Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Βιβλιοκριτική

0
593

Μάρκος Ηλιάδης

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2007
ΡΙΖΟΧΑΡΤΟ (ένθετο), σελ. 2

 

Σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δημιουργίας - επιστημονικό, τεχνικό, καλλιτεχνικό - παρατηρείται πάντα διαφορά νοοτροπιών και ιεράρχηση δυνάμεων. Διακρίνονται οι αδιαφιλονίκητες μεγαλοφυΐες, οι θαυμαστοί εκπρόσωποι, οι εκλεκτοί, οι ανεκτοί, οι μέτριοι, ακόμα και οι βλαβεροί και οι «καταραμένοι». Η νεοελληνική λογοτεχνία όμως έχει και τον Άγιό της.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων. Ένας άνθρωπος με ολότελα μοναχική και ιδιόμορφη πορεία στη ζωή και στην τέχνη.

Γεννημένος το 1851 στη Σκιάθο, μεγάλωσε σ' ένα ιδιαίτερα συντηρητικό και βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον - ο πατέρας του ήταν ιερέας και ο ίδιος ήταν βαθιά δεμένος με την ορθοδοξία και την ψαλτική - ιδιαίτερα κλειστό, αποξενωμένο ακόμα και από την κλειστή σκιαθίτικη κοινωνία, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του τόσο ιδιόμορφου και εσωστρεφούς χαρακτήρα του.

Μετά από μια ταλαιπωρημένη παιδική και εφηβική ηλικία, εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου ακολουθεί, για βιοποριστικούς λόγους, το στάδιο του μεταφραστή και του δημοσιογράφου.

Στη λογοτεχνία εμφανίζεται νωρίς - 1879 - με τα ιστορικά μυθιστορήματα «Έμποροι των Εθνών» και «Γυφτοπούλα». Αργότερα, θα αφοσιωθεί στην καλλιέργεια του ηθογραφικού διηγήματος και θα γίνει ο σπουδαιότερος εκπρόσωπός του.

Ο Παπαδιαμάντης ήταν μια ολότελα ξεχωριστή μορφή. Δεν ανήκε στην εποχή του, αλλά και σε καμία άλλη, ήταν άνθρωπος μοναχικός και τα έργα του ήταν μοναδικά, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή. «Αλλ' εγώ σοι λέγω ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε ούτε με τον Δίκενς ούτε με τον Σαίξπηρ, ούτε με τον Βερανζέ. Ομοιάζω με τον εαυτόν μου. Τούτο δεν αρκεί;».

«Η φόνισσα», έργο του ζωγράφου Μίλτου Γκολέμα για το εξώφυλλο του ομότιτλου βιβλίου του Παπαδιαμάντη, από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Αυτή την απόλυτη συνέπεια προς την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα τη διατήρησε σε όλη του τη ζωή, χωρίς καμία διάθεση αυτοπροβολής ή φαμφαρονισμού.

Τα θέματά του είναι παρμένα κυρίως από την καθημερινότητα και τους ανθρώπινους τύπους της πατρίδας του. Το αστικό περιβάλλον της Αθήνας ποτέ δεν τον αφομοίωσε, κάτι που ενίσχυσε το βαθύ αίσθημα νοσταλγίας και την έντονη αγάπη για τη φύση, στοιχεία διάχυτα στο έργο του.

Το σημαντικότερο θέμα της προβληματικής του Παπαδιαμάντη είναι ο αιώνια βασανιζόμενος άνθρωπος. Μέσα σε όλο του το έργο - στο οποίο συνυπάρχουν αυτοβιογραφικά και αντικειμενικά στοιχεία - ο συγγραφέας ασχολείται με τη ζωή των φτωχών και κατατρεγμένων. Όντας ένας από αυτούς, δεν τους περιγράφει απλώς, ζει μαζί τους. Τα γραφτά του μαρτυρούν την ώριμη και ακριβή ψυχολογική του διείσδυση στις ταλαιπωρημένες μορφές του, που συχνά συνοδεύεται από μια δυσδιάκριτη και πικρή ειρωνεία για τον άνθρωπο που αγωνίζεται ασταμάτητα σε έναν αιώνια άδικο κόσμο. Σκύβει με ζεστασιά πάνω από τους δικούς του ανθρώπους, τους καταλαβαίνει απόλυτα και μιλά γι' αυτούς «όπως κανένας πατέρας δε θα μιλούσε για τα παιδιά του» (Μυρτιώτισα).

Εκτός όμως από τη ζεστή αυτή και ρεμβαστική κατανόηση για τον αδικημένο και αγωνιζόμενο άνθρωπο, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που η ρεμβαστική λύπη μετατρέπεται σε αγανάκτηση.

Η «Φόνισσα», το σπουδαιότερο έργο του Παπαδιαμάντη. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ο συγγραφέας επηρεάστηκε από το έργο του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία», το οποίο είχε ο ίδιος μεταφράσει.

Η κεντρική του ηρωίδα, μια γυναίκα εξήντα ετών, που καταλαβαίνει ότι ξοδεύτηκε για να υπηρετεί τους άνδρες - πατέρα, σύζυγο, γιους - αποφασίζει να σκοτώσει τα μικρά κορίτσια του χωριού της, για να τα γλιτώσει από τη σκληρή ζωή που τα περιμένει, σε μια πατριαρχική κοινωνία. Η Φραγκογιαννού, η ηρωίδα του έργου, θυμίζει το φοιτητή Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι ο οποίος, όντας εξαθλιωμένος και άρρωστος, αποφασίζει να σκοτώσει μια γριά τοκογλύφο, για να συνεχίσει τις σπουδές του και να αναμορφώσει την άδικη κοινωνία που τον περιβάλλει. Ο Ρασκόλνικοφ, βέβαια, διαπράττει συνειδητά το έγκλημά του, ενώ η Φραγκογιαννού γίνεται «φόνισσα» ως αυθόρμητη αντίδραση στην κοινωνική και φυλετική καταπίεση που υφίσταται και που την οδηγεί προοδευτικά στην τρέλα («ψηλώνει ο νους της», γράφει ο Παπαδιαμάντης).

Έτσι λοιπόν το έργο του Παπαδιαμάντη είναι όχι μόνο μια παθητική περιγραφή της εξαθλίωσης, αλλά και ένα δριμύ κατηγορώ για την κάθε είδους κοινωνική αδικία.

Τέλος, το έργο του Παπαδιαμάντη λειτουργεί και ως μία ανεκτίμητη λαογραφική πηγή. Τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού είναι φωτογραφικά αποτυπωμένα στην πιο απροσποίητη έκφρασή τους.

Η παρουσίαση των λαογραφικών πληροφοριών, σε συνδυασμό με τα ακριβή ψυχογραφήματα των νεοελλήνων ηρώων, μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε το έργο του Παπαδιαμάντη ακόμη και ως ιστορική πηγή.

Όλα τα παραπάνω, η Σκιάθος και οι άνθρωποί της, η φύση, η νοσταλγία, ο ρεμβασμός, ο πάντα βασανιζόμενος άνθρωπος, συνθέτουν ένα σταθερό και ιδιόμορφο τοπίο στο έργο του Παπαδιαμάντη, που περιγράφεται επίσης ξεχωριστά, αν αναλογιστούμε τη μοναδικότητα της γλώσσας του συγγραφέα.

Ο Παπαδιαμάντης δεν έκανε το αποφασιστικό βήμα από την καθαρεύουσα στη δημοτική. Η καθαρεύουσά του όμως είναι εντελώς ιδιότυπη και θα ήταν εντελώς αυθαίρετο και επιπόλαιο να τη σχετίσουμε με τη γλώσσα της Εκκλησίας, όπως γίνεται κατά καιρούς.

Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί την αυστηρή καθαρεύουσα μόνο στις περιγραφές, σε αντίθεση με τους ζωντανούς διαλόγους του που είναι γραμμένοι σε καθαρή δημοτική, διανθισμένη με σκιαθίτικους ιδιωματισμούς, ενώ στην αφήγηση τα δύο αυτά στοιχεία συνυπάρχουν. Τα παραπάνω δίνουν μια ακόμα ξεχωριστή και ποιητική πνοή στο πεζογραφικό του έργο. Ο Μαλακάσης τον χαρακτήρισε το μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή, «τον μόνο που κατόρθωσε να δώσει υποβολή στον ποιητικό λόγο».

Το έργο του Παπαδιαμάντη αγαπήθηκε αλλά και κατηγορήθηκε όσο λίγα, ακριβώς επειδή είναι τόσο ξεχωριστό.

Η αρνητική κριτική καυτηρίασε στοιχεία όπως την απουσία σχεδίου, την ατημέλητη έκφραση, τα σταθερά θέματα, την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας κλπ.

Η έλλειψη όμως οποιασδήποτε δέσμευσης και φόρμας που εμφανίζεται στο έργο του εξαιτίας της νοσταλγίας και του ρεμβασμού, το κάνει ακόμη πιο άμεσο, αυθεντικό και γοητευτικό.

Ο Παπαδιαμάντης εκπληρώνει αξιοζήλευτα τους δύο ουσιαστικούς στόχους του λογοτέχνη και του καλλιτέχνη γενικότερα: να προβληματίσει και να ικανοποιήσει αισθητικά. Μέσα από ένα γοητευτικά δοσμένο έργο, θίγει και αναλύει καίρια και διαχρονικά ζητήματα, τροφοδοτώντας την ανησυχία, τη βασικότερη προϋπόθεση για τη δραστηριοποίηση του ανθρώπου απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Τα στοιχεία αυτά σίγουρα χαρακτηρίζουν «το μεγαλύτερο νεοέλληνα πεζογράφο» (Γ. Σεφέρης).

Ο Παπαδιαμάντης έζησε μια ζωή γεμάτη αγωνίες και στερήσεις, όπως ακριβώς οι ήρωές του. Πέθανε από γρίπη - λίγο πριν πεθάνει από πείνα, όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά - στο τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα του.

Πηγή: http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=4339802&publDate=30/12/2007

 

Σημείωση ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ: Για περισσότερα δημοσιεύματα του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ για τον Αλ. Παπαδιαμάντη βλ. εδώ. Παρακαλούμε τους φίλους και τις φίλες του ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ να μας ενημερώνουν για σχετικά δημοσιεύματα στο διαδίκτυο ή αλλού.

.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ