Η Θεία Λειτουργία και το παγκόσμιο δράμα κατά τον γέροντα Σοφρώνιο

0
1005

Το να εισδύσει κανείς στη θεολογία του Γέροντος, και νυν ανακηρυγμένου Αγίου, Σωφρονίου του Έσσεξ είναι μια δύσκολη υπόθεση, γι’ αυτό ομολογώ στον αναγνώστη ότι στο παρόν κείμενο δεν προβαίνω σε τίποτε περισσότερο από μερικές απλές σκέψεις.

Καταρχήν πρέπει να πούμε ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος, που δέχθηκε την θρησκευτική επίδραση της οικογενείας του, ζούσε από πολύ νωρίς το κοσμικό δράμα πολύ έντονα. Στις δύσκολες ημέρες που διάγουμε, οπότε   και κυριαρχεί ο φόβος παρά η συνειδητοποίηση του κοσμικού κακού, έχει σημασία να γνωρίζουμε ότι ένας άνθρωπος βίωνε την τραγωδία του Αδάμ από την νεότητά του. Το πρόβλημα του κοσμικού δράματος βιώθηκε λοιπόν από το γέροντα Σωφρόνιο σε έντονο βαθμό, από την νεαρή του κιόλας ηλικία. Συνέβη να ζήσει και τους δύο παγκοσμίους πολέμους, ενώ ταυτοχρόνως είχε ζωηρή την επιθυμία για αναζήτηση της αιωνιότητας. «Ότε εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γράφει, το πρόβλημα της αιωνιότητος εκυριάρχει εις την συνείδησίν μου. Αι ειδήσεις περί των χιλιάδων αθώων ανθρώπων, οίτινες εφονεύοντο εις τα πεδία των μαχών, έθετον ενώπιόν μου το άγριον θέαμα της ανθρωπίνης τραγωδίας. Ήτο αδύνατον να συμβιβασθώ προς το γεγονός ότι πλήθος νεαρών υπάρξεων εθερίζετο βιαίως, και δη μετά παράφρονος σκληρότητος»(«Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1993, σελ.16). Όλες αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις τον οδηγούσαν προς το ερώτημα: «Και εγώ… διά ποίον λόγον εγεννήθην;» Παράλληλα, έχει μεγάλη σημασία να σημειώσουμε ότι οι αρνητικές αυτές μα εντελώς φυσικές για ένα νέο σκέψεις συμβάδιζαν με την ανάγκη που είχε ο Άγιος τότε «διά την αναζήτησιν της τελειότητος», με «τον ενθουσιασμόν διά το φως της γνώσεως, ήτις εναγκαλίζεται τα πάντα» (αυτόθι). Πώς μπορούσε εξαιτίας των τραγικών γεγονότων που συνέβαιναν γύρω του να εγκαταλείψει την καλή αυτή επιθυμία για το αγαθό;

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέαμα της ανθρωπίνης τραγωδίας, και το φυσικό κακό, όπως είναι και οι επιδημίες με τα πολυάνθρωπα θύματά τους (πράγμα που μας απασχολεί και σήμερα), επιβάλλει ενίοτε στον άνθρωπο έναν κρυφό και ύπουλο μηδενισμό, που μετατρέπει τον καλό πόθο και επιθυμία για αληθινή ζωή σε σκέτη δίψα για επιβίωση, εις βάρος μάλιστα ή έστω αδιαφορία για την τύχη των άλλων ανθρώπων. Ο φόβος του θανάτου γιγαντώνει στο άτομο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και μαθαίνει κανείς απλώς να επιβιώνει, όχι να ζει. Ωστόσο, ο Γέροντας συνέχισε να παλεύει για το νόημα. Αναφέρεται και στην τραγωδία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ρωσίας, με την βίαιη μπολσεβίκικη επίθεση στην ορθόδοξη παράδοση, αλλά και γενικότερα στο γεγονός ότι φαινόταν να ανατέλλει μια εντελώς νέα εποχή – πράγμα που μάλλον διαφαίνεται και σήμερα: «Γιγάντιον άροτρον ανέσκαπτε τας αχανείς εκτάσεις της πατρίδος μου αποσπών τας ρίζας του παρελθόντος. Πάντες ετέλουν εν εξεγέρσει. Πανταχού επεκράτει έντασις, ήτις υπερέβαινε τας δυνάμεις του ανθρώπου. Επί πλέον, εν όλω τω κόσμω εσημειούντο γεγονότα, άτινα έθετον την αρχήν μιας νέας εποχής εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος, αλλά το πνεύμα μου δεν έδιδε προσοχήν εις αυτά. Πολλά εκρημνίζοντο πέριξ εμού, η εσωτερική μου όμως κατάρρευσις ήτο το εντονώτερον, ίνα μη είπω, το σημαντικώτερον δι’ εμέ γεγονός» («Οψόμεθα…», σελ. 17). Αλλά γιατί κατάρρευση; Ο λόγος ήταν ότι, έχοντας απομακρυνθεί στην νεότητά του από την χριστιανική πίστη, σκεπτόταν το εξής: αν πράγματι με το θάνατο καταλήγουν όλοι και όλα στο μηδέν, στην ανυπαρξία, τότε όλη αυτή η τραγωδία είναι ένας εμπαιγμός του ανθρώπου. Του ήταν αδύνατον να συμβιβασθεί με το γεγονός του θανάτου, όπως η σύγχρονη κοσμική διανόηση: «Ο αναπόφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘‘εις ολιγώτερος’’» («Οψόμεθα…», σελ 18). Βίωνε αληθινά την τραγωδία του θανάτου, που αφορά κάθε θάνατο, ακόμη και αυτόν ενός ανθρώπου στην πλέον γεροντική ηλικία. Αν ο θάνατος είναι η είσοδος στο μηδέν, τότε τίποτε δεν έχει νόημα- και αυτό ήταν, εν μέσω παγκοσμίων πολέμων, όχι ένας ψιλός λογισμός, αλλά το αληθινό δράμα ενός νέου ανθρώπου.

Θα παραλείψουμε πολλά άλλα γεγονότα που αναφέρει ο γέροντας, για να σταθούμε μόνο στο γεγονός ότι ως δυνατή λύση στο αδιέξοδο θεώρησε την στροφή στα ανατολικά θρησκεύματα, όπως ο βουδισμός, και άρχισε να καλλιεργεί τον διαλογισμό  («Οψόμεθα…», σελ. 42). Κέρδιζε  μερικές στιγμές «διανοητικής απολαύσεως», ανέβαινε «εις φαινομενικώς πνευματικάς σφαίρας», αλλά ο γέροντας λέγει ότι βαθμηδόν άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η όλη εμπειρία του ήταν περισσότερο διανοητική, «αποκεκομμένη εκ της καρδίας». Αισθάνθηκε ότι βαδίζει σε λανθασμένη οδό, ότι απομακρύνεται από το αληθινό, το πραγματικό Είναι, ότι πορεύεται προς το μη ον.

Και μέσα σε αυτόν τον κλυδωνισμό, σε αυτή την άβυσσο που πότε ο νους του «ανέβαινεν εις την κορυφήν κύματος τινός», και πότε κατακρημνίζονταν στο βάθος «υπό άλλου κύματος», αισθάνθηκε ότι ο Θεός, που πάντα τον αναζητούσε, του έθεσε υπόψη του το γνωστό χωρίο της Σιναϊτικής αποκάλυψης, «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξοδ. γ 14). Τότε ξαφνικά κατάλαβε ότι ο Θεός, ο Δεσπότης όλων, ο Κύριος των αστρικών κόσμων, είναι προσωπικός («Οψόμεθα…», σελ 43). Συνειδητοποίησε πια ότι η μόνη οδός για να αγγίξουμε το υπερ-υπερβατικό είναι ο Χριστός. Ο Χριστός είναι το παν. Λέγει ο γέροντας: «Επιμένω πολύ στην Θεότητα του Χριστού, στην ένωση θείας  και ανθρωπίνης φύσεως στον Χριστό, στην Υπόστασή Του. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η γέφυρα μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Χωρίς Αυτόν ειναι αδύνατη η απόκτηση της γνώσεως του Θεού» (Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ», Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου Πελαγίας, 2013, σελ. 300). Και συνεχίζει αμέσως μετά: «Οι Βουδιστές, οι Μωαμεθανοί πιστεύουν σε ένα υπερπροσωπικό Ον. Έτσι καταργείται η σωτηρία». Το πρόσωπο είναι γι’ αυτόν η έσχατη πραγματικότητα, ο Θεός είναι προσωπικός. Και μάλιστα ο αληθής Θεός είναι η Αγία Τριάς, η τελεία κοινωνία των Τριών Αγίων Προσώπων, με την μεταξύ τους «αλληλοπεριχώρηση», της οποίας εμπειρική γνώση αποκτά ο θεόπτης ασκητής. Ως εικόνα Θεού μάλιστα ο άνθρωπος έχει μέσα του την έφεση για την γνώση του Θείου Όντος και μπορεί να προσλάβει τη θεία ζωή- αυτό γίνεται με το να εγκολπωθεί κανείς τη ζωή του Χριστού.

                       ———————————

Ολόκληρος ο άνθρωπος είναι πλασμένος για την προσευχή, ωστόσο η Θεία Λειτουργία αποτελεί το κορύφωμά της. Καταρχήν ο Γέροντας Σωφρόνιος λέγει ότι «η θεία λειτουργία μας μαθαίνει να ζούμε με την καρδιά» (ό.π. σελ. 363). Με τη ρήση αυτή ο Γέροντας ενώνει την ασκητική με την ευχαριστιακή θεολογία. Ως ασκητής, λέγει πολλά για την καρδιά, τον βαθύτερο άνθρωπο, που εδώ θα παραλείψουμε. Παρόλο που στο παρόν σημείο δεν δίνει πάντως πολλές επεξηγήσεις, μπορούμε να εικάσουμε ότι η Θεία Λειτουργία μας μαθαίνει να ζούμε καρδιακά γιατί, αρχικά, προσερχόμενοι στον Ναό, συναζόμενοι (ας θυμηθούμε και την ευχαριστιακή θεολογία του π. Σμέμαν) δεν αφήνουμε πίσω μόνο τον κόσμο και τα εν τω κόσμω, αλλά , κατά το δυνατόν, οτιδήποτε μας εμποδίζει να κοινωνήσουμε του Θεού. Προσερχόμαστε ως νήπια ενώπιον του Πατρός ημών. Κατόπιν, ο Λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, μας καθαίρει («ήδη καθαροί εστέ διά τον λόγον ον λελάληκα υμίν», είπε ο Κύριος), ενώ ταυτόχρονα με τον χειρουβικό ύμνο προτρεπόμαστε να εγκαταλείψουμε κάθε βιοτική μέριμνα. Τέλος, με τον λόγο «τοις μισούσιν και αδικούσιν ημάς συγχώρησον, Κύριε» φθάνουμε σε αυτό που ο Άγιος Σιλουανός θεωρούσε κριτήριο της αληθούς χριστιανικής ζωής: την αγάπη για τον εχθρό. Και όλα αυτά είναι δώρο της χάριτος, που βέβαια δεν καταπιέζει την ελευθερία του πιστού.

Αμέσως μετά ο Γέροντα  Σωφρόνιος λέγει: «Τελώντας τη θεία  Λειτουργία τηρούμεν την εντολή του Χριστού: ‘‘τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν’’( Λουκ. κβ 19 και Α Κορ. ια 24). Αυτό δεν ειναι ψυχολογικό γεγονός, αλλά πνευματικό. Έτσι κάθε φορά που τελούμε τη θεία λειτουργία, κάνουμε υπακοή στον λόγο του Χριστού, εισδύουμε στη θεία Μυσταγωγία, στην Λειτουργία του Χριστού» (ό.π. σελ. 363). Είναι εντυπωσιακός ο λόγος ότι με τη δική μας Θεία Λειτουργία, διά του κανονικού ιερέως ασφαλώς, «εισδύουμε στην Λειτουργία του Χριστού». Ο Κύριος ήλθε στον κόσμο αυτό για να νικήσει την αμαρτία και τον θάνατο, έγινε «υπήκοος τω Πατρί» άχρι σταυρού, και ξαναέδωσε ζωή στον νεκρωθέντα Αδάμ. Είναι τρομερός ο λόγος για τους περισσοτέρους από μας ότι πρέπει να εισδύσουμε στη ζωή του Χριστού- που ολόκληρη ήταν μια ευχαριστιακή προσφορά και εκούσια Θυσία υπέρ των ανθρώπων-, ωστόσο ειναι αληθής ο ευαγγελικός λόγος ότι όποιος πιστεύει στον Χριστό «έχει ζωήν αιώνιον». Την οδό της διακονίας και του Σταυρού σύστησε ο Κύριος στον καθένα από μας- και ολόκληρη η ζωή μας, ακόμη και έξω από τη Θεία Λειτουργία, πρέπει να έχει αυτό το σταυρικό χαρακτήρα, της εκουσίου θυσίας για τον συνάνθρωπο.

Ο Χριστός ήλθε να  σώσει όλον τον Αδάμ, καθώς είναι γεγονός ότι μεταξύ των ανθρώπων υφίσταται βαθιά οντολογική συγγένεια και ο άνθρωπος είναι «εις». Ο Άγιος Σωφρόνιος λέγει ότι «η θεία λειτουργία στην τελείωσή της είναι ικεσία και προσευχή για όλο τον κόσμο. Αυτή είναι η λεγομένη ‘‘βασιλική ιερουργία – ιεροσύνη’’» (αυτόθι). Αυτός που προσέρχεται στον Ναό, έχοντας αφήσει πίσω του κάθε βιοτική μέριμνα και συγχωρήσει από καρδίας κάθε εχθρό, κατά το μέτρο της προσωπικής του ελευθερίας, γίνεται ικανός, κατά τον π. Σωφρόνιο, για την λεγομένη υποστατική προσευχή, για την προσευχή υπέρ όλου του Αδάμ. Γράφει σχετικά: «Εν τω κόσμω τούτω η Θεία Λειτουργία εκφράζει πλήρως εκείνο, όπερ ορίζομεν ως υποστατικήν προσευχήν, τουτέστιν προσευχήν ομοίαν εκείνης του ιδίου του Χριστού εν Γεθσημανή» («Οψόμεθα…», σελ. 349). Εκεί ο Κύριος, αγωνιών και χύνοντας ιδρώτα «ωσεί θρόμβους αίματος» προσευχήθηκε για όλον τον κόσμο, υπέρ του οποίου σε λίγο θα θυσιαζόταν. Γι’ αυτό και προσθέτει ότι «ακολουθούντες μετά προσοχής όλην την σειράν και το περιεχόμενον της προς τον Θεόν λατρείας ταύτης, εισαγόμεθα εις την θεωρίαν του Θείου Είναι και του κοσμικού είναι». Στην Θεία Λειτουργία ζούμε την φοβερή τραγωδία του ανθρώπου, η οποία δεν μπορεί να κατανοηθεί αλλιώς παρά μόνο μέσα από την ιστορία του συνόλου ανθρωπίνου γένους. Δίχως ιστορική συνείδηση και γνώση, ακόμη και το χειρότερο κακό μπορεί να θεωρηθεί ως μια αναγκαία «φυσική διαδικασία», όπως ισχυρίζεται μέρος της σύγχρονης διανόησης- ας θυμηθούμε τι λέγουν οι κοσμικοί στοχαστές για τον θάνατο. Ωστόσο, στη Θεία Λειτουργία, καθώς λέγει ο Άγιος Σωφρόνιος, «ποιούμεν ανάμνησιν» των απ’ «αρχής» γεγονότων: της βουλής της Αγίας Τριάδος να κτισθεί ο κόσμος και της κτίσεως αυτού, της φοβερής πτώσεως του Αδάμ, των τραγικών πεπρωμένων όλων «των υιών του Αδάμ» και κατόπιν της έλευσης του Σωτήρος. Ο Γέροντας ζούσε όλα αυτά τα γεγονότα και βίωνε βαθιά μετάνοια…

Το ανθρώπινο κακό συγκεφαλαιώνεται, ανακεφαλαιώνεται (και υπερβαίνεται βέβαια με την  Ανάσταση) στο γεγονός ότι οι υιοί του Αδάμ σταύρωσαν τον Κύριο. Στην Θεία Λειτουργία όντως είναι που «ακολουθούμεν Αυτόν εις Γεθσημανή και Γολγοθάν εισέτι∙ είμεθα μετ’ Αυτού εις την δίκην ενώπιον του Καϊάφα και του Πιλάτου. Μετά φρίκης ακούομεν τας αγρίας φωνάς ‘‘Σταύρωσον Αυτόν’’∙ μένομεν έκθαμβοι και ενισχυόμεθα , όταν Ούτος λέγει προς τον συσταυρωθέντα ληστήν: ‘‘Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω’’» (ό.π. σελ. 350). Ζούμε όλα τα γεγονότα της ιεράς ιστορίας.

                                       —————————–

Ο Γέροντας Σωφρόνιος γράφει ότι «η λειτουργική προσευχή είναι η πλέον επίπονος. Τελούμεν αυτήν όντες εν φοβερά διασπάσει όλης της υπάρξεως ημών» (ό.π. σελ. 351). «Η ακατάπαυστος κίνησις –άλλοτε προς τον Θεόν, άλλοτε δε προς τον κόσμον- χαρακτηρίζει την ιερουργίαν ημών. Και διά των εντολών του Ευαγγελίου και διά του υποδείγματος του Χριστού μανθάνομεν να περιπτυσσόμεθα το πλήρωμα του παγκοσμίου είναι: από της δημιουργίας παντός υπαρκτού μέχρι της συντελείας της επιγείου ιστορίας και πέραν τούτου». Στην Θεία Λειτουργία αυξάνεται και ο πόνος: «Εν τούτοις…, παρατηρούμεν ότι βαθύνεται ο εν τη καρδία ημών πόνος. Βλέπομεν ότι η οικουμένη εν τη ολότητι αυτής, ως και πρότερον, περιβάλλεται υπό του σκότους της αντιπαθείας. Το Πνεύμα του Θεού δεν ευρίσκει απήχησιν εις τα αποξενωθείσας από του Θεού καρδίας, και η προσευχή απερριμμένη τρόπον τινά υπό των ανθρώπων, επιστρέφει εις τον προσευχόμενον επιφέρουσα εις αυτόν πλήγμα» (ό.π. σελ. 351-2).

Τα πρόσφατα γεγονότα της πανδημίας καθιστούν σαφές και ένα άλλο γεγονός: ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμη και όταν πονά, δεν θέλει να καταφεύγει στον Θεό, ο Κύριος είναι γι’ αυτόν πια ξένος. Ειναι πράγματι περίεργο ότι σε καιρούς μεγάλης οδύνης αυτό που περιθωριοποιεί η σύγχρονη κοινωνία είναι πρωτίστως οι ναοί.

«Η ανθρωπότης, λέγει ο Γέροντας, νοσεί ανιάτως∙ ματαία πάσα ελπίς όπως ίδωμεν την θεραπείαν αυτής∙ το κακόν δεν παύει να εντείνηται, να εισχωρεί συνεχώς βαθύτερον εις τας καρδίας των ανθρώπων». Και ο Γέροντας μιλά πια από την προσωπική του λειτουργική πείρα: «Άμυνα εναντίον αυτών των αποθαρρυντικών σκέψεων είναι να έχωμεν εν τη μνήμη ημών τον Χριστόν, Όστις μόνος επάλαισεν εναντίον όλου του κόσμου. Η νίκη θα έλθη αναποφεύκτως, αλλ’ ουχί εις το ορατόν επίπεδον της ιστορίας της Γης. Η νίκη είναι ήδη ανυπέρβλητον Γεγονός: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον», είπε ο Κύριος» (αυτόθι).

Η Θεία Λειτουργία ειναι αυτή που σώζει τα πάντα, που δίδει όχι την επιβίωση αλλά την αληθή ζωή: «Εν όσω όμως προσφέρεται η αναίμακτος θυσία, εν όσω η λειτουργική προσευχή εναγκαλίζεται πάντας τους ανθρώπους, ζώντας, τεθνεώτας και μέλλοντας εισέτι να γεννηθούν, εν όσω υπάρχουν ψυχαί προσευχόμεναι υπέρ των έχθρων, κατ’ έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος, η Γη θα διαφυλάττηται από του αποκαλυπτικού πυρός» (αυτόθι).

Το Άγιον  Ποτήριον ειναι η πηγή της ζωής, γιατί το σώμα του Ζώντος Χριστού δεν είναι φορέας, αλλά η πηγή της χάρης. «Αι πραγματικαί διαστάσεις της Λειτουργίας ειναι αληθώς θείαι και ουδέποτε ημείς εξαντλούμεν το περιεχόμενον αυτής, ιδιαιτέρως εν όσω ζώμεν εν τη σαρκί. Κτισθέντες εκ του ‘‘μηδενός’’ βαθμηδόν αυξανόμεθα, αναπτυσσόμεθα, τελειούμεθα. Όσον εντονωτέρα είναι η προς τον Θεόν δίψα ημών, τοσούτον αφθονώτερα τα κύματα νέων διεισδύσεων της καρδίας ημών εις το περιεχόμενον αυτής. Μετέχοντες του Ποτηρίου του Χριστού διά της μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος Αυτού, δεχόμεθα ωσαύτως και την Θεότητα Αυτού, καθώς αύτη εφανερώθη υπ’ Αυτού επί της Γης εν σαρκί και καθώς αύτη αιωνίως παραμένει εν τοις ουρανοίς. Τοιαύτη είναι η οδός: Διά της εν αγάπη ενώσεως μετά της Θείας Υποστάσεως του Μονογενούς Υιού καθιστάμεθα όμοιοι προς Αυτόν και, ως υποστάσεις εν τη πληρότητι της ‘‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν’’ Αυτού τελειώσεως ημών, υιοθετούμεθα υπό του Ουρανίου Πατρός εις ατελευτήτους αιωνας» (ό.π. σελ.354-5).

Και συνεχίζει ο π. Σωφρόνιος: «Η Λειτουργία έχει τοιαύτην δομήν, ώστε να εγχαράττη εν τη συνειδήσει ημών, κατά το δυνατόν πληρέστερον, το ‘‘έργον’’ του Χριστού επί της Γης (Ιωαν. ιζ 4). Διά της συνεχούς επαναλήψεως της Πράξεως ταύτης, το καθολικόν νόημα αυτής καθίσταται επί μάλλον και μάλλον προσωπική ημών θεωρία, κοσμοθεωρία ημών. Η θεωρία αύτη είναι άκρως πλουσία∙ κατ’ ουσίαν ουδέποτε εξαντλείται, αλλά παραμένει αιωνίως νέα και ζώσα. Εν τη χρονικώς βραχεία ιερουργία της Λειτουργίας περιέχεται η ανάμνησις (Λουκ. κβ 19) γεγονότων, άτινα διήρκεσαν επί σειράν χιλιετιών και περιέλαβον αναρίθμητον πλήθος ανθρώπων, υιών και θυγατέρων του Αδάμ. Πάντα τα  γεγονότα –από της δημιουργίας του κόσμου και της εμφανίσεως του ανθρώπου, από της στιγμής της πτώσεως του Αδάμ, ήτις  συνεκλόνισε το κοσμικόν είναι, μέχρι της επί Γης ελεύσεως του Θεού-Σωτήρος και της εκφωνήσεως ‘‘τετέλεσται’’, στιγμής κατά την οποίαν εγεύθη Ούτος θανάτου εν τη προσληφθήση υπ’ Αυτού ανθρωπίνη φύσει και κατά την οποίαν ήρξατο η αποκατάστασις του κτισθέντος υπό του Θεού όντος –ενούνται εις μίαν θεωρίαν και προσευχήν. Ολίγον προ της τελέσεως της πρώτης και τελευταίας Αυτού Λειτουργίας εν τω Μυστικώ Δείπνω, και κατά την ώραν της εν Γεθσημανή αγωνίας Αυτού, ο Κύριος συνωμίλει περί πάντων τούτων μετά των μαθητών Αυτού (βλ. Ματθ. κστ 38), φέρων τα πάντα εν εαυτώ ως ‘‘ασθενείας ημών’’ (βλ. Ησ. νγ 3-4). 358-9

                               —————————————-

Η Θεία Λειτουργία προσφέρεται υπέρ πάντων ανθρώπων, αλλ’ απ’ ό,τι λέγει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, φαίνεται να ζούμε σε μια εποχή με αντιλειτουργικό ήθος. Ο ίδιος κάνει μνεία του λόγου του Κυρίου, ότι θα αποψυχούν οι άνθρωποι «από φόβου και προσδοκίας των επερχομένων (συμφορών) τη οικουμένη… Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι, ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς ημών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις ημών… γινώσκετε ότι ήδη εγγύς η βασιλεία του Θεού… αιφνίδιος… η ήμερα εκείνη… επελεύσεται επί πάντας τους καθημένους επί πρόσωπον πάσης της γης (Λουκ. κα 26-35) (ό.π. σελ. 356). 

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ο φόβος και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έχουν χτίσει τον δικό τους μεγάλο καθεδρικό και έχουν παραμερίσει τον ταπεινό ναό του Εσταυρωμένου Σωτήρος. Παρά την αυτοθυσία ορισμένων, τις ημέρες αυτές της επιδημίας, φαίνεται να κυριαρχεί η αγωνιώδης προσπάθεια για ατομική εξασφάλιση και σωτηρία εις βάρος της κενώσεως του Σταυρού του Χριστού. Αλλά αληθινή αγάπη για όλους, και για τα θύματα της επιδημίας και για όσους είναι έρμαια του φόβου, αληθινή αγάπη για το γένος του Αδάμ, εμπνέει μόνο η Θεία Λειτουργία: «Ο Κύριος ελκύει ημάς (στην Λειτουργία) , ίνα εν πνεύματι περιβάλωμεν όλον τον κόσμον, ένθα εκατομμύρια ανθρώπων καθ’ εκάστην δεδομένην στιγμήν συντρίβονται υπό των πληγμάτων της σκληρής πραγματικότητος ή κείνται προ των θυρών του θανάτου και μετά βαθέων στεναγμών επικαλούνται την άνωθεν βοήθειαν. Εν τω μέτρω της προσωπικής ημών πείρας παντός είδους παθημάτων, δυνάμεθα να βυθισθώμεν εν τη αχανεί θαλάσση των παθημάτων των ανθρώπων, και διά της προσευχής να μοιρασθώμεν μετ’ αυτών τους φόβους, ενίοτε δε και την χαράν αυτών» (ό.π. σελ. 361).

Το Άγιο Ποτήριο ειναι η πηγή της ζωής και της  Αγάπης, είναι η σωτηρία εν μέσω του αποκαλυπτικού αυτοκαταστροφικού πυρός που ζώνει ήδη την ανθρωπότητα και την διαβρώνει. Σώζει από την ασθένεια και δεν την μεταδίδει.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here