Ελευθερία και προσομοίωση

0
82

Συνεχίζω σήμερα τη βιαστική τοποθέτηση πάνω στις απόψεις του Στέλιου Ράμφου, σχετικά με τα πλεονεκτήματα ενός κόσμου, του κόσμου μας, του μοντέρνου δυτικού κόσμου, όπου, για να το πω χαριτολογώντας, το σώμα φοριέται πλέον και σαν αλεξίπτωτο. Βιαστική αλλά, ελπίζω, όχι εντελώς επιπόλαιη.
Συνοψίζοντας τα προηγούμενα, θα ‘ταν σωστό να πω ότι εκείνο που συμβαίνει κατ’ ουσίαν (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ακόμη κάποια ουσία, εδώ) δεν είναι η απελευθέρωση από τα δεσμά μας, έτσι που την ονειρεύτηκε ο Ράμφος, όσο κυρίως, και ολοφάνερα, το βίαιο σπάσιμο όλων των συμβολικών αλυσίδων, με συνέπεια ένα ψευδαισθησιακό σύμπαν που επιπλέει προς το πουθενά, άυλο και αβαρές, με μόνη κινητήρια δύναμη την τροχιακή του αδράνεια, καθ’ οδόν προς την εγκαθίδρυση μιας οικουμενικής μήτρας προσομοιώσεων (Matrix).

Κι έπειτα, συνοψίζοντας σε δεύτερο βαθμό, θα επαναλάβω ότι εκείνο από το οποίο υποφέρουμε είναι ένα πελώριο έλλειμμα αλήθειας, και όχι αγαθών. Το ότι «τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», το περιβόητο δόγμα των Γνωστικών και του Ασάν ι Σιμπάχ, βρίσκει την πλήρη, διεστραμμένη εφαρμογή του: όταν όλοι οι κανόνες έχουν διαρραγεί, όταν όλες οι αναστολές έχουν σαρωθεί, όταν όλες οι όψεις του μέτρου έχουν ξεπεραστεί από τον αναδιπλασιασμό του ταυτού, τίποτα δεν αληθεύει και τα γεγονότα γίνονται factoids (γεγονοειδή) σε μια δήθεν ονειρική χρονικότητα. Υπό μίαν έννοια, αυτό είναι το τέλος του ανθρώπου και απομένει να σκεφτούμε αν είναι απλώς το τέλος του ανθρώπου-όπως-τον-γνωρίζουμε ή το τέλος του στην κυριολεξία.

Τονίζω ότι ο Ράμφος αποφεύγει διπλωματικά την απορία, παρουσιάζοντας στη σκηνή του διαβήματός του τον Ανθρωπο με τη μορφή του «εαυτού».1 Τι σημαίνει ο όρος «εαυτός»; Εκεί χωράνε, πολύ βολικά, τα πάντα και τίποτα, μέσα σ’ ένα σύννεφο από τις εξατμίσεις του φιλοσοφικού και λογοτεχνικού κινητήρα του 19ου αιώνα. Δεν πρόκειται βέβαια για το Υποκείμενο (το σύστημα των συμβολικών λειτουργιών) διότι, άλλωστε, στον κόσμο του Ράμφου, η συμβολική διάσταση, αναπόσπαστη από τους μύθους που τη στηρίζουν, πάει περίπατο και μάλιστα με τυμπανοκρουσίες. Ούτε για τη συνείδηση πρόκειται, αφού αυτή, το ξέρουμε, θα αποχωριζόταν τον παλιό της καταστατικό χάρτη μέσω των αντιστάσεών της, ενώ εδώ συναντάμε υποτίθεται μια φλογερή ανταπόκριση στο αίτημα παράδοσης άνευ όρων. (Αν είχα την απαραίτητη πολυτέλεια χώρου θα επιχειρούσα να δείξω ότι αυτό που ο Ράμφος αποκαλεί «εαυτό» δεν είναι παρά το ταλαιπωρημένο «Εγώ» της ψυχολογίας, που ο Λακάν περιέγραψε σαν «μια στοίβα καμπαρντίνες σε παλιατζίδικο»: δηλαδή το σύνολο των φαντασιακών ταυτίσεων.)

Οσο για τη συνείδηση ειδικά, αυτή συνίσταται κατ’ αρχήν στο ότι τείνει ακριβώς να απορροφήσει το Είναι δίχως να γίνεται ποτέ απολύτως πράγμα, δηλαδή δίχως να εκπνέει. Εάν όντως απαιτείται η συνήχηση των δύο (Είναι και γίγνεσθαι) για να υπάρξει συνειδητός άνθρωπος (είναι ο ορισμός της συνείδησης και δεν θα χασομερήσω για να τον υποστηρίξω), πάντως ο τωρινός δυτικός κόσμος, που τόσο φανατικά υπερασπίζεται ο Ράμφος, οπισθοχωρεί διαρκώς μπροστά σε μια φρενήρη, τεχνικού τύπου επιτάχυνση του γίγνεσθαι, μέχρι που το Είναι του να εκμηδενιστεί μαζί με την αναφορά που το συνιστά (το νόημα). Τα δύο δεν συνηχούν, ούτε συνομιλούν καν, αλλά γίνονται οι δύο πόλοι ενός κυκλώματος (1 και 0, ταχύτητα και αντικείμενο, ενέργεια και ύλη). Δήθεν εν ονόματι ποιος ξέρει ποιων συμφερόντων του «εαυτού», το Είναι μετασχηματίζεται σε μιαν απ’ τις παραμέτρους αυτής της εμβρόντητης συμμετοχής του ανθρώπου στην επιταχυνόμενη παραγωγή αντιγράφων της ζωής του. Αναφέρομαι στην εξαθλιωμένη ζωή τού θεατή-καταναλωτή.

Τι απομένει; Αιωρούμενοι σ’ έναν τόπο δίχως έδαφος, σε μιαν όλο και πιο παραισθητική χωροχρονικότητα, σ’ αυτή την άβυσσο των ειδώλων και των αντικατοπτρισμών, οι «εαυτοί» υποβιβαζόμαστε σε συνδετικά σημεία. Είμαστε κόμβοι στον αραχνώδη ιστό των πληροφοριών που ανταλλάσσουμε και οι οποίες, όπως ξέρουν και τα νήπια ακόμη, δεν είναι δυνατόν να περιέχουν κάποια σημασία που να μας αφορά αληθινά, διότι τότε, καθώς η σημασία θα πήγαινε προς το βάθος (από τη φύση της), οι πληροφορίες (τέτοιου είδους πληροφορίες), θα είχαν χάσει το παιχνίδι οριστικά. Με δεδομένη τη σημασία που θα μετέφεραν, το να αναμεταδοθούν αστραπιαία προς όλους τους παραλήπτες ή το να αποθηκευτούν θα ήταν αδύνατον.

Απ’ αυτή την άποψη, ο μεταμοντέρνος δυτικός κόσμος είναι κυριολεκτικά μια κακή ουτοπία (ου+τόπος), κάτι σαν απέραντη επιφάνεια ανώδυνων ανταλλαγών, οριακής ρευστότητας και τυφλωτικής ευκολίας στους χειρισμούς. Διότι οι απεριόριστες δυνατότητες που προβάλλουν συνεχώς από παντού για να πολιορκήσουν τον «εαυτό» σαν επιμέρους ακαριαία και ανούσια δολώματα της προσοχής, θέτουν, ακριβώς ως απεριόριστες, τον ηθικό και διαλεκτικό περιορισμό της ψυχικής προσοχής τού εν λόγω «εαυτού», με την έννοια ότι τον αφορούν όλο και λιγότερο. Η αβεβαιότητα και η σύγχυση μπροστά σ’ αυτό το πανόραμα της αδιάφορης υπερεπάρκειας και απροσδιοριστίας, δηλαδή μιας κατάστασης όπου τα αποτελέσματα δεν έχουν αιτίες, διαγράφουν εντελώς την υπόσταση του υποκειμένου και επιτρέπουν στον κόσμο να κινείται από μόνος του, σαν δορυφόρος του κενού που προκαλεί η περιστροφή.

Αντιλαμβάνεται ασφαλώς κανείς ότι η θέση του Ράμφου βρίσκεται αιχμάλωτη σ’ ένα σχήμα λογικού αποκλεισμού: το υποκείμενο ενός τέτοιου κόσμου θα μπορούσε όντως να είναι ελεύθερο εάν είχε απομείνει κάτι απ’ την ουσία του. Αλλά δεν υπάρχει πλέον υποκείμενο, οπότε μοιάζει περίπου σαν να λέμε ότι ο νεκρός είναι άτρωτος αφού δεν αρρωσταίνει ποτέ, άρα ο θάνατος αποτελεί την ιδανική κατάσταση του ανθρώπου.2 Ετσι και ο κατά Ράμφον «εαυτός»: είναι ελεύθερος εφόσον δεν υπάρχουν πλέον χωρικοί και χρονικοί περιορισμοί, πόσο μάλλον ψυχικοί, όμως μαζί με τους περιορισμούς εξαφανίστηκε, από την οθόνη της συνείδησης, και ο κόσμος ολόκληρος.

Το γιατί αυτό είναι τόσο καλό δεν το εξηγεί ο Ράμφος αλλά επιμένει στη μοιρολατρική διαπίστωση, ιδιαίτερα ευχάριστη γι’ αυτόν, σύμφωνα με την οποία δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε αλλιώς, που θα πει να αντισταθούμε στο τεχνολογικό, εξατομικευτικό κ.τ.λ. πεπρωμένο μας. «Δεν μπορείς να σταματήσεις την τεχνολογία», λέει, «όπως δεν μπορείς να σταματήσεις την κυκλοφορία του αίματος». Απ’ αυτή την αλλόκοτη σκέψη, που η εκφορά της βρήκε τη συμπαθή κ. Κυριακοπούλου απρόθυμη να παραξενευτεί,3 συμπεραίνει κανείς τα περιθώρια αμοραλιστικών ελιγμών τής ανθρωπολογίας του Ράμφου, αφού το δίλημμα Καλού/Κακού (το αν η απόφαση υπέρ μιας τέτοιας τεχνολογίας είναι ωφέλιμη για τον άνθρωπο) παραλληλίζεται με την αυτονόητη φυσικότητα της κίνησης των αιμοσφαιρίων, λες και η συνείδηση, αντιλαμβανόμενη την ιλιγγιώδη επιβεβαίωση της αναβάθμισης των πυρηνικών όπλων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι αμέτοχος θεατής.

Επομένως, για μία ακόμη φορά, η ηθική ταυτίζεται με το πρώτο ανάμεσα σ’ εκείνα που καταστρέφονται καθώς τους αφαιρείται το νόημα, δηλαδή με τη φύση. Αυτή η τελευταία δεν αποτελεί πλέον τη συμβολική Μητέρα των όντων αλλά έναν ωκεανό ουδέτερων πληροφοριών DNA. Μαζί χάνεται βέβαια και ο Πατέρας, ο εγγυητής του Νόμου, συμπαρασέρνοντας όλα τα μεγάλα ιστορικά υποκείμενα (π.χ. το ψυχικό υποκείμενο): είμαστε μόνοι και «the truth is out there», η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω, όπως λένε οι Αμερικανοί, χαμογελώντας αινιγματικά. Την εξορία αυτή από τη συνείδηση, εις όφελος της ανοηματικής εξωστρέφειας ενός αποχαλινωμένου φαντασιακού, ο Ράμφος αποκαλεί ελευθερία.4

Ετσι, τίποτα απ’ όσα κάνουμε δεν μπορεί να είναι λάθος (από κει πηγάζει και ο θαυμασμός του Ράμφου για τη βιασύνη των Αμερικανών να επιβάλλουν την παγκόσμια τάξη με πυραύλους), αφού δεν λογοδοτούμε σε κανέναν, δηλαδή σε κανέναν συμβολικό Κύριο, σε κανέναν θεσμικό Αλλον.5 Μιλώντας για το Σύνδρομο του Αστεροσκοπείου,6 υποστήριξα ότι αυτό εξηγεί εν πολλοίς τη βαναυσότητα των ισχυρισμών του Ράμφου υπέρ της αποκαλούμενης «ανοιχτής» κοινωνίας, τη στιγμή που, λέγοντας «ανοιχτή», εννοεί απλώς κενή. Σύμφωνοι, ως κενή σημασιακού, υπαρξιακού, συναισθηματικού κ.τ.λ., κ.τ.λ. περιεχομένου, η κοινωνία μας δεν θα μπορούσε παρά να είναι ανοιχτή, όπως για παράδειγμα η βιοχημική πραγματικότητα της χλωρίδας στην οποία έχει κανείς την αυταπάτη ότι διεισδύει πανεύκολα με το μικροσκόπιο, ενώ το συνολικό νόημα του άνθους διαφεύγει, με συνέπεια τον ουσιαστικό θάνατο της σκέψης και της αισθαντικότητας. Αποχαιρετάμε λοιπόν τον Ανθρωπο και υποδεχόμαστε τον «εαυτό», ανοιχτό στην ιδέα ότι η κοινωνία αποτελεί ένα πλέγμα κυττάρων συν το δικαίωμα στην πύρρειο νίκη της οργανικής ύλης: δηλαδή στο ότι όλα τα κύτταρα θα επικοινωνούν μεταξύ τους αλλά δίχως συνείδηση, όπως στο σώμα ενός φυτού ή ζώου.

(Δυστυχώς, πρέπει και πάλι να αναβάλω την ολοκλήρωση των σκέψεών μου για την επόμενη Παρασκευή.)

1. Το ίδιο σφάλμα κάνει ο Νικόλαος Λουδοβίκος, ακολουθώντας τον Ράμφο, μολονότι τον επικρίνει.

2. Ο Τίμοθι Λίρι, σε ρόλο απολογητή του αμερικανικού New Age, έφτασε να το πει απερίφραστα.

3. Αναφέρομαι στην εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου «Η ζωή είναι αλλού», στην ΕΤ1, όπου ο Ράμφος ήταν προσκεκλημένος.

4. Μια «συλλογική παραίσθηση ελευθερίας», είπε για το Διαδίκτυο ο Πιτ Σουλτς, Γερμανός θεωρητικός των ΜΜΕ, αλλ’ αυτός τουλάχιστον το διατύπωσε λιγότερο ευγενικά: παραίσθηση.

5. Ο Δημήτρις Βεργέτης έδειξε με θαυμάσιο τρόπο, από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης, ότι η παραπομπή του Κλίντον σε ακρόαση μετά το εξωσυζυγικό επεισόδιο, εκφράζει τη μη εξαίρεση του συμβολικού πατέρα από τον Νόμο, δηλαδή έναν κοινωνικό ψυχισμό δίχως θεσμικό άλλοθι, αφού ο Νόμος δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν έχει θεμελιωθεί στην εξαίρεση της πατρικής φιγούρας.

6. Βλ. το προηγούμενο τεύχος της «Βιβλιοθήκης».

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 10/12/2004

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here