Δ΄ Κοινωνική Επιστολή. Σκέψεις με αφορμή την εμβολιαστική – αντιεμβολιαστική διένεξη

1
1056

Ό,τι θετικό περιλαμβάνει το υπόψη κείμενο, αποκλειστικά το χρωστά στα έργα των Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, «Περί θείων ονομάτων» και ιδιαιτέρως στο «Περί Κακού» Κεφάλαιο Δ’, René Girard, «Εθεώρουν τον σατανά ως αστραπήν…» (Εξάντας, 2002) και Θεοδώρου Ζιάκα, «Πέρα από το άτομο» του (Αρμός, 2003), στο οποίο η θεωρία του Girard προσλαμβάνεται με τρόπο ουσιαστικό και, κατά μία έννοια, διορθωτικό. Η γενικότερη απουσία συγκεκριμένων παραπομπών στα υπόψη έργα οφείλεται στην από μνήμης επίκληση σημείων τους, «κενό» που μετά βεβαιότητας θα συμπληρωθεί από το έμπειρο και κριτικό μάτι του αναγνώστη. Επίσης, επειδή όπου Αρεοπαγίτης και Ομολογητής, δε θα μπορούσε να απουσιάζει ο απαράμιλλος σχολιαστής των Αεροπαγιτικών συγγραφών, άγιος Μάξιμος (Ομολογητής). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναφορές πραγματοποιούνται με τρόπο συγκεκριμένο και παρατίθενται ως υποσημείωση. Σκοπός της παρέμβασης δεν είναι η εξάντληση της θεολογίας των αγίων ούτε της ευρύτερης σκέψης των προαναφερόμενων διανοουμένων, αλλά η κατάθεση ενός επιπλέον τρόπου πρόσληψης της τρέχουσας συγκυρίας και, γιατί όχι, η παρότρυνση για περαιτέρω εμβάθυνση στο έργο των υπόψη λογίων. Επίσης, κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστεί εξαρχής, ότι η επιστολή συντάχθηκε με αφορμή την, όχι για την εμβολιαστική – αντιεμβολιαστική διένεξη.

II

Μετά και τις σύντομες εισαγωγικές – τεχνικής φύσης διευκρινήσεις, ας ξεκινήσουμε την προσπάθεια να καταστεί σαφές ποιος τέλος πάντων είναι ο φταίχτης, αναφορικά με τις σισύφειες προσπάθειες της ανθρωπότητας όχι απλά να επιτύχει, μα ακόμη και να προσεγγίσει την πράγματι ειρήνη του βίου (ατομικού και κατ΄ επέκταση συλλογικού), εστιάζοντας παράλληλα στην παραδοχή ότι η υπόψη διαδικασία εντοπίζεται κυριολεκτικά πάσχουσα, πως ίσως και να μπορούσε να τα πάει καλύτερα. Ακολουθώντας πορεία αντίστροφη, δηλαδή από την απόφανση προς την τεκμηρίωση, και με την προσδοκία το τόλμημα τούτο να αποβεί καρποφόρο, θα πούμε πως ο φταίχτης δεν είναι άλλος -δεν μπορεί να είναι άλλος- από το κακό και όσοι το εκφράζουν ή εκφράζονται από δαύτο∙ ρητά ή αρρήτως, ηθελημένα ή παρά τη θέλησή τους. Τι είναι όμως το κακό;

ΙΙΙ

Σύμφωνα με την Πατερική Παράδοση, το κακό δεν είναι η μερική, αλλά η παντελής έλλειψη του αγαθού. Όμως, η προοπτική της ολοκληρωτικής εξάλειψης του αγαθού δεν ήταν ποτέ δυνατόν μα ούτε πρόκειται ποτέ να συμβεί[1] (το γιατί εξηγείται παρακάτω). Επίσης, η παρέκκλιση από το αγαθό ολωσδιόλου διαταράσσει -πολλώ δε μάλλον αλλοιώνει- την αγαθή φύση των όντων[2], καθόσον το κακό δεν παρουσιάζεται από τη φύση του ως τέτοιο, αλλά αποκλειστικά λόγω της έκπτωσής του από το αγαθό[3]. Επιπροσθέτως, το αυτό-κακό είναι εντελώς δίχως ουσία, και από την ύλη ακόμη, επειδή δεν είναι απολύτως τίποτα[4].

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, το κακό ούτε είναι ούτε δεν είναι, παρά μόνο απλά υπάρχει. Υπάρχει, ήτοι βρίσκεται υπό της αρχής, του Αγαθού, αναφανδόν όχι ως δημιούργημα ή ενέργεια, αλλά ως παρυπόστασή του[5]. Δηλαδή, ως αυτοπροαίρετη κατά το δοκούν πρόσληψη, ενίοτε ή επί το πλείστον διαστροφική της αληθείας με παράλληλη την παρουσίαση, παραθεώρηση και λογικοποίηση της παρ-εκτροπής από το Αγαθό ως… αγαθή[6]!  Αναφέρει σχετικά ο Αρεοπαγίτης: «ουδείς γαρ εις το κακόν αποβλέπων ποιεί α ποιεί». Το κακό γίνεται από επιδίωξη του αγαθού. Ό,τι πράττει το κακό το πράττει με την ανάμιξή του με το αγαθό[7].

Η ολοκληρωτική, λοιπόν, όπως προ ολίγου αναφέρθηκε, επικράτηση του κακού επί του αγαθού είναι αδιανόητη καθότι αδύνατη. Αυτό γιατί, καθώς παρυφίσταται του αγαθού, με την ολοσχερή εξάλειψη του αγαθού θα εξαλειφθεί και το ίδιο όπως, επί παραδείγματι, η ασθένεια που ταλαιπωρεί το σώμα με τον αφανισμό του σώματος αφανίζεται και η ίδια.

Το παντελώς ανυπόστατο του κακού οδήγησε τους Πατέρες στην χρήση και του όρου κακία, η οποία αποτελεί συμβεβηκός του κακού και ορίζεται ως η εσφαλμένη χρήση των νοημάτων (κίνηση του νοός) και η αντίστοιχη χρήση των πραγμάτων (πράξη – απεικόνιση του νοουμένου στην ύλη)[8], αλλά και ως ενέργεια των ακαθάρτων πνευμάτων[9] ενώ όπως το κακό έτσι κι αυτή, η κακία, επίσης είναι ανυπόστατη υπάρχουσα δηλαδή στα όντα από τις πράξεις τους[10].

Το κακό ή κάλλιο η κακία προκύπτει ως επιλογή και εν συνεχεία καθιερώνεται ως συνήθεια, ως έξη. Λαμβάνει, εξ αυτό-παραχωρήσεως, χαρακτήρα προσωπικό, αρκούντως εκδηλωτικό, εγείροντας πεισματικά δικαιώματα εκπροσώπησης και έκφρασης. Συλλαμβάνεται διανοητικά και πράττεται  πρακτικά στην ύλη. Αναφορικά με την απαρχή της, την καταβολή της, κατηγορηματικά ολωσδιόλου ανήκει στο Αγαθό, ολωσδιόλου αφορά στον Δημιουργό, αλλά αποκλειστικά στην ατομική παρά φύση κίνηση[11]. Πρωταίτιος και κύριος εκφραστής του είναι ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο διάβολος και το αγγελικό τάγμα που τον ακολούθησε παρασυρόμενο από αυτόν. Παρ’ όλα αυτά, και πάλι σύμφωνα με το «Περί θείων ονομάτων» του Αρεοπαγίτη, ούτε οι δαίμονες είναι φύσει κακοί καθώς μετέχουν «τ΄ αγαθού κατ’ αυτό το της ενώσεως και φιλίας αμυδρόν απήχημα». Το αρχέτυπο του κακού και τα όργανά του εξέπεσαν από το Αγαθό, αφενός θεληματικά αφετέρου λόγω της αδυναμίας του «τηρήσαι την εαυτών αρχήν» και «δια το ασθενείν περί την κατά φύσιν ενέργειαν».

ΙV

Πώς, όμως, ήγουν με ποια μορφή εκδηλώνεται το κακό; Οι Γραφές και η Πατερική Παράδοση χαρτογραφούν τον τρόπο εκδήλωσης/ιδιότητες του κακού, ονοματίζοντάς το ή υπονοώντας το άλλοτε ως ψεύδος, ως εξαπάτηση, ως δημιουργία σκανδάλων, ως ανθρωποκτονία[12] κ.α. Επίσης, ο Σατανάς αναφέρεται ως κοσμοκράτορας του σκότους και του αιώνος τούτου. Η διατήρηση της εξουσίας του εξασφαλίζεται μέσω των προαναφερόμενων μεθοδεύσεων. Με το ψεύδος, την απάτη, τη δημιουργία και διασπορά διχαστικών σκανδάλων[13], την ανθρωποκτονία. Ξεκινώντας από την τελευταία, την ανθρωποκτονία, αξίζει να διευκρινιστεί πως τούτη μπορεί να θεωρηθεί τόσο ως βιολογική όσο -και κυρίως- ως πνευματική μέσω της υποδαύλισης της θεληματικής διαφοροποίησης του ανθρώπου[14] από την πηγή της ζωής, τον Τριαδικό και μόνο αληθινό Θεό. Όσον αφορά στον τρόπο ενεργείας του κακού και τις επιδιώξεις του…

V

Εκμεταλλευόμενοι τα ζιράρεια συμπεράσματα όπως αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο έργο του, είναι ευκαιρία να εξετάσουμε τη σκοποθεσία του διαβόλου. Απώτερος, λοιπόν, σκοπός του Σατανά είναι η διατήρηση της επιρροής του επί της ανθρωπότητας, που μετά το σκάνδαλο του Σταυρού, όπως με τρόπο απαράμιλλο το χαρακτηρίζει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, συρρικνώθηκε, εκμηδενίστηκε, απλούστατα γιατί αποκαλύφθηκε ο τρόπος λειτουργίας του. Αν ιδρυτικό έρεισμα εμπλοκής του στα της ανθρωπότητας ήταν η εξαπάτηση των πρωτοπλάστων, η διατήρησή του στο προσκήνιο ως επικυρίαρχός της είναι η δημιουργία σκανδάλων, και φυσικά η έξη η οποία εγκατέστησε την κακία στην ανθρώπινη λογική, της παραχώρησε τα πρωτεία της ψυχικής κίνησης, αποπροσανατόλισε το γνωμικό θέλημα στρέφοντάς το από το θέλημα του Θεού, στο παραφύση θέλημα του κακού. Με τη δημιουργία σκανδάλων, μέσω γενικών αναταραχών, επιδίωξη του Σατανά είναι να στρέφει όλους εναντίον όλων. Να διαταράσσει την αρμονική συνύπαρξη, να εξάπτει πάθη και να σπέρνει μίση, να δημιουργεί ή μάλλον να απο-προσανατολίζει τον μιμητικό ανταγωνισμό από το πρότυπο του Χριστού στη μίμηση του διαστροφικού εαυτού του.

Η απόλυτη επικράτηση του κακού επί του Αγαθού θα σήμαινε αυτόματα και την εξάλειψή του, ότι, καθώς προαναφέρθηκε, αποτελεί παρυπόστασή του και εξαρτάται από αυτό. Έτσι και η απόλυτη, η καθολική αλληλοεξόντωση των ανθρώπων θα σηματοδοτούσε και το τέλος της βασιλείας του, καθόσον βασιλεία δίχως βασιλευόμενους και εξουσία δίχως εξουσιαζόμενους είναι πρακτικά αδύνατον να σταθεί. Για αυτό, όπως εξηγεί ο Ζιράρ, την πλέον κρίσιμη στιγμή ο «Σατανάς σατανά εκβάλλει[15]», μιμούμενος το αρχέτυπο του Αγαθού με τρόπο βεβαίως ιδιοτελή και παραμορφωτικό περιορίζοντας το όλοι εναντίον όλων στο όλοι εναντίον ενός, μέσω της ανάδειξης του εξιλαστήριου θύματος στο οποίο χρεώνεται συνολικά η κακοδαιμονία. Από ταραχοποιός αυτοαναιρείται εμφανιζόμενος πλέον ως ειρηνοποιός, μετακυλώντας την ευθύνη της ταραχής στην πλάτη του αποδιοπομπαίου τράγου, επαναφέροντας φαινομενικά τη γαλήνη στο βασίλειό του, διατηρώντας συνάμα την παροδική και επίπλαστη εξουσία του επί του ανθρώπου και της κτίσης, λόγω της εθελούσιας ή αθέλητης ανθρώπινης συγκατάβασης στην ιδιοτελή δολοπλοκία του. Στην εν λόγω θυματοποιητική διαδικασία το εξιλαστήριο θύμα εμφανίζεται ως εκ προοιμίου ένοχο και άξιο της αποπομπής, ενώ, μετά την θυσία του, «αγιοποιείται» υπό τη μορφή επιφανειών, με την εκ των υστέρων δικαίωση θυσίας και θυσιαζομένου.

Ας εξετάσουμε τον τρόπο που πρακτικά εξελίσσονται τα προαναφερόμενα, μέσω της τρέχουσας συγκυρίας του  κορωναϊού SARS – COV2. Φαίνεται ξεκάθαρα, τουλάχιστον για όσους θέλουν να το δουν, πως η κρίση έχει μεταβληθεί εδώ και καιρό από υγειονομική σε κοινωνική. Το διαίρει και βασίλευε δεν αφορά αποκλειστικά στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, αλλά πρωτίστως στο ίδιο το αρχέτυπο της διαιρέσεως, τον διαβολέα διάβολο[16], τον τρόπο του οποίου οι πρώτες δυστυχώς υιοθετούν. Η «θεραπευτική», «καθαρτική» παρέμβαση, εν είδη αρχαϊκής θυσίας, η διατήρηση εμφυλιοπολεμικού κλίματος, δίδει στον Σατανά την ευκαιρία με ένα νέο σκάνδαλο το οποίο στην προκειμένη περίπτωση φέρει τα χαρακτηριστικά της εμβολιαστικής και αντιεμβολιαστικής όξυνσης, αφενός να πλήξει διχαστικά την κτίση και την κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού τον άνθρωπο, αφετέρου να παρατείνει  τη ζωή του ασεβούς βασιλείου του.

Το γαϊτανάκι της διένεξης[17] όπου οι μεν (σκεπτικιστές όσον αφορά στον εμβολιασμό) προσδοκούν τη μαζική εμφάνιση επιπλοκών σε 4 – 5 χρόνια και βιολογικών επιπτώσεων λόγω του εμβολίου με ταυτόχρονη χρέωση αντιπνευματικής συμπεριφοράς, ενώ οι δε (υποστηρικτές του εμβολιασμού) πανηγυρίζουν χαιρέκακα με τον αποκλεισμό από τις κοινωνικές εκδηλώσεις και λειτουργίες, ακόμα και από την ανάγκη σε εργασία ή τα στοιχειώδη αγαθά, ήτοι την ψυχοσωματική εξάντληση όσων εκφράζουν αμφιβολίες, στο εξής πλαίσιο το εντάσσω. Το θλιβερότερο δε όλων είναι α) η κατά το δοκούν μεταφυσικοποίηση της κατάστασης και (αμφότερων) των επιλογών, β) η ύπαρξη σε καθεμία από τις αντιπαρατιθέμενες παρατάξεις πιστών και κλήρου όλων των βαθμίδων, γ) η εμπλοκή του ονόματος του Θεού στο θυματοποιητικό και διχαστικό μηχανισμό του Σατανά.

Οι αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου, αλλά και ο κόσμος ο ίδιος συμπαρασυρόμενος από ή ταυτιζόμενος με δαύτες, δε σημαίνει ότι συγχρωτίζονται, ότι προσκυνούν (συνειδητά) τον Σατανά, δίχως βεβαίως να αποκλείονται και αυτές οι περιπτώσεις. Μετέρχονται, όμως, αψήφιστα των μεθόδων του, λόγω της προσκόλλησής τους σε γεώδεις αντιλήψεις, σε αρχαϊκές μεθόδους τελετουργιών, στην ειδωλολατρεία κ.ο.κ. και κυρίως λόγω άγνοιας της χριστιανικής Αλήθειας, που είναι Αυτός ο ενσαρκωμένος Λόγος, ο Χριστός.

Η σατανική πλεκτάνη της θυματοποίησης αποκαλύφθηκε άπαξ στον Σταυρό[18]. Η ανθρώπινη επιμονή, σκοπιμότητα ή/και αφελής συνήθεια είναι που την διατηρεί στο προσκήνιο και κυρίως η αδυναμία ή αβουλία κατανόησης του νοήματος της σταυρικής, λυτρωτικής θυσίας του Ιησού. Με τη σταυρική θυσία κατέστη εξόφθαλμος ο τρόπος λειτουργίας του κακού, ενώ η Ανάσταση του Κυρίου ήρθε να τον αποδομήσει πλήρως, άπαξ και διαπαντός. Ο νέος τρόπος διευθέτησης των σχέσεων, η λύση των οντολογικών αλλά και των εν γένει κοινωνικών ζητημάτων, βρίσκεται στην αγάπη για τον Θεό με όλη την καρδιά, την ψυχή, την ισχύ, την διάνοιά μας και για τον πλησίον ως εαυτόν, απαντάται στη λογική του μην κάνεις στον άλλον αυτό που δεν θέλεις να σου κάνει. Λύση δεν αποτελεί η έρις, αλλά ο θείος έρως, ο σεβασμός για τον συνάνθρωπο (και την κτίση). Το πέρασμα από τη λογική της θυσίας του άλλου, στη θυσία για τον άλλον.

VI

Πριν το κλείσιμο, κάποιες σκόρπιες παρένθετες υποσημειώσεις/διερωτήσεις, «ιστορικής» κυρίως σημασίας: Ποιος άραγε μπορεί να προεξοφλήσει την αλληλουχία των γεγονότων, το γέρσιμο της πλάστιγγας; Εξιλαστήριο θύμα δύναται να καταστεί κάποια από τις αντιπαρατιθέμενες παρατάξεις ή μήπως αμφότερες; Ίσως τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τους, από τους ίδιους τους σπορείς της κρίσης, τις αρχές και τις εξουσίες[19], οι οποίες εκμεταλλεύονται/πυροδοτούν την συγκρουσιακή κατάσταση προς ίδιον όφελος; Βοηθητικά στην έτι περαιτέρω κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του θυματοποιητικού μηχανισμού στις μέρες μας, του τρόπο ενεργοποίησής του από τις εξουσιαστικές δυνάμεις, μα και ως αφορμή για βαθύτερες συνειδητοποιήσεις, ας αναλογιστούμε ποιόν ρόλο έπαιξαν και πώς εκτονώθηκαν προγενέστερες μεν, πρόσφατες δε, κρίσεις όπως εκείνες των Μνημονίων ή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ποιό εξιλαστήριο θύμα, ποιά θυσία, ποιά απώλεια και στέρηση εκτόνωσε την κρίση; Μήπως τα τελικά οφέλη που αποκομίζουν οι λαοί από την εμπλοκή τους, το σύρσιμό τους στην εκάστοτε αναφυόμενη συγκρουσιακή πλεκτάνη, δεν είναι τίποτα περισσότερο από το κομμένο ωτίον του Μάλχου[20];

Στην τελική, κι εδώ οφείλουμε να κοντοσταθούμε, ποιός ιστορικισμός, ποιά νομοτέλεια επιβάλει μονομερώς και μονοτρόπως το άγος, την φιλονικία, τη θυσία του εξιλαστήριου θύματος ως προϋπόθεση εξόδου από την κρίση, άρσης της κακοδαιμονίας; Γιατί όχι η αγάπη, ο σεβασμός, η υπομονή, η ειρήνη; Ποιός ιστορικισμός, ποιά νομοτέλεια, ποιά έξη υπερτερεί της δυνατότητας του ανθρώπου να βούλεται ελεύθερα – συνανθρωπικά – φιλόθεα; Και… Αν, εν τέλει, η στρεβλή συνήθεια, η πάσχουσα θέληση επισκιάσει εκ νέου τη λογική, αν απορριφθεί η καταλλαγή ως επιλογή, τότε τι; Τότε ο αγώνας επιβολής της «αλήθειάς» μου/μας ξαναφουντώνει κι όποιος επικρατήσει ή ο δυνατός αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της αυτοθυσίας; Και από τα λίγα που γνωρίζω, δυνατός είναι αυτός που αγαπά. Κι όποιος αγαπά διακονεί σύμφωνα με τον θείο τρόπο[21], κι αν η διακονία παρανοείται ως ένδειξη αδυναμίας τότε «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»[22]. Ενίοτε το εν βήμα πίσω, είναι εκείνο που πηγαίνει την ανθρωπότητα εν βήμα μπροστά. Τούτη η πράξη είναι που μπορεί να στερήσει το κίνητρο ρίψεις της πρώτης πέτρας, που αναστέλλει τη λειτουργία του καταστροφικού μιμητισμού: «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω[23]». Προφανέστατα δεν αναφέρομαι σε κάποια μορφή εθελοδουλίας, δουλοφροσύνης, ραγιαδισμού μήτε στη λογικοποίηση της αδικίας ή στην απαθή στάση έμπροσθεν στις πάσης φύσης επιβουλές, εδώ κι όπου γης, αλλά στην αυτοϋπονόμευση και σταδιακή καταστολή της συγκρουσιακής προδιάθεσης μέσα μας, στον έλεγχο της υπολανθάνουσας λαχτάρας για αυτοδικαίωση. Αντιπρόταση στη ζωή των καχυποψιών είναι η πραγμάτωση των Μακαρισμών. «Αυτό που μας εμποδίζει να εγκολπωθούμε του Μακαρισμούς είναι ο φόβος – ο φόβος των άλλων, ο φόβος της καταφρόνιας των συνανθρώπων μας, ο φόβος μήπως γίνουμε παρίες, ο φόβος της φτώχειας και, τελικά, ο φόβος του θανάτου. Θα μπορούσα να το περιγράψω και ως ολιγοπιστία. «Αν έχετε πίστη σαν τον κόκκο του σιναπιού», λέει ο Κύριος, «θα μπορέσετε να μετακινήσετε όρη». Ο Χριστός δεν εννοούσε τα όρη Σινά ή Θαβώρ, αλλά τα μέσα εμπόδια: τα βουνά της επιφύλαξης και της δυσπιστίας, τα βουνά των φόβων μας[24]». Ταπεινά φρονώ κι ίσως σφάλω.

VII

Ως επίλογο. Πέραν της αρχαίας οδού της ασεβείας, της αντιπαλότητας, της διένεξης υφίσταται ως επιλογή και η οδός της πνευματικής ωριμότητας. Η χριστιανική αντιπρόταση στην εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια ξεπερασμένη λογική που επιμένει να θέλει τον Οιδίποδα καταταλαιπωρημένο, τον επαίτη της Εφέσου λιθοβολημένο, την ανθρωπότητα σε διαρκείς φιλονικίες κ.ο.κ. είναι η… μετάνοια∙ η αλλαγή νου. Και η εν αγάπη αλληλοπεριχώρηση.

Η εποχή μας, σαν άλλοτε και σαν πάντοτε, αποτελεί σημείο. Κάτι προφητεύει, κάτι θέλει να δηλώσει ως υπενθύμιση. Ίσως ότι η υπόσχεση εκπληρώθηκε[25]. Ο Χριστός σαρκώθηκε, έπαθε, ετάφη, αναστήθηκε, αναλήφθηκε. Ο Παράκλητος επέμφθη. Τελούμε υπό τη σκιά της Χάριτος[26], όχι υπό τη χειραγώγηση της έριδος, όσο κι αν επιμόνως η δεύτερη ζητάει δικαιώματα που κυριολεκτικά δεν της ανήκουν. Η εποχή μας είναι προσκλητήρια σε επαν – ανακάλυψη του ενυπάρχοντος[27]. Σε επαν – ερμηνεία  του.

Ας την αναμοχλεύσουμε, λοιπόν, γυρεύοντας το μήνυμά της, κατά το δυνατόν ομονοώντας ή τουλάχιστον όχι εχθρευόμενοι αλλήλους αφενός, με ψηλάφηση (επίσης κατά το δυνατόν) πνευματική αφετέρου. Άλλωστε «αν υπάρχει κάποια λύση, αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από τον Χριστό –όχι τον Χριστό-ιδέα, σύμβολο, ηθικό πρότυπο- αλλά τον συγκεκριμένο Χριστό της Εκκλησίας. Όχι η μίμηση του Χριστού της Δυτικής ηθικής αλλά η συμμόρφωση προς το υπόδειγμα του Χριστού, μετοχή στον έναν και μοναδικό «τρόπο υπάρξεως» που Αυτός απεκάλυψε[28]». Έρχου και ίδε[29], γεύσασθε και ίδετε[30]. Τέλος και δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!

 

Σημειώσεις

[1] «Ου γαρ μερική, αλλ’ η παντελής έλλειψις του αγαθού έστι το κακό∙ και ου το μερικώς, αλλά το παντελώς του αγαθού εστερημένον, τούτο ούτε ην, ούτε εστίν, ούτε έσται, ούτε είναι δυνατόν», Μαξίμου του Ομολογητού, Σχόλια εις το Περί θείων ονομάτων, κεφ. Δ΄, ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 165. PG 4, 281

[2] «Το γουν ελλείπον ολίγον του αγαθού ου κακόν∙ δύναται γαρ και τέλειον είναι ως προς την εαυτού φύσιν∙ έστι μεν γαρ τι ως προς μεν το αγαθόν ελλιπές, ως δε προς την εαυτού φύσιν τέλειον, ο δη αγαθόν μεν έστι, κακόν δε ουδαμώς∙ καίτοι τε ελλείψεως μετέχον ως προς το πρώτον αγαθόν», Μαξίμου του Ομολογητού, οπ. π., ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 167 – 169. PG 4, 281 – 285

[3] «μην είναι το κακόν φύσει κακόν, αλλά κατά έκπτωσιν του αγαθού…», Στο ίδιο, ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 181. PG 4, 292

[4] «το κακόν πλέον αφέστηκε του αγαθού, και έστιν εντεύθεν εικότως ανουσιώτερον της ύλης, το αυτό κακόν ως παντή ουδέν ον», Στο ίδιο, ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 153. PG 4, 273

[5] «Ότι πάντων και των κακών αρχή και τέλος εστί το αγαθόν, επειδή και παν ποιούντες, αγαθόν ποιείν νομίζομεν, και ότι υπόστασιν ουκ έχει το κακόν, αλλά παρυπόστασιν, του αγαθού ένεκα, και ουχ εαυτού γινόμενον» Στο ίδιο, ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 201 – 203. PG 4, 304

[6] «ου προς το κακόν ορώντες τούτο πράττομεν, αλλά δοκούντες αγαθόν ποιείν», Στο ίδιο

[7] «ούτω και επί του αγαθού, εν όσω σώζεται εν ημίν, έχομεν εξουσίαν πράττειν και το κακόν∙ αφισταμένου γαρ του αγαθού, ούτε κακόν ΄σστιν ευρείν εν ημίν», Στο ίδιο , ΕΠΕ 14ΣΤ΄, 165 – 167. PG 4, 281

[8] «Ή πάλιν κακία εστίν η εσφαλμένη χρήσις των νοημάτων, η επακολουθεί η παράχρησις των πραγμάτων», Μαξίμου του Ομολογητού, Κεφ. Περί αγάπης, εκατοντάς Β΄, ΕΠΕ 14, 219. PG 90, 989

[9] «κακίας λέγει τας ενεργείας των ακαθάρτων πνευμάτων», Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, Περί αποριών, Ερώτησις ΚΑ΄, ΕΠΕ 14Β, 129. PG 90, 317

[10] «η κακία ανυπόστατος έστιν και εν ουδενί των όντων υπάρχουσα ει μη μόνον εν τω πράττεσθαι», Μαξίμου του Ομολογητού, Πεύσεις και αποκρίσεις, ΕΠΕ 14Α, 23

[11] «Ηργμένον λέγει το κακόν (αρχήν γαρ έχει την ημών παρά φύσιν κίνησιν), ουκ ηργμένον δε, το αγαθόν (προ παντός γαρ αιώνος και χρόνου φύσει το αγαθόν)», Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, Περί αποριών, Ερώτησις ΝΕ΄, ΕΠΕ 14Γ, 97-99. PG 90, 564-565

[12] Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (8, 42-44) ο διάβολος αναφέρεται ως ανθρωποκτόνος και μάλιστα απ’ αρχής και ως πατήρ του ψεύδους

[13] «Ει φύσει το καλόν έστιν ενοποιητικόν των διηρημένων και συνεκτικόν, το κακόν δηλονότι των ηνωμένων εστί διαιρετικόν και φθαρτικόν. Και γαρ φύσει το κακόν σκεδαστόν υπάρχει, και άστατον και πολύμορφον και διαιρετικόν», Μαξίμου του Ομολογητού, Κεφ. θεολογικά και οικονομικά Α΄, ΕΠΕ 15Δ,41. PG 90, 1197

[14] «Εν ουδενί γαρ άλλων καθέστηκε το κακόν, ει μη μόνον εν τη προς το θείον θέλημα διαφορά του κατά γνώμην ημετέρου θελήματος […] δεικνύς ημών την προς τον Θεόν του γνωμικού θελήματος αντιπάθειαν», Μαξίμου του Ομολογητού, Κεφ. θεολογικά και πολεμικά, ΕΠΕ 15Α, 73. PG 91, 56

[15] «και ει σατανάς τον σατανάν εκβάλλει, εφ’ εαυτόν εμερίσθη∙ πως ουν σταθήσεται η βασιλεία αυτου;», Ματθ. 12:26 και «πως δύναται σατανάς σατανάν εκβάλλειν; και εάν βασιλεία ε’ εαυτήν μερισθή, ου δύναται σταθήναι η βασιλεία εκείνη […] και ει ο σατανάς ανέστη εφ’ εαυτόν και μεμέρισται, ου δύναται σταθήναι, αλλά τέλος έχει» Μαρκ. 3, 23 – 26

[16] Βλ. στο ημέτερο κείμενο «Η άνοδος του αυτό-νομιζόμενου εαυτού και η α-ταυτοτική θέσμιση της κοινωνίας», Περιοδικό της Πειραϊκής Εκκλησίας, τεύχος 333 καθώς και στο antifono.gr

[17] Παρακαλώ όπως μου συγχωρεθεί η γενίκευση. Πιστεύω ακράδαντα ότι η διένεξη αφορά κυρίως σε μικρές εστίες, το φούντωμα των οποίων υποδαυλίζεται από τις εξουσίες, τα ΜΜΕ και ταυτιζόμενες με αυτά μειοψηφίες της επιστημονικής/ιατρικής κοινότητας, με απώτατο σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιοτελών στοχεύσεων, μέσω των όσων ρητά ή άρρητα αναφέρονται στην υπόψη Κοινωνική Επιστολή

[18] «αυτός γαρ και μόνος δια του πάθους του σταυρού εστηλίτευσεν την αμαρτίαν και έδειξεν ανενέργητον και νεκράν», Μαξίμου του Ομολογητού, Πεύσεις και αποκρίσεις, ΕΠΕ 14Α, 23

[19] Ποιός νομιμοποιεί με την (κατεπανάληψη) ψήφο του τις αρχές και εξουσίες;

[20] Παύλου Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης, Γεννημένοι για τη χαρά, Εν πλω, 2020

[21] Πρβλ Μάρκ. 10, 43 – 45

[22] Α΄ Κορ. 12, 9

[23] Ιωάνν. 8, 7

[24] Jim Forest, Η κλίμακα των μακαρισμών, πορφύρα, Αθήνα 2016, σσ 245 – 246

[25] Πρβλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ, Αθήνα 1989, σσ 48 – 49

[26] «η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιωάν. 1, 17)

[27] Πρβλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, οπ. π. σ. 50

[28] Παύλου Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης, οπ.π., σ. 105

[29] Ιωάν. 1, 47

[30] Ψάλμ. 33, 9

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το κονταροχτύπημα”, 2001) είναι δημιουργία του Γιώργου Κόρδη, από την ενότητα έργων πάνω στον “Ερωτόκριτο” «Τσ’ αγάπης το καμίνι».

1 σχόλιο

  1. Επιτέλους ένα στοχαστικό κοίταγμα της αφροσύνης των καιρών μας από την αφετηρία του « χαμένου κέντρου». Ας κρατήσουμε σαν σωσίβιο στη μνήμη μας το «Τελούμε υπό τη σκιά της Χάριτος, όχι υπό τη χειραγώγηση της έριδος» και ας πορευτούμε ανάλογα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here