Ο Jean-Luc Marion, ένας από τους γνωστότερους σημερινούς φαινομενολόγους και θεολόγους, θεωρούσε ότι αυτό που έκανε ο Χούσσελ, με την λεγόμενη «φαινομενολογική αναγωγή», μπορεί απλά να θεωρηθεί ως μια καινούργια απλώς «τελεστικότητα» της συνείδησης, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται αυτή η ίδια σε φαινόμενο, αποκλείοντας την καθαρή εμφάνιση αυτού του ίδιου του φαινομένου σε μας. Δεν θα σχολιάσουμε όλα αυτά, γιατί δεν θέλουμε να μπλέξουμε με δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες- θα θέλαμε απλώς να πούμε ότι κατά τον γάλλο φιλόσοφο είναι η πατρότητα αυτή η οποία αποτελεί το κατ’ εξοχήν παράδειγμα ενός «δώρου», που δίνεται έξω από τους κανόνες της ανταλλακτικής οικονομίας, που έχουν μελετήσει οι ανθρωπολόγοι.
Για να πούμε τα πράγματα ακόμη πιο απλά, θα πρέπει να θυμηθούμε την ορθόδοξη δογματική Θεολογία. Εκεί λοιπόν λέγεται ότι ο Θεός αποτελεί μια Τριάδα Προσώπων, τα οποία συνδέονται σε μια κοινωνία αγάπης μεταξύ τους με τα λεγόμενα «υποστατικά ιδιώματα». Για παράδειγμα, ο Πατήρ έχει ως κατ’ εξοχήν υποστατικό του γνώρισμα την «πατρότητα», ο Υιός την υιότητα, και το Άγιο Πνεύμα το «εκπορευτόν». Αυτά όλα δεν μπορούν να εφαρμοστούν στους ανθρώπους, παρά κατά μια πολύ γενική έννοια, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν «υποστατικά ιδιώματα». Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε ότι η ανθρώπινη «πατρότητα» είναι στην πραγματικότητα μια μεταφορά, ενώ η θεϊκή Πατρότητα, αυτή του Θεού-Πατέρα, είναι η κυριολεξία.
Ο Marion αναλύει αρκετά την ανθρώπινη έννοια της πατρότητας. Λέγει, μεταξύ άλλων, ότι πατέρας είναι αυτός που «φεύγει», που απουσιάζει, εφόσον λείπει, είτε ως κυνηγός, είτε ως πολεμιστής, είτε ως ταξιδιώτης. Επιστρέφει βέβαια κατά καιρούς στο σπίτι, αλλά κυρίως λείπει. Και έτσι μεγαλώνει το παιδί.
*************
Θα περάσουμε τώρα στο θέμα της πνευματικής πατρότητας. Ο μοναδικός πνευματικός που στην ουσία είχαμε στην περιοχή ήταν ένας ιερομόναχος ο οποίος καταγόταν από άλλο τόπο- η άφιξή του αποτέλεσε γεγονός μείζονος σημασίας για την επαρχία μας, γιατί ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε κληρικό «άγαμο». Φαινόταν φοβερά παράξενο ότι κάποιος άνθρωπος θα παρέμενε σε όλη του τη ζωή χωρίς να παντρευτεί, διακονώντας τον Θεό.
Η οικογένεια ήταν κάτι το άγιο, το θεοΐδρυτο- έτσι μάθαμε στο Κατηχητικό. Αλλά από νωρίς μου φαινόταν ότι το πραγματικό νάμα το ζων κρυβόταν σε εκείνον τον καλογερόπαπα. Δουλειά του ήταν να περιδιαβαίνει τον τόπο. Δεν είχε μόνιμη κατοικία. Πήγαινε από χωριό σε χωριό, από εκκλησία σε εκκλησία, από ναϋδριο σε ναϋδριο- πήγαινε ακόμα κι εκεί όπου δεν υπήρχαν παρά δυο-τρεις πιστοί. Μερικά χωριά έσβηναν. Απευθυνόταν όμως, ιδίως το καλοκαίρι, και σε πολύ μεγάλα ακροατήρια, χωρίς ίχνος φόβου και τρακ. Το κήρυγμά του ήταν ιδιότυπο: δονούνταν ολόκληρο το σώμα του ανάλογα με τα λόγια του, χόρευε, θα έλεγε κανείς, όταν μιλούσε για τους μάρτυρες, κι έλεγε «κόψτε μου κι αυτό το χέρι, κόψτε μου και το άλλο, βγάλτε μου και τα μάτια, έμενα έρωτάς μου είναι ο Χριστός». Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες: πολλοί γελούσαν με αυτά που έλεγε, γιατί, αν και μορφωμένος –όλοι ξέραμε ότι ήταν θεολόγος- μιλούσε πολύ απλά κι έκανε και κινήσεις μιμητικές, για να καταλάβει κι ο τελευταίος πιστός το νόημα των λεγομένων. Η συμπεριφορά του μέσα στο ιερό άλλαζε: είχα την ευκαιρία ως παιδί του ιερού να τον ζήσω ως ιερουργό. Δεν άγγιζε ποτέ την αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε ποτέ μέσα στο ιερό. Όλη την ώρα στεκόταν όρθιος. Θυμάμαι μόνο μια κουβέντα που μου είπε: «πήγαινε, παιδί μου, να πεις στον ψάλτη το χειρουβικό αργά». Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Πάντως πήγα και το είπα στον ιεροψάλτη.
Και αυτός, όπως μάθαμε, ήταν ο πατέρας μας, ο πνευματικός μας πατέρας. Ήταν μια πατρότητα τελείως διαφορετική από αυτή που ξέραμε στην οικογένεια. Μια μέρα ο καλογερόπαπας ήρθε στο σχολείο να μας «εξομολογήσει». Αντιλήφθηκα, πρώτη φορά, κάτι που δεν μπορεί να συλλάβει ο Χούσσερλ, ότι υπάρχει η «βαθεία καρδία», αυτή που για ένα ασήμαντο γεγονός, μπορεί να αισθάνεται μέσα της μεγάλο βάρος. Για αυτό το μικρό, το ασήμαντο γεγονός, ένιωθα μια παράξενη ενοχή- είχα αυτό που λέμε ενοχική συνείδηση. Με το που το εξομολογήθηκα, αισθανόμουν ότι η ενοχή εξαφανίστηκε. Από τότε άρχισα να θεωρώ τον καλογερόπαπα σαν μικρό Χριστό.
Λέμε ότι ο «Θεός» είναι μεταφυσική, είναι κάτι που δεν μπορεί να έχει σχέση με την επιστήμη, ιδίως σχέση με την φιλοσοφία. Αλλά όπως λέγει ο φιλόσοφος Jean-Luc Marion, υπάρχουν δύο είδη Θεολογίας. Είναι η αφηρημένη, αυτή που μιλά για τον Θεό με αφηρημένα επιχειρήματα περί είναι, ουσίας κ.λπ., και υπάρχει και η «αποκαλυπτική θεολογία», αυτή που ασχολείται με θαύματα, εμφανίσεις, αποκαλύψεις αγίων κ.λπ., η οποία ουσιαστικά είναι αυτή που έρχεται στην συνείδηση ως «δωρεά»- και μπορεί η Φαινομενολογία να συζητά για αυτήν.
Δεν θα ήθελα να σχολιάσω περισσότερο αυτή την διάκριση του Marion, που πάντως βρίσκεται προς την σωστή κατεύθυνση, απλά να αναφέρω ότι τότε, μέσω εκείνου του καλογερόπαπα, ανακάλυψα την σημασία της υπακοής. Η υπακοή ήταν για μένα κάτι μισητό: ήμουν υποχρεωμένος να υπακούω από ανάγκη, και να τώρα, που η ολοκληρωτική υπακοή σε έναν «ξένο» άνθρωπο, αυτόν τον καλογερόπαπα, μου έδινε ζωή. Ποιος θα αναλύσει το φαινόμενο του να γεμίζεις από ελευθερία όταν κάνεις υπακοή; Στα μοναστήρια, υπάρχει η έννοια του Γέροντα, στον οποίο «υποτάσσεται» ο υποτακτικός. Και το πρόσωπο του Γέροντα είναι ένα «ίχνος» του Θεού. Πρέπει να πάρουμε την λέξη «ίχνος» στην πιο κυριολεκτική της σημασία. Πράγματι, από όπου περνά η αληθινή υπακοή, η Φαινομενολογία μπορεί να συναντήσει τον Θεό- περισσότερο και από τον βιολογικό πατέρα, για τον οποίο μιλά ο Marion.
*************
Στα μοναστήρια μιλάνε για την «πνευματική πατρότητα». Εκεί υπάρχει ο λεγόμενος «Γέροντας» και ο «υποτακτικός» του, αυτός που του κάνει, όπως λέγεται, «υπακοή». Ο Γέροντας, σύμφωνα με τους νηπτικούς Πατέρες, πρέπει να είναι έμπειρος και «απλανής», γιατί «τυφλός τυφλόν εάν οδηγεί, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Ο Marion λέγει, όπως είδαμε, ότι ο ανθρώπινος πατέρας υπάρχει με το να λείπει: διαρκώς φεύγει. Πρέπει να είναι κυνηγός, πολεμιστής, ταξιδιώτης. Αλλά ο Γέροντας του μοναχισμού είναι εκεί, αληθινός «πατέρας» για τον υποτακτικό του, το «παιδί» του. Ο Marion λέγει επίσης ότι στην ανθρώπινη πατρότητα δεν υπάρχει «δώρο»: αυτό που δίνει ο πατέρας στο παιδί του είναι η ίδια η ζωή του, που όμως κι αυτός την κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα.
Μέσω της πνευματικής πατρότητας μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την θεία Πατρότητα. Μάθαμε από τον ίδιο τον Κύριο να προσευχόμαστε με το γνωστό «Πάτερ ημών». Ο Θεός είναι πατέρας όλων μας. Όταν το παιδί μέσα στο σπίτι ασφυκτιά, βασανίζεται, πονά, θα τρέξει αμέσως και θα μιλήσει σε αυτόν που νιώθει ότι είναι ο αληθινός του Πατέρας, ο Θεός. Το νήπιο της Αφρικής που πεινά και πεθαίνει, εκατομμύρια παιδιά που σκληρά βασανίζονται και φεύγουν με φρικαλέο τρόπο από αυτήν την ζωή, απευθύνονται με όλη τους την δύναμη στον Θεό-Πατέρα, κι Αυτός ακούει. Αφουγκράζεται τα πάντα. Ούτε μια προσευχή δεν πάει χαμένη. Κι όμως, στο τέλος το παιδί πεθαίνει. Το συμβαίνει; Είναι δυνατόν ο Θεός να μένει αδιάφορος; Πώς επιτρέπει τα τέκνα του να φεύγουν τόσο άδικα και επώδυνα από τον κόσμο αυτό;
Πρέπει, για να το καταλάβουμε αυτό, να πάμε στην πνευματική πατρότητα. Ο Γέροντας δεν φεύγει ποτέ. Είναι διαρκώς δίπλα στο πνευματικό του τέκνο για να το προσέχει. Και ο υποτακτικός είναι προσηλωμένος στον Γέροντα. Μεταξύ τους πρέπει να υπάρχει μια σχέση αγάπης. Ωστόσο, μερικές φορές ο Γέροντας, όπως διαβάζουμε στα Γεροντικά, δείχνεται σκληρός. Διαβάζουμε π.χ. στον βίο του Οσίου Γέροντος Καλλινίκου του Ησυχαστή, του Εγκλείστου, που ζούσε στα Κατουνάκια, ότι είχε έναν υποτακτικό, ο οποίος, ευρισκόμενος στις Καρυές, είδε ένα ωραίο πορτοκάλι Χάιφας και σκέφθηκε να το αγοράσει για τον Γέροντά του. Όταν το πήγε στον Γέροντα, εκείνος τον ρώτησε αν είχε πάρει ευλογία για να κάνει κάτι τέτοιο. Κι επειδή φυσικά δεν είχε, ο Γέροντας τον έστειλε να επιστρέψει το πορτοκάλι από εκεί που το αγόρασε- οκτώ ώρες δρόμο με τα πόδια. Ωστόσο, όπως διαβάζουμε, για να μπορεί κάποιος Γέροντας να είναι «σκληρός», οφείλει να προσεύχεται με πύρινη φλόγα για τον μαθητή του και να κλαίει με καυτά δάκρυα. Ο υποτακτικός δεν αγιάζει με την μέθοδο του Διοκλητιανού, έλεγε ο άγιος Παϊσιος.
Η «σκληρότητα» αυτή των Γερόντων της μοναχικής ζωής εξηγεί κάπως και την «σκληρότητα» του Θεού, ο οποίος ακούει τα παιδιά του, τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής και τόσα άλλα που πεθαίνουν μέσα σε φριχτές συνθήκες, και όμως φαινομενικά δεν παρεμβαίνει, μένει «αδρανής» και δεν κάνει τίποτε. Στην πραγματικότητα, όπως είπαμε, καμία προσευχή δεν πάει χαμένη. Ο Θεός είναι εκεί και κλαίει. Είναι το μέγα Μυστήριο του Σταυρού, όπου ο Πανάγαθος Θεός άπλωσε τα χέρια του και πήρε πάνω του όχι μόνο την αμαρτία του Αδάμ, αλλά και όλου του ανθρωπίνου γένους. Ο Σταυρός είναι η υπερβατική απάντηση της Εκκλησίας για το κακό που υπάρχει στον κόσμο. Σταυρώθηκε ο αναμάρτητος. Η αναμαρτησία του Κυρίου Ιησού, όπως θα έλεγε ο φιλόσοφος Marion, είναι αυτό που μπορεί να προβάλλει η Θεολογία, συνδιαλεγόμενη με την φιλοσοφία. Δεν είναι μια αφηρημένη, μεταφυσική κατηγορία, είναι το Ζων Πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού που ρώτησε: «τις ελέγχει με περί αμαρτίας;». Η αναμαρτησία του Χριστού είναι το κατ’ εξοχήν εμπειρικο δεδομένο, που μπορεί να προβάλλει η Θεολογία δίχως καμία καταφυγή στην Μεταφυσική.
*************
Μιλήσαμε για τον καλογερόπαπα, που περιόδευε στα χωριά μας και κήρυττε τον λόγο του Θεού. Ούτε και αυτός αμάρτησε όσο καιρό έμεινε στην περιοχή: «πας ο εν αυτώ (δηλ. τον Χριστό) μένων ουχ αμαρτάνει» (Α Ιω. 3, 6), «οίδαμεν ότι πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει» (Α Ιω. 5, 18). Από αυτή την αναμαρτησία που λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εδώ χαρακτηριζόταν ο καλογερόπαπας. Και ήταν αυτό το ορατό σημείο που μπορούσε να προβάλλει η Εκκλησία μας κόντρα στην λαϊκή «Φιλοσοφία» της δεκαετίας του ’70 και εξής, που άρχισε να αμφισβητεί την πιστή. Ο καλογερόπαπας αυτός ήταν το «ίχνος» του Θεού ανάμεσά μας για δεκαετίες, ήταν ακριβώς το «δώρο» του Θεού που καμιά φαινομενολογική αναγωγή δεν μπορούσε να εκλογικεύσει. Οι πρώτοι που το κατάλαβαν ήταν οι κάθε λογής «νοσούντες», «κάμνοντες» και «αιχμάλωτοι» της περιοχής. Ήταν οι έτοιμοι να δουν το «δώρο».
Ο Χριστός προεκτείνεται, λένε οι μεγάλοι Πατέρες, διά της Εκκλησίας.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Εκκλησία") είναι έργο της, σέρβας, Γιελένα Ιγκνάτοβιτς.



Πολύ ωραίο άρθρο, ιδιαίτερα στα χωρία περί ορθόδοξης σχέσης πνευματικού πατέρα – υιού, υπακοής, κτλ. Η φαινομενολογία δεν κατάλαβα τι σχέση έχει. Από πού και ως που έχει θέση στο άρθρο (έστω και ως αντίθεση με την Ορθοδοξία) ο… Μαριόν και η δυνατότητα της φαινομενολογίας να συζητά για τις δωρεές των αγίων αποκαλύψεων;!;!; Εδώ δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση ο Άγιος Πορφύριος για το πώς και το γιατί ζούσε αυτά που ζούσε, η φαινομενολογία τι θα προσφέρει; Εάν μπορεί ο αρθρογράφος να μας διαφωτίσει θα ήταν ευχής έργον.
Αγαπητέ Α.Κ., σας ευχαριστώ πολύ που προσέξατε το άρθρο. Το βασικό ερώτημά σας είναι το τι σχέση έχει ο Μαριόν και η Φαινομενολογία με όσα αναγράφω για την πατρότητα. Λοιπόν, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι όλα όσα αναφέρουμε για αυτά τα θέματα είναι στην πραγματικότητα μεταφυσικές φαντασιώσεις, ανυπόστατοι φαντασιώδεις μεταφυσικοί, επαναλαμβάνω, ισχυρισμοί. Η Φαινομενολογία, και ιδιαίτερα ο γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Jean-Luc Marion, έχουν κηρύξει τον πόλεμο στην Μεταφυσική, που πράγματι εισέδυσε στην δυτική θεολογία. Για παράδειγμα, η αντίληψη του Ακινάτη ότι ο Θεός είναι actus purus, έχει αποτέλεσμα να πιστεύει ότι ο Θεός δεν μπορεί να ενεργήσει- άρα η Κτίση δεν είναι μια ελεύθερη δημιουργία του Θεού, αλλά «απορροή» από την ουσία Του. Ο Θεός είναι κατ’ ανάγκην δημιουργός. Ο Χάιντεγκερ εκμεταλλεύτηκε αυτές τις συνέπειες της δυτικής θεολογίας, και μίλησε για την χριστιανική «Οντοθεολογία», που υποβιβάζει τον Θεό ως ένα από τα όντα- εφόσον ο Θεός υπάγεται και αυτός στο Είναι, «υπάρχει», άρα είναι ένα από τα όντα. Ο Μαριόν περαιτέρω έχει αναπτύξει μια θεολογία του «Δώρου», που καταδεικνύει ότι το «δώρο» ξεφεύγει από την Μεταφυσική. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα θεωρεί την «πατρότητα». Ελπίζω σε ένα προσεχές άρθρο να παρουσιάσω αυτή την διάσταση του έργου του.
Περαιτέρω, αν εξοβελίσουμε την μεταφυσική, τότε η θεολογία, κατά την γνώμη του, χωρίς να έχει το παραμικρό πρόβλημα, μπορεί να ασχολείται άνετα με «εμπειρικά», όπως θα έλεγε ο δικός μας π. Ιω. Ρωμανίδης, συμβάντα, όπως θαύματα, οράματα κ.λπ. Εδώ προσπάθησα, να τονίσω ότι η αναμαρτησία του Κυρίου μας και η σχετική «αναμαρτησία» του Γέροντά μας (με την ιωάννεια αντίληψη της αναμαρτησίας) ήταν στην πραγματικότητα εμπειρικό γεγονός και γίναμε κι εμείς μάρτυρες ενός μικρού Χριστού ανάμεσά σας. Ο Γέροντας αυτός, π. Ιγνάτιος Καπνίσης (έχω αναρτήσει πολύ υλικό για αυτόν στην Πεμπτουσία) είχε κάτι παράξενο: δεν επηρεαζόταν καθόλου από τις εξωτερικές συνθήκες. Ηταν πάντα πρόθυμος να προσφέρει με ιλαρότητα και να θυσιαστεί για το ποίμνιό του. Για αυτό και επηρέασε πολύ τους πάντες- ασυνείδητα επηρεάστηκαν ακόμη και όσοι τον εχθρεύονταν. Δεν κάλυψα όλες τις απορίες σας. Ελπίζω να παρουσιάσω τον Μαριόν, όπως σας είπα, σε επόμενο άρθρο. Καλό υπόλοιπο Σαρακοστής.
Σας ευχαριστώ πολύ για την απάντησή σας. Το ερώτημά μου ήταν, αν και κακώς διατυπωμένο, τι προσφέρει η φαινομενολογία στην ορθόδοξη, πνευματική, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΆ θεολογική εμπειρία. Εάν για εμάς θεολόγος είναι αυτός/η που ένιωσε την παρουσία Του Θεού στα μεδούλι της ψυχής του/της μετά από άσκηση, προσευχή, νηστεία, προετοιμασία ετών, ταπείνωση κτλ. τι μας προσφέρει η φαινομενολογία ως προς την κατανόηση αυτής της εμπειρίας; Νομίζω τίποτα. Ισχυρίζομαι ότι όση φιλοσοφία και να διαβάσει κάποιος, όση φαιά ουσία και να ξοδέψει, όσο χρόνο και να αφιερώσει στη μελέτη των επιστημών, το να καταλάβει (ή ακόμα και να τολμήσει να ασκήσει κριτική) στο τι αισθανόταν κατά τη διάρκεια της προσευχής ο π.χ. Άγιος Παΐσιος, είναι χαμένος χρόνος. Θα ήθελα την αποψή σας.
Αγαπητέ Α. Κ., σας ευχαριστώ και πάλι που επανέρχεσθε. Λοιπόν, γύρω από το “δώρο” και την “δωρεά” υπάρχουν πολλά ζητήματα. Εν πρώτοις, μπορεί ο άνθρωπος να δώσει δώρο τον εαυτό του σε έναν άλλον άνθρωπο; Τι σημαίνει εδώ η λέξη “δώρο”; Ακόμα και αν κάποιος θυσιαστεί για μένα, λέγει ο Παύλος, “αγάπην δε ουκ έχει”, δεν ωφελείται σε τίποτα. Περνάμε τώρα στο ζήτημα της Θεότητας: μπορεί ο Θεός να μας δώσει δώρο τον Εαυτό Του; Η απάντηση του Ακινάτη είναι “όχι, γιατί η θεία ουσία είναι απλή, και αν κάποιος κατέχει μικρό μέρος της ουσίας, τότε γίνεται κατ’ ουσίαν Θεός”. Περαιτέρω, οι Προτεστάντες λένε ότι το όλο ζήτημα είναι νομικό, δεκανίκι: ο Θεός δεν μας δίνεται με την Σταυρικη Θυσία και την Ανάσταση, γιατί δεν γίνεται να ενωθούμε με το Θεό. Πολυ απλά, μας σώζουν οι αξιομισθιες της σταυρικης θυσίας, γιατί απαλλασσομαστε από την ενοχή της αμαρτίας. Όσον αφορά την αγάπη, όλοι αυτοί δεν πιστεύουν ότι προηγειται του Είναι του Θεου, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση η Σαρκωση του Λόγου θα ήταν μια αληθής δωρεά- αλλά ο Θεός δεν χρειάζεται δωρεές. Οι φιλόσοφοι τώρα, και δη ο Χάιντεγκερ, πιστεύουν ότι εφόσον ο Θεός υπάρχει, άρα υπάγεται και Αυτός στο Είναι, το νόημα του οποίου τον υπερβαίνει. Ο άνθρωπος συναντά πρωτίστως το ” συ” μέσα από τον κόσμο και όχι το αντίθετο- άρα η “δωρεά”, υποτιθέμενη, του εγώ στον άλλον άνθρωπο είναι μια (απατηλή) μεταφυσική φαντασίωση, καθαρή υποχώρηση στην Μεταφυσική – τα ίδια λέγει φυσικά και ο Νίτσε, ο οποίος μάλιστα θεωρεί το ίδιο το Εγώ μεταφυσικό φάντασμα. Συνεπώς, θα πρέπει να θεμελιωσουμε μια θεολογία, και μαζί φιλοσοφία της Δωρεάς, που να σώζει την πραγματικότητα της Δωρεάς χωρίς καμία υποχώρηση στην Μεταφυσική. Αυτό είναι το όλο θέμα. Ως προς όλα αυτά υπάρχει Ορθόδοξη απάντηση, και δη, κατ’ εμε, η θεολογία -μαζί και ” σκέψη “- του Αγίου Δημητρίου Στανιλοαε. Συνιστώ δυο βιβλία: το ” Ο Θεός χωρίς το Είναι ” του Μαριόν και το σπάνιο και δυσεύρετο πια “Ο Θεός είναι Αγάπη” του Αγίου Δημητρίου Στανιλοάε. Καλή Κυριακή της Σταυροπροσκύησης.
Ευχαριστώ πολύ για την ανταπόκρισή σας. Αναμένουμε νέα άρθρα σας. Καλό στάδιο.