βιολογίας, θα προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο τη σχέση της οργανικής ύλης με τις ανθρώπινες κοινωνίες. Η παρουσίαση, λόγω χώρου, θα είναι επιγραμματική και η σύγκριση των χαρακτηριστικών που οδηγούν −ή όχι− στη σχέση άμεση.

 Α. Η ανόργανη ύλη που συμμετέχει στις εκδηλώσεις της φύσης είναι τεράστιες  συναθροίσεις ατόμων ή μορίων που βρίσκονται διαρκώς σε μια τελείως άτακτη θερμική κίνηση. Οι νόμοι, κατά συνέπεια, της Φυσικής και της Χημείας είναι στατιστικοί, με την έννοια ότι αφορούν κάθε φορά τον μέσο όρο συμπεριφοράς αυτών των συναθροίσεων. Στις ανθρώπινες κοινωνίες ναι μεν τα άτομα που τις αποτελούν έχουν τις ιδιαίτερες συμπεριφορές τους, αυτές όμως υπάγονται σε γενικούς κανόνες, που συνιστούν τους «εκ των ων ουκ άνευ» όρους υπάρξεως της κοινωνίας. Συμπέρασμα: Η ανόργανη ύλη στην έσχατη ουσία της είναι ασύμβατη με ό,τι ορίζει και παρέχει στην ανθρώπινη κοινωνία την ταυτότητά της, την τάξη, η οποία αναγκαίως την δια-κατέχει.                                        

Β. Τελείως διαφορετική από την ανόργανη είναι η οργανική ύλη. Κάθε έμβιος οργανισμός αποτελείται από ένα έως εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια κύτταρα. Κάθε κύτταρο αποτελείται απο τον πυρήνα του και το κυτόπλασμα που τον περιβάλλει. Στον πυρήνα του κυττάρου ευρίσκεται το μακρομόριο (DNA), μία γραμμική αλληλουχία από τα τέσσερα διαφορετικά νουκλεοτίδια, που συνέχεται χημικά χωρίς καμμία περιοδικότητα. Μέρος του ή ολόκληρο το DNA αποτελεί το χρωμόσωμα, που παρομοιάζεται με ένα βιβλίο γενετικών πληροφοριών, κάθε σελίδα του οποίου αντιπροσωπεύει μία συγκεκριμένη γενετική οδηγία ή πληροφορία, το γονίδιο. Παραλείπουμε τη διαδικασία διαίρεσης ή μίτωσης ενός κυττάρου σε δύο θυγατρικά κύτταρα −που περιέχουν το καθένα το ίδιο γενετικό υλικό με το μητρικό κύτταρο− η οποία αποτελεί τον τρόπο ανάπτυξης της ζώσας ύλης. Ακόμη αναφέρουμε την έναρξη του θαύματος της δημιουργίας του ανθρώπου με τη συγγαμία των γεννητικών κυττάρων (γαμετών) του άνδρα και της γυναίκας. Διά της σύντηξης του ωαρίου με το σπερματοζωάριο και ανάλογα με το αν το εικοστό τρίτο χρωμόσωμα του τελευταίου είναι το Υ η το Χ, το απλό κύτταρο που θα προκύψει θα είναι αρσενικό ή θυλυκό. Η ζώσα λοιπόν ύλη αναδύεται στην ύπαρξη απο τη δημιουργία ενός κυττάρου στου οποίου, όπως είπαμε, τον πυρήνα περιέχονται οι τόμοι των χρωμοσωμάτων με τις διαφορετικές σελίδες τους, τα γονίδια. Η ελάχιστη κληρονομούμενη ύλη, το γονίδιο, αποτελείται συγκριτικά από ένα μικρό αριθμό ατόμων, που ίσως θα το εμπόδιζε, σύμφωνα με τους στατιστικούς νόμους της Φυσικής, να εμφανίζει τη θαυμαστή σταθερότητα στο χρόνο, όπως μάς τη βεβαιώνει η παρατήρηση σε ένα πλήθος  απογόνων του ίδιου γενετικού κλάδου. Μόνο ένας μικρός αριθμός ατόμων, δύο ή τρία σε δέκα χιλιάδες, παρουσιάζονται με μικρές αλλαγές, που έχουν όμως «μορφή άλματος». Πρόκειται για το φαινόμενο που ο de Vries ονόμασε «μετάλλαξη» και ο Schrödinger αξιοποίησε για να συνδέσει τη συμπεριφορά της ζώσας ύλης με την κβαντική θεωρία. Η παρατήρηση ότι οι μεταλλάξεις μπορεί να αυξηθούν με τη παροχή ενέργειας –ακτίνες Χ ή γ− στους «γονείς», ταυτοποίησε τη μετάλλαξη με το νέο επίπεδο ενεργείας, όπως προβλέπεται απο την κβαντική θεωρία. Η κβαντική θεωρία προβλέπει ότι το επίπεδο ενέργειας που αντιστοιχεί στη δομή του μορίου μιας χημικής ένωσης και το επίπεδο ενέργειας του ισομερούς του χωρίζεται από μιά σειρά «κβαντισμένα επίπεδα» με μικρές διαφορές το ένα από το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι, όπως κατά τη μετάδοση μιας φωτεινής ακτίνας η μεταφορά της γίνεται κατά ορισμένες ποσότητες ενεργείας, τα φωτόνια, έτσι και η πρόσληψη ενέργειας από το μόριο, π.χ., σ’ ένα λουτρό θερμότητος, γίνεται σε ορισμένες ποσότητες ενέργειας. Ο χρόνος που απαιτείται να μεταβεί το μόριο απο ένα επίπεδο ενεργείας σ’ ένα υψηλότερο, όταν το φέρουν σε ένα περιβάλλον με υψηλότερη θερμοκρασία, εξαρτάται από το λόγο της διαφοράς της ενέργειας που απαιτείται για την ανύψωση προς την ενέργεια που χαρακτηρίζει την ένταση της θερμικής κίνησης στη συγκεκριμένη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Η μορφή της εξίσωσης που εκφράζει τη σχέση είναι τέτοια που, αν ο λόγος είναι 10, ο χρόνος αναμονής είναι μόλις 1/10 του δευτερολέπτου, ενώ, όταν ο λόγος γίνει 50 ή 60, τότε ο χρόνος αυξάνεται σε 16 μήνες και 30.000 χρόνια αντίστοιχα. Δικαιολογείται έτσι η σταθερότητα της δομής του μορίου, αφού και ένας λόγος 30 είναι εξαιρετικά απίθανος.                        

Έχουμε: 1. Σταθερότητα τόσο του γονιδίου, όσο και της δομής του μορίου στο χρόνο. 2. Συμπεριφορά όμοια και στα δύο, κβαντικού χαρακτήρα, όταν υπόκεινται στο φαινόμενο της μετάλλαξης. Συμπέρασμα: Το γονίδιο και το μόριο είναι ίδιες φυσικές οντότητες.  Ένα συμπέρασμα όπως το ανωτέρω δεν είναι βέβαια απολύτως νόμιμο και οπωσδήποτε μεταξύ τους θα υπάρχουν και κάποιες διαφορές. Ο στόχος, όμως, του Schrödinger είναι να συνδέσει την κατανόηση της κληρονομούμενης ουσίας με τις αρχές της κβαντομηχανικής, μια θεωρία, η οποία κατά τη γνώμη του μπορεί να ερμηνεύει με βασικές αρχές όλα τα είδη συσσωρεύσεων των ατόμων που απαντώνται στη φύση. Επομένως και η διαίσθηση του Schrödinger παίζει σημαντικό ρόλο στην ταυτοποίηση του γονιδίου με το μόριο. Προχωρεί ακόμη περισσότερο και διαφοροποιείται απο τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τις καταστάσεις της ύλης και γράφει την εξίσωση: μόριο=στερεό=κρύσταλλος, με την οποία θέλει να υποδείξει πως οι ίδιες δυνάμεις συνέχουν τα άτομα και στις τρεις μορφές της ύλης. Πρόκειται για τις στερεοποιητικές δυνάμεις της θεωρίας των Heilter-London. Όπως η δομή του κρυστάλλου σχηματίζεται με βασικό δομικό της στοιχείο το μόριο, που επαναλαμβάνεται σε τρεις διευθύνσεις, έτσι και στη χρωμοσωματική ίνα τα πράγματα δεν είναι πολύ διαφορετικά. Έχουμε ήδη μιλήσει για το θαύμα της ζωής, που αναδύεται απο την κληρονομούμενη ουσία, ένα κύτταρο από το οποίο θα προκύψει και, σύμφωνα με συγκεκριμένο σχέδιο, θα αναπτυχθεί ο έμβιος οργανισμός. Η διαίσθηση του Schrödinger, οι παρατηρήσεις του για τις όμοιες συμπεριφορές του γονιδίου με το μόριο, όπως και η υπαγωγή του στις κβαντικές  νομοτελειακές λειτουργίες, δεν τον ικανοποιούν απολύτως και είναι επόμενο να αναζητεί να κατανοήσει πληρέστερα τον τρόπο της πλήρους σοφίας λειτουργίας του. Θέτει λοιπόν το ερώτημα αν οι υπάρχοντες νόμοι της Φυσικής είναι αρκετοί ή θα πρέπει να ανακαλύψουμε νέους νόμους που θα ερμηνεύουν πλήρως τη συμπεριφορά των ατόμων σ’ ένα ζωντανό οργανισμό.

Ανακεφαλαιώνουμε και καταγράφουμε τις τελικές σκέψεις του Schrödinger:                                                                                                        1. Η βιολογική κατάσταση. Το διαρθρωμένο σύνολο των χρωμοσωματικών ινών (DNA) κάθε οργανισμού συγκροτείται απο μόρια διατεταγμένα με α-περιοδικό τρόπο. Το σύνολο αυτό το διατρέχει ένα ρεύμα τάξης που το αποτρέπει από την κατάρρευση στο χάος της μεγίστης εντροπίας (μέτρο αταξίας) πάντοτε με την προσφυγή στο κατάλληλο περιβάλλον από το οποίο αναπληρώνει ενέργεια και τάξη.                                                                                          

 2. Η φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι που διέπουν  τα ανόργανα φυσικά συστήματα δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα μιας καλά οργανωμένης διάταξης ατόμων. Σ’ αυτά επικρατεί πλήρης αταξία και οι νόμοι τους είναι στατιστικού χαρακτήρα. Η τάξη αυτή τη φορά προέρχεται απο την αταξία.

3. Η σύγκριση μεταξύ τους. Και οι δύο καταστάσεις αποτελούνται από άτομα. Το ανθρώπινο γονιδίωμα αποτελείται από 3,1 δις γράμματα του DNA. Όλα τα κύτταρα τα κατανεμημένα σ’ όλα τα όργανα του ανθρώπου ανέρχονται σε εκατό χιλιάδες δις και είναι μόνο το ένα εκατομμυριοστό του αριθμού των μορίων που υπάρχουν σε μια κυβική ίντσα αέρα. Τελικά η βιολογική πραγματικότητα έχει την πηγή της στη μικρή αυτή ομάδα ατόμων με υψηλή  οργάνωση που δεν απαντάται πουθενά αλλού εκτός από τη ζωντανή ύλη. Επομένως άλλες αρχές πρέπει να ορίζουν τη βιολογική πραγματικότητα.                                                                            

4. Tι είδους Νόμο αναζητούμε; Ο Max Plank υποστήριξε ότι τα γεγονότα μικρής κλίμακας, π.χ., την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε μεμονωμένα άτομα και μόρια, κυβερνούν οι «δυναμικοί» νόμοι. Αυτοί όμως οι νόμοι, κατά μίαν έννοια, περιέχονται στους στατιστικούς νόμους που ελέγχουν τα φαινόμενα ευρείας κλίμακας. Την άποψη του Plank χρησιμοποιεί ο Schrödinger για να δώσει απάντηση στο ερώτημα που έθεσε, και διατυπώνει την υπόθεσή του: Η ζωή λειτουργεί όπως ο «ωρολογιακός μηχανισμός».                                                

5. Τι είναι εντέλει ο Ωρολογιακός Μηχανισμός; Το φαινόμενο του ωρολογιακού μηχανισμού, απάντά ο Schrödinger, είναι δυναμικό και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένα μικρό ελατήριο ακυρώνει τις διαταραχές που θα προκαλούσε η θερμική κίνηση. Εκείνο όμως που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι πως η τάξη του  προέρχεται από την υψηλού βαθμού διάρθρωση της ύλης του. Τό ίδιο που συμβαίνει και στην οργανική ύλη.                                                                                                            

6. Ο τρίτος νόμος της θερμοδυναμικής.  Στη θερμοκρασία του απολύτου μηδενός η μοριακή αταξία παύει να έχει σημασία για τα φυσικά γεγονότα. Η θεωρία των κβάντα ερμηνεύει το νόμο, ο οποίος είναι εμπειρικός και μας δίνει τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε από τι θερμοκρασίες και κάτω ένα φυσικό σύστημα λειτουργεί «δυναμικά». Και η έκπληξη: Ακόμη και η θερμοκρασία δωματίου είναι ασήμαντη  σε πολλές χημικές αντιδράσεις. Ιδού και ο άλλος λόγος για τον οποίο ο ωρολογιακός μηχανισμός λειτουργεί δυναμικά στο σπίτι μας.

7. Συμπέρασμα για τη ζωή. Όπως ο απλός  ωρολογιακός μηχανισμός, έτσι και ο οργανισμός του οποίου η κληρονομούμενη ύλη είναι στην ουσία της ένας μη-περιοδικός κρύσταλλος, συνέχεται απο τις ίδιες στερεοποιητικές δυνάμεις, κβαντικής αιτιολογίας, που του εξασφαλίζουν τη «δυναμική» λειτουργία του, μακριά απο την αταξία της θερμικής κίνησης. Ο Schrödinger παρομοιάζει με γρανάζια τα γονίδια και τις χρωμοσωματικές ίνες της ύλης που πάλλεται από ζωή και έκπληκτος από τη σοφία που αντικρύζει τελειώνει την εργασία του ως εξής: «Πρώτον, η κατανομή των γραναζιών σ’ ένα πολυκύτταρο οργανισμό είναι ανεξήγητη και, δεύτερον, το μεμονωμένο γρανάζι δεν είναι φτιαγμένο από τον άνθρωπο, αλλά είναι το τελειότερο ‘κβαντομηχανικό’ αριστούργημα του Θεού».[9]

Τελικό συμπέρασμα: Η επιστήμη της ζωής μάς υποδεικνύει τις δύο προέχουσες αρχές της, την τάξη και την κβαντική λειτουργία της. Πρόκειται για τις ίδιες αρχές -προκείμενες της κοινωνικής ύπαρξης.

Παραπομπές

[1]Κ.Ν Μπαραμπούτης – Η ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗς ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, Α’ΤΟΜΟς, σελ.439-447         

[2]                                                Στο ίδιο  σελ.51-61                                                                                                      

[3]                                                Στο ίδιο  σελ.61-73                                                                     

[4]ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ – Ηπροέλευση του  εργου τέχνης,σελ.60-61                                                                    

[5]Κ.Ν Μπαραμπούτης– Η  ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, Α’ΤΟΜΟΣ, σελ,73-86

[6]                                                       Στο ίδιο                                 Β’ ΤΟΜΟΣ ,σελ.203

[7]                                                       Στο ίδιο                                 Β’ ΤΟΜΟς, σελ.159         

[8]                                                       Στο ίδιο σελ.128-140                                                                  

[9]                                                       Στο ίδιο,σελ.178-201

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here