Εθνοκρατική ταυτότητα και διεθνείς σχέσεις

0
1015

Yπάρχουν πολλές θεωρίες διεθνών σχέσεων. Άλλες, όπως η ρεαλιστική και η φιλελεύθερη θεωρία, επιδιώκουν να είναι «αντικειμενικές» και «ουδέτερες». Φιλοδοξούν, δηλαδή, να είναι επιστημονικά εργαλεία και μέσα εξήγησης της διεθνούς ζωής. Άλλες αντιμετωπίζουν την δημιουργία θεωριών ως μέσο χειραφέτησης από την κατεστημένη διεθνή τάξη πραγμάτων (μαρξισμός, κριτική θεωρία, οικολογική προσέγγιση και μετααποικιακή θεωρία). Οι υπόλοιπες (κονστρουκτιβισμός, αγγλική σχολή, μεταδομισμός, φεμινισμός, διεθνής πολιτική θεωρία) συσχετίζουν την θεωρητική συζήτηση περί των διεθνών σχέσεων με τις ταυτότητες των δρώντων του διεθνούς συστήματος.

Από όλες τις παραπάνω θεωρίες θα μας απασχολήσουν τρείς, που είναι και οι βασικότερες, κατά την γνώμη μας. Γίνεται λόγος για την ρεαλιστική και την φιλελεύθερη θεωρία, καθώς και τον κονστρουκτιβισμό. Οι δυο πρώτες υφίστανται από παλαιότερα, αλλά προσέλαβαν την σύγχρονη μορφή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1970.Ο κονστρουκτιβισμός άρχισε να αναπτύσσεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Α. Η ρεαλιστική και  η φιλελεύθερη θεωρία 

Η ρεαλιστική θεωρία

Σύμφωνα με την νεορεαλιστική θεωρία, τον λεγόμενο δομικό ρεαλισμό, η αναρχία, με την έννοια της απουσίας μιας παγκόσμιας εξουσίας που να διασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα και την αυτονομία των κρατών, είναι η οργανωτική αρχή του διεθνούς συστήματος. Και τούτο παρά την εμβάθυνση της οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών.

Επειδή το διακρατικό σύστημα είναι αναρχούμενο και αθέσμιστο, η αυτοβοήθεια, η στήριξη των κρατών πρώτα και κύρια στις δικές τους δυνάμεις, αποτελεί αδήριτη ανάγκη, εάν τα κράτη θέλουν να επιβιώσουν. Η σύναψη συμμαχιών είναι και αυτή απαραίτητη, έχει όμως ως προϋπόθεση της την αυτοβοήθεια.

Κλειδί ερμηνείας της συμπεριφοράς των κρατών κατά τους ρεαλιστές, είναι η κατανομή της ισχύος σε διεθνές επίπεδο. Τα ισχυρότερα κράτη έχουν μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης διπλωματικών πιέσεων και διατύπωσης απειλών. Το εσωτερικό καθεστώς των κρατών (κοινοβουλευτικό η αυταρχικό), αντίθετα, δεν παίζει κανένα ρόλο στην όλη στάση τους στην διεθνή σκηνή.

Η φιλελεύθερη θεωρία

Η νέα εκδοχή της φιλελεύθερης θεωρίας διεθνών σχέσεων μοιάζει να βρίσκεται στους αντίποδες του δομικού ρεαλισμού. Κεντρικό της στοιχείο είναι η αμφισβήτηση της αναρχίας ως οργανωτικής αρχής του διεθνούς συστήματος και η αντικατάσταση της από την ολοένα και μεγαλύτερη, οικονομική κυρίως, αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Η αλληλεξάρτηση οδηγεί σε σύγκλιση συμφερόντων και αυξάνει κατά πολύ το κόστος των συγκρούσεων.

Η εγκαθίδρυση επίσης, κατά τους φιλελεύθερους, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μιας βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, διευκόλυνε την συνεργασία μεταξύ των κρατών. Η μεταψυχροπολεμική διάδοση του κοινοβουλευτισμού ενίσχυσε περαιτέρω το πνεύμα συνεργασίας και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Οι ρεαλιστές θεωρούν, όπως είδαμε, δεδομένο εκ των προτέρων το εθνικό συμφέρον, και το ταυτίζουν με την κατοχύρωση της ασφάλειας του κράτους. Οι φιλελεύθεροι δεν θεωρούν ότι το εθνικό συμφέρον είναι αντικειμενικά προσδιορισμένο και δεδομένο εκ των προτέρων. Ο καθορισμός του, κατά αυτούς, ποικίλλει ανάλογα με την ομάδα συμφερόντων που το επικαλείται και το υπερασπίζεται.

Παρα τις υπαρκτές διαφορές τους, οι ρεαλιστές και οι φιλελεύθεροι μοιράζονται την ίδια οντολογία και επιστημολογία. Έτσι, στα πλαίσια μιας ατομιστικής οντολογίας, αντιμετωπίζουν τα κράτη ως διακριτές και διαστατές μονάδες, που συμπεριφέρονται σαν φίλαυτα άτομα, και αποβλέπουν στην μεγιστοποίηση του οφέλους των. Τα διακρατικά συστήματα είναι όπως οι καπιταλιστικές αγορές. Ατομικιστικά στην απαρχή και την αφετηρία τους και αυθόρμητα αναδυόμενα.

Οι ρεαλιστές και οι φιλελεύθεροι συμπίπτουν και στην επιστημολογία τους, και είναι θετικιστές. Θεωρούν ότι με την συλλογή επαρκών δεδομένων, μέσω εξαντλητικής παρατήρησης, αποκαλύπτονται κανονικότητες στα κοινωνικά φαινόμενα, που παραπέμπουν σε γενικούς νόμους. «Πραγματικότητες», όπως οι κοινωνικές δομές, που δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο παρατήρησης, δεν πρέπει να μας απασχολούν.

Β. Ο κονστρουκτιβισμός

Αν, όπως είδαμε, οι ρεαλιστές είναι αντικειμενιστές και οι φιλελεύθεροι υποκειμενιστές, ως προς τον προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος, η έννοια κλειδί για τους κονστρουκτιβιστές είναι η διυποκειμενικότητα.

Για τους κονστρουκτιβιστές, λοιπόν, η δυναμική των σχέσεων μεταξύ των συλλογικών υποκειμένων της διεθνούς ζωής, των εθνών-κρατών, συντελεί στην διαμόρφωση εθνοκρατικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες αυτές είναι εγγενώς σχεσιακές και διαμορφώνονται πάντοτε μέσα σε έναν κοινωνικά κατασκευασμένο κόσμο. Τα έθνη-κράτη δεν είναι απομονωμένες νησίδες. Ο εθνικός εαυτός του ενός  υπάρχει κατά κάποιο τρόπο μέσα στον εαυτό του άλλου.

Οι εθνοκρατικές ταυτότητες αποτελούν, με την σειρά τους, την βάση του προσδιορισμού του εθνικού συμφέροντος. Τα κράτη δεν έχουν έναν «φάκελο» συμφερόντων, που τον περιφέρουν ανεξάρτητα από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν. Προσδιορίζουν, αντίθετα, τα συμφέροντα τους κατά την προσπάθεια τους να διασαφηνίσουν τις καταστάσεις μέσα στις οποίες κινούνται, με βάση τους γενικότερους προσανατολισμούς και την ταυτότητα τους.

Η αυτοβοήθεια, τώρα, είναι προϊόν θέσμισης κατά τους κονστρουκτιβιστές, και όχι αυτόματη συνεπαγωγή της αναρχίας, της απουσίας κεντρικής αρχής στο διεθνές σύστημα. Μέσα στο αθέσμιστο και αναρχικό διεθνές περιβάλλον, οι σχέσεις μεταξύ των κρατών κινούνται ανάμεσα σε δυο άκρα.

Στο ένα άκρο, το χομπσιανό των ρεαλιστών, το παν είναι η εθνική ασφάλεια και το κέρδος του ενός είναι η ζημιά του άλλου. Εδώ τα κράτη είναι δυνητικά εχθροί και η αυτοβοήθεια βρίσκεται στην ημερησία διάταξη.

Στο μέσον του φάσματος των διακρατικών σχέσεων, το φιλελεύθερο, τα κράτη συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν φίλαυτα άτομα, αλλά λόγω της αλληλεξάρτησης τους, δεν επικεντρώνουν την προσοχή τους στην ασφάλεια τους. Κύρια μέριμνα τους είναι η ευημερία τους. Τα κράτη στην περίπτωση αυτή είναι ανταγωνιστές, άλλα όχι εχθροί και η αυτοβοήθεια παίρνει τον χαρακτήρα αναζήτησης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.

Στο άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται τα συνεργατικά διακρατικά συστήματα ασφάλειας. Με την περιορισμένη μορφή του κονσέρτου των μεγάλων δυνάμεων του 19ου αιώνα, αλλά και με την αναπτυγμένη μορφή ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας, όπως θα ήταν ο Ο.Η.Ε, αν διέθετε ισχυρή παρεμβατική δύναμη επίλυσης των διαφορών. Η φιλία και οι συμμαχίες χαρακτηρίζουν τον συνεργατισμό, ενώ η αμοιβαία αναγνώριση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος και όχι τόσο η αυτοβοήθεια.

Η κονστρουκτιβιστική προσέγγιση μοιάζει πιο ευρύχωρη και φιλοδοξία της είναι να ενσωματώσει τις άλλες δυο προσεγγίσεις, την ρεαλιστική και την φιλελεύθερη, ως οιονεί υποπεριπτώσεις της, όπως φαίνεται από τα παραπάνω. Η ευρυχωρία αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι ο χαρακτήρας της διεθνούς ζωής, κατά τους κονστρουκτιβιστές είναι σχεσιακός και όχι ατομικιστικός. Καθορίζεται από τα πιστεύω και τις προσδοκίες που διαμορφώνουν τα κράτη, το ένα για το άλλο, στην πορεία του χρόνου.

Αν και οι κονστρουκτιβιστές δεν αποδέχονται παγιωμένες εσαεί ταυτότητες, θεωρούν ότι οι αλλαγές στην εθνοκρατική ταυτότητα επέρχονται, μόνον όταν εμφανίζονται νέες προκλήσεις, που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις περί του εθνικού εαυτού. Οι αλλαγές στην ταυτότητα διευκολύνονται, επιπλέον, εάν το κόστος του μετασχηματισμού της δεν υπερβαίνει το όφελος από την τροποποίηση της.

Μετά από όλα αυτά είναι φανερό ότι η οντολογία του κονστρουκτιβισμού είναι σχεσιακή και όχι ατομιστική. Απαντώντας στο ερώτημα περί του όντος, αποφαίνεται ότι υποκείμενα της διεθνούς ζωής είναι κυρίως τα έθνη-κράτη και ότι αυτά είναι σχεσιακές πραγματικότητες.

Οι κονστρουκτιβιστές δεν είναι, εξάλλου, στην πλειονότητα τους θετικιστές, όπως οι ρεαλιστές και οι φιλελεύθεροι. Αρκετοί από αυτούς πιστεύουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει θεωρία χωρίς αρχιμήδειο στήριγμα, χωρίς πολιτισμική και ιστορική έδραση και αφετηρία. Αντιμετωπίζουν μάλιστα τις αξιώσεις  αντικειμενικότητας και ουδετερότητας των άλλων δυο προσεγγίσεων, ως ανομολόγητο ή ανεπίγνωστο ευρωκεντρισμό.

Γ. Το οντολογικό έλλειμμα

Το πρόβλημα με τον κονστρουκτιβισμό είναι ότι η οντολογία του είναι ανολοκλήρωτη, παρότι είναι χωρητικότερη των άλλων δύο θεωριών. Είναι χαρακτηριστικό, πως ούτε τον απασχολεί ιδιαίτερα, ούτε και έχει απάντηση στο πρόβλημα της εθνικής συνέχειας. Η ταυτότητα του έθνους δεν ορίζεται μόνον στο πεδίο της σχέσης-διαφοράς με το άλλο έθνος, δεν ορίζεται μόνον συγχρονικά. Ορίζεται και διαχρονικά. Ορίζεται και στο πεδίο της σχέσης-διαφοράς με τον εκάστοτε εαυτό του. Χωρίς επομένως την παραδοχή πολιτισμικής εξελίξεως (και όχι απλώς αόριστης διαδοχής ταυτοτήτων), χωρίς δηλαδή μετάβαση από μια βαθμίδα πολιτισμού σε μιαν άλλη, πιο προωθημένη ανθρωπολογικά, η συζήτηση περί εθνικής συνέχειας δεν μπορεί να ξεκινήσει καν.

Πηγές

  • Αυτοείδωλον εγενόμηνΤο αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας. Του Θεοδώρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2005.
  • Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος, Του Kenneth N. Waltz. Εκδόσεις Ποιότητα. Αθήνα 2011.
  • A social theory of international politics. By Alexander Wendt. Cambridge University press 1999.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το ραντεβού των φίλων”, 1924) είναι έργο του, γερμανού, Max Ernst.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here