Η υπέρβαση της αίματι εσωτερικότητας

1
144

Η εσωτερικότητα δεν είναι έννοια, αλλά εμβίωση βάθους με θυμική ένταση. Πρώτος βαθμός αυτής της εμπειρίας βάθους είναι η εξ αίματος υπαρκτική σχέση, που ανοίγει τον δρόμο προς την εν πνεύματι υπαρξιακή σχέση. Όταν ρωτήσουν έναν πατέρα αν αγαπά τον γιο του, θα αλλοιωθεί εσωτερικώς, θα καταπλημμυρίσει την ύπαρξή του η ευδοκία της πατρικής αγάπηςθα λαμπρυνθεί το πρόσωπό του και θα πει πως τον γιο του τον αγαπάει μέχρι θανάτου, το αγαπάει χωρίς όρους. Και οποιαδήποτε περιπέτεια αυτού του υπαρκτικού δεσμού θα τον συνταράξει κατάρριζα.

  Η υπαρκτική σχέση εξ αίματος είναι βαθύτατη, όχι όμως έσχατη. Έσχατη είναι η υπαρξιακή σχέση εν πνεύματι· τέτοια είναι η γνήσια και σπάνια σχέση ανθρώπου Θεού. Ενώ η υπαρκτική σχέση του αίματος είναι πεπερασμένη, η υπαρξιακή σχέση του πνεύματος είναι άπειρη. Και ενώ η πρώτη σχέση έχει πεπερασμένη κρισιμότητα, η δεύτερη σχέση έχει άπειρη κρισιμότητα. Για την πρώτη σχέση ο άνθρωπος είναι έτοιμος αυτοφυώς, από τις υπαρκτικές διοδεύσεις. Η ετοιμασία για τη δεύτερη σχέση περνάει από τους τρίβους του πνεύματος, από τα οντολογικώς και όχι οντικώς κρίσιμα σταυροδρόμια, για να διανοιχθεί η απειρία της. Η διάνοιξη αυτή αποτελεί την αποκάλυψη και είναι συνέπεια άλματος. Συνίσταται στην κρίση και τη διάσωση του υπάρχοντος μέσα στον έσχατο νοηματισμό, κερδισμένο από τον έσχατο αφανισμό.

  Ό,τι υπάρχει είναι πεπερασμένο· συνεπώς υπόκειται στη μηδένωση. Τα όντα είναι ο πέπλος του μηδενός. Το μηδέν είναι ο πέπλος της θειότητας. Άρα, τα όντα είναι ο πέπλος της θειότητας. Αλλά για να γίνει τούτο αντιληπτό, πρέπει πρώτα να συρθεί ο πέλος του μηδενός. Χωρίς την εμβίωση του οντολογικού μηδενός, δεν είναι δυνατή η γνήσια εμβίωση της θειότητας. Η θειότητα κείται εκείθεν της εμπειρίας του μηδενός, διότι μόνον τα κυκλούμενα από το μηδέν όντα αποκαλύπτουν την θαυμασιότητα του υπάρχειν, η οποία δεν είναι παρά η αντυπόθετη εμμονή στο Είναι, δηλαδή η θειότητα. (Πρβλ. «Ὅτι ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾽ ἀπωλείᾳ ζώντων. Ἕκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα» (Σοφ. Σολ. 1:13).

  Ώστε, η κατάφαση της θειότητας συνιστά τραγική διαπόρευση η οποία έξω από τους ζέοντες κύκλους της ζωής του πνεύματος είναι ανύπαρκτη. Ωστόσο, μέσα σ᾽αυτούς τους κύκλους, η ύπαρξη τελεί ολόκληρη και κατάμονη. Ολόκληρη, με την έννοια ότι τελεί έξω από την υπαρκτική βιολογική τροχιά που ποτέ δεν κλείνει σε κύκλο. Στις παρυφές του χρόνου· χρόνος της ο «καιρός» που κλείνει «πληρούμενος». Όταν έλθει το πλήρωμα του καιρού τα πάντα είναι συντελεσμένα και τελούν υπό την έσχατη κρίση.

   Την μοναξιά του εν πνεύματι υπάρχειν την ετόνισε ο Ιησούς επανειλημμένως. Η υπέρβαση της αἵματι εσωτερικότητας είναι οριστική. «Ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10:36). Εδώ ο Ιησού δεν μιλάει μεταφορικώς· κυριολεκτεί. Διότι το μήνυμα που κομίζει ανάγεται στην ύπαρξη ως τοιαύτη, που στη γνησιότερη στάση της τελεί κατάμονη έναντι του εσχάτου νοήματος· έσχατο σημείο της είναι ότι τελεί «ενώπιον του Θεού», όπως ακριβώς στέκεται κατάμονη και ενώπιον του θανάτου της. Μόνο μια τέτοια εμβίωση μετασχηματίζει την ιστορία από βιολογική σε πνευματική, από ευθεία σε κρημνώδη. Το πέρασμα από την υπαρκτική φροντίδα προς την υπαρξιακή μέριμνα είναι δυσχερές και περιδεές, και προορίζεται για τον κάθε άνθρωπο. Μόνον έτσι η ύπαρξη του ανθρώπου εκπτύσσει και τις έσχατες οντολογικές της δυνατότητες. Γι᾽αυτό ο άνθρωπος αναγκαίως θέτει την οντολογική διερώτηση. Αλλά είδαμε πότε αυτή η διερώτηση τίθεται γνησίως.

  Και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης απήτησε την αποκοπή από τους βιολογικούς και υπαρκτικού δεσμούς, ακριβώς για να αποκαλύψει την μοναξιά της υπάρξεως ενώπιον του εσχάτου. Στην αρχή είπε στον Αβραάμ: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου» (Ἔξ. 12:1). Μετά ζήτησε νὰ θυσιάσει τον «υἱόν του τὸν ἀγαπητόν, ὅν ἠγάπησε». εδώ δεν πρόκειται για παραλογισμό ούτε για απανθρωπία. Ο συντάκτης της «Γενέσεως» δραματοποίησε το υπαρξιακό γεγονός του περάσματος από τη βιολογική προς την οντολογική μέριμνα, από την αγάπη εν αἵματι προς την αγάπη εν πνεύματι. Προς τούτο πήρε εντολή να αφήσει πίσω του το σπίτι του και τη γυναίκα του· ύστερα από πορεία «τριών ημερών» αφήνει πίσω του τους δυο βοηθούς του και το ζώο του. Έτσι υπερβαίνοντας τον «τόπο» και τον «χρόνο» φτάνει «εἰς τὴν γῆν τὴν ὑψηλήν»· εκεί στην αιχμή της εγκοσμιότητας κόβει με το ίδιο του το χέρι τον τελευταίο και ισχυρότερο δεσμό του με την εγκοσμιότητα. Για να κερδίσεις το έσχατο πρέπει να απολέσεις ό,τι πολυτιμότερο έχεις στον κόσμος. Μόνον έτσι πράγματι σύρεις τον τελευταίο πέπλο των όντων και διανοίγεται ο ωκεανός του μηδενός· μόνον έτσι αποκόπτεται πράγματι το γεώδες και το φθαρτό, το υποκείμενο στον ευτελισμό του χρόνου. Ο εν πνεύματι δεσμός έχει τη δική του νομοτέλεια, την αναγκαιότητα της ελευθερίας, η οποία ιδωμένη από τη σκοπιά της φυσικής αναγκαιότητας είναι μια τέλεια ανασφάλεια και αποκοτιά. Διότι τι εβεβαίωνε τον Αβραάμ ότι επρόκειτο για τη φωνή του Θεού; Αν παράκουσε; Αν απατήθηκε; Για να φτάσεις να είσαι άξιος της θειότητας πρέπει να συγκλονιστούν τα γήινα θεμέλια σου, να μετεωριστείς επάνω από την άβυσσο του μηδενός, να κινδυνέψεις τον έσχατο χαμό, στην κορυφή του μακρινού και μυθικού όρους «Μοριγιά». Αλλιώς δεν συναντάς γνησίως το έσχατο νόημα. Δεν είναι τόσο η επιδίωξη όσο η δίωξη του ανυπόθετου ορίου, που είναι η θειότητα.

  Χωρίς αυτές τις δραματικές εμπλοκές, που συμβαίνουν στα βάθη του πνεύματος, ο «Θεός» είναι μια απλή λέξη, που εύκολα την αρνείται κανείς ή λογοπαίζει μαζί της. Όμως ο «Θεός» ο «ζῶν» και ο «ἐν ἀληθείᾳ καὶ πνεύματι» είναι όλη αυτή η ζώσα και αληθινή και πνευματική εμπλοκή, όπου η άρνησή της ισοδυναμεί με άρνηση της αγωνίας περί του εσχάτου νοήματος, προς το οποίο κλίνει αναποτρέπτως ο άνθρωπος. Γι᾽αυτό ο άνθρωπος αναποτρέπτως θα μεριμνά ή για τον Θεό ή για τα είδωλα άλλη λύση δεν διαθέτει.

Από το βιβλίο Πολιτεία και  Ερημιά — 1975.

πηγή: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Μὲ θέλεις κοντά Σου,
    στὴ σκοτεινιὰ καὶ στὰ βράχια Σου,
    νὰ γεμίζει ἡ ψυχή μου γκρεμό,
    ὅλη τὴ νύχτα ποὺ Σ᾽ἀνασαίνω.

    Σκύβω τὸ κεφάλι καὶ Σὲ καρτερῶ.
    Μιὰ ὁλάκερη ζωὴ Σὲ καρτερῶ.
    Νὰ φιλήσω τὰ πέπλα Σου,
    νὰ ζωστῶ τὴν ἀστραπὴ τῆς Θεότητάς Σου.
    Ἴσως νὰ μὴν περάσεις ποτέ.
    Μὰ ἐγῶ ἄλλο δὲν ξέρω νὰ κάνω
    παρὰ νὰ σκύβω στὸ χῶμα ταπεινὴ
    να Σὲ προσμένω.

    Μ᾽ἄφησες μονάχη, γιὰ νὰ στροβιλίζομαι
    στοὺς πέπλους τῆς Θεότητάς Σου,
    μ᾽ἄφησες μονάχη, γιὰ νὰ Σ᾽ἀγαπῶ.

    Βυθίζομαι στὸ φῶς Σου τὸ μυστικό.

    Θέλω νὰ Σὲ τυλίξω μὲ τὰ χέρια μου,
    νὰ σκεπάσω τὸ πνεῦμα Σου ποὺ σκιρτάει θερμὸ στὶς ἐρήμους·
    νὰ Σοῦ σκεπάσω τὴ ζεστασιά.

    Ἄν προφέρω τ᾽όνομά Σου, θά Σὲ χάσω.

    Πεθαίνω.
    Δὲ Σὲ φέρνω στὸ στόμα μου,
    γιὰ νὰ μὴ Σὲ μολύνω στὴ σκόνη ποὺ ζῶ.

    Μὲ χώρισες ἀπ᾽ὅλους τοὺς ἀνθρώπους
    γιὰ νὰ λατρεύω μόνο Ἐσένα.
    Ἡ εὐτυχία Σου εἶναι ὀδυνηρή.

    ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here