Τα δύο φορέματα

19
1301

Τίτλος: Τα δύο φορέματα
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
Εκδόσεις: Μυγδονία, 2008

Πρόλογος Γ΄ έκδοσης

Ολοκληρώνοντας την δεύτερη έκδοση του βιβλίου αυτού, παρέμενα με την εντύπωση ότι δεν είχε ολότελα γραφτεί. Επανερχόμενος δέκα οχτώ χρόνια μετά, καταλαβαίνω καλύτερα τι με ώθησε να επέμβω εκ νέου στην τρίτη έκδοσή του, προσπαθώντας να καταδείξω την βαθύτερη συνέπεια μιας διαδικασίας που διήρκεσε τριάντα περίπου χρόνια για να ολοκληρωθεί το σώμα της έκφρασής της.

Το αρχικό έναυσμα της όλης προσπάθειας ήταν η επίτευξη της ενότητας του διασπασμένου προσώπου και κατ’ επέκταση του κατακερματισμένου κόσμου. Για τον λόγο αυτό κινήθηκα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός  μύθου,  όχι ως συνάντηση των φαντασιακών προεκτάσεων των διαφόρων προσώπων – ή προσωπείων – σε μια ίδια αναπαράσταση, αλλά μέσα από τα στοιχεία που γέννησε και γεννά ο τόπος, – στην συγκεκριμένη περίπτωση η Καστοριά –, όπου τα πρόσωπα θα εύρισκαν τη θέση τους, και θα μπορούσε να εξηγηθεί και να κατανοηθεί το είδος των δοκιμασιών τους, προκειμένου να προσεγγίσω το μυστήριο. Προς τούτο ανέτρεξα στα μνημεία  της πόλης και στα γεωγραφικά, ιστορικά, λαογραφικά και άλλα δεδομένα της, στους θρύλους και τα παραμύθια, ώστε αναμοχλεύοντας το παρελθόν και τις καταθέσεις εκείνων που πέρασαν, να στερεώσω το παρόν που χανόταν μέσα από τα δάχτυλα μου.

Παράλληλα οι αναφορές στα Πατερικά κείμενα αποτέλεσαν τους οδοδείκτες μιας πορείας πνευματικής, ενός πνεύματος που διέπει την γραφή ως λειτουργία στην οποία συμμετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος, οδηγώντας στην ένωση του νου και της καρδιάς. Στους Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχει η ολοκληρωτική χαλιναγώγηση της φαντασίας. Γι’ αυτό τίθεται ως βάση η μετάνοια, η στροφή του νοός προς τον Θεό, και η νίκη επί των παθών, η απάθεια, και όχι η επιδίωξη μυστικών οραμάτων. ΄Ετσι η πνευματική ζωή έχει πληρότητα, έχει θεμέλια γερά, και, κυρίως, απομακρύνεται από τον  φόβο της παραπλάνησης. Αρκεί κανείς να εμμείνει με υπομονή στη συγκράτηση των παθών και στην υποταγή της φαντασίας.

Οι πολλές γραφές του βιβλίου, πέραν των τριών συγκεκριμένων εκδόσεων που έτυχε να δουν το φως της δημοσιότητας, καταδεικνύουν τις δυσκολίες να τιθασευτεί ένα υλικό, το οποίο δεν υπόκειται στις κατευθύνσεις οποιασδήποτε μυθοπλασίας, αλλά καλείται να αναδείξει την πραγματικότητα και την αλήθεια του, παρέχοντας ένα ένδυμα για να ντύσει την γύμνια της ύπαρξής μας, η οποία είναι πλέον απτή όσο ποτέ, και ένα έδαφος όπου μπορεί να σταθεί και να οικοδομηθεί η ανθρώπινη ψυχή. Ωστόσο η όλη διαδικασία, η οποία λάβαινε μεταμορφωτικό χαρακτήρα, αλλά και ο μόχθος της συγγραφής, μου δίδαξαν ότι δεν μπορεί να σταθεί κανένας μύθος που να αγκαλιάζει τον άνθρωπο ολόκληρο και να εξιχνιάσει τα βήματά του. Το ίνα ώσιν εν, του Ευαγγελικού λόγου, δεν αποτελεί καρπό μύθου. Και από την στιγμή που το κύριο αίτημα είναι η ενότητα προσώπων  και πραγμάτων, τούτο υπαγορεύει έναν  διαφορετικό τρόπο κινήσεως και μια άλλη προσέγγισή τους. ΄Όταν λέω κύριο αίτημα εννοώ την βαθύτερη εκείνη επιθυμία που δεν ακολουθεί κάποιο πρότυπο του κόσμου, μήτε προέρχεται από κάποια αγοραία μίμηση. Είναι η επιθυμία που σπάνια βρίσκουμε πρότυπά της, και αν τα βρούμε αδυνατούμε να τα ακολουθήσουμε. Η αναζήτηση και επιδίωξη της διαφορετικότητας μπορεί να αποτελέσει ένα στάδιο, αλλά αλίμονο αν μείνουμε εκεί. Δεν εννοώ να επιστρέψουμε σε κάποιας μορφής συλλογική συνείδηση, αλλά να προβούμε στην γέννηση του πραγματικού μας εαυτού, οπότε ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ανθρωπότητα.

΄Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τρεις είναι οι γεννήσεις που ζει ο άνθρωπος:

Δεν είναι μόνο αυτή η γέννηση των καημένων ανθρώπων
που έρχεται από σάρκα και αίμα, αφού είναι θνητοί
που γεννιούνται και πεθαίνουν γρήγορα˙
τέτοια βέβαια είναι η πρώτη˙ έπειτα εκείνη από το Πνεύμα το αγνό,
όταν πάρουμε το βάπτισμα και μας περιβάλλει το φως.
Η  δε τρίτη, προέρχεται από τα δάκρυα και τον πόνο μας,
που καθαρίζει ξύνοντάς την τη μαυρισμένη απ’ τη
φαυλότητα εικόνα.
Απ’ αυτές την πρώτη την έχεις απ’ τους πατέρες σου,
τη δεύτερη απ’ τον Θεό,
στη δε τρίτη πατέρας είσαι εσύ ο ίδιος, δίνοντας στη ζωή
φως αγαθό.*

Όταν εισερχόμαστε στην διαδικασία της αποκοπής από τον κόσμο τα προσωπεία παύουν να υφίστανται και δεν μπορούμε να παίξουμε κανένα ρόλο, ή να ζούμε με βάση κάποια ιδιότητα. Ο πόνος και τα δάκρυα για το κακό που κυβερνά είναι η δύναμη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το ξύσιμο της μαυρισμένης απ’ την φαυλότητα εικόνας. Τούτο δεν είναι άμοιρο της πίστεως στην αγάπη˙ όταν πιστεύουμε στη δύναμη της αγάπης που εξαλείφει την κακία και ξεριζώνει τον φόνο από μέσα μας, που ανατρέπει την πεποίθηση ότι για να ζήσουμε ή να αλλάξουμε τη ζωή μας πρέπει να εξοντώσουμε, να ασκήσουμε βία, ή να εκμεταλλευτούμε τον άλλον άνθρωπο. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επανάσταση και ανατροπή που μπορεί να υπάρξει μέσα στα όρια του κόσμου.
Η Καστοριά υπήρξε τόπος εξορίας στα χρόνια του Βυζαντίου. Η εξορία, ωστόσο, μπορεί να μεταβληθεί σε τόπο όπου ο άνθρωπος αποκόβεται από όλους τους περισπασμούς, αποκτώντας μια δυσεύρετη όσο και παράξενη ανεξαρτησία, έξω από τα οφέλη της κοινώς θεωρούμενης ευδαιμονίας. ΄Ένας τόπος γυμνός και άδειος που κάνει τον άνθρωπο να στραφεί στα ενδότερα της υπάρξεως, εγκαταλείποντας τις ιδέες που στήριζαν την εικόνα του εαυτού του, αλλά και την εικόνα του κόσμου.
΄Όταν ο κατακερματισμένος άνθρωπος  ενοποιείται εν Χριστώ Ιησού, πρέπει να αγγίξει τις πληγές από τα καρφιά του Αναστημένου Σώματος, για να αποκτήσει συνείδηση της ενσάρκωσης του Χριστού και της δικής του πνευματικότητας. Εκείνη την στιγμή παύει οριστικά να ιδεοκρατείται, και ο ιστορικός χρόνος πολύ μικρή επιρροή έχει επάνω του. Ο απόστολος Θωμάς δεν είχε, κατά τη γνώμη μου, σχέση ούτε με την απιστία ούτε με  τη δυσπιστία, υπό την τρέχουσα έννοια. Πίσω από την «απιστία» του Θωμά κρύβεται η πιο φλογερή ερωτική χειρονομία, ο καταποντισμός κάθε ιδεοκρατίας και μεταφυσικής, το άλγος της αφής, που αποτελεί προϋπόθεση της προσευχής κατά τον Γρηγόριο Παλαμά.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, στον αποκαλυπτικό πρόλογό του της Πρώτης έκδοσης των Δύο φορεμάτων, γράφει για τα είδωλα πως, «είναι φενάκη να θεωρηθούν ότι μπορούν να μας ντύσουν, ζεσταίνοντας τη γύμνια μας, βοηθώντας μας στην αντιμετώπιση των αδυναμιών, σφαλμάτων και ασθενειών, απαλλάσσοντάς μας από τον φόβο του θανάτου, με την οικείωση του πλησίον μας ως ίδιου μας εαυτού».  Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Πεντζίκη να μιλήσει για νίκη; Νομίζω ότι είδε στο τέλος των δοκιμασιών και των περιπετειών των προσώπων το άνοιγμα στη ζωή που δίδεται άνωθεν, και στην οποία όλοι  συμμετέχουν, έστω και αν αυτό δεν γίνεται αντιληπτό. Όταν αντιληφθούμε ότι οι φαντασιώσεις που καλλιεργούμε δεν είναι παρά τα είδωλα των επιθυμιών, που μας εμποδίζουν να πλησιάσουμε το κέντρο του είναι μας.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω την Αναστασία Μπύρου για τις εύστοχες παρατηρήσεις και τα σχόλιά της επί του κειμένου, καθώς και τις εκδόσεις Μυγδονία και τον εκδότη Αθανάσιο Καγιά, που μου έδωσαν την δυνατότητα να εγκύψω και πάλι σε ένα υλικό που αποτελεί αποθήκη μνήμης για τον ίδιο τον συγγραφέα του, στοιχείων που «εκ περάτων» συνέλεξε και στερέωσε η αγαπητική του διάθεση, προσπαθώντας να δώσει υπόσταση στο παρόν.

19 Σχόλια

  1. Φίλη Αναστασία, συμμερίζομαι την δύσκολη απορία σου και προσπαθώ κι εγώ να δώσω μιαν απάντηση, αν και επιρρεπής στα πάθη. Θα μπορούσα να γράψω κάποιες ιδέες προερχόμενες από τα λεγόμενα των πατέρων ή και δικές μου, αλλά επειδή στερούμαι ιδεών το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τα πάθη συνίστανται από πλέγματα αγρίων φυτών, όπως λόγου χάρη το αγρόστεμμα, κοινώς γόγγολη, που παράγει κάτι υποστρόγγυλα φαιά σπέρματα άκρως δηλητηριώδη, και που φυτρώνουν εκεί που δεν τα περιμένει κανείς.

  2. Χαίρομαι που σας συνάντησα εν κόσμω, κύριε Κοσματόπουλε! Με ειλικρίνεια & εμπιστοσύνη θέτω το ερώτημά μου:Πότε και πώς ο λογοτέχνης παίρνει έσω και άνωθεν άδεια για το λογοτεχνείν;Πώς γνωρίζει ότι η επιθυμία του να δώσει δια της γραφής υπόσταση στο παρόν δεν είναι φαντασίωση; Κι αν με αληθινή αγαπητική διάθεση νομίζει ότι έχει απεκδυθεί κάθε πάθος κενοδοξίας, ματαιοδοξίας, ανθρωπαρέσκειας, ποιον ωφελεί η εγχάραξη της νόησης-αισθήματος σε χαρτί;(αφού σε προσωπική ωφέλεια δεν αποσκοπεί αλλά ούτε στην αποδοχή του Άλλου). Είμαι μία Ξυλοπόδαρος μεταξύ έκθεσης & εσωστρέφειας.

  3. Προφανώς ο κύριος Αλέξανδρος δεν μου απάντησε εδώ, μα οφείλω να γνωστοποιήσω ότι απάντησε! Διότι το νήμα με οδήγησε να αναζητήσω έργα του στην δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης μου.Τρία ήταν καταχωρημένα: ”Τα Δύο Φορέματα”, “Ο Αγρός του Αίματος” και “Ο Πιο σύντομος Δρόμος”. Τι τύχη κι αυτή! Το πρώτο όμως δεν υπήρχε πουθενά στα ράφια της βιβλιοθήκης. Κατέληξα να δανειστώ το τρίτο.Κι εκεί, στις σελίδες 52-54,66,68,71-73,91,115-118,124,130,154-155, παντού κτερίσματα για να εξομαλύνουν το ταξίδι μου. Πρόκειται όντως για τον πιο σύντομο δρόμο που θα μπορούσε να μου φωτίσει ένας 78χρονος ημίσοφος. Ημίσοφος γιατί σε συνεντεύξεις εκείνος διατείνεται πως δεν είναι αρμόδιος να απαντάει στο τάδε και στο δείνα ερώτημα, παρά μόνον να προκαλεί ερωτήματα. Ὅπερ καί ἐγένετο.

  4. Τι απέγιναν όμως “Τα Δύο Φορέματα” που, αν και καταχωρημένα στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, απουσίαζαν από το ράφι όπου γέρναν τ’ αδέλφια τους; Η εξυπηρετικότατη κυρία Μαρία στις καταχωρήσεις έλυσε την απορία μου: Βρίσκονται στο βιβλιοστάσιο, και μάλιστα σε δύο αντίτυπα. “Στο βιβλιοστάσιο;” πασχίζει να το χωρέσει ο νους μου καθώς περιμένω σαν προσβεβλημένη μάνα που το μοσχοπαίδι της πήρε αποβολή. ”Γιατί, κυρ-Αλέξανδρε, γιατί δεν έγραψες κάτι για το γουργουρητό του γάτου (αφού δείχνεις στην φωτογραφία τόσο να τον αγαπάς) ;; Ή έστω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με ευσεβείς δόσεις θεοσοφίας ή κάτι παιδικό για βιβλιοθήκες που στροβιλίζονται με ξόρκια μαγικά;” Μα συνήλθα αφού ήρθαν τα φορέματα στα χέρια μου. Γιατί κατάλαβα ότι ο προορισμός τους ήταν για εκεί. Κι αν το μάθαινε ο κουμπάρος και μέντορας Ν.Γ.Π. , θ΄αναφωνούσε απ΄την χαρά του: Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἕνεκεν.

  5. Τώρα θα περίμενε κανείς από μέρους μου μια κριτική του βιβλίου, μια γνώμη έστω. Το πόνημα, ένας βόμβος στο κεφάλι μου.Υπογραμμίσεις, σημειώσεις, να σβηστούν μετά, για να επιστραφεί εκπρόθεσμα και με βαριά καρδιά. Η βιβλιοθηκονόμος δεν το επανέφερε στην υποβάθμιση, μα το τοποθέτησε σε ράφι,πλάι στον ”Σύντομο Δρόμο”.Τούτη η σαφής ανακατάταξη που επήλθε από το δικό μου αίτημα δανεισμού δίνει μια αισιοδοξία ως προς την δυνατότητα αλλαγής θέσεων γενικά. Αλλά ίσως και όχι: το δεύτερο αντίτυπο έμεινε στο βιβλιοστάσιο δίχως το ταίρι του, κι η επίγνωση της δύναμης του δανειστή να χωρίσει τα 2 “Δύο Φορέματα” εκκρεμεί ως ενοχική.

  6. Τώρα καταξιώθηκα να ανταποκριθώ, κύριε Κοσματόπουλε. Εδώ το χθεσινό προλόγισμα που εξηγεί την πολύμηνη σιωπή και, αδιευκρινίστως, δε δημοσιεύθηκε: [Πάνω που έχεις σχεδόν πεισθεί ότι τα σχόλιά σου απασχολούν μόνο τη διαχείριση, η οποία θα μπορούσε να είναι και μηχάνημα, έρχεται μια λιτή απάντηση-προτροπή από τον αντικείμενο άνθρωπο και ανατρέπει την ασφάλεια της απραξίας. Και τότε εσωστρέφεσαι ξανά, σαν τη χελάνα που διαισθάνεται την προσοχή ξένου βλέμματος. Μα πόσο να μείνεις σιωπηλός εντός της Κάμαρής σου; Φέρει η “ησυχία” την ποθούμενη ταπεινοφροσύνη ή αποτελεί η επικαλούμενη ταπεινοφροσύνη τη μάσκα της περιφάνιας; Αν κατανόησα στο ελάχιστο όσα διαβάζω στα βιβλία των δύο κουμπάρων, οφείλω να εκτεθώ. Ανεπανόρθωτα δεν θα ΄ναι, όπως και να χει, εφόσον κίνητρο είναι το άπλωμα χεριού.] Λίαν συντόμως λοιπόν, η έκθεση της οπτικής μου.

  7. Κι αφού επετράπη να ηττηθεί η περηφάνια με ένα ορθογραφικό σφάλμα απροσεξίας (κατά το ΗΩΣ-ΙΟΣ-ΥΙΟΣ), ας επιχειρηθεί η εκφορά γνώμης μετά παρρησίας.
    Τα Δυο Φορέματα, στην περίπτωσή μου, επιτέλεσαν βιωματικά αγωγή εκ θέσεως.Και το εννοώ κυριολεκτικά, αφού η θέση τους και μόνο στο βιβλιοστάσιο της δημόσιας δανειστικής βιβλιοθήκης επέφερε πλήγμα στην κενοδοξία (που αρνιόμουν ότι έτρεφα ως κατά φαντασίαν συγγραφέας). Κυρίως και ομολογουμένως δε, όταν για την “υποβάθμιση” ενός πονήματος το οποίο και με μόνο εχέγγυο το προλόγισμα που φέρει θα μπορούσε να εκποιήσει την αξία του σε αντίτυπα & τιμές, την ευθύνη έχει ο εκπονήσας με τις επιλογές του βίου του!
    Όσον αφορά το περιεχόμενο, αν ως αναγνώστρια αναζητούσα στοιχεία πραγματολογικά ή πολιτισμικά, θα έλεγα ότι υπάρχουν περισσά.Κι αν αναζητούσα στοιχεία ταύτισης με τον συγγραφέα, θα έλεγα ότι προσφέρονται αρκετά, για κάποιον που έχει βίωμα εξορίας (παρόλο που δεν έχω εγώ). Μα καθώς αναζητούσα να συναισθανθώ την ψυχική κατάσταση του γράφοντος, θα πω ότι μου ξεγλιστρούσε κάθε λίγο.Διότι, ενώ ήταν δηλωμένος ο ψυχικός μαρασμός, μου δόθηκε η εντύπωση πως κάθε φορά που το περιβάλλον δια των αισθήσεων πήγαινε να του επιβληθεί, ο αφηγητής αποστασιοποιούνταν από τα παθήματά του κι ενώ τα βίωνε, ήταν σα να μην τα ζούσε. Ήταν όπως όταν περνάς μια παιδική μολυσματική ασθένεια, που την ζεις αλλά έχεις την βεβαιότητα ότι θα περάσει.
    Σε συμβολικό λοιπόν επίπεδο και αναφορικά με τον τίτλο, τολμώ να πω ότι τα δύο φορέματα μπορεί να είναι και οι δύο δερμάτινοι χιτώνες του πρώτου άνδρα και της πρώτης γυναίκας. Είναι οι χιτώνες των αισθητηρίων της οδύνης & της ηδονής, το δέρμα που μας φέρνει σε επαφή με το περιβάλλον αλλά και ταυτόχρονα μας διαχωρίζει και μας θωρακίζει από αυτό. Τους έχουμε επωμιστεί αυτούς τους χιτώνες και ζούμε μέσω αυτών, αλλά Σήμερον μας έχει δοθεί η βεβαιότητα πως όταν τους απεκδυθούμε θα φανούμε ως είμαστε.

  8. Αγαπητή κυρία ΜΑΙΔΑΝΟΥ (αλήθεια, πού τονίζεται το όνομά σας;), σας ευχαριστώ για τον κόπο σας να ασχοληθείτε με “Τα δύο φορέματα”, ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν από 45 περίπου χρόνια και, ως φαίνεται, εξακολουθεί να ενδιαφέρει. Οι παρατηρήσεις σας είναι καίριες και πολύ σωστές. Πράγματι, ο αφηγητής αποστασιοποιείται από τα παθήματά του, γιατί ουσιαστικά τα έχει υπερβεί, και εισερχόμενος σε έναν άλλον χώρο μπορεί να τα κοιτάξει με διαύγεια πνεύματος.
    Ωστόσο, τα “Δύο φορέματα” απέκτησαν ένα νέο ενδιαφέρον όταν διάβασα τις Επιστολές του Ιωσήφ του Ησυχαστή. Στο υπό έκδοση βιβλίο μου “Μυστική συνομιλία”, παρατίθεται η συγγένεια κάποιων σημείων τους με τα λεγόμενα του Ιωσήφ σε μια επιστολή του.
    Παραθέτω αυτά τα σημεία:
    «Φθάσε αυτάς, ησύχαζε τόσον, φθάσε εις την αρετήν τους, και τότε θα προοδεύσης όταν συ θα τες περισσεύσης και θα γίνης ένα μηδέν, διότι αυτό είναι το ύψος και η ανάβασις, να κατέβης εις το μηδέν. Δεν είναι να κάμης φτερά να πετάξης…», γράφει ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής στην ανεψιά του μοναχή Βρυαίνη στις 17-4-1951. Στο βιβλίο μου “Τα δύο φορέματα” διατυπώνονται οι σκέψεις ενός συγγραφέα που απώλεσε τον εαυτό του, και η ιδιότητα του συγγραφέα δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν. Περιφερόμενος στα κοιμητήρια της Καστοριάς κατακλύζεται από λογισμούς, και ο νους του βυθίζεται σε μια μελέτη θανάτου: «Πώς να δεχτεί ότι η φύση και η αρχή της ύπαρξής του είναι μηδέν; Ότι ύψος και ανάβαση είναι να κατεβεί στο μηδέν και όχι να κάνει φτερά να πετάξει; Δεν έχει κάτι χειροπιαστό, να αγωνιστεί, να ελπίζει». Η χρήση των ίδιων ακριβώς λέξεων για να περιγραφεί μια πνευματική κατάσταση από τον Ιωσήφ τον Ησυχαστή όπως και στα “Δύο φορέματα”, δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Η σύμπτωση επί τω αυτώ δείχνει μια κοινή ψυχική ροπή, όπου κυριαρχεί το ίδιο πνεύμα. Αυτή η μυστική συνομιλία δεν υπόκειται στο χρόνο. Στις φράσεις αυτές συγκεραίνονται τρεις ημερομηνίες: 1980, 1951, 2019. Το 1980 γράφηκαν “Τα δύο φορέματα”, το 1951 γράφηκε η επιστολή του Γέροντα Ιωσήφ, και το 2019 εκδόθηκαν οι Επιστολές του. Οι ημερομηνίες αυτές συνυπάρχουν σε χρόνο που δεν ορίζεται από τα φύλλα του ημερολογίου. Η πνευματική ζωή υπάρχει σε χρόνο άχρονο, και γι’ αυτό είναι κοινή”.
    Σας ευχαριστώ και πάλι και σας εύχομαι ό,τι καλό.

  9. Αγαπητέ κύριε Κοσματόπουλε, να εύχεστε ό,τι καλό για την Μαρία Μαϊδανού (οπότε κατ΄ όνομα μπορώ να λέγομαι Μακεδών).Μα τι αντίδωρο να δώσω εγώ γι’ αυτή την επικοινωνία μας; Εγώ που αρχικά σας προσέγγισα για λύσεις συγγραφικές και μετρήσεις κριτικές, σήμερα Σάββατο των Ψυχών του Σωτήριου Έτους 2026 προτίθεμαι να δηλώσω πως ανήκετε στους συγγενείς ανθρώπους μου. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό σε περίπτωση που η παραμονή μου επί γης παραταθεί πέραν της δικής σας (πράγμα διόλου βέβαιο μόνο από την διαφορά βιολογικής ηλικίας).

  10. Αγαπητή κυρία Μαϊδανού,
    πολύ με θέλγει αυτή η συνομιλία μας. Είναι σαν να γίνεται σε ένα υψηλό δώμα όπου βασιλεύει η ησυχία εν μέσω ενός ορυμαγδού διανοημάτων. Το γεγονός ότι δεν ξέρω τίποτα για σας δεν εμποδίζει την συνομιλία μας, παρότι πολύ θα ήθελα να γνωρίζω κάποια πράγματα. Μιλάτε για συγγένεια και για την παραμονή σας πάνω στη γη. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο βίος του ανθρώπου μία ημέρα εστί, είμαστε ήδη πλήρεις ημερών.
    Θα ήθελα, λοιπόν, κάποιες διευκρινήσεις, αν φυσικά θα το θέλατε κι εσείς. Θα μπορούσα να τις λάβω και στο μέιλ μου, αν αυτό σας διευκολύνει.

  11. Χαίρετε! Προφανώς θα ήταν κατάχρηση του εδώ χώρου η περιαυτολογία. Bασικές προσωπικές πληροφορίες και αντιπροσωπευτικές αναρτήσεις υπάρχουν στο χρονολόγιό μου στο facebook. Αν σας διευκολύνει μόνο το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, θα ζητήσω ευλογία και θα σας πω.

  12. Αγαπητή κυρία Μαϊδανού, να είστε καλά! Με διευκολύνει μόνο το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, διότι με τα άλλα δεν έχω σχέση.
    Με θερμούς χαιρετισμούς.

    • Όταν ο άνθρωπος αποφασίζει να ζητήσει ευλογία για κάτι που θεωρεί σημαντικό, και η συνάντηση με τον πνευματικό του αναβάλλεται, οφείλει να κάνει υπομονή για να δοθεί το νεύμα άνωθεν. Να ξέρετε ότι δεν έχω αμελήσει την επικοινωνία μας. Καλή πορεία στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

  13. Χριστός Ανέστη! Εύχομαι Ανάσταση Πίστεως, Ελπίδας κι Αγάπης για όλον τον κόσμο. Πώς να κρατήσει λοιπόν η απογοήτευση που δεν έλαβα ευλογία για κατ’ιδίαν επικοινωνία; Κατακάθισε η δελεαστική προοπτική αφού ο Πατήρ Ακίνδυνος (όνομα και πράγμα) έδωσε παραίνεση να μιλώ δημοσίως για όσα θέλω να πω. Άλλωστε, δε φοβούνται το φως τα έργα τα καλά. Οπότε, αν η διαχείριση εδώ το επιτρέπει, ελπίζω να μην θεωρηθεί κατάχρηση του φιλόξενου ιστότοπου η ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών.Μαθαίνω μάλιστα ότι τον παλιό καλό καιρό,πολλοί άνθρωποι του πνεύματος επικοινωνούσαν μέσω επιστολών σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ίσως ένα τέτοιο εγχείρημα να αποδειχθεί ωφέλιμο, όχι βέβαια ως αξίωση να παραλληλιστούμε με την πνευματική αφρόκρεμα άλλων εποχών, αλλά κυρίως ως ανάδειξη του πόσο άνετα εξυψώνονται ή καταβαραθρώνονται οι ανθρώπινες επιχειρήσεις λόγου και γραφής.

  14. Αγαπητή κυρία Μαϊδανού, σας χαιρετώ.
    Αν έχετε κάτι να μου πείτε, πείτε το.
    Πιστεύω πως οι φιλόξενες στήλες του Αντιφώνου δεν θα το αρνηθούν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ