Το Pizzicato της Μαγκούρας

0
97

 


Η συνείδηση δε χωράει τη ζωή μου

Γιώργος Σαραντάρης

«Έχουν ξεφύγει», παρατήρησε απογοητευμένη η γυναίκα μου, ακούγοντας κάτι πιτσιρικάδες να γκαρίζουν μία η ώρα τη νύχτα. «Εμείς ξεφύγαμε», διαφώνησα πολύ πιο απαισιόδοξος τονικά. Τα παιδιά έχουν εγκλωβιστεί στη μικρή ιδέα μας περί ζωής. Καταφεύγουν στην ένταση -στην «κοινωνία της έντονης εμπειρίας», όπως την χαρακτήρισε ένας σύγχρονος Γερμανός διανοητής (βλ. Gerhard Schulze/Die Erlebnisgesellschaft)- για να νιώσουν ζωντανά· για να κατασκευάσουν κάτι άξιο να θυμούνται· για να θυμίσουν την αξία της ζωντάνιας, από την οποία τ’ αποκλείσαμε, ανεχόμενοι, εμείς οι ίδιοι, να ζούμε ως ζώνεκροι μηχανοποιημένοι οργανισμοί. Το κενό περιεχομένου σφρίγος των παιδιών είναι αποτέλεσμα της αδειοσύνης της ζωής, των δήθεν ώριμων ενηλίκων, και δη της μερίδας η οποία διέπρεψε -στο αυτό τίποτε- ανάμεσά τους. Για ποια διαπρέπεια μιλάμε επί του πρακτέου (;): για την τύφλωση του αφιονισμένου· όπου τα ‘δωσε όλα γι’ αυτά που περιμένει στη ζωή, μπαζώνοντας το μόνο θεμέλιο ερώτημα που έχει κάποια σημασία με την οποία -του οποίου- θα ‘ρθει η στιγμή όπου θα αναμετρηθεί, χωρίς τότε να βρει στο πλάι του τη «δυναμικότητα» όλων αυτών των κλόουν που προωθούν την κανονικότητα της ύπαρξής τους ως μέριμνα ανάπτυξης, αποτυπούμενης ως οικονομική και ψυχολογική ευμάρεια: «τί περιμένεις, ανθρωπάριο, μετά απ’ όλα όσα περιμένεις· ποια επιτυχία, αποδοχή κοινωνική και αίγλη, θα σε παρηγορήσει όταν θα φεύγεις ξαφνικά -ή κακήν κακώς- από τον μάταιο τούτο κόσμο, απ’ όπου θα σε αποχαιρετήσουν οι οικείοι σου και θαυμαστές σου, αναρτώντας την ευχή του καλοτάξιδου αποχαιρετισμού, ανίδεοι-ενδεείς για τί πράγμα μιλάνε -στα κοινωνικά δίκτυα πάντα- απευθυνόμενοι στους εναπομείναντες θιασώτες της κανονικότητας κι εξακολουθώντας έτσι να ενισχύουν τη καμπάνια του συλλογικού μηδενισμού μας;». Εδώ πάει Ευτυχούλα μου αλάνισσα: «όλα είναι ένα ψέμα». Όλα τα δικά μας -των προσποιούμενων τη ζωντάνια ψοφιμιών- και μόνη μας ελπίδα είναι αν κατά τύχη (;) μας πάρουνε τα σκάγια της προσευχής κανενός αμαρτωλού, που έχει όμως την αγία πίστη και κάνει τη μόνη λογική πράξη εν ζωή: της προσευχής, πως ζει τουλάχιστον ο Κύριος, κι επενδύει, «εκτός εαυτού», στη μόνη πιθανή «αιωνία μνήμη» μας. Κατά τα άλλα, όπως λέει κι ο Μονομάχος στην ταινία, στον προκλητικό αυτό-κράτορα -και δι’ αυτού σε κάθε αυτοκρατορίσκο που δασκαλεύει στο μηδενιλίκι κάθε τέτοιου- «ο χρόνος που τιμάς τον εαυτό σου, σύντομα φτάνει στο τέλος του».

*

Ο ρεαλισμός επιβάλλει ταπεινοφροσύνη. Δηλαδή οτιδήποτε άλλο απ’ ό,τι καλλιεργεί ο άνθρωπος· κι ειδικότερα ο σύγχρονος άνθρωπος, που εάν δε φωνάζει και λαμποκοπά στα social από εμπειρίες, επιτυχίες και ιδιαιτερότητα, δεν υπάρχει. Διαφημίζεται, άρα υπάρχει. Κοπριά για να ψηλώνει ο φθόνος και να ευωδιάζει η «κανονικότητα».

Υπάρχει κάποιο manual που να εξηγεί τον άνθρωπο και τη ζωή του; Υπάρχει κάποια επιστήμη, ή έστω σύμπλεγμα τέτοιων; Μα αν υπήρχε θα το ξέραμε, θα το σπουδάζαμε. Ή, για να είμαστε πιο σύγχρονοι ως ρεαλιστές, θα ταΐζαμε τις επιστήμες τούτες τις ανθρωπο-εξηγητικές σ’ ένα από τα σύγχρονα μηχανήματα αυτό-εκμάθησης και σπουδής -όπως της τεχνητής νοημοσύνης- και θα μας οδηγούσε στη γη της επαγγελίας. Σιγά τον Μωυσή, εδώ που τα λέμε. Και τί να κάνει η βάτος του, η λαλίστατη κι ανησυχούσα δια τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ (Εξ. 3.7), χωρίς την πρίζα της; Για την ώρα χτίζουμε τις πυραμίδες μας· από τον τελευταίο σκλάβο έως τους ανωτάτους των Φαραώ των καιρών μας· δηλαδή τους σκλάβους με τα υπερπολυτελή κελιά.

Βλέπουμε, συνυποφέροντας στο πνεύμα των καιρών αυτών -που προσωπικά είμαι σίγουρος πως είναι ένας (ο «καιρός»), και πως είναι σταθερός κι ακίνητος (ποιοτικά)- με τί λύσσα τρέχουμε να εξηγήσουμε τον κόσμο, τον άνθρωπο, και βέβαια συμπαρομαρτώντας και τον ιδανικό κόσμο για τον (ιδανικό) άνθρωπο. Η πρεσβυωπία του Μαρξ, που υποτίμησε τις προσπάθειες για ερμηνεία του κόσμου εκ μέρους των φιλοσόφων και προέταξε την προτεραιότητα να τον αλλάξουμε, δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των αριστερών. Αλλά άντε να το παραδεχτούν οι λοιποί καβαλημένοι -οι δοκούντες πως είναι αρνητικά διακείμενοι στον παραπάνω στοχαστή, ενώ επί της ουσίας έχουν την ίδια ακριβώς άποψη, και την ίδια ακριβώς εωσφορική πρόθεση και πρακτική, ως εραστές της επέμβασης. Τόσος κόπος για να τεντώσουμε τον άνθρωπο μέσα στα προκρούστεια σχέδιά μας!

Όπως εξουσιαστές κι αντι-εξουσιαστές συναντιούνται στον τόπο του μίσους, ενώ φαινομενικά κάνουν άλλες δουλειές κι ανήκουν σ’ άλλες ποιότητες, έτσι κι οι εγγράμματοι με τους μερικώς ή και τελείως αγραμμάτους, συναντιούνται στην ηλιθιότητα: πως ξέρουν τον άνθρωπο ή έστω τον δρόμο με τον οποίον θα τον μάθουν. Γελιούνται (κι υποφέρουν). Οι παροχές κι υπηρεσίες τους ειρωνεύονται το εγκατάλειμμα των προγόνων κι επιβαρύνουν το δυσέργημα των απογόνων, να βρουν -και πρωτίστως να αναζητήσουν- το νόημα της ζωής τους. Είναι μόνιμη ανάγκη μας να σεβαστούμε το γεγονός πως είμαστε το μόνο ζώον που φέρει βαρέως τον εαυτό του. Και η δειλή αβαρία μας αποφέρει επιβάρυνση φύσεως κι όχι ανακούφιση μέσω διεννοημάτωσης (βλ. π. Ν. Λουδοβίκο), την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει ο άνθρωπος -θα σήμαινε μία αυτοκτονία της φυσιολογίας του είναι του. Κατά αυτή την προσέγγιση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ζούμε μέσα σε μία απέραντη hardcore αίρεση· απλά η τελετουργία είναι ανεπαίσθητη, κι ο πλάνης ψευδοπροφήτης αρχιπάστορας μοιρασμένος σε πολλούς διακόνους και υποδιακόνους.

*

Ξέρουμε, π.χ., το τραπέζι: με τί υλικό φτιάχτηκε, σε τί ύψος και μήκος, για ποια τοποθεσία και χρήση προορίζεται. Ξέρουμε, επιστημονικά (νευροφυσιολογικά) τα αριστερο-ημισφαιριακά μας προτερήματα: μηχανικές διαδικασίες ώστε από το άλφα σημείο να φτάσουμε στο αποτέλεσμα του βήτα. Αλλά γιατί -με ποιο κίνητρο- να επιτρέψουμε την οδύνη του δεξιο-ημισφαιριακού πεδίου, και να ρωτήσουμε «προς τί όλη αυτή η κυριαρχούσα αριστερόθεν πανδαισία»; Δεν θα ενοχληθούμε με αυτό. Όμως -ας ενοχλήσω εγώ- προς τί τόσες εξηγήσεις, και μέριμνα, κι εορτασμός εξηγήσεων, εφόσον βρισκόμαστε μονίμως μεταξύ των δύο θεμελιωδών αποριών: ύπαρξη, μη-ύπαρξη; Αβαβά. «Τον Βαραββά, τον Βαραββά!»… Διαλέγουμε μόνο την οδύνη που πληρώνει (κι άμεσα). Αυτό είναι το «γιατί» μας: το γιατί σπουδάζουμε, μελετάμε, δουλεύουμε, ασχολούμαστε και μπλέκουμε με τους άλλους. Παραλλήλως της φιλαργυρίας και του πυρετώδους επιβιωτισμού, δεν μπορούμε να μην τρεφόμαστε κι από την ανθρωπαρέσκεια. Και ρεαλιστικά, λοιπόν, είναι αδύνατον, χωρίς μια κάποια υπερκόσμια χάρη, να μην είμαστε αυτό το δισδιάστατο πολυβόρο στομάχι που καταβροχθίζει ύλη και βλέμματα.

Δίπλα στον ταπεινόφρονα θα ζούσαμε. Κι αυτό με μία αντιστρόφως ανάλογη του χειρονομούντα οιηματία εκθετική επίδραση. Μαζί με τον βλαμμένο (κάτι τον έβλαψε αναμφίβολα) και «φτασμένο» εξηγητή μας δε, με τίποτα δεν ζούμε -ούτε καν ο ίδιος με τον ίδιο.

Ο ρεαλισμός μας είναι ατοπικός -αρνείται να πατήσει στα υπάρχοντα δεδομένα. Η λογική μας ονειρώδης κι η σωφροσύνη μας για ηλεκτροσόκ. Το μόνο σίγουρο: το τέλος μας εν φαινομενικότητα, στην οποία παίζουμε all-in. Τί θα μας κρατήσει το χεράκι τότε; Οι επιδόσεις μας, οι κατασκευές μας, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι σκύλοι, το app; Όταν πονάει το δοντάκι, καλό είναι να έχουμε ένα φίλο οδοντίατρο. Κι όταν βγαίνει η ψυχούλα, καλό είναι να έχουμε κάτι πέρα από τις διαθέσιμες ανθρώπινες υπηρεσίες.  Στα τυφλά καταλαβαίνουμε, πως όποιες κι όποιου κι αν ήτανε κάποιες διαθέσιμες τέτοιες (υπηρεσίες), σίγουρα θα απαιτείτο η ταπεινοφροσύνη ώστε να τις απολαύσουμε.  Με τί μούτρα να ζητήσουμε την αιωνιότητα, καλόγεροι της προσωρινότητας όντες;  Ας ελπίσουμε πως κάποιος άλλος ίσως τη ζητάει για ‘μάς στο μεταξύ.

Αν ήμασταν ειλικρινείς με τις επιλογές μας, το Ευαγγέλιο θα μας κόστιζε λίγο παραπάνω. Του και α, τα. Ποιος μίλησε, για ποιες λέξεις, εν ιστορία; Στη συνέχεια, τί έπραξε; Και ποια αξία θα μπορούσε να πυροδοτήσει και ν’ αξίζει το παράδοξο ενός θανάτου μας (βλ. Του), δηλαδή μιας θυσίας της οποίας τις επιπτώσεις θα απολαύσουν άλλοι, όχι απαραίτητα άξιοι, με τα μέτρα της χρηστικότητας που τους ζυγίζουμε εις τον παρόντα βίο;

Άραγε υπάρχει ενδιάμεσο ανάμεσα στο απόλυτα λογικό κι απόλυτα παράλογο;  Σάμπως δεν είμαστε μπουρδουκλωμένοι σε ημίμετρα; Αν η ταπεινοφροσύνη είναι εφικτή έχουμε απαντήσεις σαφείς και οριζόντιες· κι όχι απλά για μία ελίτ διανοουμένων που δύνανται να τις κατανοήσουν κι επεξεργαστούν, ή αυτών των νεοφανών τεχνοφρικιών, που φιλοδοξούν μάλιστα να δώσουν εξηγήσεις καθοριστικές δήθεν. Κι είναι δίκαιο τούτο εκ μέρους του Κατασκευαστή, θα αναλογιζόταν κανείς. Όπως είναι δίκαιο που το λουλουδάκι ευωδιάζει σε μιαρούς κι αγίους, ζάμπλουτους κι εξαθλιωμένους. Πίσω, λοιπόν, στα βασικά: για ό,τι και με ό,τι ζεις πεθαίνεις. Κι αντιστρόφως. Και «όπως ζεις οδηγάς» στον δρόμο, που λέει και η γυναίκα μου η ταπεινόφρων. Κι η αυτή νοοτροπία μας, στιγμούλα τη στιγμούλα, καθορίζει τον προορισμό μας, εδώ και μετά το εδώ.

Αν βρούμε τον τόπο της ταπεινοφροσύνης μπορούμε έπειτα να παντρευτούμε ή να χωρίσουμε, να βοηθήσουμε ή να εμποδίσουμε, να κυβερνήσουμε ή να ρίξουμε τις κυβερνήσεις. Γιατί αυτή είναι η μόνη αντίσταση στη δυσζωία που φορτωνόμαστε από τις σιγουριές μας, με τις οποίες ποτίζουμε την διαιρετικότητα αναμετάξυ μας. Αλλιώς, κάθε μας επιλογή είναι μια βουτιά στη καταπιόνα της Χάρυβδης του επουσιώδους. Έχουμε -δόξα τω Θεώ- τα κλειδιά: αποφατικός ρεαλισμός. Να βρούμε -για όνομα που το ‘χει ο Θεός- και προ του προσωπικού, δικού μας τέλους, τις σωστές κλειδωνιές για να τα μπήξουμε. Και να ζήσουμε -όχι να το υποδυθούμε.

*

Όση φασαρία και να κάνουμε, με την ταχύτητα που τρέχουμε και τη λύσσα που διαποτίζει την κενοσπουδία των σκοπών μας, μόνο ένα πράγμα δείχνει διαχρονικά να προχωρά. Ας το πούμε ποιητικά. Ακούστε το pizzicato της μαγκούρας της γριάς, που πάει να λειτουργηθεί πρωί-πρωί, όσο εμείς, οι σαββατόβραδοι εορτάζοντες το τίποτα, ροχαλίζουμε και ξεμεθάμε. Είναι το pizzicato της ταπεινοφροσύνης κι ευλαβείας. Δυσείκαστο το πανηγύρι της, σαφώς. Αλλά κάτι βρίσκει -σίγουρα- εφόσον είναι με το ένα πόδι στο κιβούρι κι ακόμα μας χαμογελά, και κυρίως μας στηρίζει με τέτοια τρυφερότητα. Μήπως να δοκιμάσουμε το stuff που της δίνει ο dealer της; Γελάς, αλλά όλα τ’ άλλα μας αφήνουν σε μία νεκροθρέπτειρα νηφαλιότητα, ξενέρωτους κι αφτέρωτους. Είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή, αν τολμήσεις και τα βάλεις κάτω.

Αν τα βάλεις κάτω, δεν μπορείς να αγαπάς τον κόσμο ενόσω τον ποθείς. Αλλά αν πεσών… ο κόκκος αποθάνει…

Το πρόβλημά μας είναι ότι είμαστε ζωντανοί για την θανατίλα και νεκροί για την ζωντάνια, η οποία δεν θα ‘χε κανένα νόημα αν ήταν να ξινίζει και να λήγει. Αλλά είτε ωριμάζουμε σαν το κρασάκι, που γίνεται όλο κι εκλεκτότερο, είτε ξινίζουμε σαν το γαλατάκι -εμείς, οι ιδέες κι οι επενδύσεις μας εν κόσμω. Άραγε υπάρχει ενδιάμεσο; Αν τα βάλεις κάτω, είμαστε τυφλοί, προικισμένοι με φυσική όραση. Μπορούμε να βγάλουμε τα μάτια μας αυτά και να μας χαριστεί μια άλλη. Αν απ’ όλες τις ειδήσεις μάς κοστίσει η καλή…

*αν θέλετε παρακολουθήστε την κάπως σχετική ομιλία που μου ενέπνευσε τα παραπάνω: Your Phone Is Destroying Your Sense of Meaning | Arthur Brooks [ARC 2026]

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα (Cock and Knife, 1947) είναι έργο του Pablo Picasso.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ