Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἑορτολογικὸ γεγονός. Ἀποτελεῖ καὶ τὴ δυνατότητα μιᾶς ἐμπειρίας ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Μιὰ μετατόπιση σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μὲ τὴν ὁποία ὁ κόσμος εἶναι δυνατόν νὰ χάσει τὸ βάρος του. Σὰν νὰ ἀνοίγει μέσα στὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι μιὰ ρωγμὴ φωτός. Μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἴδιο τὸν Ἅδη. Κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἐμπειρία περιγράφει ὁ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σ᾿ ἕνα ἀθηναϊκὸ διήγημά του, τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1896 μὲ τὸν τίτλο «Ο ξεπεσμένος δερβίσης».
Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ποὺ ἔμενε συνήθως ἀνοικτὸ τὰ βράδια, ἔβρισκε καταφύγιο κάποιος, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης τὸν περιγράφει ὡς ἐξῆς: «Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστ'ον… Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένεια του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας».
Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν δίνει ἄλλες πληροφορίες γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει νὰ τὸν συνοδεύσει μ᾿ ἕνα πλῆθος ἀποριῶν. «Εἶχεν ἀναφανῆ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος; Ἦτον δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος;» Πάντως, ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξῆς τὸν ἀναφέρει ὡς δερβίση.
Αὐτὸς ὁ δερβίσης, λοιπόν, καθόταν καθημερινὰ σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ἔπινε μαστίχα, καὶ οἱ διάφοροι θαμῶνες ποὺ ἔρχονταν σ᾿ αὐτὸ τοῦ ζητοῦσαν νὰ παίξει κάποιο τραγούδι μὲ τὸ νάϊ του. Στὸ καφενεῖο αὐτὸ κοιμόταν κιόλας τὰ βράδια, καθὼς ἦταν ἄστεγος, ἀνέστιος, πλάνητας. Κουβαλοῦσε τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχασε ὅ,τι εἶχε. Εἶχε χάσει πατρίδα. Εἶχε χάσει οἰκείους. Εἶχε χάσει ἀξιώματα. Κι ἔφτασε τώρα νὰ περιπλανιέται σὰν σκιὰ τοῦ παλιοῦ του ἑαυτοῦ μέσα στὴ ξένη πόλη. Τὸ καφενεῖο εἶχε γίνει προσωρινὸ λιμάνι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε πια λιμάνι.
Κι ἐνῶ τὰ πράγματα ἦταν γι᾿ αὐτὸν δύσκολα, ἔγιναν ἀκόμη δυσκολότερα. Τὰ βράδια τὸ καφενεῖο ἔμενε ἀνοικτό. Ὅμως τώρα, ἔστω γιὰ λίγα βράδια, ἔπρεπε νὰ κλείσει. Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ περιπολοῦσε στὴν περιοχή, προκειμένου νὰ δείξει στὸν καινούργιο προϊστάμενό του ὅτι συμμορφώνεται μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔλαβε, «διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ' ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ».
Ὁ Παπαδιαμάντης κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο στήνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ σκηνικὸ γιὰ ἕνα μικρὸ δράμα. Ὁ δερβίσης ἔφυγε ἀπὸ τὸ καφενεῖο καὶ ρίχτηκε ἀνέστιος μέσα στὴν ἀφιλόξενη, βροχερὴ νύκτα. «Ποῦ νὰ ὑπάγῃ; Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη». Στὸ βάθος αὐτῆς τῆς σήραγγας κατέβηκε ὁ δερβίσης. Ἡ κάθοδος αὐτὴ μοιάζει μὲ κάθοδο στὸν Ἅδη.
Κι ἐνῶ ὅλα ἔδειχναν νὰ βαραίνουν πάνω του ἀβάστακτα, συνέβη κάτι ἀπροσδόκητο καὶ παράδοξο. Ὁ δερβίσης «διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ». Ἡ μελωδία «ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα… πραεία, μειλιχία… χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον». Ἡ μελωδία ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὸ νάϊ δὲν ἦταν ἕνας ἀπλὸς ἦχος. Οἱ πέτρες, τὰ μάρμαρα, οἱ παλαιοὶ ὄγκοι τοῦ ναοῦ ἔμοιαζε νὰ ὑποδέχονται τὴ μελωδία μὲ μιὰ ἀπρόσμενη οἰκειότητα, σὰν νὰ ἀναγνώριζαν σ᾿ αὐτὴ κάτι γνώριμο ἀπὸ παλιά. «Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς… Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας». Ἡ μελωδία τοῦ νάϊ ἦταν ἡ μνήμη μιᾶς ἀρχαίας ἁρμονίας. Ταυτόχρονα, ἦταν ἡ φανέρωση μιᾶς γνώσης, μὲ τὴν ὁποία ἡ χαρὰ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα στὴν ἔλλειψη καὶ ἡ πληρότητα μπορεῖ νὰ ἀναδυθεῖ μέσα στὸ ἐλάχιστο.
Ἡ σκηνὴ αὐτὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ἂν ἰδωθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς αἰσθητικῆς θεωρίας τοῦ Theodor W. Adorno. Γιὰ τὸν Adorno, ἡ νεωτερικὴ τέχνη ὀφείλει νὰ παραμένει πιστὴ στὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα τῆς κοινωνίας. Ὁ κόσμος χαρακτηρίζεται ἀπὸ σχέσεις κυριαρχίας, ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἀλλοτρίωσης· γι᾿ αὐτὸ ἡ τέχνη δὲν πρέπει νὰ προσφέρει εἰκόνες ἁρμονίας. Ἡ ἀληθινὴ τέχνη ὀφείλει νὰ ἐνσωματώσει μέσα στὴ μορφή της τὴν ἴδια τὴν ἀντίφαση τοῦ κόσμου καὶ νὰ γίνει μιμητικὴ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἀναπαράσταση τῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς μορφικὴ μίμηση τῆς κοινωνικῆς ἀσυμφιλίωτης πραγματικότητας.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς θέσης ἀποτελεῖ ἡ μουσικὴ τοῦ Arnold Schoenberg. Ἡ ἔνταση, ἡ ἀστάθεια καὶ ἡ ἀπουσία τονικοῦ κέντρου μετατρέπονται σὲ μορφικὴ μαρτυρία μιᾶς πραγματικότητας ποὺ δὲν ἐπιτρέπει αἰσθητικὴ ἀνάπαυση. Ἡ ἀτονικότητα καὶ ἡ διάλυση τῆς παραδοσιακῆς ἁρμονίας ἐκφράζουν, σύμφωνα μὲ τὸν Adorno, μιὰ ἱστορικὴ κατάσταση ὅπου ἡ συμφιλίωση δὲν μπορεῖ πλέον νὰ παρουσιαστεῖ ὡς αἰσθητικὴ ἐμπειρία.
Ὡστόσο, ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση στὸν Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φαίνεται νὰ ἀνοίγει μιὰ διαφορετικὴ δυνατότητα. Μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σήραγγας, μοιάζει νὰ αἴρεται τὸ βάρος τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀποκαθίσταται καμία τάξη οὔτε ἀλλάζει ἡ μοῖρα τῶν πραγμάτων. Ὅμως μιὰ χαρὰ γεννιέται «μὲ τὸ τίποτα». Μιὰ ἀνάσταση μέσα στὴν ἴδια τὴ νύχτα τῆς ἱστορίας. Μιὰ ἐμπειρία ποὺ δὲν ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ μεταμόρφωση τῆς σχέσης μαζί του. Μιὰ σιωπηλὴ μορφὴ ἀντίστασης ἀπέναντι στὴ δύναμη ποὺ τὸν διαμορφώνει.
Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτική, μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ καὶ μιὰ κριτικὴ πρὸς τὴν αἰσθητικὴ θέση τοῦ Adorno. Ἡ ἐπιμονὴ στὴν αἰσθητικὴ τῆς δυσφορίας παραμένει δεσμευμένη στὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν κόσμο τὸν ὁποῖον καταγγέλλει. Ἂν ἡ τέχνη περιορίζεται στὸ νὰ μιμεῖται τὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα, ἀναπαράγει τὸ ἴδιο πλαίσιο ἐπιθυμίας καὶ σύγκρουσης, ὅπως οἱ πρῶτες μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, στὶς ὁποῖες τὸ μικρὸ παιδὶ χαίρεται ὅταν κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, κλαίει ἢ ἀρνεῖται μὲ πείσμα καθετὶ ἄλλο, ὅταν αὐτὸ λείπει. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ἡ ἐπιθυμία παραμένει δεσμευμένη στὴν ἴδια λογικὴ κυριαρχίας.
Ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση ὑποδηλώνει μιὰ διαφορετικὴ κατεύθυνση. Ἡ τέχνη δὲν περιορίζεται στὴν καταγραφὴ τῆς δυσφορίας τοῦ κόσμου· καθιστᾷ ὁρατὴ τὴ δυνατότητα τῆς ἐλευθερίας μέσα στὴ σκοτεινὴ ἱστορία. Γίνεται ἡ ἔκφραση μιᾶς διαφορετικῆς μορφῆς ζωῆς: μιᾶς ζωῆς ὅπου ἡ ἐπιθυμία ἔχει ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας. Ὅπως ἡ μελωδία τοῦ δερβίση, μὲ τὴν ὁποία ἡ πληρότητα ἐμφανίζεται μέσα στὸ ἐλάχιστο. Μιὰ ἀνάσταση ποὺ δὲν καταργεῖ τὸν Γολγοθᾶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τοῦ βγάζει τὸ κεντρί. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» (Α´ Κορ. 15, 55). Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, Ἅδη, ἡ νίκη σου;
Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.


