Η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» και το «μποζόνιο του Χίγκς»

17
82

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου 

Αυτές τις ημέρες ανακοινώθηκε ότι ανακαλύφθηκε το «μποζόνιο του Χίγκς», δηλαδή το έως τώρα αόρατο σωματίδιο, που αντιστοιχεί στο πεδίο του Χίγκς, και προσδίδει μάζα στην ύλη.

Είναι στοιχειώδες σωματίδιο, δηλαδή δεν έχει εσωτερική δομή και δεν αποτελείται από άλλα, συστατικά σωματίδια. Είναι εξαιρετικά ασταθές και όταν σχηματισθή, καταρρέει σχεδόν ακαριαία και δίνει άλλα υποατομικά σωματίδια. Άν και λέγεται και γράφεται ευρέως ότι το «μποζόνιο του Χίγκς» δίνει στα στοιχειώδη σωματίδια την μάζα τους, αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό.
Την μάζα την δίνει το πεδίο του Χίγκς, το οποίο δεν την δημιουργεί εκ του μηδενός, αλλά την εμπεριέχει από πριν ως ενέργεια.
Λέγεται «μποζόνιο του Χίγκς», γιατί ο βρεττανός επιστήμων Χίγκς, που ζή ακόμη, πριν πολλά χρόνια είχε ομιλήσει για την ύπαρξή του.
Οι επιστήμονες εδώ και μερικά χρόνια προσπαθούσαν να βρούν τον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου, με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» και με τα ανάλογα πειράματα αναζητούσαν να βρούν τα υποατομικά σωματίδια που δίνουν μάζα στην ύλη.
1. Η «Μεγάλη Έκρηξη»
Η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» (Big Bang) που κυριαρχεί σήμερα στην επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύση τον τρόπο της δημιουργίας του Σύμπαντος και του κόσμου.
Οι φυσικοί επιστήμονες ύστερα από διάφορες παρατηρήσεις «συμφωνούν ότι το σύμπαν ξεκίνησε σaν ένα άπειρα πυκνό, μηδενικών διαστάσεων σημείο καθαράς ενέργειας» (Francis Collins).
Σε γενικές γραμμές η θεωρία αυτή είναι η ακόλουθη:
«Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης το Σύμπαν άρχισε από μία αρχέγονη κατάσταση πολύ υψηλής πυκνότητος να διαστέλλεται ταχύτατα, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της αρχικής πυκνότητας και πτώση της θερμοκρασίας.
Σύντομα η ύλη κυριάρχησε πάνω στην αντιύλη, ίσως σε μια σειρά από διαδικασίες που προβλέπουν και την διάσπαση των πρωτονίων. Στο στάδιο αυτό πιθανόν να ήταν παρόντες πολλοί τύποι στοιχειωδών σωματιδίων.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η θερμοκρασία του Σύμπαντος μειώθηκε αρκετά και επέτρεψε τον σχηματισμό ορισμένων πυρήνων. Σύμφωνα με την θεωρία, δημιουρ­γήθηκαν συγκεκριμένες ποσότητες υδρογόνου, ηλίου και λιθίου, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τις σύγχρονες παρατηρήσεις.
Ύστερα από 1.000.000 χρόνια το Σύμπαν είχε ψυχθή σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να σχηματισθούν άτομα, οπότε κατέστη δυνατόν η ακτινοβολία να αρχίση να ταξιδεύει στον χώρο.
Κατάλοιπο του πρώϊμου Σύμπαντος είναι η ακτινοβολία μικροκυμμάτων του υποβάθρου (περίπου 3 βαθμών Κέλβιν) που ανακαλύφθηκε το 1965 από τους Άρνο Άλαν Πενζίας και Ρόμπερτ Γούντροου Γουίλσον.
Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, το σημερινό Σύμπαν, εκτός από την συνηθισμένη ύλη και ακτινοβολία πρέπει να είναι επίσης πλήρες με νετρίνα, στοιχειώδη σωματίδια χωρίς μάζα ή ηλεκτρικό φορτίο. Υπάρ­χει πάντα η πιθανότητα να ανακαλυφθούν τελικά και άλλα κατάλοιπα του πρώϊμου Σύμπαντος» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Larousse Britanica).
Σχετικά με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης», κατά τον μεγάλο επιστήμονα Φράνσις Κόλλινς, υπάρχει ένα αναπάντητο ερώτημα: «άν το Big Bang κατέληξε σ’ ένα σύμπαν που θα συνεχίσει να διαστέλλεται για πάντα, ή αν κάποια στιγμή θα νικήση η βαρύτητα και οι γαλαξίες θα αρχίσουν να συγκλίνουν πάλι μαζί καταλή­γοντας σε μια “Μεγάλη Σύνθλιψη”!
Πρόσφατες ανακαλύψεις αδιευκρί­νιστων πο­σο­τήτων γνωστών σaν σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια, που φαίνεται να απο­τελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του υλικού του σύμπαντος, κάνουν την απά­ντηση σ’ αυτό το ερώτημα να εκκρεμεί, αλλά οι περισσότερες ενδείξεις προς το παρόν προβλέπουν μάλλον έναν αργό μαρασμό, παρά μια δραματική κατάρ­ρευ­ση».
Ακόμη, η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» θέτει σαφώς το ερώτημα: «τί έγινε πριν από αυτό και ποιός ή τί ήταν υπεύθυνος;». Αυτό το ερώτημα «ασφα­λώς δείχνει τα όρια της επιστήμης όσο κανένα άλλο φαινόμενο».
Είναι φυσικό ότι η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» αρχίζει έναν διάλογο μεταξύ επιστήμης και θεολογίας ή στην πραγματικότητα μεταξύ επιστημόνων και θεολόγων.
Μερικοί επιστήμονες φθάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού και αποδίδουν την δημιουργία του Σύμπαντος στην ύλη, αλλά άλλοι αγνωστικιστές επιστήμονες μπροστά στο θέμα αυτό εκφράζονται ως θεολόγοι, όπως ο αστροφυσικός Robert Jastrow που λέγει: «Τώρα βλέπουμε πώς η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου.
Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια.
Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στον χρόνο με μια λάμψη φωτός και ενέργειας».
Ο Φράνσις Κόλλινς παρατηρεί: «Οφείλω να συμφωνήσω (μέ τον Jastrow). Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση.
Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δώ πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήση τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό».
2. «Το μποζόνιο του Χίγκς»
Όπως ελέχθη πιο πάνω οι επιστήμονες προσπαθούν να βρούν το υλικό εκείνο που υπήρχε μετά την «Μεγάλη Έκρηξη» και μορφοποίησε το Σύμπαν.
Ο Πίτερ Χίγκς είναι βρεττανός καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια της Αγγλίας και στην συνέχεια κατέληξε στο Εδιμβούργο όπου και ζή σήμερα.
Το έτος 1964 διατύπωσε την θεωρία του πεδίου Χίγκς, που έλαβε το όνομά του, σύμφωνα με την οποία θεωρία το πεδίο αυτό διαπερνά το Σύμπαν δίνοντας μάζα στα στοιχειώδη σωματίδια, δηλαδή με την θεωρία αυτή εξηγεί πώς η ύλη αποκτά μάζα.
Η θεωρία αυτή του Χίγκς ταλαιπώρησε τους ερευνητές και όπως γράφει ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης, όταν ο Αμερικανός φρυσικός Dick Teresi το 1993 έγραψε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό, έκανε λόγο για το «αναθεματισμένο σωματίδιο» («Goddamn particle»).
Όμως, ο εκδότης του έργου θεώρησε την λέξη «αναθεματισμένο» υβριστική και απέδωσε ευφημιστικώς το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού» («The God particle») (Εφημερίδα TA NEA). Έτσι, επικράτησε αυτή η ονομασία.
Το 2008 λειτούργησε ο Μεγάλος Επιταχυντής Ανδρονίων του CERN (Οργανισμός για την Πυρηνική Ενέργεια), όπου εργάσθηκαν πολλοί επιστήμονες, ο οποίος προκάλεσε συγκρούσεις δεσμών πρωτονίων με ταχύτητα λίγο μικρότερη από την ταχύτητα του φωτός, με σκοπό να ανακαλυφθούν τα μυστήρια της σωματιδιακής φυσικής και της προέλευσης του Σύμπαντος.
Έτσι, πρόσφατα, έγινε η ανακάλυψη «ενός σωματιδίου αόρατου και θνησιγενούς».
Από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθή μάθαμε ότι από την διάσπαση των πρωτονίων «προέκυψαν άλλα σωματίδια που παγιδεύονταν στους ογκώδεις ανιχνευτές του CERN και από την μελέτη τους προέκυπταν ίχνη του άφαντου σωματιδίου.
Οπτικά, δεν θα μπορούσε κανείς να το αντικρύσει. Ζεί μόνο για ένα εκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου» (Εφημερίδα TA NEA). Το σωματίδιο αυτό άφησε μερικά ίχνη πίσω του και φάνηκε ότι υπάρχει.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι ένα σωματίδιο «σήμα κατατεθέν ενός πεδίου, που απλώνεται σε ολόκληρο το Σύμπαν, και προσδίδει στα σωματίδια την μάζα που έχουν».
Όταν έγινε η «Μεγάλη Έκρηξη» όλα τα σωματίδια δεν είχαν μάζα, αλλά την «απέκτησαν όταν ενεργοποιήθηκε το πεδίο μετά την Μεγάλη Έκρηξη».
Το σωματίδιο του Χίγκς «αιχμαλωτίζει» τα στοιχειώδη σωματίδια και τα καθιστά βαρύτερα προσδίδοντάς τους μάζα. Έτσι, τα σωματίδια αποκτούν μάζα και ξεχύνονται στο Σύμπαν για να δημιουργήσουν τον κόσμο.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς αυτό το «αόρατο» και «θνησιγενές» σωματίδιο μπόρεσε να δημιουργήση όλο το Σύμπαν, αλλά και τόσα όντα –έλλογα και άλογα– που κατοικούν στην γή και όλες τις ομορφιές; Και πώς σε αυτό το σωματίδιο οφείλεται όλη η λογικότητα του ανθρώπου και οι πνευματικές αναζητήσεις του Θεού από τον άνθρωπο;
Πάντως, οι επιστήμονες, παρά την ανακάλυψη αυτή, ισχυρίζονται ότι μένουν πολλά ακόμη σημεία να διευκρινισθούν που δεν μπορούμε τώρα να εξηγήσουμε στο Σύμπαν, όπως η λεγόμενη «σκοτεινή ύλη», που αποτελεί το 25% του Σύμπαντος, οι μαύρες τρύπες και οι «περίφημες έξτρα διαστάσεις».
Ο γνωστός ακαδημαϊκός Δημήτριος Νανόπουλος ισχυρίζεται ότι «τό μποζόνιο του Χίγκς» «ανοίγει τον δρόμο για την ερμηνεία πολύπλοκων καταστάσεων στο Σύμπαν», «μάς βοηθά να κατανοήσουμε περίπου το 4% του Σύμπαντος», ενώ «τό 25% του Σύμπαντος που αποτελείται από την λεγόμενη σκοτεινή ύλη παραμένει ακατανόητο και το Καθιερωμένο Μοντέλο μας είναι άχρηστο» (Εφημερίδα TA NEA).
Το υπόλοιπο του Σύμπαντος φαίνεται ότι αποτελείται από μια τελείως μυστηριώδη οντότητα, την σκοτεινή ενέργεια.
3. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου
Είναι ανάγκη να δούμε με συντομία την εκπληκτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου, που ομοιάζει κατά κάποιον τρόπο με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» με την διαφορά ότι την ερμηνεύει μέσα από την ενέργεια του Θεού, ότι, δηλαδή, ο Θεός με την άκτιστη ενέργειά Του δημιούργησε τον κόσμο.
Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης α­πορ­ρί­πτει, ό­πως το κά­νουν ό­λοι οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες, την αυ­τό­μα­τη δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, για­τί ό­λα έ­γι­ναν με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού και προ­ήλ­θαν «εκ του μη ό­ντος». Τα πά­ντα δη­μιουρ­γή­θη­καν «ουκ αυ­το­μά­τω τι­νί συ­ντυ­χί­α, κα­τά τι­να ά­τα­κτον και τυ­χαί­αν φο­ράν».
Ε­κτός α­πό την αρ­χή της μη «αυ­το­μά­του συ­ντυ­χί­ας» για την δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για την «α­θρό­αν κα­τα­βο­λήν». Έ­τσι ε­ξη­γεί τον λό­γο του Μω­ϋ­σέ­ως «εν αρ­χή ε­ποί­η­σεν ο Θε­ός τον ου­ρα­νόν και την γήν».
Γρά­φει: «Η ούν α­θρό­α των ό­ντων πα­ρά της α­φρά­στου δυ­νά­με­ως του Θε­ού κα­τα­βο­λή αρ­χή πα­ρά του Μω­ϋ­σέ­ως, ή­γουν “κε­φά­λαιον” κα­τε­νο­μά­σθη». Η σύ­στα­ση των ό­ντων έ­γι­νεν α­θρό­ως: «Ό­τι α­θρό­ον της των ό­ντων συ­στά­σε­ως…».
Μιά άλ­λη βα­σι­κή αρ­χή που συν­δέ­ε­ται με το προ­η­γού­με­νο εί­ναι ό­τι στην κτί­ση υ­πάρ­χει ο λε­γό­με­νος «ε­γκεί­με­νος της κτί­σε­ως λό­γος». Α­κό­μη και ό­ταν δη­μιουρ­γή­θη­κε το Σύ­μπαν, πριν εμ­φα­νι­σθή κά­θε μέ­ρος, ό­λο το Σύ­μπαν βρι­σκό­ταν στο σκο­τά­δι, για­τί «ού­πω γάρ ε­ξε­φά­νη του πυ­ρός η αυ­γή υ­πο­κε­κρυμ­μέ­νη τοίς μο­ρί­οις της ύ­λης» και έ­τσι ό­λα ή­ταν α­ό­ρα­τα, α­φα­νή και α­να­κα­τεμ­μέ­να. Ό­ταν ο Θε­ός έ­δω­σε ε­ντο­λή για την γέ­νε­ση του κό­σμου, τό­τε αυ­τό το πύρ που ε­πι­σκια­ζό­ταν α­πό τα μό­ρια της ύ­λης ε­πρό­βα­λε και α­μέ­σως «τώ φω­τί τα πά­ντα πε­ρι­ηυ­γά­ζε­το».
Έπειτα, μέ­σα σε ό­λη την κτί­ση υ­πάρ­χει ο λό­γος του Θε­ού. Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για τον «ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».
Σε κά­θε όν ε­νυ­πάρ­χει κά­ποιος σο­φός και τε­χνι­κός λό­γος, έ­στω κι αν ε­μείς δεν τον βλέ­που­με έτσι, «πάν το γι­νό­με­νον, λό­γω γί­νε­ται» και τί­πο­τα α­πό ε­κεί­να που δη­μιουρ­γή­θη­καν α­πό τον Θε­όν δεν νο­εί­ται «ά­λο­γον τι και συ­ντυ­χι­κόν και αυ­τό­μα­τον». Ό­ταν ο Θε­ός εί­πε «γεν­νη­θή­τω φώς», ερ­μη­νεύ­ε­ται ό­τι αυ­τό α­να­φέ­ρε­ται «εις τον ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».
Αυ­τός ο λό­γος-ενέργεια που ε­νυ­πάρ­χει σε ό­λα τα ό­ντα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης «οι­ω­νεί σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μις».
Πρό­κει­ται για την πρώ­τη ορ­μή του Θε­ού προς δη­μιουρ­γί­α, που υ­πήρ­χε «δυ­νά­μει» στην κτί­ση, ό­χι ό­μως και ε­νερ­γεί­α, διό­τι η γή ή­ταν α­κό­μη α­ό­ρα­τη και α­κα­τα­σκεύ­α­στη.
Η α­ρι­στο­τε­λι­κή αρ­χή του δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α χρη­σι­μο­ποι­εί­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης για να ερ­μη­νεύ­ση το πώς δη­μιουρ­γή­θη­κε η κτί­ση.
Αυ­τή η σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μη στα ό­ντα, την ο­ποί­α έ­βα­λε ο Θε­ός, ε­νερ­γο­ποι­ή­θη­κε με την δύ­να­μη του λό­γου Του. Γρά­φει: «τή μεν δυ­νά­μει τα πά­ντα ήν εν πρώ­τη του Θε­ού πε­ρί την κτί­σιν ορ­μή, οι­ο­νεί σπερ­μα­τι­κής τι­νος δυ­νά­με­ως προς την του πα­ντός γέ­νε­σιν κα­τα­βλη­θεί­σης, ε­νερ­γεί­α δε τα κα­θ’ έ­κα­στον ού­πω ήν».
Έτσι, τα διά­φο­ρα εί­δη των ό­ντων ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα της σπερ­μα­τι­κής δυ­νά­με­ως και της δη­μιουρ­γι­κής ε­νέρ­γειας του Θε­ού. Στην αρ­χή ο Θε­ός δη­μιούρ­γη­σε την ά­μορ­φη ύ­λη που δεν ή­ταν ά­κτι­στη, και στην συ­νέ­χεια με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες και έ­τσι δη­μιουρ­γή­θη­καν τα ε­πί μέ­ρους εί­δη.
Μέ αυ­τήν την δύ­να­μη και σο­φί­α που κα­τα­βλή­θη­καν στην κτί­ση για την τε­λεί­ω­ση κά­θε μο­ρί­ου του κό­σμου, «ειρ­μός τις α­να­γκαί­ος κα­τά τι­να τά­ξιν ε­πη­κο­λού­θη­σεν».
Γρά­φει ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης ό­τι ό­λα έ­χουν προ­κα­τα­νο­η­θή α­πό την σο­φί­α του Θε­ού «τά δια τι­νος α­να­γκαί­ας τά­ξε­ως κα­τά το α­κό­λου­θον εκ­βη­σό­με­να».
Γί­νε­ται φα­νε­ρό ό­τι η δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου «εν αρ­χή» και η ε­πί μέ­ρους δη­μιουρ­γί­α των ό­ντων, ή­τοι το δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α, η ά­μορ­φος ύ­λη, τα μό­ρια και η ε­ξέ­λι­ξή τους, οι ποιό­τη­τες έ­γι­ναν με την προ­σω­πι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού, με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο, που ει­σήλ­θε ευ­θύς εξ αρ­χής «α­θρό­ως» στην ου­σί­α των ό­ντων.
Α­πό ε­κεί με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού προ­ήλ­θε αυ­τή η ορ­μή και το φώς που πε­ρι­έ­λου­σε την κτί­ση και δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες των ει­δών.
Επομένως, ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, με την άκτιστη δημιουρ­γική ενέργειά Του και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η άκτιστη ενέργεια του Θεού που ουσιοποιεί και ζωοποιεί την κτίση.
4. Επιστήμονες και Πατέρες της Εκκλησίας
Επανερχόμενος στην σύγχρονη ανακάλυψη του «μποζονίου του Χίγκς» θέλω να υπενθυμίσω ότι μερικοί αποκάλεσαν αυτό το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού».
Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη ότι κακώς αποδόθηκε ως «σωματίδιο του Θεού», αλλά ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός».
Υφίσταται μεγάλη διαφορά. Άλλο να υποστηρίζη κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός.
Στην δεύτερη αυτή περίπτωση όχι μόνον οδηγείται ο άνθρωπος στον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό, αλλά αποδέχεται τον ματεριαλισμό-υλισμό, ότι δηλαδή αρχή του κόσμου είναι η ύλη.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε και υπάρχει ο κόσμος καί, όπως λέγει ο Χάϊντε­γκερ, ερωτούσαν «γιατί υπάρχει ο κόσμος και όχι το τίποτα».
Μπορούμε να δούμε δύο γενικές απαντήσεις που δόθηκαν για το θέμα αυτό.
Μερικοί προσωκρατικοί φιλόσοφοι, όπως οι λεγόμενοι Ίωνες φυσικοί (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), που είναι «εισηγητές της λογικής, αμυθολόγητης κοσμοερμηνείας», μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, η οποία ύλη έχει μέσα της δύναμη, οπότε «ύλη και δύναμη είναι ένα» και «η ενέργειά της μηχανική».
Οπότε, ο κόσμος, κατά την ιωνική αντίληψη «είναι υλικός και μηχανικός». Αυτή η «ιωνική φυσική», «η φυσιολογία», όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, «έχει βάση τον ντετερμινισμό» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης).
Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, ανέπτυξε την θεωρία των ιδεών, ότι όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ο δε Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως είδαμε προηγουμένως και στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο.
Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος».
Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη.
Έπειτα, λέγουν ότι ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο «εξ ούκ όντων», «εκ μη υπαρχούσης ύλης» με τον λόγο Του που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, η οποία δημιουργεί κτιστά όντα.
Σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμη­νεύ­οντας τις νέες ανακαλύψεις.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο.
Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερ­μη­νεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πρό­σφατα διάβασα τις απόψεις ενός επιστήμονος που έλεγε: «Είμαστε μια ανα­κα­τανομή του τίποτα».
Επίσης έλεγε ότι η «Μεγάλη εικόνα» «πού έχουμε σήμερα για την εμφάνιση κι εξέλιξη του σύμπαντος» σε συνδυασμό με την δαρβινική εξέλιξη των ειδών «ελευθερώνει τον άνθρωπο από πολ­λά θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούν από τότε που υπάρχει» (Δ. Νανόπουλος).
Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τί αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχωνται σε άλλα πεδία, δηλαδή της ύπαρξης ή μη του Θεού.
Άλλωστε, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχη σύγκρουση ή σύγχυση μεταξύ τους.
Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, την ύλη, τα άτομα, τα μόρια, τα πρωτόνια, τα σωματίδια, το κύτταρο, τα γονίδια κλπ. ενώ η θεολογία, που είναι εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίση τον Θεό-πρόσωπο με τις άκτιστες ενέργειές Του.
Η επιστήμη προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις οι οποίες πρέπει να ωφελούν και να μη βλάπτουν τους ανθρώπους, και η ορθόδοξη θεολογία δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήση ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που όχι μόνον κηρύσσεται «ο θάνατος του Θεού», αλλά και «ο θάνατος του πλησίον».
Τελικά, όσες ανακαλύψεις και αν κάνη η επιστήμη, ο άνθρωπος πεινά και διψά για προσωπικό Θεό, για ανιδιοτελή αγάπη, εσωτερική ειρήνη και ελευθερία, για πληρότητα πνευματική, θέλει να μάθη τί υπάρχει πέρα από την κτίση, τί γίνεται μετά τον θάνατο, τί είναι η αιώνια ζωή κ.ά.
Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώση την αγάπη Του.
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήση χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήση χωρίς Θεό.
Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να δώση μια ερμηνεία για την δημιουργία και την σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Ο Θεός δεν είναι μια άλογη δύναμη, ούτε ένα ευδαίμον όν, αλλά πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού.
Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώση τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος πού, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό.

Την μάζα την δίνει το πεδίο του Χίγκς, το οποίο δεν την δημιουργεί εκ του μηδενός, αλλά την εμπεριέχει από πριν ως ενέργεια.
Λέγεται «μποζόνιο του Χίγκς», γιατί ο βρεττανός επιστήμων Χίγκς, που ζή ακόμη, πριν πολλά χρόνια είχε ομιλήσει για την ύπαρξή του.
Οι επιστήμονες εδώ και μερικά χρόνια προσπαθούσαν να βρούν τον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου, με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» και με τα ανάλογα πειράματα αναζητούσαν να βρούν τα υποατομικά σωματίδια που δίνουν μάζα στην ύλη.
1. Η «Μεγάλη Έκρηξη»
Η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» (Big Bang) που κυριαρχεί σήμερα στην επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύση τον τρόπο της δημιουργίας του Σύμπαντος και του κόσμου.
Οι φυσικοί επιστήμονες ύστερα από διάφορες παρατηρήσεις «συμφωνούν ότι το σύμπαν ξεκίνησε σaν ένα άπειρα πυκνό, μηδενικών διαστάσεων σημείο καθαράς ενέργειας» (Francis Collins).
Σε γενικές γραμμές η θεωρία αυτή είναι η ακόλουθη:
«Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης το Σύμπαν άρχισε από μία αρχέγονη κατάσταση πολύ υψηλής πυκνότητος να διαστέλλεται ταχύτατα, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της αρχικής πυκνότητας και πτώση της θερμοκρασίας.
Σύντομα η ύλη κυριάρχησε πάνω στην αντιύλη, ίσως σε μια σειρά από διαδικασίες που προβλέπουν και την διάσπαση των πρωτονίων. Στο στάδιο αυτό πιθανόν να ήταν παρόντες πολλοί τύποι στοιχειωδών σωματιδίων.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η θερμοκρασία του Σύμπαντος μειώθηκε αρκετά και επέτρεψε τον σχηματισμό ορισμένων πυρήνων. Σύμφωνα με την θεωρία, δημιουρ­γήθηκαν συγκεκριμένες ποσότητες υδρογόνου, ηλίου και λιθίου, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τις σύγχρονες παρατηρήσεις.
Ύστερα από 1.000.000 χρόνια το Σύμπαν είχε ψυχθή σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να σχηματισθούν άτομα, οπότε κατέστη δυνατόν η ακτινοβολία να αρχίση να ταξιδεύει στον χώρο.
Κατάλοιπο του πρώϊμου Σύμπαντος είναι η ακτινοβολία μικροκυμμάτων του υποβάθρου (περίπου 3 βαθμών Κέλβιν) που ανακαλύφθηκε το 1965 από τους Άρνο Άλαν Πενζίας και Ρόμπερτ Γούντροου Γουίλσον.
Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, το σημερινό Σύμπαν, εκτός από την συνηθισμένη ύλη και ακτινοβολία πρέπει να είναι επίσης πλήρες με νετρίνα, στοιχειώδη σωματίδια χωρίς μάζα ή ηλεκτρικό φορτίο. Υπάρ­χει πάντα η πιθανότητα να ανακαλυφθούν τελικά και άλλα κατάλοιπα του πρώϊμου Σύμπαντος» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Larousse Britanica).
Σχετικά με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης», κατά τον μεγάλο επιστήμονα Φράνσις Κόλλινς, υπάρχει ένα αναπάντητο ερώτημα: «άν το Big Bang κατέληξε σ’ ένα σύμπαν που θα συνεχίσει να διαστέλλεται για πάντα, ή αν κάποια στιγμή θα νικήση η βαρύτητα και οι γαλαξίες θα αρχίσουν να συγκλίνουν πάλι μαζί καταλή­γοντας σε μια “Μεγάλη Σύνθλιψη”!
Πρόσφατες ανακαλύψεις αδιευκρί­νιστων πο­σο­τήτων γνωστών σaν σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια, που φαίνεται να απο­τελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του υλικού του σύμπαντος, κάνουν την απά­ντηση σ’ αυτό το ερώτημα να εκκρεμεί, αλλά οι περισσότερες ενδείξεις προς το παρόν προβλέπουν μάλλον έναν αργό μαρασμό, παρά μια δραματική κατάρ­ρευ­ση».
Ακόμη, η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» θέτει σαφώς το ερώτημα: «τί έγινε πριν από αυτό και ποιός ή τί ήταν υπεύθυνος;». Αυτό το ερώτημα «ασφα­λώς δείχνει τα όρια της επιστήμης όσο κανένα άλλο φαινόμενο».
Είναι φυσικό ότι η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» αρχίζει έναν διάλογο μεταξύ επιστήμης και θεολογίας ή στην πραγματικότητα μεταξύ επιστημόνων και θεολόγων.
Μερικοί επιστήμονες φθάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού και αποδίδουν την δημιουργία του Σύμπαντος στην ύλη, αλλά άλλοι αγνωστικιστές επιστήμονες μπροστά στο θέμα αυτό εκφράζονται ως θεολόγοι, όπως ο αστροφυσικός Robert Jastrow που λέγει: «Τώρα βλέπουμε πώς η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου.
Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια.
Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στον χρόνο με μια λάμψη φωτός και ενέργειας».
Ο Φράνσις Κόλλινς παρατηρεί: «Οφείλω να συμφωνήσω (μέ τον Jastrow). Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση.
Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δώ πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήση τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό».
2. «Το μποζόνιο του Χίγκς»
Όπως ελέχθη πιο πάνω οι επιστήμονες προσπαθούν να βρούν το υλικό εκείνο που υπήρχε μετά την «Μεγάλη Έκρηξη» και μορφοποίησε το Σύμπαν.
Ο Πίτερ Χίγκς είναι βρεττανός καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια της Αγγλίας και στην συνέχεια κατέληξε στο Εδιμβούργο όπου και ζή σήμερα.
Το έτος 1964 διατύπωσε την θεωρία του πεδίου Χίγκς, που έλαβε το όνομά του, σύμφωνα με την οποία θεωρία το πεδίο αυτό διαπερνά το Σύμπαν δίνοντας μάζα στα στοιχειώδη σωματίδια, δηλαδή με την θεωρία αυτή εξηγεί πώς η ύλη αποκτά μάζα.
Η θεωρία αυτή του Χίγκς ταλαιπώρησε τους ερευνητές και όπως γράφει ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης, όταν ο Αμερικανός φρυσικός Dick Teresi το 1993 έγραψε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό, έκανε λόγο για το «αναθεματισμένο σωματίδιο» («Goddamn particle»).
Όμως, ο εκδότης του έργου θεώρησε την λέξη «αναθεματισμένο» υβριστική και απέδωσε ευφημιστικώς το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού» («The God particle») (Εφημερίδα TA NEA). Έτσι, επικράτησε αυτή η ονομασία.
Το 2008 λειτούργησε ο Μεγάλος Επιταχυντής Ανδρονίων του CERN (Οργανισμός για την Πυρηνική Ενέργεια), όπου εργάσθηκαν πολλοί επιστήμονες, ο οποίος προκάλεσε συγκρούσεις δεσμών πρωτονίων με ταχύτητα λίγο μικρότερη από την ταχύτητα του φωτός, με σκοπό να ανακαλυφθούν τα μυστήρια της σωματιδιακής φυσικής και της προέλευσης του Σύμπαντος.
Έτσι, πρόσφατα, έγινε η ανακάλυψη «ενός σωματιδίου αόρατου και θνησιγενούς».
Από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθή μάθαμε ότι από την διάσπαση των πρωτονίων «προέκυψαν άλλα σωματίδια που παγιδεύονταν στους ογκώδεις ανιχνευτές του CERN και από την μελέτη τους προέκυπταν ίχνη του άφαντου σωματιδίου.
Οπτικά, δεν θα μπορούσε κανείς να το αντικρύσει. Ζεί μόνο για ένα εκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου» (Εφημερίδα TA NEA). Το σωματίδιο αυτό άφησε μερικά ίχνη πίσω του και φάνηκε ότι υπάρχει.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι ένα σωματίδιο «σήμα κατατεθέν ενός πεδίου, που απλώνεται σε ολόκληρο το Σύμπαν, και προσδίδει στα σωματίδια την μάζα που έχουν».
Όταν έγινε η «Μεγάλη Έκρηξη» όλα τα σωματίδια δεν είχαν μάζα, αλλά την «απέκτησαν όταν ενεργοποιήθηκε το πεδίο μετά την Μεγάλη Έκρηξη».
Το σωματίδιο του Χίγκς «αιχμαλωτίζει» τα στοιχειώδη σωματίδια και τα καθιστά βαρύτερα προσδίδοντάς τους μάζα. Έτσι, τα σωματίδια αποκτούν μάζα και ξεχύνονται στο Σύμπαν για να δημιουργήσουν τον κόσμο.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς αυτό το «αόρατο» και «θνησιγενές» σωματίδιο μπόρεσε να δημιουργήση όλο το Σύμπαν, αλλά και τόσα όντα –έλλογα και άλογα– που κατοικούν στην γή και όλες τις ομορφιές; Και πώς σε αυτό το σωματίδιο οφείλεται όλη η λογικότητα του ανθρώπου και οι πνευματικές αναζητήσεις του Θεού από τον άνθρωπο;
Πάντως, οι επιστήμονες, παρά την ανακάλυψη αυτή, ισχυρίζονται ότι μένουν πολλά ακόμη σημεία να διευκρινισθούν που δεν μπορούμε τώρα να εξηγήσουμε στο Σύμπαν, όπως η λεγόμενη «σκοτεινή ύλη», που αποτελεί το 25% του Σύμπαντος, οι μαύρες τρύπες και οι «περίφημες έξτρα διαστάσεις».
Ο γνωστός ακαδημαϊκός Δημήτριος Νανόπουλος ισχυρίζεται ότι «τό μποζόνιο του Χίγκς» «ανοίγει τον δρόμο για την ερμηνεία πολύπλοκων καταστάσεων στο Σύμπαν», «μάς βοηθά να κατανοήσουμε περίπου το 4% του Σύμπαντος», ενώ «τό 25% του Σύμπαντος που αποτελείται από την λεγόμενη σκοτεινή ύλη παραμένει ακατανόητο και το Καθιερωμένο Μοντέλο μας είναι άχρηστο» (Εφημερίδα TA NEA).
Το υπόλοιπο του Σύμπαντος φαίνεται ότι αποτελείται από μια τελείως μυστηριώδη οντότητα, την σκοτεινή ενέργεια.
3. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου
Είναι ανάγκη να δούμε με συντομία την εκπληκτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου, που ομοιάζει κατά κάποιον τρόπο με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» με την διαφορά ότι την ερμηνεύει μέσα από την ενέργεια του Θεού, ότι, δηλαδή, ο Θεός με την άκτιστη ενέργειά Του δημιούργησε τον κόσμο.
Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης α­πορ­ρί­πτει, ό­πως το κά­νουν ό­λοι οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες, την αυ­τό­μα­τη δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, για­τί ό­λα έ­γι­ναν με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού και προ­ήλ­θαν «εκ του μη ό­ντος». Τα πά­ντα δη­μιουρ­γή­θη­καν «ουκ αυ­το­μά­τω τι­νί συ­ντυ­χί­α, κα­τά τι­να ά­τα­κτον και τυ­χαί­αν φο­ράν».
Ε­κτός α­πό την αρ­χή της μη «αυ­το­μά­του συ­ντυ­χί­ας» για την δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για την «α­θρό­αν κα­τα­βο­λήν». Έ­τσι ε­ξη­γεί τον λό­γο του Μω­ϋ­σέ­ως «εν αρ­χή ε­ποί­η­σεν ο Θε­ός τον ου­ρα­νόν και την γήν».
Γρά­φει: «Η ούν α­θρό­α των ό­ντων πα­ρά της α­φρά­στου δυ­νά­με­ως του Θε­ού κα­τα­βο­λή αρ­χή πα­ρά του Μω­ϋ­σέ­ως, ή­γουν “κε­φά­λαιον” κα­τε­νο­μά­σθη». Η σύ­στα­ση των ό­ντων έ­γι­νεν α­θρό­ως: «Ό­τι α­θρό­ον της των ό­ντων συ­στά­σε­ως…».
Μιά άλ­λη βα­σι­κή αρ­χή που συν­δέ­ε­ται με το προ­η­γού­με­νο εί­ναι ό­τι στην κτί­ση υ­πάρ­χει ο λε­γό­με­νος «ε­γκεί­με­νος της κτί­σε­ως λό­γος». Α­κό­μη και ό­ταν δη­μιουρ­γή­θη­κε το Σύ­μπαν, πριν εμ­φα­νι­σθή κά­θε μέ­ρος, ό­λο το Σύ­μπαν βρι­σκό­ταν στο σκο­τά­δι, για­τί «ού­πω γάρ ε­ξε­φά­νη του πυ­ρός η αυ­γή υ­πο­κε­κρυμ­μέ­νη τοίς μο­ρί­οις της ύ­λης» και έ­τσι ό­λα ή­ταν α­ό­ρα­τα, α­φα­νή και α­να­κα­τεμ­μέ­να. Ό­ταν ο Θε­ός έ­δω­σε ε­ντο­λή για την γέ­νε­ση του κό­σμου, τό­τε αυ­τό το πύρ που ε­πι­σκια­ζό­ταν α­πό τα μό­ρια της ύ­λης ε­πρό­βα­λε και α­μέ­σως «τώ φω­τί τα πά­ντα πε­ρι­ηυ­γά­ζε­το».
Έπειτα, μέ­σα σε ό­λη την κτί­ση υ­πάρ­χει ο λό­γος του Θε­ού. Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για τον «ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».
Σε κά­θε όν ε­νυ­πάρ­χει κά­ποιος σο­φός και τε­χνι­κός λό­γος, έ­στω κι αν ε­μείς δεν τον βλέ­που­με έτσι, «πάν το γι­νό­με­νον, λό­γω γί­νε­ται» και τί­πο­τα α­πό ε­κεί­να που δη­μιουρ­γή­θη­καν α­πό τον Θε­όν δεν νο­εί­ται «ά­λο­γον τι και συ­ντυ­χι­κόν και αυ­τό­μα­τον». Ό­ταν ο Θε­ός εί­πε «γεν­νη­θή­τω φώς», ερ­μη­νεύ­ε­ται ό­τι αυ­τό α­να­φέ­ρε­ται «εις τον ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».
Αυ­τός ο λό­γος-ενέργεια που ε­νυ­πάρ­χει σε ό­λα τα ό­ντα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης «οι­ω­νεί σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μις».
Πρό­κει­ται για την πρώ­τη ορ­μή του Θε­ού προς δη­μιουρ­γί­α, που υ­πήρ­χε «δυ­νά­μει» στην κτί­ση, ό­χι ό­μως και ε­νερ­γεί­α, διό­τι η γή ή­ταν α­κό­μη α­ό­ρα­τη και α­κα­τα­σκεύ­α­στη.
Η α­ρι­στο­τε­λι­κή αρ­χή του δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α χρη­σι­μο­ποι­εί­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης για να ερ­μη­νεύ­ση το πώς δη­μιουρ­γή­θη­κε η κτί­ση.
Αυ­τή η σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μη στα ό­ντα, την ο­ποί­α έ­βα­λε ο Θε­ός, ε­νερ­γο­ποι­ή­θη­κε με την δύ­να­μη του λό­γου Του. Γρά­φει: «τή μεν δυ­νά­μει τα πά­ντα ήν εν πρώ­τη του Θε­ού πε­ρί την κτί­σιν ορ­μή, οι­ο­νεί σπερ­μα­τι­κής τι­νος δυ­νά­με­ως προς την του πα­ντός γέ­νε­σιν κα­τα­βλη­θεί­σης, ε­νερ­γεί­α δε τα κα­θ’ έ­κα­στον ού­πω ήν».
Έτσι, τα διά­φο­ρα εί­δη των ό­ντων ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα της σπερ­μα­τι­κής δυ­νά­με­ως και της δη­μιουρ­γι­κής ε­νέρ­γειας του Θε­ού. Στην αρ­χή ο Θε­ός δη­μιούρ­γη­σε την ά­μορ­φη ύ­λη που δεν ή­ταν ά­κτι­στη, και στην συ­νέ­χεια με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες και έ­τσι δη­μιουρ­γή­θη­καν τα ε­πί μέ­ρους εί­δη.
Μέ αυ­τήν την δύ­να­μη και σο­φί­α που κα­τα­βλή­θη­καν στην κτί­ση για την τε­λεί­ω­ση κά­θε μο­ρί­ου του κό­σμου, «ειρ­μός τις α­να­γκαί­ος κα­τά τι­να τά­ξιν ε­πη­κο­λού­θη­σεν».
Γρά­φει ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης ό­τι ό­λα έ­χουν προ­κα­τα­νο­η­θή α­πό την σο­φί­α του Θε­ού «τά δια τι­νος α­να­γκαί­ας τά­ξε­ως κα­τά το α­κό­λου­θον εκ­βη­σό­με­να».
Γί­νε­ται φα­νε­ρό ό­τι η δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου «εν αρ­χή» και η ε­πί μέ­ρους δη­μιουρ­γί­α των ό­ντων, ή­τοι το δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α, η ά­μορ­φος ύ­λη, τα μό­ρια και η ε­ξέ­λι­ξή τους, οι ποιό­τη­τες έ­γι­ναν με την προ­σω­πι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού, με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο, που ει­σήλ­θε ευ­θύς εξ αρ­χής «α­θρό­ως» στην ου­σί­α των ό­ντων.
Α­πό ε­κεί με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού προ­ήλ­θε αυ­τή η ορ­μή και το φώς που πε­ρι­έ­λου­σε την κτί­ση και δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες των ει­δών.
Επομένως, ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, με την άκτιστη δημιουρ­γική ενέργειά Του και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η άκτιστη ενέργεια του Θεού που ουσιοποιεί και ζωοποιεί την κτίση.
4. Επιστήμονες και Πατέρες της Εκκλησίας
Επανερχόμενος στην σύγχρονη ανακάλυψη του «μποζονίου του Χίγκς» θέλω να υπενθυμίσω ότι μερικοί αποκάλεσαν αυτό το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού».
Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη ότι κακώς αποδόθηκε ως «σωματίδιο του Θεού», αλλά ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός».
Υφίσταται μεγάλη διαφορά. Άλλο να υποστηρίζη κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός.
Στην δεύτερη αυτή περίπτωση όχι μόνον οδηγείται ο άνθρωπος στον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό, αλλά αποδέχεται τον ματεριαλισμό-υλισμό, ότι δηλαδή αρχή του κόσμου είναι η ύλη.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε και υπάρχει ο κόσμος καί, όπως λέγει ο Χάϊντε­γκερ, ερωτούσαν «γιατί υπάρχει ο κόσμος και όχι το τίποτα».
Μπορούμε να δούμε δύο γενικές απαντήσεις που δόθηκαν για το θέμα αυτό.
Μερικοί προσωκρατικοί φιλόσοφοι, όπως οι λεγόμενοι Ίωνες φυσικοί (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), που είναι «εισηγητές της λογικής, αμυθολόγητης κοσμοερμηνείας», μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, η οποία ύλη έχει μέσα της δύναμη, οπότε «ύλη και δύναμη είναι ένα» και «η ενέργειά της μηχανική».
Οπότε, ο κόσμος, κατά την ιωνική αντίληψη «είναι υλικός και μηχανικός». Αυτή η «ιωνική φυσική», «η φυσιολογία», όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, «έχει βάση τον ντετερμινισμό» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης).
Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, ανέπτυξε την θεωρία των ιδεών, ότι όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ο δε Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως είδαμε προηγουμένως και στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο.
Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος».
Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη.
Έπειτα, λέγουν ότι ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο «εξ ούκ όντων», «εκ μη υπαρχούσης ύλης» με τον λόγο Του που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, η οποία δημιουργεί κτιστά όντα.
Σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμη­νεύ­οντας τις νέες ανακαλύψεις.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο.
Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερ­μη­νεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πρό­σφατα διάβασα τις απόψεις ενός επιστήμονος που έλεγε: «Είμαστε μια ανα­κα­τανομή του τίποτα».
Επίσης έλεγε ότι η «Μεγάλη εικόνα» «πού έχουμε σήμερα για την εμφάνιση κι εξέλιξη του σύμπαντος» σε συνδυασμό με την δαρβινική εξέλιξη των ειδών «ελευθερώνει τον άνθρωπο από πολ­λά θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούν από τότε που υπάρχει» (Δ. Νανόπουλος).
Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τί αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχωνται σε άλλα πεδία, δηλαδή της ύπαρξης ή μη του Θεού.
Άλλωστε, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχη σύγκρουση ή σύγχυση μεταξύ τους.
Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, την ύλη, τα άτομα, τα μόρια, τα πρωτόνια, τα σωματίδια, το κύτταρο, τα γονίδια κλπ. ενώ η θεολογία, που είναι εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίση τον Θεό-πρόσωπο με τις άκτιστες ενέργειές Του.
Η επιστήμη προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις οι οποίες πρέπει να ωφελούν και να μη βλάπτουν τους ανθρώπους, και η ορθόδοξη θεολογία δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήση ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που όχι μόνον κηρύσσεται «ο θάνατος του Θεού», αλλά και «ο θάνατος του πλησίον».
Τελικά, όσες ανακαλύψεις και αν κάνη η επιστήμη, ο άνθρωπος πεινά και διψά για προσωπικό Θεό, για ανιδιοτελή αγάπη, εσωτερική ειρήνη και ελευθερία, για πληρότητα πνευματική, θέλει να μάθη τί υπάρχει πέρα από την κτίση, τί γίνεται μετά τον θάνατο, τί είναι η αιώνια ζωή κ.ά.
Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώση την αγάπη Του.
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήση χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήση χωρίς Θεό.
Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να δώση μια ερμηνεία για την δημιουργία και την σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Ο Θεός δεν είναι μια άλογη δύναμη, ούτε ένα ευδαίμον όν, αλλά πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού.
Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώση τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος πού, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό.

πηγή: http://romfea.gr/epikairotita/13101-2012-07-06-22-20-42

17 Σχόλια

  1. Ισορροπημένο άρθρο που δείχνει αφενός πως δεν υπάρχει σύγκρουση θετικών επιστημών και θεολογίας και αφετέρου ποιο είναι το έργο κι ο σκοπός τους, διαφορετικός και σε άλλα επίπεδα.

    Σημειώνω μια φράση που δείχνει πόσο βαθιά ανθρώπινο είναι το έργο της θεολογίας: “[i]η ορθόδοξη θεολογία δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήση ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που όχι μόνον κηρύσσεται «ο θάνατος του Θεού», αλλά και «ο θάνατος του πλησίον[/i]».

  2. Ο αγαπητός π. Ιερόθεος έχει υψηλή πνευματικότητα αλλά εδώ ίσως σκανδαλίστηκε από τα ΜΜΕ και παρασύρθηκε σε ένα κείμενο το οποίο είναι μεν χαμηλών τόνων, είναι όμως άκαιρο.

    Η Ορθόδοξη πίστη μας δεν έχει ανάγκη να απολογείται σε καμμιά επιστημονική ανακάλυψη. Έχει κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για την ανα-κάλυψη των θαυμασίων του υλικού κόσμου και να συγχαίρει τους επιστήμονες που συμβάλλουν σε αυτήν.

    Ποτέ κανένας άνθρωπος δεν έγινε πιστός ή δεν είδε το φως το αληθινόν μέσω της “γνώσης”. Κατά την γνωστή ρήση του Κυρίου, “η γνώση της αλήθειας θα σας ελευθερώσει”. Όντως η επιστημονική γνώση κάνει τον άνθρωπο ελεύθερο, αλλά αυτό από μόνο του δεν οδηγεί στον Θεό! Είναι προϋπόθεση, και γιαυτό πρέπει να χαιρόμαστε και να πανηγυρίζουμε όταν αυξάνεται η γνώση του ανθρώπου για τον υλικό κόσμο.

    Την πορεία του ελεύθερου πλέον ανθρώπου προς την θέωση την δίνει μόνο ο Χριστός! (Κανένας δεν φτάνει τον Θεό παρά μόνο δι εμού..). Άρα, μόνο μέσω άκτιστών ενεργειών δύναται να φτάσει ο άνθρωπος στον Θεό, όση γνώση και αν έχει επιτύχει για τον υλικό κόσμο. Και οι άκτιστες ενέργειες είναι κάτι που δεν μπορεί ποτέ να περιγραφεί επιστημονικά.

    Πέρα από τα παραπάνω θεολογικά τα οποία είναι γνωστά προφανώς στο π. Ιερόθεο, το κείμενο είναι άκαιρο γιατί (πέρα από τις επιστημονικές ανακρίβειες που είναι λογικό να έχει), δίνει λάθος εντυπώσεις στο πιστό ποίμνιο για ψευδο-επιστημονικές απόψεις και ανθρώπους.

    Συγκεκριμένα, δεν έχει κανένα λόγο ο π. Ιερόθεος να σχολιάζει δηλώσεις του Δ. Νανόπουλου περί απάντησης των υπαρξιακών ερωτημάτων του ανθρώπου μέσω του Big Bang και της Εξέλιξης. Είναι σαν να σχολιάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώσεις της Τζούλιας Αλεξανδράτου για σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των εφήβων.

    Για να κλείνει το θέμα: η επιστημονική γνώση μας κάνει ελέυθερους, αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει στον Θεό – αλλά ούτε και μακρυά από τον Θεό! Η επιστημονική γνώση είναι αγνωστικιστική.

    Να μην δίνουμε αξία συνομιλητή (που μεταφράζεται και σε οικονομική αξία!) σε τσαρλατάνους της επιστήμης που σκοπό έχουν να σκανδαλίσουν τον ακροατήριο (βλ. το παράδειγμα της Τζούλιας) με προκλητικές ψευδο-επιστημονικές δηλώσεις στα ΜΜΕ.

    Η Εκκλησία μας έχει πολύ σημαντικότερα πνευματικά θέματα να ασχοληθεί..

    Την ευχή σας π. Ιερόθεε!

  3. Συμφωνώ με την παραπάνω άποψη του ενας φυσικός. Άλλο ένα παράδειγμα αυτού που περιέγραψε ο Ζώης σε κάποιο άρθρο του ως “το αδικαιολόγητο άγχος των θεολόγων απέναντι στην φυσικές επιστήμες”. Εν πάσι περιπτώσει εάν θέλει κάποιος ένα επιστημονικό και εξαιρετικό σχόλιο για το Χιγκς ας δει εδώ

    http://www.4tforum.gr/phpBB3/viewtopic.php?f=13&t=21857&start=1035

  4. @ένα φυσικό
    Δε νομίζω, φίλε μου, πως το άρθρο του π. Ιεροθέου είναι άκαιρο. Εκθέτει πολύ καλά τη θέση της Εκκλησίας σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και τις σχέσεις θεολογίας και θετικών επιστημών. Ο δε Νανόπουλος έχει μεγάλο κύρος στην επιστημονική κοινότητα, αν κρίνω από τις διακρίσεις με τις οποίες συνάδελφοί σου τον έχουν τιμήσει. Δεν είμαι ειδικός, όπως εσύ, για να κρίνω πόσο μεγάλο ή μικρό είναι το επιστημονικό του έργο. Κι ο μητρ. Ναυπάκτου δεν είναι ειδικός κι έκρινε πως ένας άνθρωπος με τέτοιο επιστημονικό κύρος χρήζει απαντήσεως και δεν είναι κάτι αντίστοιχο της Τζούλιας Αλεξανδράτου.

    @Αδαμάντιο Χριστοδούλου
    Δε νομίζω επίσης πως μια νηφάλια θεολογική αντιμετώπιση για ένα θέμα που ξεσηκώνει τόσο θόρυβο σήμερα φανερώνει “το αδικαιολόγητο άγχος ενός θεολόγου [του αρθρογράφου] απέναντι στις φυσικές επιστήμες”, όπως ισχυρίζεστε. Το ύφος του κειμένου κάθε άλλο παρά άγχος μαρτυρεί.

  5. Η μόνη θέση που έχει η Εκκλησία για την δημιοργία του υλικού κόσμου είναι η παραδοχή ύπαρξης ένός Δημιουργού. Οι “τεχνικές” λεπτομέρειες την αφήνουν παγερά αδιάφορη, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες διαφόρων Πατέρων να παρουσιάσουν “κοσμολογικά μοντέλα” τα οποία δεν νομίζω ότι πρέπει να τα παίρνουμε πολύ στα σοβαρά. Εξάλλου, κανένα από τα αμιγώς επιστημονικά κοσμολογικά μοντέλα δεν έχει αποδειχθεί και ούτε πρόκειται να γίνει αυτό εν ευθέτχ χρόνο.

    Επίσης, η μόνη θέση που προβάλλει διαπύρως η Εκκλησία είναι ο οριστικός χωρισμός του χρόνου σε πριν και μετά, χωρισμός που επήλθε με την ένταξη στην ανθρώπινη φύση του Θεανθρώπου. Θέλω να πω ότι το υπαρξιακό μήνυμα που έδωσε η έλευση του Χριστού, είναι απείρως (κυριολεκτικά απείρως) σημαντικότερο από όποια γνωσιολογική κατάκτηση περί του υλικού κόσμου. Η Εκκλησία οφείλει να προσεύχεται για τους δυστυχείς που βρίσκουν υπαρξιακό νόημα στις υλιστική γνωσιολογία. Απλά.

    Όσο για τον Δ. Νανόπουλο, ο παραλληλισμός με την ευπαρουσίαστη κ. Αλεξανδράτου είναι μεν ακριβής, αλλά κάπως υποτιμητικός για την δέυτερη. Η κ. Αλεξανδάτου παίζει συνειδητά το ρόλο της πρωθιέριεας του (σαρκικού, και επομένως ανθρωπίνου και φυσιολογικού) σκανδαλισμού, ενώ ο κ. Νανόπουλος είναι υποκριτής και σε αυτόν ακόμη το ρόλο του πνευματικού-επιστημονικού σκανδαλιστή: δηλ. ο ίδιος νομίζει ότι δεν είναι σκανδαλιστής αλλά είναι ο αποκαλύπτων την επιστημονική αλήθεια! Δυστυχώς για τον ίδιο, η μεγάλη πλειοψηφία των σοβαρών επιστημόνων γνωρίζουν την επιστημονική του μετριότητα και επιφανειακότητα. Δυστυχώς για τον κόσμο, οι επιστήμονες αυτοί δεν αφιερώνουν χρόνο να αναδείξουν την επιστημονική φαυλότητα του εν λόγω κυρίου, αλλά αφήνουν τα ΜΜΕ να τον περιφέρουν ως επιστημονικό rock-star, προκαλώντας θυμηδία.

    Ο π. Ιερόθεος γνωρίζει προσωπικά ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τον κ. Νανόπουλο. Μια μικρή ερώτηση προς αυτούς θα τον έπειθε ότι δεν είναι σωστό να τον καθιστά ισάξιο συνομηλιτή.

  6. Συμφωνώ με τις δύο πρώτες παραγράφους σου.
    Για τον Νανόπουλο κι άλλους θετικούς επιστήμονες δεν έχω να γράψω τίποτα περισσότερο. Δεν με θέλγει ιδιαίτερα η κτιστή γνώση. Προτιμώ να μελετώ τους Πατέρες που γράφουν εμπειρικά, να επικοινωνώ με τους Αγίους μέσω των βίων τους όταν είναι αυθεντικοί και δεν αναπαράγουν απλώς κάποια αγιολογικά στερότυπα και να διαβάζω Ιστορία και λογοτεχνία (όταν οι συγγραφείς είναι αληθινοί, σαν τον Σαχτούρη, πχ. -βλ. το σημερινό άρθρο μου) για να κοινωνώ με ανθρώπους που μιλούν από καρδιάς, όχι εγκεφαλικά.

    Απλώς, νομίζω πως ο π. Ιερόθεος, ως ποιμένας που είναι, θέλησε να στηρίξει και διαφωτίσει κάποιους πιστούς που σκανδαλίζονται και αμφιταλαντεύονται από πυροτεχνήματα σαν αυτά του Νανόπουλου.

  7. Χαίρομαι ιδιαίτερα για την επικρότηση των θεολογικών μου απόψεων από εσένα Theo που εκτιμώ ιδιαίτερα.

    Προσωπικά με θέλγει πολύ η κτιστή γνώση, τόσο ως προς την ομορφιά της όσο και ως προς τον απελευθερωτικό της χαρακτήρα. Ελπίζω ότι η γνώση αυτή, με το μπόλιασμα της Ορθόδοξης εμπειρίας και με την Χάρη, μπορεί να οδηγήσει και σε βιωματική θεο-κοινωνία. Προφανώς, ο δικός σου δρόμος είναι ο δοκιμασμένος και σταθερός δρόμος, αλλά είναι και ο δύσκολος!

    Δεν είχα πρόθεση να “επιπλήξω” τον π. Ιερόθεος (πως θα μπορούσα άλλωστε..). Θα ήθελα όμως να τον προφυλάξω από ανούσιες (κατά την γνώμη μου) αντιπαραθέσεις με ανάξιους συνομηλιτές.

    Είναι αλήθεια ότι το ποίμνιο σκανδαλίζεται από διάφορους Νανόπουλους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι “κασέτες” Νανόπουλου είναι ευπώλητες (σαν της Τζούλιας – συγχώρεσέ μου την εμμονή με την κοπέλα αλλά ο παραλληληλισμό μου είναι σχεδόν τέλείος), σε αντίθεση με τις ¨κασέτες” των πνευματικών ταγών που αγγίζουν τα βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα. Αυτό είναι γνωστό ανά τους αιώνες. Ας κρατήσουμε την πνευματική μας όαση (Εκκλησία) δροσερή και ποτισμένη από την Χάρη, και όλα τα άλλα θα γίνουν – με το χρονοδιάγραμμα που θέλει Εκείνος και όχι εμείς. Ίσως δηλαδή χρειαστεί να περάσουμε και στην Ελλάδα την ξερή περίοδο της αθεϊας και του πραγματικού υλισμού για να καταλάβουμε την αξία των αυθεντικών πραγμάτων…

  8. Το “γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ἡμᾶς” δεν αναφέρεται στην κτιστή γνώση αλλά στην ενυπόστατη Αλήθεια, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Αυτό φαίνεται κι από τα συμφραζόμενα:
    “Ἔλεγεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ Ἰουδαίους, Ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, 8.32 καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς. 8.33 ἀπεκρίθησαν πρὸς αὐτόν, Σπέρμα Ἀβραάμ ἐσμεν καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε• πῶς σὺ λέγεις ὅτι Ἐλεύθεροι γενήσεσθε; 8.34 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστιν [τῆς ἁμαρτίας]. 8.35 ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα• ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 8.36 ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε.”

  9. Συμφωνώ προφανώς. Όπως είπα και πιο πάνω, ο Λόγος του Κυρίου (ο αυθεντικός ιδίως) δεν έχει κάνενα ενδιαφέρον στο να φωτίσει τους ανθρώπους με γνωσιολογικό υλισμό.

    Απλά, η έκφραση αυτή είναι τόσο ισχυρή και ισχύει – νομίζω – ακόμη και στην περίπτωση της γνώσης του υλικού κόσμου. Εξάλλου, η συνολική Αλήθεια πρέπει κάπου να περιλαμβάνει και την γνώση του υλικού κόσμου γιατί μέσα σε αυτόν έχουμε τοποθετηθεί.

  10. Δεν νομίζω πως η κτιστή γνώση ελευθερώνει.
    Αυτός που ελευθερώνει από τη φυλακή των παθών μας, από το εγώ μας κι από τα όρια του κτιστού είναι ο άκτιστος Θεός που έγινε σάρκα για να μας ελευθερώσει από τα παραπάνω δεσμά.

  11. Η κτιστή γνώση προσφέρει κτιστή ελευθερία. Η τελευταία είναι αναπόσπαστο – αν και όχι το σημαντικότερο – κομμάτι της όλης ελευθερίας. Νομίζω συμφωνούμε.

  12. Το άρθρο κινείται μεταξύ του κοινότοπου και του λάθους. Το μποζόνιο Χιγκς προσδίδει μάζα στα κουαρκς και τα λεπτόνια, δεν “δίδει μάζα στην ύλη” (πχ το 99% της μάζας του πρωτονίου προέρχεται από την λεγόμενη ενέργεια σύνδεσης μεταξύ των κουαρκς και μόνο 1% από την μάζα των κουαρκς – και άρα του Χιγκς). ΟΚ, θα πει κάποιος, ο αρθρογράφος δεν είναι φυσικός. Το επίπεδο είναι επιδερμικό, εφημερίδας της Ελλάδας. Ακόμη και σε αυτό το επίπεδο κρινόμενο δεν αποφεύγει τα λάθη. Πχ αν ο αρθρογράφος έμπαινε στον κόπο ακόμη και σε επίπεδο εφημερίδας να δει κάποιο διεθνές ΜΜΕ (πχ NY Times, BBC, Spiegel, Le Mond κλπ) θα έβλεπε ότι το βιβλίο με αφορμή τον τίτλο του οποίου δόθηκε ο χαρακτηρισμός God particle ήταν του Lederman και όχι του Teresi. Μια σούπα, λιγο Αρχ. Ελληνική Φιλοσοφία, Λιγο Χαιντεγγερ, λιγο κοσμολογία, λιγο στοιχειώδη σωμάτια, θεολογία κλπ. Πουθενά δεν πείθει, Απλά για να εντυπωσιάσει αδαείς.

    @Αδαμάντιος
    Εξαιρετικά τα σχόλια του Ζώη στο λινκ που παραθέτεις, ευχαριστώ! Κάποια σημεία σκέφτομαι να τα ενσωματώσω στις σημειώσεις κβαντικής θεωρίας πεδίου που διδάσκω στην Αμερική

  13. Με τη φυσική που έμαθα στο εξατάξιο γυμνάσιο και κάποια εκλαϊκευμένα βιβλία που διάβασα μετέπειτα δεν καταλαβαίνω τα σχόλια του Ζώη στα οποία παρέπεμψε ο κ. Αδ. Χριστοδούλου. Διαβάζοντας όμως αυτό το άρθρο και κάποια άλλα σε ελληνικά ΜΜΕ, έστω κι αν έχουν λάθη, καταλαβαίνω κάποια πράγματα για το περιβόητο μποζόνιο. Και γι᾿ αυτό οφείλω ευχαριστίες.

    Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να διδάξει φυσική αλλά να ορίσει τα διακριτά πεδία θεολογίας και θετικών επιστημών και να ενημερώσει για τη θέση της Ορθοδοξίας στο θέμα της δημιουργίας του κόσμου.
    Αν είστε άγευστος της θεολογίας των Πατέρων, είναι αντιαισθητικό να την ειρωνεύεστε με ὐφος παντογνώστη. Οφείλετε πρώτα να τη γνωρίστε. Αν μπορούσατε να γράψετε κάτι που να είναι και σωστό από απόψεως φυσικής και να το καταλαβαίνουμε και οι “αδαείς” ή να μεταφράσετε στα ελληνικά τα άρθρα των ξένων ΜΜΕ που επαινείτε, κάν’τε το. Αλλιώς έξω από τον χορό κι εγώ πολλά τραγούδια ξέρω.

  14. Θα έπρεπε νομίζω στην ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων να τέθεί μια προυπόθεση κατανόησης.
    Η έντονη αποσαφήνιση της δομικής διαφοράς μεταξύ της επίγνωσης μέσα από αποκάλυψη και της επίγνωσης μέσα από πείραμα.
    Η πρώτη μέθοδος προυποθέτει την αποδοχή του Θεού, ο οποίος επιτρέπει την αποκάλυψη και εκχωρεί την επίγνωση μέσω αυτής εις τον άξιο της βασικής του ιδιότητητας δηλαδή τον άνω θρώσκωντα άνθρωπο, επειδή μόνο αυτός αντιλαμβάνεται ότι είναι κάτοικος της μέλλουσας (της παρά τον Θεό δηλαδή) πόλης και όχι της μένουσας, δηλαδή εκείνης την οποία βιώνει στην γη.
    Προυπόθεση για να πλησιάσει ο ανθρωπος αυτή την επίγνωση είναι η πίστη.
    Αυτή η ιδιότητα που υπάρχει, κατά τον Απόστολο των Εθνών μόνο όταν φθάνει ο Ανθρωπος στην ικανότητα να υποστασιοποιεί όσα ελπίζει να δει και να γνωρίσει, χωρίς τη βοηθεια πειραμάτων “πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων”.
    Ετσι δεν μένει στα στενά όρια του κτιστού, αλλά μεταβείνει στη θεώρηση των εσχάτων (και πρώτων).
    Η δεύτερη μέθοδος επίγνωσης παρέχεται από την επιστημονική γνώση, που πειραματιζόμενη σε υλικά κτιστά, προχωρεί στο βάθος της κτιστότητάς τους, με βάση τεθειμένους από την ανθρώπινη σκέψη κανόνες. Ετσι νομοτελιακά, δε μπορεί να προσπεράσει την αντίληψη της μένουσας πόλης και δε διεκδικεί τέτοια προσπέλαση.
    Οι δύο μέθοδοι δε θα συναντηθούν ποτέ, αλλά συνεργάζονται αφού η δεύτερη και οι επιγνώσεις της οδηγούν στην τέλεια επίγνωση που προσφέρει η αποκαλυπτική μέθοδος.
    Η δεύτερη υπάρχει για να καταδεικνύει την ανάγκη της πρώτης και υπ΄αυτή την έννοια συνεργάζεται.
    Οδηγεί στη μύηση της εν Θεώ αποκαλύψεως, ενώ η ίδια παραμένει στις ατελείς, ως προς τις θεμελιακές αναζητήσεις του ανθρώπου, επιγνώσεις, οι οποίες επιτείνουν την δίψα για την εσχατολογική γνώση και επίγνωση.
    Βεβαίως για να περάσεις το δύσκολο κατώφλι της αποκαλυπτικής επίγνωσης χρησιμοποιείς μόνο την στενή και τεθλιμένη οδό, την μόνη απάγουσα στην Αλήθεια και την Ζωή.
    Αρα, δε μπορεί να αναμιγνύεις την Θέαση των Εσχάτων με την θέαση των κτιστών για να οικοδομήσεις σκιαμαχίες και διαιρέσεις ανύπαρκτες.
    Η επιστήμη βαδίζει τον δικό της μαγευτικό δρόμο για την επίγνωση των κτιστών, αλλά η εν Θεώ ζωή βαδίζει δια της στενής και τεθλιμένης ζωή στην επίγνωση της αληθούς Ζωής εν πίστει και διαρκή μετα-νοία (μεταβολή του νού προς διεξόδους προς την μέλλουσα πόλη).
    Οποιος περπατάει και στους δύο δρόμους ισότιμα απλώς καρκινοβατεί διότι η έλλειψη της πίστης δηλ. της ελπιζομένων υπόστασης, τον κάνει να ανακατεύει ισοπόσως άλογα και ντομάτες για να παράγει τι;
    Ενα ακόμα μηδέν στην ανθρώπινη πορεία.

  15. Θα ήθελα να παρατηρήσω μόνο ότι ο κ. Νανόπουλος έχει μια ιδιαίτερη βιασύνη και πνευματική τσαπατσουλιά στα συμπεράσματα του. (φυσικός έχω σπουδάσει κι εγώ αλλά είναι ελάχιστες οι γνώσεις μου) Όμως η ίδια η ιστορία της επιστήμης έχει δείξει ανατροπές επί ανατροπών πάνω στα “ακλόνητα ” συμπεράσματα της μιας εποχής. Θα έπερεπε να θυμάται τα περίφημα λόγια του Κέλβν που πριν πείπου εκατόν είκοσι χρόνια μιλούσε για μόνο δύο σημεία που δεν γνώριζε η Φυσική για να έρθει η ανατροπή των ανατροπών από την εξήγηση του ενός στα 1905 από τον Αινστάιν, γνωστά γεγονότα και όχι πρωτότυπα. Το ίδιο γνωστό είναι το βιαστικό των συμπερασμάτων πολλών. Θυμίζουν σελίδα πρώτη, δεύτερη βιβλίου βασισμένο στον Διαλεκτικό Υλισμό που εξηγούσαν παιδαριωδώς την πορεία της ζωής(ΒΛΠ Διαλεκτική της Φύσης του Ένγκελς). αυτό που πάντα κρύβεται πίσω από τα λόγια δεν είναι η διανοητική τόλμη αλλά το τεράστιο οντολογικό(μεταμορφωμένο σε ψυχολογικό) κενό

  16. Αγαπητέ Σταμάτη γράφεις:
    «Όμως η ίδια η ιστορία της επιστήμης έχει δείξει ανατροπές επί ανατροπών πάνω στα “ακλόνητα” συμπεράσματα της μιας εποχής.»

    Συμφωνώ απόλυτα με την πιο πάνω διαπίστωσή σου, η οποία μας οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα:
    Καμία εμπιστοσύνη στην επιστήμη όταν εκφράζει θεωρίες σε θέματα που δεν μπορεί να παρατηρήσει, όπως, σχετικά με την αρχή του σύμπαντος, της ζωής και της παρέλευσης του χρόνου.

  17. Sorry gia ta greeklish alla grafw apo to exwteriko xwris ellhniko plhktrologio. Symfwno me ta sxolia tou enas fysikos, to arthro exei lathi alla sebomai to sxhma tou sygrafea (episkopos) kai den thelw na grapsw perissotera. Ta sxolia tou k.Zoi pou parapempei o k. Xristodoulou einai exairetika. Bebaia kapoios me gymnasiakes gnwseis fysikhs isws den katalabei parapanw apo ena 40%-50% alla toulaxiston einai swsta osa grafei. Epiprostheta de ta sxolia exoyn na prosferoun akomh kai se kathigites fysikhs, egw didaskw fysikh se panepisthmio ths Ivy League USA kai apo ta sxolia toy k.Zoi xekatharisa kapoia pragmata. Eyge!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here