Λογοτεχνία γραμμένη στα άστρα

0
76

Προσπάθησα να θέσω τις βάσεις μιας συζήτησης για τους «τρόπους» με τους οποίους οι συγγραφείς που κάποτε αγαπήσαμε απομακρύνονται με το σοκ μιας βίαιης αποκαθήλωσης ή σβήνοντας στο λυκόφως.

Αυτό το δίλημμα με παρέπεμψε στην ιδιαιτερότητα του Μπόρχες, που ενσαρκώνει έναν τρίτο «τρόπο», ούτε πένθιμο ούτε πενθητικό αλλά, αν μπορώ να το θέσω έτσι, στρατηγικό: ήταν λες και ο συγγραφέας εκείνος παρουσίαζε, κατά τη στιγμή της απομάγευσης, το όραμα μιας «πολιτικής» και φιλοσοφικής χρήσης του έργου του, το οποίο μεταμορφωνόταν σε «αρνητικό» της ίδιας του της όψης. Αμέσως μόλις ο δημιουργός του το εγκατέλειπε ή, πιο σωστά, αφότου παραιτούνταν από τη συμμετοχή στον κοινωνικό δεσμό που τον καθιστούσε αλληλέγγυο με τον παραλήπτη του (τον Δήμο, τον αναγνώστη ως συλλογικό υποκείμενο), το έργο επαναστατούσε και έθετε υπότιτλους στο αδιανόητο.

Επομένως, ένα τέτοιο έργο δεν σε αποχαιρετάει, όπως απαιτεί ο πρώτος «τρόπος», ούτε δέχεται να το αποχαιρετήσεις εσύ, όπως απαιτεί ο δεύτερος, αλλά σου υποβάλλει την ιδέα να ωριμάσεις ως παρατηρητής της εκτύλιξης μιας σειράς κρυμμένων δυνατοτήτων. Μεταξύ μας, το να πεις ότι ένα έργο διαβάζεται εξίσου και ορθά και ανάποδα ισούται με το να λες ότι αποτελεί και έργο και κείμενο, ότι μετακινείται, μπροστά στα μάτια σου, από την τάξη του αποτελέσματος μιας εργασίας σ’ αυτήν των σημείων και της αρχιτεκτονικής τους. Οντας κάτι που είχε υπόσταση και φήμη έργου τέχνης γίνεται τώρα ένα δίκτυο σχέσεων, μεταφορών, μετωνυμιών, υπαλλαγών κ.λπ. Σε συγκεκριμένους συγγραφείς, αυτό το καλειδοσκοπικό δίκτυο είναι βαθύτατα επιμορφωτικό αν το διαβάσεις ερμηνεύοντάς το σαν ένα παιγνίδι κατοπτρισμών της παρούσας κατάστασης δι’ αντιστροφής: εν ριπή οφθαλμού, το κείμενο απομακρύνεται στο βάθος μιας ερμηνείας αποκλίνουσας κατά 180 μοίρες από την πρόθεσή του και, από κει, χρησμοδοτεί.

Το σκίτσο με τίτλο Φιούνες ο μνήμων, διάσημη σελίδα του Μπόρχες, μου έδινε ανέκαθεν την εντύπωση μιας μικρής απάτης· η σύλληψη ήταν τόσο ρηχή και τετριμμένη ώστε επέτρεπε να ηχήσει μια νότα διδακτικής φανφάρας. Ο Φιούνες προέκυπτε, απλούστατα, σαν η υποτιθέμενη αφηγηματική εκμετάλλευση της περίπτωσης κάποιου που θυμόταν τα πάντα απ’ τη στιγμή που γεννήθηκε – σιγά το εύρημα θα έλεγε κανείς, αλληγορία τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά. Εκ των υστέρων, καταλαβαίνω ότι η σημασία του βρισκόταν (πιθανόν εν αγνοία του Μπόρχες, όμως αυτός ο τύπος άγνοιας, ας το ομολογήσουμε, καρποφορεί μόνο σε μεγάλους συγγραφείς) στην πρόκληση να το διαβάσουμε αντίστροφα, οπότε θα είχαμε λάβει γνώση αυτής της τρομακτικής προφητείας: ότι μια μέρα (σήμερα) δεν θα θυμόμαστε πλέον τίποτα κι ότι οι αρμοδιότητες της μνήμης θα έχουν παραχωρηθεί στα αρχεία και στις μηχανές που θα θυμούνται αντί για μας. Ο Φιούνες δικαιωνόταν ως ένας πλήρης, κακός οιωνός τεράστιας εμβέλειας, κυριολεκτικά αντάξιας της αβύσσου που αντιπροσωπεύει η μοντέρνα, τηλεδιαδικτυακή, υπνοβατική αμνησία. Ο Μπόρχες διόλου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί προφητικός με την έννοια που αποκτάει ο όρος όταν τον αποδίδουμε λ.χ. στον Μπάροουζ ή, ακόμη χειρότερα, σε ευρέως δημοφιλείς συγγραφείς τύπου Οργουελ – εδώ, είναι μάλλον το έργο που προφητεύει, ερήμην του γραφέα, δηλαδή εφόσον το δούμε ανάποδα (άρα «εξουδετερώνοντάς» το, αφήνοντάς το να υπάρξει σαν ένα κείμενο, σαν κάτι εκτεθειμένο στις ανατροπές της ερμηνείας»): τότε αναδύονται, τρισδιάστατες, οι θανατηφόρες ελλείψεις νοήματος του σύγχρονου πολιτισμού.

Παρόμοια συμπεράσματα ευνοούνται απ’ το μοτίβο της αντίληψης του κόσμου ως βιβλίου (liber mundi) ή βιβλιοθήκης, δηλαδή ως πραγματικότητας που επιδέχεται ανάγνωση εφόσον κανείς εξασφαλίσει κάποιου είδους μεταφυσικό λεξιλόγιο ή κώδικα μυστηριωδώς παραχωρημένο απ’ τους θεούς. Η γοητεία αυτής της ιδέας δεν εντοπίζεται τόσο στη δεδομένη ηθική της μεγαλοπρέπεια, εξακριβωμένη άλλωστε απ’ την αρχαιότητα και δεσπόζουσα στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, αλλά στο ότι, άπαξ και την αντιστρέψουμε, περιγράφει ανάγλυφα τον κόσμο μας, έναν κόσμο που διαλαλεί ότι δεν είναι πια αληθινός (= δεν αληθεύει συμβολικά) αλλά συνίσταται από μιαν απειρία κωδικών καταχωρίσεων – ένα ψηφιακό κείμενο. Ο Θεός δεν είναι πλέον παρά το σημείο σύγκλισης όλων των διευθύνσεων· το Διαδίκτυο δεν είναι απλώς οικουμενικό, είναι το απεριόριστον μιας περιοχής που συμπίπτει με την οικουμένη ως το ενσαρκωμένο της υπόδειγμα ή το «διπλό» της, το φάντασμά της. Ο κόσμος-βιβλιοθήκη, του οποίου ο ανυπόφορος μαγικός ίσκιος καταδίωκε τον Μπόρχες απ’ την παιδική του ηλικία, είναι ήδη το αντεστραμμένο είδωλο μιας ματιάς στο μέλλον, όπου το βιωμένο σύμπαν θα έδινε τη θέση του στα αρχεία και όπου οι δαίδαλοι των μεγάλων φιλοσοφικών αινιγμάτων θα καταντούσαν ατέρμονες διαδρομές στη θεωρία της αποδόμησης, η καθεμιά με τη δικής της εκλαϊκευμένη γελοιογραφία.

Έτσι, η αλήθεια δεν ήταν πλέον γραμμένη στα άστρα, όπως πίστευε ή παρίστανε ότι πίστευε ο Μπόρχες, αλλά τα ίδια τα σημεία της αλήθειας γίνονταν κάτι σαν αστρική διάχυση του περιεχομένου, κάτι που η αξία του καθοριζόταν αποκλειστικά απ’ τη συσχέτιση με τα άλλα σημεία – σαν να λέμε ότι τ’ αστέρια, όλα τ’ αστέρια, είναι όντως πανομοιότυπα στον γυμνό οφθαλμό, ενώ για την ταυτότητά τους ευθύνεται η θέση που κατέχουν στο στερέωμα, συναρτήσει της δομής του κάθε αστερισμού. Τα άστρα είχαν ενταχθεί σ’ έναν κώδικα κι αυτό ήταν κιόλας αντιληπτό αν τα κοίταγες μέσα απ’ το αντεστραμμένο πρίσμα των φαντασιώσεων του αργεντινού συγγραφέα, ενός κομψευόμενου αντικέρ της λογοτεχνίας ο οποίος, με τούτη την αντιστροφή, έμοιαζε αίφνης περισσότερο συγγραφέας απ’ ό,τι Αργεντινός και παλιομοδήτης. Μ’ άλλα λόγια, ο αναγνώστης του Μπόρχες μπορούσε να πάρει αυτή την πρωτοβουλία και, αντί να διαβάζει τα περί κατόπτρων μεταφορικά, να διαβάσει μέσω κατόπτρου το κείμενο, δηλαδή διά της δικής του μεταφοράς: το κείμενο αντεστραμμένο. Σ’ αυτό το σημείο της τελετουργίας, θα εμφανιζόταν το είδωλο του μέλλοντος.

Ο ίδιος ο Μπόρχες, με το συγγραφικό του κριτήριο σταθερά υπόχρεο στις λογικές και αισθητικές ιδιοτροπίες του μπαρόκ, είχε μεν αποφύγει εγκαίρως τους ιλίγγους της μελλοντολογίας που συνεπήρε τόσους και τόσους συγγραφείς ευνοϊκά προδιατεθειμένους απέναντι στις ευκολίες της επιστημονικής φαντασίας, αλλά αποφάνθηκαν, αντ’ αυτού, τα κείμενά του, «από μόνα τους». Δεν μου φαίνεται λοπόν εξαιρετικά τολμηρό το να τα αποχαιρετήσω με τον δημιουργικό τρόπο που μου εμπνέουν ως κρυφές προειδοποιήσεις ή κατάρες: δεν θα τα καταδικάσω (π.χ. θεωρώντας ότι η βιβλιοθήκη έπαψε να είναι ένας «ολόκληρος κόσμος»), ούτε θα τα εγκαταλείψω στον ορίζοντα μιας ενδιαφέρουσας αλλά αδρανούς λογοτεχνικής παιδείας (π.χ. θεωρώντας ότι η βιβλιοθήκη είναι βέβαια ένας κόσμος, ωστόσο αυτό δεν με αφορά), αλλά θα τα διαβάσω αντίστροφα, ακούγοντάς τα να μου λένε ότι, εδώ, είναι ο κόσμος που πήρε τη θέση της αχανούς βιβλιοθήκης, μιας ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης για την ακρίβεια, όπου άπειρα διακλαδωτά μονοπάτια οδηγούν πάλι και πάλι στον εαυτό τους, κυκλικά, όπως αρμόζει στους παράξενους ελκυστές και στους ψηφιακούς εφιάλτες της θεωρίας του χάους.

Πηγή: http://www.enet.gr, ΠΑΡΑΔΟΞΑ 16/5/2010

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here