Η επιφανειακή θεολογική κριτική του μετα-ανθρωπισμού

0
962

Στην εποχή μας γίνεται πολύς λόγος για τον μετα- ανθρωπισμό. Τείνει να γίνει μία συμπεριληπτική έννοια που τα καλύπτει όλα, όπως κάποτε η παγκοσμιοποίηση. Σε κείμενα και στα ΜΚΔ διαβάζει κανείς αναλύσεις και κριτικές που θέλουν να δουν αυτό το νέο φαινόμενο με τα εργαλεία του παρελθόντος. Δεν διαφωνεί κανείς με την χαρά της προσωπικής σχέσης και με την απειλή της συλλογής των ψηφιακών δεδομένων, που από πολλούς είναι οι άξονες του κινδύνου του μετανθρωπισμού. Είναι όμως αυτά τα ζητούμενα της θεολογικής κριτικής στο φαινόμενο; Είναι η «από-σωματικοποίηση» το μοναδικό δεινό της ψηφιακής εποχής; Πολλά θα μπορούσε κανείς να αναφέρει σχετικά. 

Παραθέτω σε αντίστιξη, τμήμα από το βιβλίο του Ουελμπέκ, Προσβάσεις 2020, (εκδόσεις Εστία)

H συναρπαστική ανάγνωση των μελετών του Φιλίπ Αριές μας μαθαίνει ότι μια μετάλλαξη συνέβη στη Δύση, στις αρχές του 12ου αιώνα. Τους προηγούμενους αιώνες, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, οι νεκροί που ανήκαν στην Εκκλησία κοιμούνταν, όπως οι επτά κοιμώμενοι παίδες της Εφέσου, και αναπαύονταν μέχρι τη μέρα της Δευτέρας Παρουσίας, όταν και θα ξυπνούσαν στην ουράνια Ιερουσαλήμ. Όσο για τους κακούς και τους παγανιστές, απλώς εγκαταλείπονταν στην ανυπαρξία…Δεν υπήρχε θέση σε αυτή τη θεώρηση, γράφει ο Αριές, για ατομική ευθύνη, για απαρίθμηση των καλών και των κακών πράξεων. Η ιδέα της έσχατης Κρίσης, του ζυγίσματος των ψυχών, εμφανίζεται μόλις στις αρχές της γοτθικής εποχής. 

Και απαντά σε αυτές τις παρατηρήσεις ο Ζωφρουά Λεζέν (συντηρητικός δημοσιογράφος του Valeurs Actuelles):

Πιστεύω ότι πολλοί καθολικοί έζησαν για καιρό μια ορισμένη ιδέα της κόλασης, την οποία συνοψίζει η νωπογραφία από τον Μιχαήλ Άγγελο στην Καπέλα Σιστίνα, η Εσχάτη Κρίση. Βλέπουμε εκεί τους κολασμένους να επιβιβάζονται στη βάρκα του Χάροντα και να οδεύουν προς μια πόρτα που ανοίγει στη φωτιά. Τα σώματα σκοτεινιάζουν όσο πλησιάζουμε, τα πρόσωπα συστρέφονται, είναι εικόνα Αποκάλυψης, είναι η κόλαση. Η τρομακτική αυτή εικόνα προκαλεί χαμόγελα σήμερα. Είναι αλήθεια ότι ο ορθός λόγος δεν βλέπει με καλό μάτι την ιδέα ότι οι κακοί είναι καταδικασμένοι να περάσουν την αιωνιότητα σε καζάνια με παρέα διαβολάκους εξοπλισμένους με τρίαινες. Κι όμως, ο Μιχαήλ Άγγελος, που δεν ήταν δα καμιά θεούσα, δεν τσιγκουνεύτηκε στην αναπαράστασή του. Τέλειωσε τη νωπογραφία το 1541, σε έναν αιώνα χριστιανικό, σε μια ήπειρο χριστιανική, και η δεισιδαιμονία του έφτανε μέχρι του σημείου να παρεμβάλει στο έργο μια αυτοπροσωπογραφία του- αυτού, του αμαρτωλού που ελπίζει να ξορκίσει τη μοίρα του. Γιατί φοβόμαστε την κόλαση; Κοιτάζοντας τη θύρα της έσχατης Κρίσης στον καθεδρικό της Παναγίας των Παρισίων, βλέπουμε μια εικόνα ακόμα πιο τρομακτική. Κανείς δεν γλιτώνει εκεί, διακρίνουμε μάλιστα επιφανείς κληρικούς, και βλέπουμε τους κολασμένους να αλυσοδένονται μόνοι τους- απόδειξη ότι αυτό που χρήζει κολασμού είναι η συνείδηση της αμαρτίας και η απόρριψη του Θεού…

Πέντε αιώνες αργότερα, η κόλαση δεν υπάρχει πια, ο κόσμος πιστεύει στην ιδέα ότι [θα πάμε όλοι στον Παράδεισο]…Ο φόβος της κόλασης επέτρεψε επί μακρόν να κρατηθούν οι πιστοί σε μία κατάσταση έντασης που τους έκανε να διάγουν βίο αγαθό επί Γης…Αν δεν υπάρχει κόλαση, δεν υπάρχει δαίμονας, δεν υπάρχει κακό. Η Εκκλησία φταίει, γιατί σταμάτησε να κηρύσσει τις «τελευταίες μέρες»..Ποια είναι η αλήθεια. Ο Σαρλ Μπωντλαίρ έγραψε: «Το ωραιότερο τέχνασμα του Διαβόλου είναι που σας πείθει ότι δεν υπάρχει!». Εδώ έχουμε φτάσει.

[σελ. 386-388]. 

Θα αντιτάξει κανείς ότι οι ρωμαιοκαθολικοί και από την παράδοση τους έχουν μία εμμονή με ο μπαρόκ κακό, του δίνουν υπερβολική σημασία. Σωστά. Όμως θα περίμενε κανείς από την ορθόδοξη θεολογική κριτική μία ανατομία- επί τέλους- της αμφισβήτησης της εξουσίας μέσα και από τη χρήση θεολογικών μοτίβων. Δικά μας, της παράδοσης μας και της πίστης μας. Εκτός και εάν δεν πολύ-πιστεύουν ότι οι μετα- ανθρώπινες εξελίξεις είναι κάτι το κακό, αλλά απλά θα πρέπει να «διορθωθούν» με την χαρά και το γλέντι των προσωπικών επαφών, οπότε μάλλον πάμε σε μία περισσότερο διανοητική κριτική του σύγχρονου lifestyle.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Σκηνή της 31ης Δεκεμβρίου στη Μεσίνα”, 1908) είναι έργο του, γερμανού, Max Beckmann.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here