Ιστορία και κοινωνικοπολιτικές δομές από τη σκοπιά του προσώπου

(με αφορμή το «Άνθρωπος και δομές» του Ολιβιέ Κλεμάν)

2
73

Πολύ εύστοχη η αναδημοσίευση εδώ στο Αντίφωνο του αποσπάσματος «Άνθρωπος και δομές» του Ολιβιέ Κλεμάν (από το βιβλίο του Η θεολογία μετά τον “θάνατο του Θεού”). Οι καιροί ξαναθέτουν, πράγματι, με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της διακρίσεως άλλα και της συσχετίσεως των κοινωνικοπολιτικών δομών και των προσώπων που τις συνιστούν. Ή, αν το δούμε από μια άλλη σκοπιά, μεταξύ ιστορικών προκλήσεων και προσωπικών κλίσεων, μεταξύ έργου και υπάρξεως. Υποκύπτω έτσι στον πειρασμό να παραθέσω κι εγώ, έτσι «γυμνά», χωρίς σχόλια και διευκρινήσεις, δυο δικά μου σχετικά αποσπάσματα, γραμμένα με διαφορετικές αφορμές, με την ελπίδα ότι μπορεί να συμβάλουν στο σχετικό προβληματισμό.

α) Από το βιβλίο Βαλκανική Κοινοπολιτεία (βλ. αναδημοσίευση στο Αντίφωνο εδώ): «… γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ ἀξία τῶν Μεγάλων της Ἁγίων δὲν βρίσκεται τόσο στὸ ἱστορικό τους ἔργο αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ὅσο στὴν αὐθεντικότητα καὶ τὴν καθολικότητα τῆς ἱστορικῆς τους παρουσίας ὡς προσώπων· στὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐναρμόνιση τῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς τους ἐνέργειας μὲ τὴν ἐξωτερική τους δράση. Ὰπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη, τὸ ἔργο τῶν ἀνθρώπων – ὡς τὸ αἰσθητὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἱστορικῆς τους παρεμβάσεως – μπορεῖ νὰ εἶναι δευτερεῦον καὶ σχετικό, ὑφιστάμενο τὴ νομοτέλεια τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς παρακμῆς, καθὼς καὶ τὴ διάβρωσή του ἀπὸ ἄλλες φθοροποιὲς ἐνέργειες· ἡ ἱστορική τους ὅμως παρουσία καὶ ἐνέργεια μπορεῖ νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ μέγεθος ἀπόλυτο, ὡς διαρκὴς πηγὴ ἐνεργοῦ παρουσίας τοῦ Πνεύματος, φάρος ζωντανὸς αἰωνίου ζωῆς καὶ φωτός. Ἔτσι λοιπὸν γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ δικαιώνει τὸ ἔργο καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἔτσι – ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἱστορική του σχετικότητα – δὲν παύει τὸ ἀνθρώπινο ἔργο νὰ κοσμεῖ τὴν Ἐκκλησία στὴν αἰωνιότητά της καὶ νὰ δανείζεται ἀπ’ αὐτὴν ἕνα μέρος τῆς δικῆς της ἀπολυτότητας, ὡς εἰκόνα καὶ τύπος μιᾶς Προσωπικῆς ἐνέργειας, ὡς τόπος κοινωνίας καὶ ζωῆς. Σπουδάζοντας στὴ ζωὴ τῶν Μεγάλων μας Ἁγίων, βλέπουμε ὅτι ἡ χριστιανικὴ μαρτυρία ἔως ἐσχάτων τῆς γῆς μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μιὰ δυναμική, καθοριστικὴ καὶ ἀνατρεπτικὴ παρουσία γεμάτη ἀπὸ ἱστορικὲς πρωτοβουλίες καὶ δράση.»

β) Από το άρθρο «Πρόσωπο και Κοινότητα. Ο άνθρωπος και το κοινωνικό γεγονός» (βλ. αναδημοσίευση στο Αντίφωνο εδώ): «… οι ελληνικοί κοινοτικοί θεσμοί – ως νομικές ρυθμίσεις – δεν έχουν και δεν διεκδικούν οντολογική αυτονομία. Ανθούν, στο βαθμό που λειτουργούν παιδαγωγικά ως λουτρά καθάρσεως και εμποτισμού των ανθρώπων στο ήθος και στο νόημα που παρήγαγαν τους θεσμούς αυτούς, στο βαθμό δηλαδή που συνέχονται από ένα λατρευτικό κατά βάση πυρήνα. Από την άποψη αυτού του λατρευτικού πυρήνα, ο θεσμός είναι τύπος (δηλ. πρότυπο) πράξεως ζωντανών ανθρώπων. Η ουσία του θεσμού δεν συνίσταται σ’ αυτήν καθαυτή τη νομική ρύθμιση ούτε σε κάποιες γενικές αρχές ή δικαιακές ρήτρες που πραγματώνονται με τη νομική ρύθμιση. Ούτε επίσης έχει μια λειτουργική αυτονομία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί «μηχανισμός», όπως γίνεται συνήθως. Ο θεσμός θεμελιώνεται σε ένα κατόρθωμα και καλεί συνεχώς σε μια μετοχή σ’ αυτό – στη λειτουργική (δηλαδή τη λατρευτική) επανάληψή του. Ως τύπος πράξεως αποτελεί συνδετικό κρίκο με αυτούς που κατόρθωσαν να κοινωνήσουν κατά τον τρόπο που σημαίνεται από το θεσμό. Αν υπάρχει κάτι που δικαιολογεί την εντύπωση ότι οι θεσμοί έχουν μια δική τους αυτάρκεια, αυτό βρίσκεται στο γεγονός ότι ως τύπος αυτού του κατορθώματος, ακόμα και στην πιο εκφυλισμένη του κατάσταση, ακόμα δηλαδή και όταν έχει εκπέσει σε μια απλή εξωτερική ρύθμιση, ο θεσμός εξακολουθεί να είναι φορέας της ενέργειας που τον γέννησε και επομένως εξακολουθεί εν δυνάμει να διατηρεί την παιδαγωγική του δυνατότητα. Αυτή όμως η δυνατότητα ενεργοποιείται μόνο όταν ο θεσμός σαρκώνεται σε ζωντανούς ανθρώπους, συντονιζόμενος με την ελάχιστη έστω ανταπόκρισή τους στο κατόρθωμα στο οποίο ο θεσμός τούς καλεί να μετέχουν. Άλλες πάλι φορές το αίτημα της κοινωνίας απαιτεί ένα κατόρθωμα άλλου τύπου ή άλλου μεγέθους κι αυτό σημαίνει τομές και υπερβάσεις του θεσμού. Δηλαδή την αρχή νέων θεσμών.»

πηγή: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. «Ο θεσμός θεμελιώνεται σε ένα κατόρθωμα και καλεί συνεχώς σε μια μετοχή σ’ αυτό – στη λειτουργική (δηλαδή τη λατρευτική) επανάληψή του. Ως τύπος πράξεως αποτελεί συνδετικό κρίκο με αυτούς που κατόρθωσαν να κοινωνήσουν κατά τον τρόπο που σημαίνεται από το θεσμό. Αν υπάρχει κάτι που δικαιολογεί την εντύπωση ότι οι θεσμοί έχουν μια δική τους αυτάρκεια, αυτό βρίσκεται στο γεγονός ότι ως τύπος αυτού του κατορθώματος, ακόμα και στην πιο εκφυλισμένη του κατάσταση, ακόμα δηλαδή και όταν έχει εκπέσει σε μια απλή εξωτερική ρύθμιση, ο θεσμός εξακολουθεί να είναι φορέας της ενέργειας που τον γέννησε και επομένως εξακολουθεί εν δυνάμει να διατηρεί την παιδαγωγική του δυνατότητα. Αυτή όμως η δυνατότητα ενεργοποιείται μόνο όταν ο θεσμός σαρκώνεται σε ζωντανούς ανθρώπους, συντονιζόμενος με την ελάχιστη έστω ανταπόκρισή τους στο κατόρθωμα στο οποίο ο θεσμός τούς καλεί να μετέχουν. Άλλες πάλι φορές το αίτημα της κοινωνίας απαιτεί ένα κατόρθωμα άλλου τύπου ή άλλου μεγέθους κι αυτό σημαίνει τομές και υπερβάσεις του θεσμού. Δηλαδή την αρχή νέων θεσμών»

    Υπέροχο!
    Αγαπητέ Βασίλη, το μόνο που έχω να προσθέσω – εν είδει επικαιρικής αναφοράς – είναι ότι η επιτόπια ιστορική αστοχία, των πρόσφατων δεκαετιών, έχει να κάνει (ακριβέστατα) με τη μετάθεση της υπαρξιακής προσδοκίας από τα [i]πρόσωπα[/i] στους [i]θεσμούς[/i]:
    Επιζητήσαμε έναν καλύτερο κόσμο. Αλλά τον επιζητήσαμε ως αποκύημα, κυρίως, τεχνικών χειρισμών. Τον ονειρευτήκαμε, εν τέλει, ως [b]συσκευασμένο μεγαλείο[/b], τον οραματιστήκαμε ως [b]ετοιμοπαράδοτη εποποιία[/b].
    Δεν προβαίνει παράδοξο, έκτοτε, ότι αποτύχαμε. Αυτό που αποβαίνει παράδοξο, τώρα, είναι ότι εξακολουθούμε να προδιαγράφουμε τις ελπίδες μας με απαράλλακτο εκείνο τον τρόπο.

  2. Πράγματι, αγαπητέ μου Γιώργο, ένας από τους λόγους που η σύγχρονη σκέψη αδυνατεί να συλλάβει την ιστορική πραγματικότητα έχει να κάνει με την επιμονή της πολιτειολογίας και της κοινωνιολογίας στην απρόσωπη κατανόηση των θεσμών ή δομών. Από την άλλη όμως μεριά εξίσου προβληματική είναι και η προσπάθεια κατανόησης των ιστορικών καταστάσεων με την απευθείας αναγωγή στα άτομα, αγνοώντας την ιδιαίτερη δυναμική των συλλογικών μορφωμάτων (και χρησιμοποιώ επί τούτου τον όρο «άτομα», υπονοώντας ότι πρόκειται ακριβώς για μια προσέγγιση που «αποπροσωποποιεί» τα δρώντα ατομικά υποκείμενα).

    [u]Θεωρητική υποσημείωση[/u]: Η κρίσιμη έννοια που μπορεί να βοηθήσει να ξεπεράσουμε την αντίφαση, είναι, νομίζω, η έννοια της [b][i]πράξεως[/i][/b], στην οποία συμπίπτει η προσωπική με την κοινή ενέργεια. (Και το λέω αυτό σε αντιδιαστολή προς τις έννοιες του «συλλογικού υποκειμένου» ή του «ανθρωπολογικού τύπου»).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here