Δερμάτινοι χιτῶνες

3
846

Πρν πὸ ὅλα πρέπει ντονισθῆ ὅτι οδερμάτινοι χιτνες, πως τδείχνει καθαρὰ ἡ διήγηση τς Γενέσεως, προστέθηκαν στν νθρωπο μεττν πτώση καὶ ὅτι δν ποτελον φυσικσυστατικστοιχεο του. Ατποὺ ἡ ἐμπειρικπαρατήρηση νομάζει «φυσικότητα» τοῦ ἀνθρώπου εναι γιτβιβλικοπατερικδιδασκαλία μιμεταγενέστερη, μεττν πτώση κατάσταση, χι ἡ ἀρχικκασυνεπς ληθινφύση του. «τι οκεία μν κακατφύσιν τος νθρώποις στν ζωὴ ἡ πρς τν θείαν φύσιν μοιωμένη» (Γρηγόριος Νύσσης). Καλεται συνεπς σύγχρονος νθρωπος, ν θέλη νκατανοήση πλήρως τν παρξή του, τκαλστοιχεα λλκατδεινποτν μαστίζουν, νδιευρύνη τν ρίζοντά του, νδιερωτηθμήπως ατποθεωρε«φυσικ» δν εναι τόσο ατονόητο. Καπρέπει νσημειώσουμε πς εναι εοίωνο τγεγονς τι οἱ ἐπιστήμονες θέτουν ττελευταα χρόνια στχρο τν νθρωπολογικν πιστημν αττὸ ἐρώτημα. Πάντως γιὰ ὅποιον θέλει νκινηθστχρο τς ρθόδοξης βιβλικοπατερικς νθρωπολογίας διάκριση ατὴ ἔχει ποφασιστικσημασία καπρέπει ντν χη συνέχεια κατνο.

Τδεύτερο σημεο ποχρειάζεται νὰ ἐπισημανθῆ ἀφετηριακεναι τι τος δερμάτινους χιτνες δν ποτελετσμα τοῦ ἀνθρώπου. Οπατέρες πνωρς βρέθηκαν στν νάγκη νττονίσουν ατ γινὰ ἀναιρέσουν τς ποτιμητικς γιτὸ ἀνθρώπινο σμα αρέσεις τν γνωστικν. Δν εναι παράδοξο τι ὁ Ὠριγένης, πηρεασμένος πτλαθεμένη ντίληψή του γιτν προΰπαρξη τν ψυχν, μφέβαλε γιτὸ ἂν κάτω πτν κφραση «δερμάτινοι χιτνες» τς Γραφς πρέπει ννοηθον τσώματα ἢ ὄχι. λλκαὶ ἀπέναντι σαττν μφιβολία οπατέρες σκον σκληρκριτική, χαρακτηριστικ τς προσπαθείας τους χι πλς νὰ ὑπογραμμίσουν τθετικὴ ἀξία τοσώματος, λλντονίσουν τν κεντρικχριστιανικὴ ἀλήθεια τι τσμα μαζμτν ψυχ«συνθέτουν» τν «κατφύσιν» νθρωπο. «νθρωπος δὲ ἀληθέστατα λέγεται κατφύσιν οτε ψυχ χωρς σώματος, οτασμα χωρς ψυχς, λλτὸ ἐκ συστάσεως ψυχς κασώματος ες μίαν τν τοκαλομορφν συντεθέν» (πιφάνιος Κύπρου). Ἡ ἀλήθεια ατεναι γιτν πατερικπαράδοση χι μόνο κεντρικὴ ἀλλκασαφής. τσι δχρειάζεται νὰ ἐπιμείνουμε δστν τεκμηρίωση ἢ ἀνάλυσή της.

μως τί εναι οδερμάτινοι χιτνες; Μιλήσαμε παραπάνω γιβαρυσήμαντη διδασκαλία τν πατέρων σχετικμτθέμα ατό. πατερικδιδασκαλία εναι ντως βαρυσήμαντη, δν εναι μως συστηματική. Οπατέρες, πως χρησιμοποίησαν τ«κατεκόνα» γινὰ ἐκφράσουν τν πραγματικότητα τοκατφύσιν νθρώπου, χωρς νκάνουν γύρω πτν λήθεια ατὴ ἕνα σύστημα, τσι συχνβοηθήθηκαν πτν ννοια τν «δερματίνων χιτώνων» γινπεριγράψουν καὶ ἑρμηνεύσουν τν μεττν πτώση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Διατύπωσαν μτν τρόπο ατπολλς λήθειες σχετικμτος δερμάτινους χιτνες καὶ ἔκαναν ποικίλες φαρμογς τοῦ ὅρου.

νας πρτος κοινς τόπος λων τν φαρμογν εναι τι οδερμάτινοι χιτνες κφράζουν τνεκρότητα τν ποία περιβλήθηκε ς δεύτερη φύση του μεττν πτώση ὁ ἄνθρωπος. «Τος δερματίνους χιτνας διτοτο κατεσκεύασεν (Θεός) οονε νεκρότητι περιβαλν ατόν (τν νθρωπο)» (Μεθόδιος λύμπου). ν πρν πτν πτώση ὁ ἄνθρωπος ταν «γυμνς τς τν νεκρν δερμάτων πιβολς», κατόπιν «δέρμασι νεκρος περικαλύπτεται» (Γρηγόριος Νύσσης). «Οκον κ τς τν λόγων φύσεως νεκρότης οκονομικς περιετέθη τ ες θανασίαν κτισθείσ φύσει» (Γρηγόριος Νύσσης).

Στχωρία ατά, κασὲ ἄλλα ποδν παραθέτουμε, εναι χαρακτηριστικὸ ὅτι δγίνεται λόγος γιθάνατο λλγινεκρότητα, γιμινέα κατάσταση στν ποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, γιμιὰ ἐν θανάτζωή (Γρηγόριος Νύσσης). Ἡ ἀλλαγεναι μεγάλη, ποτελεπλήρη ντιστροφτν πραγμάτων. Ὁ ἄνθρωπος δν χει πιά, πως πρίν, ς συστατικχαρακτηριστικό του τζωή, δν πάρχει χάρη στζωποὺ ἀναβλύζει φυσικὰ ἀπμέσα του, πάρχει σο ναβάλλει τθάνατο. Ατποκυρίως πάρχει τώρα εναι θάνατος, ζωὴ ἔχει μετατραπσὲ ἐπιβίωση.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητς σμιὰ ἐμπνευσμένη «θεωρία τοτρόπου καθν γέγονε τοῦ Ἀδμ παράβασις» βλέπει τν πρωτόπλαστο νὰ ἐπείγεται νδημιουργήση στν αυτό του μτρόπο τεχνηττς διότητες τοΘεο, νδημιουργήση μέσα του ατόνομα, «δίχα ΘεοκαπρΘεοκαοκατΘεόν», ,τι εναι ποκλειστικχαρακτηριστικό του Θεο, τν ατοζωή. γκατέλειψε τσι τν ρμόζουσα στφύση του θεία τροφ καδιάλεξε γινφτιάξη τν ξεχωριστδική του ζωὴ ὡς τροφτν καρπτοῦ ἀπαγορευμένου δένδρου, ποὺ ὡστόσο εχε διδαχθῆ ἀππρν τι ταν καρπς θανάτου, δηλαδκαρπς τς διαρκος ρος, λλαγς καὶ ἀλλοιώσεως. τσι κανε νάλογη μτν καρπό, φθαρτή, κατζωή του, δημιούργησε ζωντανμέσα του τθάνατο. Γιατί, φοῦ ὁ θάνατος πάρχει, ξηγεῖ ὁ θεοφόρος πατήρ, ς φθορατοποκάθε φορδημιουργεται, διαρκς δτδημιουργούμενο μτν εσροκαὶ ἀπορροτν τροφν σμα φθείρεται καττρόπο φυσικό, εναι φανερπς κενα μτὰ ὁποα πίστεψε ὁ Ἀδμ τι δημιουργεται ζωή, ατδημιούργησαν μέσα του καμέσα μας κασυντηρον κτοτε κμαο τθάνατο. τσι ὁ Ἀδμ παρέδωσε τροφστθάνατο λόκληρη τφύση. Κα«μν θάνατος ζ διλου τοχρονικοτούτου διαστήματος, μς βρσιν ποιούμενος, μες δζμεν οδέποτε, εδιφθορς π’ ατοκατεσθιόμενοι» (Μάξιμος μολογητής). Γιατό, λίγο πικάτω, νομάζει «τπέρας τς παρούσης ταύτης ζως οθάνατον, λλθανάτου παλλαγήν».

νεκρότητα λοιπόν, ἡ ἀπουσία τς ζως, ποβιώνεται πτς εαίσθητες ψυχς κάθε ποχς ς πουσία νοήματος, «γρς καδιαλελυμένος» (ωάννης Χρυσόστομος)«κατεψυγμένος» (Γρηγόριος Νύσσης) βίος, εναι πρώτη διάσταση τν δερματίνων χιτώνων.

νεκρότητα ατεναι χαρακτηριστικ τς λόγου φύσεως. Τὸ ὅτι ντύθηκε λοιπν ματὴ ὁ ἄνθρωπος, συμπίπτει μτὸ ὅτι ντύθηκε τν λογη φύση, μτὸ ὅτι ζστὸ ἑξς μτζωή της καχαρακτηρίζεται πτς διότητές της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γι«τν νεκρν κενον καεδεχθχιτνα, τν κ τν λόγων δερμάτων μν πιβληθέντα». Καὶ ἐξηγε: «δέρμα δὲ ἀκούων τσχμα τς λόγου φύσεως νοεν μοι δοκ, πρς τπάθος οκειωθέντες περιεβλήθημεν». Προσδιορίζει δμὲ ἀκόμα μεγαλύτερη σαφήνεια: «στι δὲ ἃ προσέλαβεν (ὁ ἄνθρωπος) πτοῦ ἀλόγου δέρματος· μίξις, σύλληψις, τόκος, ρύπος, θηλή, τροφή, ἡ ἐκποίησις, κατλίγον πττέλειον αξησις, ἡ ἀκμή, τγρας, νόσος, θάνατος» (Γρηγόριος Νύσσης), δηλαδὴ ὅ,τι σήμερα νομάζουμε βιολογικζωή.

Θὰ ἦταν λάθος νθεωρήσουμε πς στκείμενο ατγίνεται λόγος ποκλειστικγιτσμα, τι οδερμάτινοι χιτνες ξαντλονται στσμα. «μίξις», «τόκος», «θηλή» κατὰ ἑπόμενα στάδια ναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου δν ξαντλονται στς σωματικς νέργειες, μπεριέχουν κατς νέργειες λειτουργίες τς ψυχς, ποκι ατς ντύνονται τ«λογο σχμα» —εναι νδεικτικτὸ ὅτι δλέει λογο σώμα—, χάνουν τν λευθερία καλογικότητά τους καξεπέφτουν σνστικτα. λόκληρος ψυχοσωματικς ργανισμς τοῦ ἀνθρώπου παθε μτν πτώση να εδος μπλοκς, γκλωβίστηκε στδεδομένα το«λόγου σχήματος».

ποτέλεσμα τοῦ ἐγκλωβισμοατοεναι λογη παράλογη ζωή. Τθεοειδ χαρακτηριστικκαοθεοειδες τάσεις το«κατεκόνα» ξέφυγαν πτφυσική τους, τσύμφωνη πρς τσύμφυτο λόγο τους, κατεύθυνση καλειτουργικότητα, διαστράφηκαν, ποτάχθηκαν στν λογη φύση κατὰ ἰδιώματα τς τελευταίας ντυσαν, σ χιτνες λογοι, τν νθρωπο. Τσαρκοβόρα ζα συντηρονται μτθυμό, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τπολυγονοντα μτφιληδονία· δειλία σώζει τὰ ἀδύναμα καὶ ὁ φόβος τεάλωτα. Ατὰ ὅλα κατπαρόμοια «διτς κτηνώδους γενέσεως συνεισλθε τ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευ». τσι «τς λόγου φύσεως πεμίχθη τῷ ἀνθρώπτὰ ἰδιώματα» (Γρηγόριος Νύσσης). Θδομε πικάτω μπερισσότερες λεπτομέρειες πς γινε ατὴ ἡ σύζευξη τοῦ ἀνθρώπου μτὰ ἰδιώματα τς λόγου φύσεως, ποστν νθρωπο μφανίζονται καλειτουργον ς πάθη. δῶ ἀρκενσημειώσουμε τι ποτελεστοιχεο τν δερματίνων χιτώνων.

λλὰ ἡ ζωποὺ ἐπιβάλλουν στν νθρωπο οδερμάτινοι χιτνες εναι νεκρὴ ἢ βιολογικὴ ἢ ἄλογη πειδή, στελευταία νάλυση, εναι λική. Οδερμάτινοι χιτνες ταυτίζονται πτν γιο Γρηγόριο Νύσσης μτ«πρόσκαιρα φύλλα τς λικς ταύτης ζως, περ τν δίων καλαμπρν νδυμάτων γυμνωθέντες, κακς αυτος συνερράψαμεν». Ἡ ὑλικότητα ατὴ ἀγκαλιάζει λόκληρο τν ψυχοσωματικὸ ὀργανισμτοῦ ἀνθρώπου, δν ναφέρεταιξίζει νσημειωθκαπάλιποκλειστικστσμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, συνεχίζοντας τπαραπάνω χωρίο, προσδιορίζει τ«φύλλα τς λικς ζως» ς τς «τρυφς καδόξας κατς φημέρους τιμς κατς κυμόρους τς σαρκς πληροφορίας» καὶ ἀλλοῦ ὡς «δονήν τε καθυμν καγαστριμαργίαν καὶ ἀπληστίαν κατὰ ὅμοια». δόξα, τιμή, θυμός, δν εναι χαρακτηριστικτοσώματος.

Τσμα χει σφαλς ντυθτος δερμάτινους χιτνες, γινε «παχκαστερέμνιον», χαρακτηρίζεται πτν «παχυμερ ταύτην καβαρείαν κατασκευήν», ν στν νάσταση, πότε θξαναβρτελειοποιημένη τν προπτωτικφύση του, θ«μετακλωσθ» «πτλεπτότερόν τε καὶ ἀερδες», θὰ ἀποκατασταθ«ν μείνονι καὶ ἐρασμιωτέρω κάλλει» (Γρηγόριος Νύσσης).

λλκαοψυχικς λειτουργίες χουν γίνει κι ατς μαζμτς σωματικς «σωματώδεις», ποτελον καττν γιο Γρηγόριο Νύσσης μαζμτσμα «τς καρδίας τκάλυμματν σαρκώδη το παλαιοῦ ἀνθρώπου περιβολήν». «Σάρκα δεπών, προσδιορίζει μμεγαλύτερη κρίβεια, τν παλαιν λέγω νθρωπον, ν κδύσασθαι καὶ ἀποθέσθαι κελεύει θεος πόστολος», δηλαδτν νθρωπο κενο ποὺ ὁ Ἀπόστολος νομάζει «σαρκικ» «ψυχικ» σὲ ἀντιδιαστολπρς τν «πνευματικό». Σύμφωνα μμιπεριεκτικδιατύπωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, οδερμάτινοι χιτνες εναι «τφρόνημα τς σαρκός».

Πρόκειται λοιπν γιμιγενικσύζευξη τοῦ ἀνθρώπου μτν λικότητα, τν έναη ροτν στοιχείων ποὺ ἀπαρτίζουν τν λικκόσμο, τδιαρκκίνηση καὶ ἀλλοίωση, ποτν κάνει μπαθκαστσύνολό του «σαρκικό». Καταλαβαίνουμε τσι γιατί γιτν γιο πίσκοπο Νύσσης σαττνεκρή, βιολογική, λογη, λικσαρκικότητα ο«τιμς» ποβρίσκει ὁ ἄνθρωπος εναι ναπόφευκτα «φήμερες» καγιατί ο«πληροφορίες», δηλαδτστηρίγματα, οβεβαιότητες τς «σαρκς» εναι «κύμορες», δηλαδθνητς καγιατθανατηφόρες.

Πρν ντυθτος δερμάτινους χιτνες ὁ ἄνθρωπος φοροσε στολ«θεοΰφαντη», τψυχοσωματικὸ ἔνδυμά του ταν φασμένο μτχάρη, μτφς κατδόξα τοΘεο. Οπρωτόπλαστοι «τῇ ἄνωθεν σαν δόξῃ ἠμφιεσμένοιἡ ἄνωθεν δόξα παντς ματίου μλλον ατος περιέσκεπε» (ωάννης Χρυσόστομος). Πρόκειται γιτὸ ἔνδυμα το«κατεκόνα», τν μτν πνοτοΘεοσυγκροτημένη καθεοειδς δομημένη προπτωτικὴ ἀνθρώπινη φύση. Στὸ ἔνδυμα κενο λαμπε «πρς τθεον μοίωσις», ποτσυνιστοσαν χι να «σχμα» ἢ ἕνα «χρμα», λλὰ ἡ «πάθεια», «μακαριότητα» καὶ ἡ «φθαρσία», τχαρακτηριστικμτὰ ὁποα «τθεον θεωρεται κάλλος» (Γρηγόριος Νύσσης).

πρωτόπλαστος ταν, σύμφωνα μμιπεριεκτικώτατη διατύπωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοΘεολόγου, «γυμνς τῇ ἁπλότητι». Ατσημαίνει, καθς ρμηνεύει ὁ ἅγιος Μάξιμος, πς τσμα του δν κλεινε μέσα του τς νάντιες μεταξύ τους «ποιότητες», ποτραβώντας το τώρα πρς διαφορετικς κατευθύνσεις τμαστιγώνουν μτφθορκατδιαφθείρουν, λλ«τέραν, πρέπουσαν ατ κρσινμάχοις καὶ ἁπλας ποιότησιν συνεχομένην». ταν «δίχα ρος καὶ ἀπορρος», λεύθερο π«τς φκάτερα τούτων καττν τν ποιοτήτων πικράτειαν συνεχος λλοιώσεως» καγιατδν ταν μοιρο «τς κατχάριν θανασίας». ν κατανοήσουμε τ«γυμνότητα» ς διαφάνεια, μπορομε νπομε πς τσμα τοῦ Ἀδμ ταν τόσο πλό, στε ταν στν πραγματικότητα διαφανές, νοιχτστν λικκτίση, δν τς φερνε καμμιὰ ἀντίσταση, κι κόσμος δν φερνε σατκαμμιὰ ἀντίσταση, τοῦ ἦταν παραδομένος. Κρατώντας τν διοσυστασία καὶ ἑτερότητά του ς πρς τν κόσμο, τὸ ἀνθρώπινο σμα δν εχε στόσο καμμιὰ ἀπόσταση πατόν.

Καὶ ἡ ψυχτοῦ ἀνθρώπου ταν νοιχτστς γγελικς δυνάμεις κατΘεό, δν φερνε ντίσταση, πικοινωνοσε νετα τόσο μτν γγελικπνευματικκόσμο, σο καμτΠνεμα τοΘεο. πρχε τότε, γράφει θεηγόρος πίσκοπος Νύσσης, μιὰ ἑνιαία χοροστασία τς λογικς φύσεως, γγελικς καὶ ἀνθρώπινης, «πρς να βλέπουσα τν τοχοροΚορυφαον καπρς τν κεθεν νδιδομένηνρμονίαν τν χορν νελίσσουσα». λλ«τν νθεον κείνην διέλυσε τοχοροσυνωδίαν» ἡ ἁμαρτία, ποὺ ἅπλωσε κάτω πτπόδια τν πρώτων νθρώπων, «τν ν τας γγελικας δυνάμεσι συγχορευόντων», τγλίστρα τς πάτης, κι ὁ ἄνθρωπος πεσε, ναμίχθηκε μτλάσπη, ατομόλησε πρς τν φι, ντύθηκε τνεκρδέρματα κι γινε «πτμα». τσι «διεσπάσθη τς πρς τος γγέλους συνάφειας ὁ ἄνθρωπος». Μπαραπλήσιο τρόπο διασπάστηκε καὶ ἡ συνάφεια τοῦ ἀνθρώπου πρς τν λικκτίση.

Φθάνουμε τσι σνα δεύτερο σημεο τς μελέτης μας. Νδομε ναλυτικώτερα πς γινε παραπάνω διάσπαση καὶ ἡ ἀντίστοιχη σύζευξη μτ«λογο σχμα», νὰ ἐρευνήσουμε δηλαδκαττρόπο πισυγκεκριμένο πς τπροπτωτικθεοειδς καθεοΰφαντο νδυμα τοῦ ἀνθρώπου μετατράπηκε σδερμάτινους χιτνες. Κι τσι, σως φωτισθον μερικὰ ἀκόμη σημεα τοῦ ἀρχικοῦ ἐρωτήματος, τοποιό δηλαδεναι τπραγματικὸ ἀνθρωπολογικπεριεχόμενο τν δερματίνων χιτώνων.

 

πτβιβλίοΖον Θεούμενον”, κδ. ρμός. Αναδημοσιευμένο στο τεύχος 254  (Δεκέμβριος 2013) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”.

Εικόνα: Οι δερμάτινοι χιτώνες. Ψηφιδωτό. Καπέλα Παλατίνα (Παλέρμο, Σικελία) 12ος αι.

3 Σχόλια

  1. Θερμώς σας ευχαριστούμε. Αυτή η πραγματεία θα έπρεπε να ήταν η βάση της παιδείας μας. Διότι η απλότητα πάει μαζί με την αθωότητα, μέσα από την οποία τα παιδιά τα παιδιά κοινωνούν ως θαύμα τον κόσμο. Αν ξεκινούσαμε με την σοβαρότητα της αφθαρσίας μας θα αναλαμβάναμε σιγά σιγά ως φυσική κίνηση το χρέος να απαλλάξουμε από κάθε μορφή θανάτου ολόκληρη την Δημιουργία. Δυστυχώς γερνάμε μέσα σε αλλότριες δόξες και πάθη, διασκεδάζοντας τη σκιά της θνητότητα μας .

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here