Το ρίσκο του Θεού και η γοητεία της αβεβαιότητας

Από την Αγία Τριάδα στον κόσμο

10
7311

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής στο ΑΠΘ καλεσμένος του π. Αλέξανδρου Καριώτογλου στο Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου του Ραγκαβά προσέγγισε το μεγάλο θέμα της Τριαδικότητας του Θεού.

Τι σημαίνει για μας, πώς μπαίνει στη ζωή μας το ότι ο Θεός έχει τρεις Υποστάσεις, είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα;

«Η κάθε ερωτική σχέση είναι ένα ρίσκο. Μια συνεχής προσδοκία και ένας έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων. Είναι όμως τούτο το προφανές πραγματικό; Είναι το ξεκάθαρο αληθινό; Είναι αλήθεια όλα όσα τα μάτια μας βλέπουν; Οφείλω να σημειώσω πως ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αβεβαιότητα προτιμώ τη δεύτερη.

Είναι τούτη η “γλυκυτάτη αβεβαιότης” που μας οδηγεί στην επιφύλαξη, σ’ ένα κόμπιασμα, σε μιά αδυναμία να πιστέψουμε όσα από μακριά βλέπουμε. Ίσως ο Θωμάς εν τέλει, ο λεγόμενος άπιστος –πόσο εύκολες, στ’ αλήθεια, οι ετικέτες–, να ήξερε καλύτερα. Θέλησε να αγγίξει την αλήθεια με τα δάχτυλά του, να γευτεί τον Θεό του, να αποκαλύψει την αξία της αφής, τούτου του μυστηρίου που μας σώζει από τα είδωλα και τις πνευματικότητές τους».

10 Σχόλια

  1. Καιρό, πολύ καιρό, είχα να κλάψω τα δάκρυα της λύτρωσης, κ. Σταμούλη.
    Σ’ευχαριστώ που μού χάρισες αυτήν την δυνατότητα με τον λόγο σου.
    Σ’ ευχαριστώ που μοιράστηκες την σοφία των στοχασμών σου μαζί μας ΑΝΥΠΕΡΗΦΑΝΑ.

  2. Όταν ακούω τέτοιες προσεγγίσεις, μου έρχεται να ουρλιάξω από ενθουσιασμό που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι σπουδαγμένοι να τα λένε για να μη νιώθουμε μόνοι κι έρημοι εμείς οι πτωχοί τω πνεύματι περί τα θεολογικά ! ! ! Ευγνώμων σε όλους τους ομιλητές και αρθρογράφους που αναρτά το Αντίφωνο, αλλά και στον Κωνσταντίνο Βεργή που τα αλλιεύει και τα μοιράζεται με όλους εμάς.

  3. Κύριε Σταμούλη*, σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν οὐσιώδη, μεστὴ καὶ “’άγαπητικὴ” προσέγγιση τοῦ διαπραγματευομένου θέματος. Στὴν ὁμιλία σας ἀναφέρεστε καὶ ὀρθῶς, στὴν ἀπεριχώρητη αγάπη, ὡς κέντρο τῆς ἐν Χριστῶ Ζωῆς.
    Μὲ ἀφορμὴ ὅμως τῆς, κατά τὴν ὁμιλία σας, ὑποφορᾶς σας περί τῆς σωτηρίας τοῦ δευτέρου (ἀμετανόητου) ληστοῦ, διερωτήθηκα καὶ ἐγώ μὲ τὴ σειρά μου γιὰ τοὺς σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦ, τί νὰ άπέγιναν . Ἢ οἱ ἀμετακλήτως χαρακτηριζόμενοι (καὶ σίγουρα καταδικασμένοι στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν) ὡς «γεννήματα ἐχιδνῶν» τελῶνες καὶ Φαρισαῖοι. Ποῦ πῆγε ἡ ἀγάπη; Καὶ πῶς συνυπάρχει ἡ ἀγάπη καὶ ἡ γέεννα πυρός; Ἐπίσης βλέπουμε, συχνά-πυκνά στὴν Καινή Διαθήκη, ὁδηγίες ποὺ συσκοτίζουν , γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀναιροῦν τὸν περί ἀγάπης λόγο:
    9 πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει· ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει.
    10 εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε·
    11 ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς.”
    (Β’ Καθολ. ἐπιστολή Ἰωάννου)
    (Καταλαβαίνουμε ὅλοι, ὅτι τέτοιες θέσεις δικαιολογοῦν τὴν βλοσυρὴ κυρία-ἐπίτροπο ἱεροῦ ναοῦ, ἡ ὁποία, ὅταν σταμάτησα μὲ τὸ (διαβολικό;) ποδήλατό μου στὸν αὔλιο χῶρο του -«εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένος» , μὲ μακρύ παντελόνι και μπλουζάκι- γιὰ νὰ ἀνάψω ἕνα κερί, μὲ κοίταξε λὲς καὶ μπῆκα στὸ σπίτι της, λέγοντας αὐστηρὰ, «Τ ί θέλετε Κύριε;»).
    Γιὰ νὰ ἐπανέλθω, πιθανολογῶ ὅτι , ἐπειδὴ τὰ κείμενα ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν τὴν Καινὴ Διαθήκη ἐγράφησαν ὅταν ὁ πρωτοχριστιανισμὸς ἔκανε τὰ πρῶτα του βήματα, χωρίς θεωρητική πλαισίωση, τέτοιες κατευθυντήριες γραμμὲς ἀποκλεισμοῦ τῶν πολεμίων και τῶν πλάνων, νὰ ἦταν πρακτικῶς «ἀναγκαῖες». Ὅμως , ἄν ἰσχύει αὐτό, μποροῦμε νὰ φτάσουμε στὴν ἀκρότητα πὼς τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο ἐξαγιάζει τὰ πάντα. Καὶ συμπερασματικά, ἀφοῦ τέτοιες ἀναφορὲς ἔχουν μόνο ἱστορικὴ ἀξία, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ὰποτυπώνονται πλέον στὰ ἱερὰ κείμενα.
    Φαντάζομαι πὼς δὲν ἰσχύει κάτι τέτοιο. Βεβαίως ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ Α’ Πρός Κορινθίους ἐπιστολή , ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὕβρις ἡ κατὰ κόσμον ἀγάπη, ποὺ εἴτε ἔχει στὴ συνείδησή μας ἐννοιολογικό χαρακτήρα καὶ ψάχνουμε τὶ εἶναι καὶ τὶ δέν εἶναι ἀγάπη στὴ ζωή μας, εἴτε ἀφήνουμε τὴν λέξη νὰ αἰωρεῖται ὡς ἀποφατικὸ βίωμα ἣ ὡς ἀκαδημαϊκὸ ζητούμενο μέσα σὲ ἀνώδυνες μεγαλοστομίες. Ὡς εκ τούτου δὲν ἔχει νόημα νὰ λογοκοπήσουμε κι ἐμεῖς περί ἀγάπης , θὰ ἤθελα ἐν τούτοις τὴ θέση σας ὲπὶ τῶν ἀνωτέρω. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

  4. Συγγνώμη αλλά ο εκλιπών δεν ήταν που επί κορονοϊού πρότεινε να χρησιμοποιούμε εμβαπτισμένο άρτο για θεία κοινωνία αντί για κοινή λαβίδα και κοινό ποτήριο; Ο ίδιος δεν ήταν που έγραψε ότι η Παναγία θα μπορούσε να γεννήσει τον Χριστό ακόμα και κανονικά νυμφευμενη; Εάν κάνω λάθος διορθώστε με παρακαλώ.

    • Δέν κάνετε καθόλου λάθος, ἀγαπητέ κ. Α.Κ. Ὁ ἀποθανών καθηγητής ἦταν βεβαίως διακεκριμένος καί προβεβλημένος θεολόγος, τοῦτο ὅμως καθόλου δέν τόν ἐμπόδισε νά περιπέσει σέ ὁρισμένα ἀτοπήματα, σπουδαιότερο τῶν ὁποίων εἶναι, ὅπως ἐπισημαίνετε κι ἐσεῖς, ἡ θέση του ὅτι ὁ Χριστός μποροῦσε νά γεννηθεῖ καί ἀπό ἔγγαμη γυναῖκα. Ἡ Θεοτόκος ἦταν «ἡ μετά τόκον παρθένος καί μετά θάνατον ζῶσα». Ἡ παρθενία καί τό ἄφθορον τῆς Θεοτόκου μετά θάνατον ἦσαν ἀρρήκτως συνημμένα. Τή δογματική αὐτή θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶχα ἀναπτύξει σέ ἄρθρο μου, ἐπιγραφόμενο Ἡ Κοίμησις καί ἡ Μετάστασις τῆς Θεοτόκου, πού εἶχε ἀναρτηθεῖ στό φιλόξενο Ἀντίφωνο πρίν λίγα χρόνια. Ἀπό αὐτό τό ἄρθρο ἀντιγράφω τά κάτωθι:
      Ἡ Θεοτόκος, ὡς πραγματικός ἄνθρωπος καί πραγματική ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ καί ὑποκείμενη στό προπατορικόν ἁμάρτημα, ὑπέστη πραγματικό θάνατο. Ἐχωρίσθη ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα της καί ἡ μέν ψυχή ἐξεδήμησε στούς οὐρανούς, τό δέ σῶμα παρεδόθη στή «νόμιμο ταφή», χωρίς ὅμως νά ὑποστεῖ φθορά, διότι δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποστεῖ φθορά καί σήψη τό θεοδόχο καί παρθενικό σῶμα της. Ὁ ἱερός Δαμασκηνός γράφει συναφῶς: «Ἀλλ’εἰ καί φυσικῶς ἡ πανίερος καί μακαρία σου ψυχή τοῦ πανολβίου καί ἀκηράτου σου χωρίζεται σώματος καί τό σῶμα τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται, ὅμως οὐκ ἐναπομένει τῷ θανάτῳ οὐδ’ὑπό τῆς φθορᾶς διαλύεται».( Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Θεοτόκος, Ἐγκώμιον Α´ εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, κεφ. 10, κείμενο-εἰσαγωγή-σχόλια Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἀποστολική Διακονία,Ἀθῆναι 2010, σελ. 128)
      Ἦταν ἀδύνατον τό θεοδόχο καί παρθενικό σῶμα της νά ὑποστεῖ φθορά, σήψη καί διάλυση στόν τάφο ἀκριβῶς διότι ἦταν ἀδιάθορη ἡ σύλληψη καί ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀδιάφθορη κύηση τοῦ Χριστοῦ συνεπάγεται ἀδιάφθορο τό θάνατο τῆς Θεοτόκου.(Ἀμαλίας Σπουρλάκου-Εὐτυχιάδου, Ἡ Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικῆς ἁγιότητος, διατριβή ἐπί διδακτορίᾳ, Ἀθῆναι 1990, σελ. 74)
      Ὅπως γράφει καί ὁ Δαμασκηνός: «Ἧς γάρ τικτούσης ἀλώβητος (=ἄφθορος) ἡ παρθενία διέμεινε, ταύτης μεθισταμένης ἀδιάλυτον τό σῶμα πεφύλακται καί πρός κρείττονα καί θειοτέραν ζωήν μετατίθεται, οὐ διακοπτομένην θανάτῳ, ἀλλ’εἰς ἀπεράντους αἰῶνας αἰώνων διαιωνίζουσαν».(Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., σελ. 128)
      Καί πάλι: «Ἔδει τῆς ἐν τῷ τίκτειν φυλαξάσης τήν παρθενίαν ἀλώβητον (=ἄφθορο), ἀδιάφθορον τηρηθῆναι τό σῶμα καί μετά θάνατον». (Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., σελ. 180).
      Ἡ ἀειπαρθενία καί ἡ θεοτοκία τῆς Παναγίας ἔχουν ὡς ἄμεση συνέπεια τήν ἀφθαρσία τοῦ σώματός της στόν τάφο καί τήν ἐνσώματη μετάστασή της στόν Οὐρανό. Ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Πράγματι, τό ἅγιον σῶμα τῆς Θεοτόκου Μαρίας, νεκρωθέν καί ἐν τάφῳ τεθέν, δέν ἀποξενοῦται τοῦ διπλοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ὡς παρθενικοῦ καί ζωοδόχου, ἀλλ’ὑφίσταται τάς “συνεπείας” τῶν θεολογικῶν τούτων ἰδιοτήτων Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος εἰς τρόπον, ὥστε τά τέλη τῆς Θεοτόκου δέν περιορίζονται εἰς τό καθολικόν γεγονός τοῦ θανάτου, ἀλλά περιβάλλονται ὑπό τοῦ θαυμαστοῦ ἐκείνου γεγονότος τῆς ἐν τάφῳ ἀφθαρσίας τοῦ παρθενικοῦ σώματος καί τῆς εἰς οὐρανούς μεταστάσεως τοῦ θεομητορικοῦ σώματος». (Ἀμαλίας Σπουρλάκου-Εὐτυχιάδου, ὅ π., σελ. 62).

  5. Ο κ. Σχοινάς, ως πολύ περισσότερο θεολογικά καταρτισμένος από μένα – και μάλιστα στον ιερό Δαμασκηνό- έδωσε την δέουσα απάντηση. Εγώ απλώς ήθελα να προσθέσω ότι μέσα σε έναν τόμο με θέμα την θέση της γυναίκας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διάβασα ένα άρθρο του μακαρίτη πλέον θεολόγου, όπου υποστήριζε με πάθος ότι οι γυναίκες πρέπει να χειροτονούνται ιερείς, σε όλους τους βαθμούς της Ιερωσύνης. Δυστυχώς! Ο Θεός να τον συγχωρήσει και να τον αναπαύσει.

  6. Προς κ. Φ. Σχοινά: θα έρθει η στιγμή που και ο Άγιος Ιωαννης ο Δαμασκηνός θα θεωρείται ως “πεπλανημενος εκ του αρχεγονου όφεως”. Mark my words που λένε και οι … επικυρίαρχοι.

  7. Το πρόβλημα με το ποιοι γίνονται καθηγητές στις Θεολογικές Σχολές είναι μεγάλο – τελευταία οι κακοδοξίες του Ζηζιούλα ελέγχθησαν από πλειάδα θεολόγων όπως ο π. Ν. Λουδοβίκος, ο π. Γ. Αναγνωστόπουλος, ο π. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός κλπ. Μου έκανε εντύπωση ότι ο Μητροπολίτης Ζηζιούλας είχε φθάσει στο σημείο να αποδέχεται πλήρως την θεωρία του Δαρβίνου και να αποκαλεί όσους την αρνούνταν υπερήφανους και αμαρτωλούς. Το ανέφερα στον μακαριστό Γέροντα μου π. Ιγνάτιο Καπνίση, που εν γένει δεν κατηγορούσε ποτέ κληρικό, και μου απάντησε ” Αυτός ο Δεσπότης, παιδί μου, είναι να τον κλαις”. Επισης, θυμάμαι ακόμα την ανακοίνωση του Συλλόγου Θεολόγων Φθιώτιδας, όταν βρέθηκε άφθορο το σκήνωμα του Αγίου Βησσαρίωνα, ότι δεν πρέπει να τιμάμε τα ιερά λείψανα, αυτό γίνονταν μόνο στην αρχαία Εκκλησία, για να προβάλλεται το μαρτύριο, σήμερα δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη, ότι το ιερό σκήνωμα θα πρέπει να ξαναταφεί κλπ. Τέλος, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους Παλαιούς Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών, όπως ήταν για παράδειγμα ένας Μαντζαρίδης, και στους σημερινούς εν πολλοίς εκκοσμικευμένους καθηγητές, που αδυνατούν να σκεφτούν πατερικα. Είναι κρίμα να συμβαίνει κάτι τέτοιο.

  8. Δέν ξέρω,ἀγαπητέ κ. Α.Κ., εἰλικρινά, δέν ξέρω! Ὅλα πάντως νά τά περιμένει κανείς!
    Πάντως συμφωνῶ μέ τόν κ. Δημήτρη Ἰωάννου γιά τούς σημερινούς καθηγητές τῆς Θεολογίας. Ὅμως ὑπάρχουν καί σήμερα ἀξιόλογοι καθηγητές! Αὐτό δέν πρέπει νά τό παραθεωροῦμε!

    • Είχα καθηγητές (την περίοδο 1974-1978) τον π. Ι. Ρωμανίδη, τον Γ. Μαντζαρίδη, τον Ι. Φουντούλη, τον Γ. Γαλίτη, τον Ι. Καραβιδόπουλο… Αλλ’ αυτοί δεν ήταν η πλειονότητα στο σχετικά ευάριθμο τότε διδακτικό προσωπικό της μονοτμηματικής Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Οι περισσότεροι διδάσκοντες δεν είχαν πάρει μυρωδιά από την αγιοπατερική θεολογία και παπαγάλιζαν είτε ξερές γνώσεις, είτε ήταν μεταπράτες θεολογικών ιδεών κάποιων προτεσταντικών θεολογικών σχολών, της Γερμανίας κυρίως.
      Δεν ξέρω τι συμβαίνει στην Αθήνα, αλλά νομίζω πως σήμερα οι σοβαροί καθηγητές που μυούν τους φοιτητές στην Ορθόδοξη θεολογία είναι συνολικά περισσότεροι στα δύο τμήματα της ίδιας σχολής, αν και στο Τμήμα Θεολογίας σαφώς πλειοψηφούν οι ομοϊδεάτες του εκλιπόντος.

      Οπότε, ας μην κλαιγόμαστε. Δεν είναι κάθε πέρσι και καλύτερα. Απλώς, μεσολάβησε μια περίοδος (ίσως τη δεκαετία του 1980 και λίγο μετά) που το επίπεδο της Θεολογικής του ΑΠΘ ήταν καλύτερο απ’ το σημερινό.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ