Τα δύο φορέματα

1
111

Τίτλος: Τα δύο φορέματα
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
Εκδόσεις: Μυγδονία, 2008

Πρόλογος Γ΄ έκδοσης

Ολοκληρώνοντας την δεύτερη έκδοση του βιβλίου αυτού, παρέμενα με την εντύπωση ότι δεν είχε ολότελα γραφτεί. Επανερχόμενος δέκα οχτώ χρόνια μετά, καταλαβαίνω καλύτερα τι με ώθησε να επέμβω εκ νέου στην τρίτη έκδοσή του, προσπαθώντας να καταδείξω την βαθύτερη συνέπεια μιας διαδικασίας που διήρκεσε τριάντα περίπου χρόνια για να ολοκληρωθεί το σώμα της έκφρασής της.

Το αρχικό έναυσμα της όλης προσπάθειας ήταν η επίτευξη της ενότητας του διασπασμένου προσώπου και κατ’ επέκταση του κατακερματισμένου κόσμου. Για τον λόγο αυτό κινήθηκα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός  μύθου,  όχι ως συνάντηση των φαντασιακών προεκτάσεων των διαφόρων προσώπων – ή προσωπείων – σε μια ίδια αναπαράσταση, αλλά μέσα από τα στοιχεία που γέννησε και γεννά ο τόπος, – στην συγκεκριμένη περίπτωση η Καστοριά –, όπου τα πρόσωπα θα εύρισκαν τη θέση τους, και θα μπορούσε να εξηγηθεί και να κατανοηθεί το είδος των δοκιμασιών τους, προκειμένου να προσεγγίσω το μυστήριο. Προς τούτο ανέτρεξα στα μνημεία  της πόλης και στα γεωγραφικά, ιστορικά, λαογραφικά και άλλα δεδομένα της, στους θρύλους και τα παραμύθια, ώστε αναμοχλεύοντας το παρελθόν και τις καταθέσεις εκείνων που πέρασαν, να στερεώσω το παρόν που χανόταν μέσα από τα δάχτυλα μου.

Παράλληλα οι αναφορές στα Πατερικά κείμενα αποτέλεσαν τους οδοδείκτες μιας πορείας πνευματικής, ενός πνεύματος που διέπει την γραφή ως λειτουργία στην οποία συμμετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος, οδηγώντας στην ένωση του νου και της καρδιάς. Στους Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχει η ολοκληρωτική χαλιναγώγηση της φαντασίας. Γι’ αυτό τίθεται ως βάση η μετάνοια, η στροφή του νοός προς τον Θεό, και η νίκη επί των παθών, η απάθεια, και όχι η επιδίωξη μυστικών οραμάτων. ΄Ετσι η πνευματική ζωή έχει πληρότητα, έχει θεμέλια γερά, και, κυρίως, απομακρύνεται από τον  φόβο της παραπλάνησης. Αρκεί κανείς να εμμείνει με υπομονή στη συγκράτηση των παθών και στην υποταγή της φαντασίας.

Οι πολλές γραφές του βιβλίου, πέραν των τριών συγκεκριμένων εκδόσεων που έτυχε να δουν το φως της δημοσιότητας, καταδεικνύουν τις δυσκολίες να τιθασευτεί ένα υλικό, το οποίο δεν υπόκειται στις κατευθύνσεις οποιασδήποτε μυθοπλασίας, αλλά καλείται να αναδείξει την πραγματικότητα και την αλήθεια του, παρέχοντας ένα ένδυμα για να ντύσει την γύμνια της ύπαρξής μας, η οποία είναι πλέον απτή όσο ποτέ, και ένα έδαφος όπου μπορεί να σταθεί και να οικοδομηθεί η ανθρώπινη ψυχή. Ωστόσο η όλη διαδικασία, η οποία λάβαινε μεταμορφωτικό χαρακτήρα, αλλά και ο μόχθος της συγγραφής, μου δίδαξαν ότι δεν μπορεί να σταθεί κανένας μύθος που να αγκαλιάζει τον άνθρωπο ολόκληρο και να εξιχνιάσει τα βήματά του. Το ίνα ώσιν εν, του Ευαγγελικού λόγου, δεν αποτελεί καρπό μύθου. Και από την στιγμή που το κύριο αίτημα είναι η ενότητα προσώπων  και πραγμάτων, τούτο υπαγορεύει έναν  διαφορετικό τρόπο κινήσεως και μια άλλη προσέγγισή τους. ΄Όταν λέω κύριο αίτημα εννοώ την βαθύτερη εκείνη επιθυμία που δεν ακολουθεί κάποιο πρότυπο του κόσμου, μήτε προέρχεται από κάποια αγοραία μίμηση. Είναι η επιθυμία που σπάνια βρίσκουμε πρότυπά της, και αν τα βρούμε αδυνατούμε να τα ακολουθήσουμε. Η αναζήτηση και επιδίωξη της διαφορετικότητας μπορεί να αποτελέσει ένα στάδιο, αλλά αλίμονο αν μείνουμε εκεί. Δεν εννοώ να επιστρέψουμε σε κάποιας μορφής συλλογική συνείδηση, αλλά να προβούμε στην γέννηση του πραγματικού μας εαυτού, οπότε ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ανθρωπότητα.

΄Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τρεις είναι οι γεννήσεις που ζει ο άνθρωπος:

Δεν είναι μόνο αυτή η γέννηση των καημένων ανθρώπων
που έρχεται από σάρκα και αίμα, αφού είναι θνητοί
που γεννιούνται και πεθαίνουν γρήγορα˙
τέτοια βέβαια είναι η πρώτη˙ έπειτα εκείνη από το Πνεύμα το αγνό,
όταν πάρουμε το βάπτισμα και μας περιβάλλει το φως.
Η  δε τρίτη, προέρχεται από τα δάκρυα και τον πόνο μας,
που καθαρίζει ξύνοντάς την τη μαυρισμένη απ’ τη
φαυλότητα εικόνα.
Απ’ αυτές την πρώτη την έχεις απ’ τους πατέρες σου,
τη δεύτερη απ’ τον Θεό,
στη δε τρίτη πατέρας είσαι εσύ ο ίδιος, δίνοντας στη ζωή
φως αγαθό.*

Όταν εισερχόμαστε στην διαδικασία της αποκοπής από τον κόσμο τα προσωπεία παύουν να υφίστανται και δεν μπορούμε να παίξουμε κανένα ρόλο, ή να ζούμε με βάση κάποια ιδιότητα. Ο πόνος και τα δάκρυα για το κακό που κυβερνά είναι η δύναμη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το ξύσιμο της μαυρισμένης απ’ την φαυλότητα εικόνας. Τούτο δεν είναι άμοιρο της πίστεως στην αγάπη˙ όταν πιστεύουμε στη δύναμη της αγάπης που εξαλείφει την κακία και ξεριζώνει τον φόνο από μέσα μας, που ανατρέπει την πεποίθηση ότι για να ζήσουμε ή να αλλάξουμε τη ζωή μας πρέπει να εξοντώσουμε, να ασκήσουμε βία, ή να εκμεταλλευτούμε τον άλλον άνθρωπο. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επανάσταση και ανατροπή που μπορεί να υπάρξει μέσα στα όρια του κόσμου.
Η Καστοριά υπήρξε τόπος εξορίας στα χρόνια του Βυζαντίου. Η εξορία, ωστόσο, μπορεί να μεταβληθεί σε τόπο όπου ο άνθρωπος αποκόβεται από όλους τους περισπασμούς, αποκτώντας μια δυσεύρετη όσο και παράξενη ανεξαρτησία, έξω από τα οφέλη της κοινώς θεωρούμενης ευδαιμονίας. ΄Ένας τόπος γυμνός και άδειος που κάνει τον άνθρωπο να στραφεί στα ενδότερα της υπάρξεως, εγκαταλείποντας τις ιδέες που στήριζαν την εικόνα του εαυτού του, αλλά και την εικόνα του κόσμου.
΄Όταν ο κατακερματισμένος άνθρωπος  ενοποιείται εν Χριστώ Ιησού, πρέπει να αγγίξει τις πληγές από τα καρφιά του Αναστημένου Σώματος, για να αποκτήσει συνείδηση της ενσάρκωσης του Χριστού και της δικής του πνευματικότητας. Εκείνη την στιγμή παύει οριστικά να ιδεοκρατείται, και ο ιστορικός χρόνος πολύ μικρή επιρροή έχει επάνω του. Ο απόστολος Θωμάς δεν είχε, κατά τη γνώμη μου, σχέση ούτε με την απιστία ούτε με  τη δυσπιστία, υπό την τρέχουσα έννοια. Πίσω από την «απιστία» του Θωμά κρύβεται η πιο φλογερή ερωτική χειρονομία, ο καταποντισμός κάθε ιδεοκρατίας και μεταφυσικής, το άλγος της αφής, που αποτελεί προϋπόθεση της προσευχής κατά τον Γρηγόριο Παλαμά.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, στον αποκαλυπτικό πρόλογό του της Πρώτης έκδοσης των Δύο φορεμάτων, γράφει για τα είδωλα πως, «είναι φενάκη να θεωρηθούν ότι μπορούν να μας ντύσουν, ζεσταίνοντας τη γύμνια μας, βοηθώντας μας στην αντιμετώπιση των αδυναμιών, σφαλμάτων και ασθενειών, απαλλάσσοντάς μας από τον φόβο του θανάτου, με την οικείωση του πλησίον μας ως ίδιου μας εαυτού».  Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Πεντζίκη να μιλήσει για νίκη; Νομίζω ότι είδε στο τέλος των δοκιμασιών και των περιπετειών των προσώπων το άνοιγμα στη ζωή που δίδεται άνωθεν, και στην οποία όλοι  συμμετέχουν, έστω και αν αυτό δεν γίνεται αντιληπτό. Όταν αντιληφθούμε ότι οι φαντασιώσεις που καλλιεργούμε δεν είναι παρά τα είδωλα των επιθυμιών, που μας εμποδίζουν να πλησιάσουμε το κέντρο του είναι μας.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω την Αναστασία Μπύρου για τις εύστοχες παρατηρήσεις και τα σχόλιά της επί του κειμένου, καθώς και τις εκδόσεις Μυγδονία και τον εκδότη Αθανάσιο Καγιά, που μου έδωσαν την δυνατότητα να εγκύψω και πάλι σε ένα υλικό που αποτελεί αποθήκη μνήμης για τον ίδιο τον συγγραφέα του, στοιχείων που «εκ περάτων» συνέλεξε και στερέωσε η αγαπητική του διάθεση, προσπαθώντας να δώσει υπόσταση στο παρόν.

1 σχόλιο

  1. Φίλη Αναστασία, συμμερίζομαι την δύσκολη απορία σου και προσπαθώ κι εγώ να δώσω μιαν απάντηση, αν και επιρρεπής στα πάθη. Θα μπορούσα να γράψω κάποιες ιδέες προερχόμενες από τα λεγόμενα των πατέρων ή και δικές μου, αλλά επειδή στερούμαι ιδεών το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τα πάθη συνίστανται από πλέγματα αγρίων φυτών, όπως λόγου χάρη το αγρόστεμμα, κοινώς γόγγολη, που παράγει κάτι υποστρόγγυλα φαιά σπέρματα άκρως δηλητηριώδη, και που φυτρώνουν εκεί που δεν τα περιμένει κανείς.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here