[Αντί- γραφή Ι ] Αναφορά στα Κάλαντα των Ελλήνων

19
78

Του Γιώργη.

Το ποιητικό είδος των Καλάντων, οποιαδήποτε κι αν υπήρξε η ιστορική του αρχή, αναφέρεται σε μία σημαντική μορφή πηγαίας λαϊκής δημιουργίας, μαρτυρία κι ανάγνωση της εκκλησιακής λειτουργίας, ως πολύμορφου κοινωνικού γεγονότος.

Τα κάλαντα, αναπτύσσονται πρώτα απ’ όλα σε μια θεολογική προοπτική, της οποίας ο χαρακτήρας είναι κατ’ εξοχήν διδακτικός. Η λειτουργία τους συμφωνεί με την εικονολογική εκφραστική της εκκλησίας, ώστε να αποτελούν παιδαγωγό ικανό περί τα ευαγγελικά και τα δογματικά, όπως ακριβώς οι εικόνες κατά τον μέγα Βασίλειο, γίνονται τα βιβλία των αγραμμάτων. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, όπως παραδείγματος χάριν στα κάλαντα Κοτυώρων Πόντου, Άναρχος Θεός, τόσο η ποιητική κατ’ αλφάβητον σύνθεση, όσο και η θεολογική τους αναφορικότητα, μαρτυρούν κείμενα δουλεμένα σε βάσεις ΄΄συστηματικές΄΄, που είχαν σίγουρα ως σκοπό τους και την δογματική παιδαγωγία της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ακόμα περισσότερο, φαίνεται, πως όσο κι αν η γλώσσα των καλάντων είναι εκείνη των απλών ανθρώπων, οι λογιότερες γλωσσικές μορφές, είτε επιβεβαιώνουν την παιδευτική τους διάσταση, είτε φανερώνουν την ξεχωριστή σημασία, που η διδασκαλία της Εκκλησίας κατείχε στην καθημερινή ζωή των πιστών. Δεν μας δίνουν τον Χριστό μονάχα μες την απλότητά του, αλλά και μες το θάμβος του Μυστηρίου της θείας Οικονομίας: Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο Θεός, ο Αγέννητος γεννάται εις την φάτνην ταπεινός. Ο λαός ποτνιάται της παλιγγενεσίας τραγουδώντας την παραμονή της γιορτής τα κάλαντά του, είτε απλά είτε λογιότερα, έχοντας ωστόσο στραμμένο πάντοτε τον προσανατολισμό του, στην ποιητική παράδοση της Εκκλησίας και ειδικότερα στους κανόνες της εορτής των Χριστού γεννών. Οπότε η θεολογική όψη των ασμάτων αυτών είναι η επί το λαϊκότερον απόδοση των ιερών κειμένων, κι αυτό τους δίνει μία δυναμική ξεχωριστή, καθώς υφίστανται ως μέλος θρησκευτικό, συνάμα και κοσμικό, ήγουν καθολικό.

 

Φαίνεται, πως η είσοδος του θρησκευτικού στον χώρο του κοσμικού έχει και μια φανέρωση ηθική. Εννοούμε λέγοντας ηθική, πως η γιορτή αξιώνει ένα είδος προσωπικού αναστοχασμού τέτοιου, που να επιτρέπει στον άνθρωπο να εντοπίσει την θέση του στον κόσμο. Η ιερότητα της γιορτής είναι αυτή που κάνει τα πράγματα ιερά, τις ώρες μεγάλες και τις ψυχές ευρύχωρες. Όσα κι αν είναι τα παινέματα των καλανταριστών – εσένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια. Και πάλι πρέπει σου καράβι ν΄αρματώσεις και τα πανιά του καραβιού να τα μαλαματώσεις…- το επίκεντρο τίθεται στην ηθική του καθήκοντος και της ευθύνης, όχι ως απόρροια μιας ευσέβειας κλειστής, αλλά ως απορροή του εκκλησιακού είναι, του συν-χωρητικού τρόπου υπάρξεως. Είναι κιόλας σαφές, πως τα λόγια αυτών των τραγουδιών, όσο κι αν διακρίνουν τις κοινωνικές τάξεις με εμφανή τρόπο, κοιτούν την ανθρώπινη κατάσταση ως μία πορεία δυναμική προς το υπέροχό της, ως πορεία προς αυτό που όντως είναι. Αυτός ο ανθρωπολογικός βιασμός, έχει τέτοια ένταση, μιας κι αυτή καθ’ εαυτή η ενανθρώπηση του αχωρήτου ζητά κατανόηση του αιωνίου με κατηγορίες ενδοϊστορικές. Ζητά την τέλεια εγκόλπωση του αδιαιρέτως της Χαλκηδόνος. Τον άνθρωπο, αδιαιρέτως υπάρχοντα με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Γι΄αυτό και το κάλαντο θα μας πει πως πρώτα ο Θεός θα σε αξιώσει και μετά ο κόσμος όλος. Δεν υπάρχουν εδώ αξιομισθίες παρά μονάχα καθαρά βλέμματα.

Ξεπροβάλλει εδώ θαρρετά η διαλεκτική Θεού – Ανθρώπου – Κόσμου, ως διαλεκτική μετανοίας. Είναι ο άνθρωπος που ομολογεί μέσα απ’ τη μετάνοια, το γένοιτο στην αγάπη του Θεού, όπως αυτή ακραία εκφράστηκε με την ενανθρώπηση του Λόγου. Και ο άνθρωπος αυτός που καλείται να πει το ΄΄ναι΄΄ στον θείο έρωτα, είναι ο αποστάτης άνθρωπος, εκείνος που προηγουμένως διά του προπάτορος είχε πει το ΄΄όχι΄΄ στου Θεού την κλήση. Αυτή ακριβώς η θέση είναι που πάντοτε δημιουργεί την αντίθεση και την διχασμένη ερμηνευτική. Έκτοτε ο άνθρωπος κυνηγά τον νόστο όχι στον προπτωτικό του τόπο, αλλά μες τον κόσμο, όντας αμετανόητος, αντάρτης και στασιαστής. Η μετάνοια η ίδια ως ενδοϊστορική κατηγορία, δεν εκκινεί απ’ το σημείο του προπτωτικού ανθρώπου, αλλά ακριβώς απ΄τη στιγμή της πτώσεως και της εξόδου, από το πρώτο κλάμα του Αδάμ. Εκκινώντας απ’ το σημείο αυτό, απαιτεί ανάληψη του εαυτού ενδοϊστορικά. Αυτό την καθιστά όρο επί-ανά-στατικό, καθώς αποτελεί μια συνεχή διαπραγμάτευση του εαυτού ως στροφή εντός, κι ως κίνηση παλλώμενη προς τον Θεό, τον συν-Άνθρωπο και την Κτίση. Δεν αποβλέπει στην αρχαία κατάσταση, αλλά στην λειτουργική κατάσταση της ανοιχτοσύνης του προσώπου. Στο από δόξης εις δόξαν του ηγαπημένου Ιωάννη, ως το είμαστε όλοι εντός του μέλλοντός μας, του Εμπειρίκου. Η δυναμική του να’ ναι κανείς χριστοφόρος, είναι δυναμική ενδοϊστορική κι όχι προ-ιστορική, καθώς εγκαινιάζεται με το γεγονός της Ενσαρκώσεως. Η Ενσάρκωση είναι γεγονός και μυστήριο, αφού εκτινάσσει το ανθρώπινο, σε ένα άλλως άλλο ιστορικό έσχατο. Κρατώντας το και νύν, γνέφουμε στο και εις τους αιώνας. Το Αμήν, το ‘χει πει προηγουμένως ο ίδιος ο Χριστός στον Θεό και Πατέρα, κι ακριβώς,  ως ο Αμήν μας συστήνεται στην Αποκάλυψη, ως η υπακοή η εσχάτη στο πατρικό θέλημα. Αν όλα αυτά έχουν σχέση με την χαρά των καλάντων, είναι γιατί αυτά τα άσματα εισβάλλουν στον χώρο του ιδιωτικού και καλούν σε μία ιδιότυπη ανάληψη ευθύνης, όχι καθηκοντολογική, μα ως απορροή του σταθερού βλέμματος του ανθρώπου προς τον Θεό, κι όταν λέμε του σταθερού βλέμματος του ανθρώπου προς τον Θεό, λέμε μαζί και του βλέμματός μας που ‘ναι στραμμένο προς τον συνάνθρωπο.   Μέσα σε τούτα τα πεδία, η δυναμική της γιορτής βιάζει αναπόφευκτα και την διάσταση του χρόνου, γι’ αυτό και το κάλαντο ψάλλεται  την παραμονή της. Δεν προφταίνει ο άνθρωπος, δεν έχει ούτε χώρο, ούτε χρόνο για να συγκρατηθεί, παρά μονάχα παίρνει τους δρόμους, αφού το γεγονός της ενανθρωπίσεως καθορίζει τον ρυθμό της ζωής. Αυτή η είσοδος του θρησκευτικού στο ιδιωτικό, ζητά την εγκαθίδρυσή του ως μία καθ’ ημέραν προοπτική.

Αναντίρρητα σε πολλά σημεία,  η αναφορικότητα των καλάντων είναι κοινοτιστική ή ειδικότερα, πολιτική και οικονομική. Παρατηρούμε πως συνήθως τραγουδιόνται από ομάδες παιδιών σε σπίτια ανθρώπων σημαντικών. Κι αυτό το γνωρίζουμε απ’ όλα εκείνα τα καλά πεσκέσια που ζητούν στο τέλος κάθε άσματος:  λουκάνικα, πλευριές, γεμάτα ποτήρια κρασιού απ’ του βουτσού τον πόρο…- έβγαλ’ την κεσές και δως παράδας…- δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα, δώστα μας και πέντ’ έξι αυγά να πάμε σε άλλη πόρτα. Ή αλλού περιγράφονται τα αρχοντικά χτισμένα σπίτια:

Σὲ τοῦτ᾿  τὸ σπίτι ποὔρθαμε, μὶ μάρμαρου στρουμένου…- Ὡραῖα πού ῾ναι τὰ σπίτια φτιαγμένα ὡραῖες οἱ πόρτες μ᾿ ὅλα τὰ κλειδιά.

Όλα τούτα, μαρτυρούν την ύπαρξη μιας ομάδας προυχόντων απ’ τους οποίους οι ενδεέστεροι ζητούν. Και δε ζητούν οποιαδήποτε στιγμή, αλλά εκείνη τη γιορτάδα μέρα, πιστεύοντας πως έχει να πει κάτι στην ανθρωπιά τους. Υπάρχει μία κίνηση αγαθών στην κοινότητα , εξαγγελίας της χαράς ένεκα, ώστε εκείνη τη μέρα κατά το δυνατόν η όποια ανισότητα να  κλείνει. Να τρων’ όλοι πλούσια το ψωμί τους και να πίνουν το κρασί τους, χάρη στην αφθονία που η πνευματική τράπεζα της γιορτής προσπορίζει. Δε φτάνει λοιπόν μονάχα ο πλούτος της αθανάτου και πνευματικής τραπέζης, αλλά κι αυτό το κορμί θέλει να συγχαρεί και να απολαύσει παρά την κακοπάθειά του, την ισότητα που το εκκλησιακό σώμα ορίζει. Δεν είναι όμως μόνο οι πλούσιοι εκείνοι που δίνουν, μα ο καθένας κατά τη δύναμή του προσφέρει καθιστώντας την δωρεά, υπόμνηση ανθρωπιάς : εἶστε ἀπὸ τοὺς πλούσιους,

φλωριὰ μὴν τὰ λυπᾶστε,
ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς δεύτερους,
ξηντάρες καὶ ζολότες
κι ἂν εἶστ᾿ ἀπὸ τοὺς πάμφτωχους
ἕνα ζευγάρι κότες.

Ύστερα, τα τραγούδια αυτά γίνονται αφορμή να ακουστούν και κουβέντες άλλες που οι συνθήκες τις καθημερινότητας δεν το επιτρέπουν. Δηλαδή κάποιος νέος μπορεί με άνεση να εκφράσει τον θαυμασμό του για το κάλλος, για την όψη ενός θηλυκού: Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα, κυρά μ΄ όταν στολίζεσαι και πας στην εκκλησιά σου, βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι ακάλη και τον καθάριο αυγερινό τον βάνεις δαχτυλίδι. Το πνεύμα της εορτής επιτρέπει να ομολογούνται τα ανομολόγητα, όχι με την ιλαρότητα των λιανοτράγουδων των Αποκρεών, αλλά μέσα στα ανόθευτα επιφάνεια του έρωτα. Η θρησκευτική ποίηση λοιπόν, περιέχει την ερωτική στιχουργική σε ένα σμίξιμο διακριτικό, μα και πρωτάκουστα εκρηκτικό. Κι έτσι η κόρη λέγεται κρουσταλίδα του Μαγιού και πάχνη από τα χιόνια. Στίχοι που ισοκρατούν ψιθυριστά το Άσμα των Ασμάτων.

Τα κάλαντα και μουσικά ακόμη, υπακούν στις απαιτήσεις της εορτής. Τα περισσότερα τονισμένα σε ήχο Πρώτο, δένοντας με την αρμονική του μέλους των κανόνων, χωρίς παραχορδές, χωρίς μεταβολές γένους, με καλλιφωνική διάθεση μονάχα όπου η αυστηρότητα του βυζαντινού μέλους το επιτρέπει. Άλλες φορές πάλι συναντάμε κάλαντα σε ήχο Τέταρτο Λέγετο, που’ ρχονται και κουβεντιάζουν με τα στιχηρά των Αίνων της εορτής, κλείνοντας το μάτι στη χαρά του γιορτινού τραπεζιού που θα ακολουθήσει: (…) πανηγυριστής και χορευτής ων φέρεις. Τέταρτον εύχος μουσικοτάτη κρίσει. Συ τους χορευτάς δεξιούμενος πλάττεις, φωνάς βραβεύεις και κροτών εν κυμβάλοις. Σε τον Τέταρτον ήχον ως ευφωνίας, πλήρη, χορευτών ευλογούσι τα στίφη. Η ρυθμική του ποιήματος σμίγοντας με την δυναμική των ήχων, μπορεί να αφήσει την ψυχή να δουλέψει στους δικούς της κτύπους, αφήνοντας τον κόσμο να ανοίγεται σαν θαύμα.

Αυτό το είδος ποιητικής, μπορεί να δώσει στον άνθρωπο τον τόπο, ώστε να βιώσει ώς τα βάθη της κοινωνικής του υποστατικότητος, το θρησκευτικό ως κοσμικό, αφού ο ευαγγελισμός της εορτής περνά στον δημόσιο χώρο, έχοντας προηγούμενος κατοικήσει στο πρόσωπο του καθενός ξεχωριστά.

Τα κάλαντα έχουν να μας πουν για τα σπίτια μας με τα μαρμαρένια τους πατώματα, για τις ωραίες μας γυναίκες με τα πρόσωπά τους να προβάλουν σαν φεγγάρια απ’ τα παράθυρα. Μας λένε για τις κόρες μας, που απ’ τις άκριες του κόσμου συρρέουν τα ευγενέστερα αρχοντόπουλα για να τις ζητήσουν, και για τους γιούς μας, που οι σοφότεροι των σοφών, οι πιο σπουδαίοι δάσκαλοι είναι σκυμμένοι πάνω τους ψιθυρίζοντάς τους τα μυστικά των διαβασμάτων. Μας μιλούν όμως τα κάλαντα και για τον Χριστό που γι’ άλλη μια φορά γεννιέται στη φάτνη μοναχός του, μακριά απ΄τη τρικυμία του κόσμου και μέσα σ’ αυτή΄ παιδί που ‘χει ανάγκη τις χωριατοπούλες των ορεινών της Ηπείρου να του αλλάξουν τα βρεφικά του σπάργανα, συντρέχοντας τη μικρομάνα Θεοτόκο. Και τι άλλο μας λένε αυτά τα χαρούμενα άσματα; Μας λένε για τη σφαγή στη Ραμά, για τη Ραχήλ που παράδερνε πάνω απ’ τα μακελεμένα παιδιά της. Μας μιλούν για το άρπαγμα του Χριστού απ’ τον εβραϊκό όχλο, για το αίμα και την χολή που ‘σταξε και ανέβλυσε σαν μύρο. Έτσι, για να ‘μαστε στα στασίδια μας την επόμενη μέρη την γιορτάδα και Κυρία, σα βρέφη μες τη φάτνη, χριστοφόροι μες τους προσωπικούς μας τάφους, αναμένοντας της Πασχαλιάς το κρότο και το θάμβος το ανείπωτο.

Παρίσι, έτει από της Ενσάρκου Οικονομίας του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, 2011.

πηγή: Αντίφωνο

19 Σχόλια

  1. Ωραίο κείμενο, μ’ ευαισθησία και ποίηση, που αφουγκράζεται και περιγράφει τη θεολογία, την ανθρωπολογία και την ποίηση των θαυμάσιων θρησκευτικών τραγουδιών της Παράδοσής μας, που τείνουμε να τα ξεχάσουμε μέσα στα εκκωφαντικά “jingle bells” των ημερών μας.

  2. Πολύ ενδιαφέρον και ζεστό κείμενο!
    Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού σχολείου στα μέσα της δεκαετιίας του 80, παίρναμε σβάρνα 4-5 φίλοι 10-12 χρονών τη Θεσσαλονίκη και λέγαμε τα κάλαντα κατά βάσιν σε φιλικά οικογενειακά σπίτια αλλά και σε μαγαζιά, σε λεωφορεία και όπου αλλού μπορούσαμε…! Το αστικό περιβάλλον ήταν ακόμη αρκετά ανθρώπινο ώστε να μην είναι τελείως αδιανόητο να το κάνει αυτό μια παρέα μαθητών του δημοτικού.
    Θα άξιζε ίσως το κόπο κ. Σταυρόπουλε να μας δίνατε κάποιες επιπλέον πληροφορίες για το έθιμο των καλάντων γύρω από τους ακόλουθους άξονες:
    – Υπάρχει κάποια συγκεντρωτική έκδοση των καλάντων του Ελληνικού χώρου;
    – Ποιά είναι η ιστορία του εθίμου; Ξεκινά πριν ακόμη από τα χριστιανικά χρόνια; (όπως το έτυμο της λέξης κάλαντα, αφήνει να εννοηθεί;)
    – Για ποιές εορτές υπάρχουν κάλαντα;
    – Είχαν τα κάλαντα πάντα το χαρακτήρα να λέγονται από παιδιά ή συμμετείχε όλη η κοινότητα;

  3. Θαυμάσιο! Δεν μπορούσα, ομολογώ, να υποθέσω ένα κείμενο για τα [i]κάλαντα[/i] να κινείται σε τόσο υψηλούς ποιητικούς τόνους και, συνάμα, σε τόσο βαθειά θεολογική – αλλά και κοινωνιολογική – συνειδητότητα.

  4. Ένα παραμύθι γιά μεγάλους…

    Εύγε αγαπητέ Βαγγέλη.

    “Μύρισε” η φύση Θεικότητα.

    “Ταλαντώνεις” αρχετυπικές χορδές.

    Μπράβο σου ξανά.

  5. “Ξεπροβάλλει εδώ θαρρετά η διαλεκτική Θεού – Ανθρώπου – Κόσμου, ως διαλεκτική μετανοίας. Είναι ο άνθρωπος που ομολογεί μέσα απ’ τη μετάνοια, το γένοιτο στην αγάπη του Θεού, όπως αυτή ακραία εκφράστηκε με την ενανθρώπηση του Λόγου.”
    Δείγμα του πως η ποίηση σαρκούται και γίνεται λόγος πεζός και γραφή ολοκληρωμένη για να έρθει σε όλους εμάς και ευκρινής και ουσιώδης. Συνέχισε. Πολύ καλή δουλειά.

  6. Δεν είναι όμως μόνο οι πλούσιοι εκείνοι που δίνουν, μα ο καθένας κατά τη δύναμή του προσφέρει καθιστώντας την δωρεά, υπόμνηση ανθρωπιάς!
    Πολύ καλή δουλεία !! Συγχαρητήρια!!

  7. Στην εποχή της απομάγευσης του κόσμου εσύ μας δίνεις χρώματα και φαντασία ώστε να ανασύρουμε από την λήθη του χρόνου ατομικού και συλλογικού θύμησες και μνήμες , ζωοποιόντας και διανθίζοντας αυτές με έκλαμπρη μαγεία.

  8. Θρησκευτική ποίηση! Καταπληκτικό κείνενο, που έχει το άρωμα μιας κοινωνίας που χάνεται…ίδιο με αυτό που έχει η ατμόσφαιρα των παραμυθιών του Α. Παπαδιαμάντη. Διαύγεια σκέψης και πολυ ενφιαφέρον θέμα που σε οδηγεί σε στοχασμούς, αναζητήσεις και αναλύσεις, πολύ πιο βαθιές απ’ότι μπορουσα να φανταστώ. Περιμένω και συνέχεια!

  9. Λιτο κειμενο, μεστο, συμπυκνωμενο, βαθυ, καθολου προβλεψιμο, γεματο αφυπνιστικους υπαινιγμους, νυγμους θα ελεγα, ικανους να ταλαντωσουν και να συντονισουν αρχετυπικες χορδες, οπως υπεροχα αναφερθηκε σε προηγουμενο σχολιο. Ευγε !!!

  10. 😀 Ευχάριστη έκπληξη αποτελούν, τέτοια κείμενα ψυχών, που έχουν τα αυτια τους ανοιχτά, σε ερεθίσματα κ όχι σε ερεθισμούς σάρκας, στην εποχή αυτή.άνθρωποι σαν κ μας, αλλά χωρίς τον ύπνο τον δικό μας.Ακόμα δε μεγαλύτερη είναι η έκπληξη, όταν βλέπεις τον άνθρωπο αυτό,που καταθέτει την ψυχή του, να ψάλλει δίπλα σου,κ η ανάσα κ η πνοή σου να ανεβαίνει μαζί με την δική του σαν αγιορείτικο θυμίαμα στον πλαστη..περιμένουμε συνεχειες.Αγαπητέ Διδασκαλε του Θρόνου…

  11. Πολύ καλό το κείμενο, αλλά δεν θα έβλαπτε νομίζω η σταχυολόγηση και παράθεση κάποιων, ολόκληρων ή αποσπασμάτων, από τα καταπληκτικά κάλαντα των διαφόρων περιοχών της Ελλάδος και όχι μόνον, που είναι εφάμιλλα των δημοτικών τραγουδιών, και όπου συμπυκνώνεται η ψυχή ενός ολόκληρου λαού.

  12. Να΄στε καλά όσοι έχετε έναν και δυο και τρεις καλούς λόγους να πείτε γι΄αυτή τη μικρή αναφορά, αλλ΄ίσως θα πρέπει κυρίως να ευχαριστήσω εκείνους που΄χουν να παρατηρήσουν και να επισημάνουν. Οπότε, πρώτα ευχαριστώ εσάς κύριε Κοσματόπουλε. Το κείμενο ωστόσο, δεν σκόπευε στην παράθεση λαογραφικών στοιχείων, μα ούτε και αξιώνει να περιγραφεί ως τέτοιο, μιας και ελάχιστα πράγματα προσωπικά γνωρίζω. Ίσως θα΄ταν καλύτερα να το περιέγραφα, ως μία κατάθεση σκέψεων απ΄αυτή την έξοδο της γιορτής στον χώρο του ΄΄κοσμικού΄΄. Ίχνος μίας ανθρωπολογίας, που τρέχει απ΄άκρη ως άκρη τον τόπο μας, ανθεκτική στη λοίμωξη του χρόνου και στους δικούς μας βιασμούς. Γι΄αυτό και αντί- γραφή, και κυριολεκτώ με τούτο τον όρο, κρατώντας τον με τη πρώτη- πρώτη σημασία του, δηλαδή ως απάντηση σε μία άλλη γραφή. Και το λέω αυτό- κι εσείς περισσότερο από όλους μας το γνωρίζετε- πως η δυναμική αυτής της ανθρωπολογίας είναι δυναμική διαρκείας, έστω κι αν εκφράζεται με γλωσσικούς τύπους και μορφές σαν αυτή των καλάντων, πέρα απ΄τη θεολογία, την πολιτική, τη ναοδομία, τη τέχνη κι ό,τι άλλο. Ας πούμε πως προσπάθησα να την εντοπίσω στο χτύπημα της πόρτας του σπιτιού μας τη παραμονή της γιορτής, στον ήχο των τριγώνων και στις φωνές των παιδιών που επιμένουν να τραγουδούν εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων, ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων. Κι αν εμείς πάντα τους δίνουμε κάτι στο χέρι, είναι γιατί η γιορτή δίνει στη ψυχή τον χώρο να μιλήσει.
    Κύριε Χατζηγώγο, έμμεσα σας απαντώ στο τελευταίο ερώτημα, με μία επισήμανση του φίλου Μάκη Σταματελάτου:
    ΄΄Στην Κεφαλονιά τα κάλαντα λέγονταν αποκλειστικά το βράδυ. Ειδικά στο Προσεισμικό Αργοστόλι η όλη διαδικασία είχε ένα τελετουργικό που ακολουθούσαν όλοι πιστά. Παιδιά με τα τρίγωνά τους (νωρίς το απόγευμα), αλλά και πολλοί μεγάλοι με κιθάρες, βιολί και μαντολίνο σκορπούσαν το χαρμόσυνο μήνυμα της έλευσης του Θεανθρώπου στη γη. Οι μεγαλύτεροι περιφέρονταν ολόκληρο το βράδυ από σπίτι σε σπίτι, το ξημέρωμα όμως έπρεπε να τους βρει όλους συγκεντρωμένους στην επισκοπή, έξω από το σπίτι του Δεσπότη. Όλοι μαζί τότε έψαλλαν:
    Ξύπνα, Πανιερώτατε,
    να πας στην Εκκλησία,
    που σε προσμένουν οι Άγγελοι,
    ν’ αρχίσεις Λειτουργία.’’
    Αν μου επιτρέπεται, θα΄θελα να πω κι απ΄εδώ ένα ευχαριστώ στον δάσκαλό μου στα χρόνια του δημοτικού σχολείου Βασίλη Τηγάνη, που΄ναι ο παλιός ο τύπος του δασκάλου, εκείνος που καμαρώνει να λέει πως μαθαίνει τα παιδιά του γράμματα. Κι εμείς καμαρώνουμε που΄χαμε τέτοιους δασκάλους!
    Ευχαριστώ το Αντίφωνο που μου΄δωσε χώρο να ανασάνω.
    Καλές γιορτές σε όλους αγαπητοί!

  13. “[i]Αυτό το είδος ποιητικής, μπορεί να δώσει στον άνθρωπο τον τόπο, ώστε να βιώσει ώς τα βάθη της κοινωνικής του υποστατικότητος, το θρησκευτικό ως κοσμικό, αφού ο ευαγγελισμός της εορτής περνά στον δημόσιο χώρο, έχοντας προηγούμενος κατοικήσει στο πρόσωπο του καθενός ξεχωριστά[/i].”

    Μια ανθρωπολογική ανάλυση των καλάντων σκέτη ποίηση…
    Βγαλμένο σαν από τις σελίδες του Κόντογλου.
    Ένα κείμενο αρμονικό, μελωδικο, αφουγκραζεται -σχεδόν- κανεις τον ήχο από το τριγωνάκι.

    Το γεγονός της Ενανθρωπήσεως δεν το χωρά ο νους του ανθρώπου.Κι όταν κάτι δεν το χωράει ο νους μας, μας στρίβει. Μόνη λύση, όπως γράφει ο Ι. Καμπανέλλης, είναι να το στρίψουμε στο τραγούδι.
    Έτσι η “[i]δυναμική της γιορτής που βιάζει τη διάσταση του χρόνου[/i]” κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν την αναγκη να τραγουδήσουν κάτι που δεν το χωράει ο νους τους (μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον). “Παίρνουν λοιπόν τους δρόμους και εισάγουν το θρησκευτικο στο ιδιωτικο”, την παράνοια και την παραδοξότητα στον ορθολογισμο.

    Αναμένουμε την επόμενη Αντι-γραφη.

  14. Ευχαριστίες για το υπέροχο έθιμο της Κεφαλονιάς, όπου ακροτελεύτειος αποδέκτης των καλάντων γίνεται ο οικείος δεσπότης!
    Η παρατήρησή σας ότι το παραπάνω έθιμο διατηρήθηκε μέχρι το σεισμό που ισοπέδωσε το Αργοστόλι δε σας κρύβω πως ιδιαίτερα με κέντρισε… Η υπόμνηση αυτή καταδεικνύει τη σημασία του κτιστού περιβάλλοντος στο κοινωνικό γίγνεσθαι και εν τέλει στην ιδιοσυγκρασία ενός λαού. Όλα τα σημάδια των παθογενειών της ελληνικής πραγματικότητας είναι εν τέλει αποτυπωμένα στο κτιστό περιβάλλον που κατά τα φαινόμενα καταβρόχθισε εκτός από το φυσικό κάλλος της χώρας και αυτά τα έθιμα των Ελλήνων…
    Όμως όλα αυτά δεν έχουν σχέση ούτε με τη μαγεία των καλάντων που επιμένουν ακόμη και μέσα στις οκταώροφες πολυκατοικίες εν έτει 2011 ούτε και στην ευχαρίστηση που μας χάρισε η παρέμβασή σας στο Αντίφωνο!!
    Θα περιμένουμε κύριε Σταυρόπουλε με ενδιαφέρον και τα επόμενα κείμενά σας! Καλή δύναμη και πολλές ευχές για την καινούρια χρονιά!!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here