Twelve Monkeys: πανδημία και ολοκληρωτισμός

1
1331
Συχνά η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος μπορούν να προβλέψουν γεγονότα και μελλοντικές καταστάσεις που για τους ιστορικούς και τους επιστήμονες παραμένουν εντελώς αδιάγνωστα. Αυτή η προφητική δύναμη των αφηγηματικών τεχνών είναι ίσως μια ιδιότητα που διασώθηκε απ’ την πανάρχαια εκείνη εποχή κατά την οποία ο storyteller ήταν ταυτόχρονα και μάντης. Ιδιαίτερα ο κινηματογράφος των τελευταίων δεκαετιών –και κυρίως τα sci-fi και post-apocalyptic είδη του– έχει αποτυπώσει με πολύ μεγάλη ακρίβεια και λεπτομέρεια πιθανές εξελίξεις της ανθρώπινης κοινωνίας και του κόσμου στο επικείμενο μέλλον. Η κινηματογραφική αφήγηση γνωρίζει, καθώς φαίνεται, με μια μυστική γνώση, κληρονομημένη από τους λογοτεχνικούς προγόνους της, τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί η κοινωνία και τις συμπεριφορές με τις οποίες ενεργεί ο άνθρωπος. Έτσι, μπορεί και προγιγνώσκει τον κίνδυνο μιας επερχόμενης δυστοπίας κι ενός ολοκληρωτικού παγκόσμιου κράτους, ή την απειλή βιολογικής εξάλειψης του ανθρώπινου είδους. Και αν υπό φυσιολογικές συνθήκες αυτές οι κινδυνολογίες των σεναριογράφων και των σκηνοθετών μοιάζουν με εντελώς απίθανα και παράλογα ενδεχόμενα, η έλευση της πανδημίας του κορωνοϊού και η κήρυξη έκτακτης ανάγκης που την ακολούθησε τις μετατρέπουν σε έγκαιρες προφητείες που απευθύνονταν σε αυτιά μη ακουόντων. Μία από τις ωραιότερες και ταυτόχρονα διορατικότερες ταινίες αυτού του είδους ήταν οι Δώδεκα πίθηκοι του Τέρι Γκίλιαμ, που γυρίστηκε το 1995, είκοσι πέντε χρόνια δηλαδή πριν από την επιδημία που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Οι Δώδεκα πίθηκοι είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μια επιδημία που ξέσπασε το 1997 –μελλοντικό έτος για τους θεατές, καθώς η ταινία προβλήθηκε το 1995– εξολόθρευσε το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού. Η επιφάνεια του πλανήτη έγινε ακατοίκητη και οι λίγοι επιζώντες αναγκάζονται να διαβιούν σε δύσκολες συνθήκες στο υπέδαφος. Οι επιστήμονες του μέλλοντος έχουν εφεύρει μια χρονομηχανή, ικανή να στέλνει κάποιον στο παρελθόν για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Επιλέγουν λοιπόν μεταξύ των φυλακισμένων κάποιους «εθελοντές» ως πειραματόζωα, προκειμένου να τους στείλουν λίγα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της επιδημίας, ώστε ν’ ανακαλύψουν με αυτό τον τρόπο πώς ξέσπασε και να σταματήσουν εγκαίρως τη μετάδοσή της. Ο Τζέιμς Κόουλ, τον οποίο υποδύεται ο Μπρους Γουίλλις, είναι ένας απ’ αυτούς τους «εθελοντές». Η χρονομηχανή τον στέλνει κατά λάθος στο 1990, αντί για το 1996. Εκεί συλλαμβάνεται και εγκλείεται σε ψυχιατρείο. Η ψυχίατρος Κάθριν Ρέιλλυ (Μάντλιν Στόου), που τον εξετάζει, και δείχνει ενδιαφέρον και συμπόνια για την περίπτωσή του, δεν πιστεύει, βέβαια, τα απίθανα γεγονότα που περιγράφει. Στο ψυχιατρείο ο Κόουλ θα γνωρίσει και τον ψυχασθενή Τζέφρυ Γκόινς (Μπραντ Πιτ), γιο ενός διάσημου και πλούσιου ιολόγου, απ’ το εργαστήριο του οποίου θα προέλθει, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, ο ιός που θα προκαλέσει τη φονική επιδημία. Στη συνέχεια της ταινίας, ο Τζέιμς στέλνεται ξανά και ξανά στο παρελθόν, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να εντοπιστεί η πηγή της επιδημίας και να εμποδιστεί το ξέσπασμά της. Ταυτόχρονα, ερωτεύεται όλο και περισσότερο την Κάθριν, που αρχίζει σιγά σιγά ν’ αντιλαμβάνεται πως ο Τζέιμς μπορεί να μην είναι τρελός.

Η ταινία θεματοποιεί υπέροχα το σύμπλεγμα πανδημίας και ολοκληρωτισμού που απειλεί την ανθρωπότητα σήμερα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, ήταν πολλοί εκείνοι που διαπίστωναν την εξάντληση των μεγάλων εθνικών και κοινωνικών συγκρούσεων, όπως και εκείνοι που κήρυσσαν το τέλος των ιδεολογιών. Ο ενοποιημένος και απόλυτα διασυνδεδεμένος σύγχρονος κόσμος έμοιαζε τώρα πια να φοβάται μόνο μια εξωτερική απειλή. Μόνο ένας κίνδυνος προερχόμενος έξωθεν, όπως για παράδειγμα ένας φονικός ιός, θα μπορούσε πλέον να απειλήσει την ειρήνη του κόσμου και την ευημερία της ανθρωπότητας. Αν παλιότερα η προσδοκώμενη Αποκάλυψη απειλούσε την ύπαρξη μόνο ενός έθνους ή μιας κοινωνικής τάξης, τώρα ένας βιολογικός Αρμαγεδδώνας θα απειλούσε την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Λίγοι όμως συνειδητοποίησαν ότι η δυστοπία από την οποία κινδυνεύουμε είναι διπλή: αφενός η απειλή βιολογικής εξάλειψης του ανθρώπινου είδους, αφετέρου ο κίνδυνος επιβολής παγκόσμιας δικτατορίας. Αυτοί οι δύο κίνδυνοι μάλιστα συνδέονται άρρηκτα και αιτιωδώς μεταξύ τους. Ο κίνδυνος της πανδημίας –ο μέγιστος κίνδυνος που απειλεί την αυτοσυντήρηση των ανθρώπων και των ανθρώπινων κοινωνιών– προκαλεί τέτοιο φόβο, ώστε μοιραία ανατίθεται στις κρατικές αρχές η ευθύνη να πάρουν οποιοδήποτε μέτρο κρίνουν αναγκαίο για την αποτροπή της. Και αυτό ανοίγει τις πύλες της κόλασης. Τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα επιτρέπεται να καταπατηθούν, οι πολιτικές διαδικασίες να ανασταλούν, οι πνευματικές ανησυχίες να τσαλαπατηθούν. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως ζώα, προκειμένου να διασωθεί η ζωή τους.

Στους Δώδεκα πιθήκους δεν εξιστορείται η εμφάνιση και η εξάπλωση της πανδημίας. Η κρίσιμη χρονική περίοδος της μετάδοσης και της κοινωνικής αναταραχής απουσιάζει από την αφήγηση. Οι δύο χρόνοι της ταινίας είναι η περίοδος πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας (παρελθόν του ήρωα, αλλά παρόν των θεατών) και η εποχή που διαμορφώνεται μετά από την καταστροφή (παρόν του ήρωα, αλλά μέλλον των θεατών). Στον πρώτο χρόνο, βλέπουμε τον κόσμο που ξέρουμε εμείς σήμερα: τον παγκοσμιοποιημένο, κατά βάση δημοκρατικό και ειρηνικό κόσμο μας. Στον δεύτερο χρόνο, αντικρίζουμε ένα σκοτεινό ολοκληρωτικό καθεστώς, όπου την απόλυτη εξουσία ασκεί μια επιτροπή επιστημόνων.

Πολλά σημεία της ταινίας προφητεύουν με απόλυτη ακρίβεια, θα έλεγε κανείς, όσα θ’ ακολουθήσουν μετά από μια μελλοντική πανδημία. Ποιος άραγε από τους θεατές της ταινίας, το μακρινό 1995, θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτές οι σκοτεινές προφητείες είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν; Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Στην αρχή της ταινίας, όταν ο Κόουλ οδηγείται ενώπιον της επιστημονικής επιτροπής που διοικεί δικτατορικά τη μελλοντική κοινωνία των επιζώντων, φυλάσσεται με ειδικά μέτρα ασφαλείας. Η αιτιολογία είναι πως έχει υποπέσει, σύμφωνα με τα λόγια των φρουρών του, σε «repeated violations of the Permanent Emergency Code», «επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του κώδικα διαρκούς έκτακτης ανάγκης» (στο 09:22 της ταινίας). Στη μελλοντική ολοκληρωτική κοινωνία, που η γέννησή της είναι αποτέλεσμα της επιδημίας, οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να πειθαρχούν σ’ έναν κώδικα διαρκούς έκτακτης ανάγκης. Η έκτακτη ανάγκη έχει μετατραπεί από εξαίρεση σε κανόνα. Με άλλα λόγια, η ταινία παρουσιάζει μια κοινωνία στην οποία έχει συμβεί αυτό που πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές προειδοποιούν ότι μπορεί να συμβεί σήμερα με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού. Με δικαιολογία την κατάσταση έκτακτης ανάγκης η κυβέρνηση μπορεί να πάρει οποιοδήποτε μέτρο, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν και χωρίς να εμποδίζεται από κανέναν. Και αυτή η έκτακτη συνθήκη μπορεί να κανονικοποιηθεί.

Στο τέλος της ταινίας, ο Κόουλ συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. «This part isn’t about the virus at all, is it? It’s about following orders. About doing what you’re told» (στο 1:58:41 – 1:58:46) αναφωνεί. «Αυτό δεν έχει να κάνει καθόλου με τον ιό, έτσι δεν είναι; Έχει να κάνει με τον ν’ ακολουθείς τις εντολές. Με το να κάνεις ό,τι σου λένε.» Με πρόσχημα τον ιό, οι επιστήμονες-δικτάτορες διατάσσουν τους υπηκόους να κάνουν πράγματα άσχετα, απλά και μόνο για να επιβάλουν τη θέλησή τους και να επιβεβαιώσουν την εξουσία τους. Και αυτό το στοιχείο επίσης μπορεί εύκολα να το δει κανείς στα μέτρα που αποφασίστηκαν για την αποτροπή μετάδοσης του Covid-19. Πολλά απ’ αυτά τα μέτρα δεν έχουν να κάνουν καθόλου με τον ιό, όπως εύκολα διαπιστώνει ο ψύχραιμος παρατηρητής. Έχουν να κάνουν με την πειθαρχία και την υπακοή. Οι κυβερνήσεις θέλουν πολίτες φοβισμένους και έτοιμους να υπακούσουν σε οποιαδήποτε εντολή.

Δεν είναι τυχαίο ότι η επιτροπή των ψυχιάτρων που εξετάζει τον Κόουλ στο παρόν, και έχει απόλυτη εξουσία πάνω στην ψυχή και το σώμα του, είναι όμοια με την επιτροπή των επιστημόνων στο μέλλον, που όμοια έχει κι εκείνη απόλυτη εξουσία πάνω στον φυλακισμένο Κόουλ. Ακόμα και οι δύο νοσηλευτές που τον συνοδεύουν στο ψυχιατρείο και δεν του επιτρέπουν να κινείται ελεύθερα, για να μη βιαιοπραγήσει, μοιάζουν με τους δύο φρουρούς που τον επιτηρούν όταν προσάγεται μπροστά στους επιστήμονες. Η επιστήμη, είτε ως ψυχιατρική στο παρόν είτε ως ιατρική στο μέλλον, ασκεί απόλυτη και ωμή βιοεξουσία επί των ανθρώπων.

Οι Δώδεκα πίθηκοι είναι μια ξεκάθαρη προειδοποίηση, διατυπωμένη τη δεκαετία του ’90, όταν τα πρώτα σημάδια των επερχόμενων δεινών ήταν ήδη παρόντα. Η έλευση μιας πανδημίας, μας λένε οι δημιουργοί της ταινίας, απειλεί όλη την ανθρωπότητα με άμεση καταστροφή, απειλεί το ανθρώπινο είδος με βιολογική εξάλειψη. Συγχρόνως, απειλούμαστε από μια άλλη πανδημία, εξίσου θανατηφόρα: από έναν παγκόσμιο ολοκληρωτισμό. Όπως καίρια προβλέπει η ταινία, εξουσιαστές δε θα είναι τώρα οι πολιτικοί ή οι στρατιωτικοί, αλλά οι επιστήμονες. Διότι ο επερχόμενος ολοκληρωτισμός δεν ασκεί απλή εξουσία, αλλά βιοεξουσία. Θέλει να ελέγχει πλήρως τα σώματα και τις ψυχές των υπηκόων στο όνομα της επιστήμης. Η επιστήμη κηρύσσει τι είναι σωστό και τι λάθος. Είναι ο ανώτερος κριτής των πάντων, ανώτερος από την πολιτική, από τη θρησκεία, από την οικονομία. Στα χέρια των επιστημόνων συγκεντρώνεται μια τερατώδης εξουσία.

Δεν είναι τυχαίο ότι σκηνοθέτης των Δώδεκα πιθήκων είναι ο Τέρι Γκίλιαμ. Μέσω του Γκίλιαμ, η ριζοσπαστική σκέψη του ’60 –η οποία βρίσκεται σε παρακμή και αποδρομή εδώ και πολλά χρόνια– μας στέλνει μια σαφή και ξεκάθαρη προειδοποίηση: η ανθρωπότητα κινδυνεύει από έναν ολοκληρωτισμό χειρότερο από τους παρελθόντες. Ο Τέρι Γκίλιαμ, όπως φαίνεται σε όλες τις ταινίες του και όπως ομολογεί ανοιχτά και ο ίδιος, διαμορφώθηκε, πνευματικά και πολιτικά, τη δεκαετία του 1960. Η σκέψη του και η καλλιτεχνική του φαντασία σχηματίστηκαν κάτω από την επιρροή της πολιτισμικής επανάστασης και της ριζοσπαστικής αντιαυταρχικής σκέψης.

Σήμερα, στις αρχές πια της δεκαετίας του 2020, εκείνη η εποχή της πολιτισμικής και πνευματικής ανάτασης έχει γίνει οριστικά παρελθόν και η ριζοσπαστική σκέψη της έχει βυθιστεί στη λήθη. Όσοι από τους στοχαστές και τους καλλιτέχνες που τη δημιούργησαν είναι ακόμα εν ζωή την έχουν πια εγκαταλείψει. Τα πνευματικά τους παιδιά είναι έτοιμα να προδώσουν με την πρώτη δυσκολία τις παρακαταθήκες τους. Και αυτή η κατ’ ουσίαν έκλειψη της πολιτικής και πνευματικής πρωτοπορίας του ’60 έχει μοιραίες συνέπειες για όλους μας, όπως βλέπουμε στην εν εξελίξει πολιτική και κοινωνική διαχείριση της τρέχουσας επιδημίας. Η παρακμή και η εγκατάλειψη της ριζοσπαστικής σκέψης και των κοινωνικών κινημάτων του ’60 έχει οδηγήσει σ’ ένα γενικευμένο πνεύμα απόλυτης συμμόρφωσης και υποταγής, υπό το ένδυμα της «κοινωνικής υπευθυνότητας». Τα πιο αυταρχικά και αντιδημοκρατικά μέτρα θεωρούνται ανεκτά και φυσιολογικά. Η κοινωνική ζωή οδηγείται χωρίς αντιστάσεις σε μαρασμό και παρακμή. Φαίνεται πως η ιστορική εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών διέγραψε έναν πλήρη κύκλο και οδηγήθηκε από την πολιτισμική ανάταση και την ελευθεριότητα της δεκαετίας του ’60 στην πειθήνια υποταγή και στο φόβο τού σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι που μετείχαν με ενθουσιασμό στην επανάσταση του ’60 κηρύσσουν τώρα την υποταγή και την πειθαρχία. Μόνες φωτεινές εξαιρέσεις ελάχιστοι στοχαστές που δεν πρόδωσαν τα ιδεώδη της νεότητάς τους, όπως για παράδειγμα ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν.

Οι Δώδεκα πίθηκοι ηχούσαν ήδη παράφωνα τη δεκαετία του 1990. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Είχε μεσολαβήσει ενός είδους πολιτισμική αντεπανάσταση κατά τη δεκαετία του 1980. Η κατανάλωση και ο ηδονισμός, αποκομμένα από τα χειραφετητικά ιδεώδη του γαλλικού Μάη, του Γούντστοκ, των διαδηλώσεων για το Βιετνάμ, κυριάρχησαν πλήρως. Η ταινία του Γκίλιαμ είναι, συνεπώς, και μια νοσταλγική υπενθύμιση της ριζοσπαστικής σκέψης του ’60. Διότι η καλλιτεχνική σκέψη της ταινίας κινείται πάνω στις ελευθεριακές γραμμές των κινημάτων του ’60. Για παράδειγμα, είναι διαποτισμένη από την επίθεση στην ψυχιατρική και από το αίτημα της αποϊδρυματοποίησης. Η ψυχίατρος Ρέιλλυ συνειδητοποιεί κάποια στιγμή πόσο μεγάλη εξουσία έχουν αποκτήσει οι ψυχίατροι, ότι έχουν αντικαταστήσει τη θρησκεία στα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων. «Psychiatry… it’s the latest religion. We decide what’s right and wrong. We decide who’s crazy or not» (στο 1:23:29 – 1:23:32 της ταινίας). «Η ψυχιατρική… είναι η τελευταία θρησκεία. Αποφασίζουμε ποιο είναι το σωστό και το λάθος. Αποφασίζουμε ποιος είναι τρελός και ποιος όχι».

Πού βρισκόμαστε τώρα; Στους Δώδεκα πιθήκους, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Τέρι Γκίλιαμ διατυπώνει μια προφητεία που σήμερα είναι πια πραγματικότητα. Ο θανάσιμος κίνδυνος για την ανθρωπότητα, μια πανδημία που δεν μπορούσε να εμποδιστεί, ήρθε το 2020. Και μαζί της ήρθε και ο συνακόλουθος ολοκληρωτισμός: αδιανόητοι μέχρι πρότινος περιορισμοί στη μετακίνηση, στη διάθεση των σωμάτων μας, στη συναναστροφή. Μπορεί η ανθρωπότητα να γλιτώσει από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των δύο αυτών δεινών; Οι Δώδεκα πίθηκοι είναι απαισιόδοξη ταινία. Μοιάζει να λέει πως όσες φορές κι αν γυρίσουμε πίσω, για να δούμε τι πήγε λάθος και να το αλλάξουμε, πάντα θα καταλήγουμε ντετερμινιστικά στο ίδιο αποτέλεσμα. Ο δρόμος όμως είναι μπροστά μας ανοιχτός. Ας ελπίσουμε ότι η ανθρωπότητα δε θα φανεί τόσο τυφλή και αυτοκαταστροφική. Ας ελπίσουμε ότι θα πάρει εγκαίρως την απόφαση ν’ αλλάξει πορεία, προτού οδηγηθεί στον φαύλο κύκλο μιας αδιέξοδης πορείας προς τον τελειωτικό όλεθρο.

1 σχόλιο

  1. Ευτυχώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος αλλά και οι ανθρώπινες κοινωνίες – όπως και η ανθρώπινη συνείδηση των πραγμάτων που συνδέει το ένα με το άλλο- είναι πολυ-παραμετρικά δυναμικά συστήματα. Υπάρχει επομένως ελπίδα, καθώς οποιοσδήποτε προσπαθεί να προβλέψει και να επιβάλει το δικό του, παραβλέποντας τους βαθμούς ελευθερίας στις επιλογές αυτού που εξελίσσεται δυναμικά, έχει μεγάλη πιθανότητα αν όχι βεβαιότητα ότι τελικά θα αποτύχει. Χαρακτηριστικό το φαινόμενο της πεταλούδας που προκαλεί τον κυκλώνα στο παράδειγμα της θεωρίας του χάους. Εξ ου και η τεράστια ευθύνη του καθενός ξεχωριστά. Σωστή και η Ελληνική γλώσσα που συνδέει συνειρμικά την πεταλούδα με την ψυχή.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here