Όσο κι αν πληθαίνουν, τα τελευταία χρόνια, οι βιογραφικές πληροφορίες για τον “μεγάλο ωδοποιό” κι όσο κι αν η φιλολογική έρευνα εξονυχίζει και την παραμικρή λέξη του έργου του, ο Ανδρέας Κάλβος παραμένει ο πιο μυστηριώδης, ο πιο αινιγματικός ποιητής μας (στη δημιουργία και διατήρηση αυτού του μυστηρίου συνέτεινε ίσως κι η απουσία κάποιας προσωπογραφίας του). Μετά από μια φιλόδοξη τραγωδία στα ιταλικά, τις Δαναΐδες (έχει προηγηθεί ο λιγότερο επιτυχημένος Θηραμένης), γράφει, στα τριάντα περίπου χρόνια του, τις Ωδές, ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα κι αριστουργηματικά έργα της γραμματείας μας, κι έπειτα σωπαίνει οριστικά ως ποιητής- αν και όχι ως συγγραφέας με πολυσχιδή ενδιαφέροντα, που ξεφεύγουν πάντως απ' τη σφαίρα της λογοτεχνίας. Το ποιητικό του πρόσωπο έχει ήδη αποπερατωθεί κι αποσπασθεί από το πραγματικό του. Μια μαρμάρινη προτομή κοσμεί πλέον το πάνθεον των αθανάτων. Ασφαλώς, μια τέτοια προτομή δεν είναι ένα εκμαγείο. Ωστόσο είναι το πιο ασφαλές τεκμήριο για να ανασυστήσουμε την αληθινή φυσιογνωμία του Ανδρέα Κάλβου. Την ανασύσταση αυτή αποτόλμησε πρώτος ο Ελύτης. Πιστεύουμε πως ο Ελύτης χάραξε τη σωστή κατεύθυνση, έστω κι αν τα επιμέρους συμπεράσματά του είναι συζητήσιμα. Ο δρόμος που άνοιξε εκείνος, σε συνδυασμό με τα πορίσματα της σύγχρονης έρευνας, θα μας βοηθήσει -πιστεύω- να ξεκλειδώσουμε κάπως το καλβικό αίνιγμα.
Αυτό που κατά τον Ελύτη χαρακτηρίζει την αληθινή φυσιογνωμία του Ανδρέα Κάλβου είναι “ιδιορρυθμία και ανταρσία”: είναι οι αρετές που συχνά τις πλαστογραφούν οι ματαιόδοξοι μα που όταν πηγάζουν από βαθύτερη πνευματική ανάγκη, γίνονται οι αρετές που κάθε ζωντανός άνθρωπος φιλοδοξεί να έχει. Η ιδιορρυθμία κι η ανταρσία είναι -πάντα κατά τον Ελύτη- “η ενσυνείδητη θέληση του καλλιτέχνη να μην συμμορφώνει τον εαυτό του στις απαιτήσεις μιας καλοκαθισμένης πλειοψηφίας, μήτε να αποδέχεται την παράδοση, μήτε να ξεθωριάζει τη ζωή του αφήνοντάς τη μέσα στους χλιαρούς ανέμους της καθημερινής συναλλαγής”.
Φαίνεται γοητευτική η σύνδεση της επαναστατικότητας που χαρακτηρίζει την ψυχοσύνθεση του Ανδρέα Κάλβου και της εκφραστικής επανάστασης που πραγματώνει το έργο του. Γιατί το ελληνόγλωσσο έργο του όντως σημειώνει μια επανάσταση στην ποιητική τέχνη. Βέβαια, ένας άνθρωπος που είναι επαναστάτης στην πραγματική ζωή δεν είναι κατ' ανάγκην επαναστάτης και στην τέχνη. Και το αντίθετο. Ο Κάλβος είναι και τα δύο. Κι όμως η σύνδεση της επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας του και των εκφραστικών καινοτομιών που επέτυχε φαίνεται συμπτωματική κι όχι αιτιακή. Όπως όμως θα δείξουμε, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, υπάρχει αιτιακή σύνδεση.
Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδείξει πως πολλές τολμηρές φράσεις του Κάλβου δεν είναι παρά μεταφόρτωση ιταλικών τρόπων στα αδέξια ελληνικά του. Ό τι μας ξενίζει γοητευτικά, ως απόκλιση από τα συνήθη, συχνά οφείλεται σε τέτοιους ιταλισμούς.
Ας αφήσουμε τις επιμέρους φράσεις των Ωδών κι ας δούμε τους δυό κυριότερους άξονες της καλβικής καινοτομίας: τη γλώσσα και τη μετρική. Εδώ δεν υπάρχει αμφιβολία: η ιδιαίτερη γλώσσα του Κάλβου – η πιο ιδιόρρυθμη στα γράμματά μας – κι η ιδιαίτερη μετρική του είναι συνειδητές επιλογές. Το ερώτημα εντούτοις παραμένει: αυτές οι επιλογές υπαγορεύθηκαν από την προσπάθεια του Κάλβου να καινοτομήσει ή από άλλους λόγους; Η καινοτομία στο επίπεδο του αποτελέσματος υπάρχει. Υπάρχει όμως και στο επίπεδο της πρόθεσης;
Αυτό που συνειδητά επιχειρεί να κάνει ο Κάλβος στη γλώσσα μας, όπως παρατηρεί ο Δημαράς, είναι να εφαρμώσει τις υποθήκες του Φώσκολου. Η μέθοδος του Φώσκολου ήταν μια σύγκραση λόγιων και δημοτικών στοιχείων. Ο Φώσκολος κι ο κύκλος του θέλουν ως βάση της ποιητικής γλώσσας τη γλώσσα του λαού. Στη συνέχεια, αυτή η γλώσσα πρέπει να εμπλουτισθεί και να διανθιστεί με λέξεις και τρόπους αρχαιοπρεπείς.
Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου απ' τον Κάλβο έδωσε, όχι κάτι ανάλογο, αλλά κάτι ριζικά διαφορετικό. Εδώ η σύγκραση όλων αυτών των στοιχείων δεν οδήγησε σε μια “λυρική κοινή”, σε υποδειγματική αρμονία αλλά στην απόκλιση, στη σαγηνευτική ανορθοδοξία. Τα δύο αυτά ρεύματα, το αρχαίο και το δημώδες, που ο Κάλβος θέλει να τα βάλει σε μια κοινή κοίτη είναι τόσο αντίρροπα, που από την ίδια τους τη φύση αρνούνται να υπαχθούν σε μιαν ενότητα. Πώς να ενοφθαλμιστούν τα ομηρικά επίθετα και τα ασυναίρετα ρήματα στον κορμό της δημοτικής; Αλλά κι η ελλιπής γλωσσική εμπειρία του Κάλβου στην ελληνική δίνει στην προσπάθειά του έναν χαρακτήρα άγαρπο και βεβιασμένο. Μια βαθύτερη εξοικείωση με τη γλώσσα μας ίσως να τον απομάκρυνε από το μοντέλο του Φώσκολου και να τον έκανε να υιοθετήσει τη μέση οδό του Κοραή. Όταν, μετά από χρόνια, έρθει στην Κέρκυρα και μάθει καλά τα ελληνικά, θα χρησιμοποιήσει στις παραδόσεις του φιλοσοφικών μαθημάτων μια γλώσσα μετριοπαθή, “κοραηκή”. Αυτή τη μέση οδό ή την καθαρή δημοτική ή έστω την αρχαϊζουσα θα επέτασσε η φρόνηση. Ο Κάλβος – κι ευτυχώς- παρασύρθηκε απ' την αφροσύνη της υπεροψίας του. Έτσι, χωρίς να το επιζητήσει και χωρίς βέβαια να το καταλάβει, εφηύρε -και γλωσσικά και ρυθμικά- τον νεωτερικό ποιητικό τρόπο. Οι περισσότεροι μεγάλοι νεωτεριστές μας –ο Καβάφης, ο Παπατσώνης, οι υπερρεαλιστές- επιδίωξαν, συνειδητά αυτή τη φορά, τη γλωσσική ανορθοδοξία και την ανακάλυψαν -ο καθένας με τον τρόπο του- σε μια σύγκραση λόγιας και δημοτικής. Σύντριψαν τα δεσμά της γλωσσικής ορθοδοξίας και απελευθερώθηκαν , στο ρυθμικό επίπεδο, από την ακαμψία της παραδοσιακής στιχουργικής.
Ο Κάλβος, όπως παρατηρεί ο Παλαμάς, ελευθεριάζει στα μέτρα του και φέρνει τον στίχο του πολύ κοντά στον ελεύθερο. Αυτή δεν θα ήταν η επιλογή του, αν έγραφε τις Ωδές στα ιταλικά. Έχουμε μια ωδή του σ' αυτή τη γλώσσα, όπου τον βλέπουμε να χρησιμοποιεί παραδεδομένες μορφές. Αν πάλι ήταν ριζωμένος στην ελληνική παράδοση, ίσως μας έδινε σαπφικές στροφές σαν αυτές που έγραψε, κάποια χρόνια μετά, ο Ραγκαβής:
Πλην χειμών ως ήλθε, μακράν ο ψάλτης,
φως ζητών και θέρμην μακράν απέπτη
και το ρόδον έμεινε κι εμαράνθη
φυλλοροήσαν
Συγκρίνετε τώρα μ' αυτή τη στροφή του Ραγκαβή οποιαδήποτε στροφή του Κάλβου, έστω και την πιο ρητορική:
Ωκεανέ, πατέρα
των χορών αθανάτων,
άκουσον την φωνήν μου,
και της ψυχής μου τέλεσον
τον μέγαν πόθον
Ο Κάλβος ανυψώνεται απ' τη γη και πετάει ψηλά σαν εκείνο το “όρνεον του Διός”, τη στιγμή που ο Ραγκαβής απλώς βηματίζει ρυθμικά.
Η καινότροπη γλώσσα και ρυθμοποιία του Κάλβου οξύνει τα νοήματα των στίχων του στο έπακρον, φωτίζει με πρωτόφαντη λάμψη όλους του θησαυρούς της έμπνευσής του. Εκεί που τα συμβατικά μέτρα κι οι ομοιοκαταληξίες σκεπάζουν μ' ένα ρυθμικό πέπλο τα νοήματα των στίχων, ο Κάλβος, αφαιρώντας με μια βίαιη, θά 'λεγες, κίνηση αυτόν τον πέπλο, μας παρουσιάζει το σώμα της ποίησης σ' όλη τη γυμνή ομορφιά του. Έτσι, όπως είπαμε, γίνεται ο εισηγητής της νεωτερικής ποιητικής έκφρασης, δίχως να το επιδιώξει. Μοιάζει με τον Κολόμβο που, προσπαθώντας να φτάσει στις δυτικές Ινδίες, ανακαλύπτει εν αγνοία του μια καινούρια ήπειρο. Παρόμοια κι ο Κάλβος: προσπαθώντας να αναστήσει την αρχαία ωδή, ανοίγει έναν νέο ποιητικό τρόπο, που τον φέρνει κοντά στην πρωτοπορία του εικοστού αιώνα.
Στη ρίζα όλων αυτών βρίσκεται η τόλμη, την οποία δεν πρέπει να αναζητήσουμε στις επιμέρους προθέσεις αλλά στην ίδια την αρχική πράξη που κυοφορεί όλα, τα επιδιωκόμενα ή μη, αποτελέσματα: αυτός ο εξόριστος, ο ιταλοθρεμμένος και πολυταξιδεμένος και πολυμαθής, παρά την πενιχρή ελληνική σκευή του, αποφασίζει να αφήσει τα ιταλικά που γνωρίζει καλά και να δείξει στους Έλληνες τι είναι ποίηση. Τι θράσος! Και πετυχαίνει, όπως πέτυχε από άλλους δρόμους κι ο Σολωμός, εκεί που άλλοι με γερή ελληνομάθεια αποτυγχάνουν.
Ο ποιητής, αυτό το “κούφον χρήμα”, κινείται, σαν τον πλατωνικό Έρωτα, ανάμεσα στην ευτυχισμένη άγνοια και τη λόγια σοφία. Αν αγνοήσει τη λόγια παιδεία (κι ο Κάλβος ήταν γερός λόγιος) κι εμπιστευθεί μόνον την αυθορμησία του, θα εγκλωβιστεί σε μια παιδικήν αφέλεια και δεν θα μπορέσει να αρθεί στα ύψη της μεγάλης τέχνης. Αλλά κι η υπερβολική λογιοσύνη μπορεί να παραλύσει την έμπνευση. Ένας Ευγένιος Βούλγαρης, που εξελληνίζει σε ομηρική γλώσσα τον Βιργίλιο, αντιπροσωπεύει το αντίθετο της αυθεντικής ποιητικής ιδιοσυγκρασίας. Φρονώ επίσης πως η υπερβολική λογιοσύνη κι η εμμονική προσήλωση στη μετρική μάραναν τον ταλέντο ενός γνήσιου ποιητή σαν το Μαβίλη. Στα όπλα του καλλιτέχνη δεν πρέπει να προσγραφούν μόνον όσα ξέρει αλλά κι όσα δεν ξέρει.
Κάποτε θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα πως το έργο του Κάλβου αναπτύσσεται σε δύο πράξεις, μια ιταλόγλωσση και μια ελληνόγλωσση: τις Δαναΐδες και τις Ωδές. Υπάρχουν κι άλλα ποιήματα και κυρίως ο Θηραμένης, αλλά οι βασικές πράξεις του καλβικού έργου είναι αυτές.
Το θεατρικό αυτό του Κάλβου -οι Δαναΐδες- είναι θαυμάσιο. Ξεπερνά και τις καθαρολογικές τραγωδίες ενός Βερναρδάκη και τις μεταγενέστερες του Σικελιανού και του Καζαντζάκη. Προσφέρεται για σκηνική παρουσίαση, γιατί σφύζει από δραματική ένταση, που κρατάει τον θεατή σε συνεχή αγωνία. Μαζί με τη δραματική ένταση υπάρχει, ισοδύναμος πόλος της τραγωδίας, κι η υψηλή ποίηση. Άριστη είναι κι η αρχιτεκτόνηση του έργου, βασισμένη στον νόμο των “τριών ενοτήτων”. Ακόμη ο Κάλβος πλάθει μια έξοχη τραγική ηρωίδα, την Υπερμνήστρα, που διχάζεται ανάμεσα στον έρωτά της προς τον Λυγκέα και το καθήκον απέναντι στον πατέρα της.
Μπαίνω στον πειρασμό να παραφράσω στίχους από τις Δαναΐδες στο σύστημα των Ωδών. Το πείραμα, νομίζω, παρουσιάζει ενδιαφέρον:
Ορτύγιε τοξότη
να εξαποστείλεις τώρα
την υστάτην ακτίνα σου
εις το έκφρον βλέμμα
του βασιλέως.-
Πλέον ακούω συρίγματα
όφεων μυρίων κοσμούντων
την φοβεράν κεφαλήν σας.
της νυκτός θυγατέρες,
ω Ερινύες.-
Πάλαι λαμπράς ακτίνας
ο ήλιος ζωογόνος
εσκόρπιζεν επάνω μου
και χρυσόν δαψιλή
φύτρων' η γη μου.
Αν εξαιρέσουμε το λεκτικό και μετρικό ένδυμα, συναντάμε κι εδώ τα κύρια γνωρίσματα της καλβικής ποίησης όπως τα χαιρόμαστε στις Ωδές: αυτόν τον απαράμιλλο συνδυασμό ύψους και πρωτότυπης έμπνευσης.
Οι Δαναΐδες κι οι Ωδές, συνεξεταζόμενες, μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της “αληθινής φυσιογνωμίας” του Ανδρέα Κάλβου. Αυτά με δύο λέξεις είναι ο έρωτας κι η επανάσταση, όπως θα λέγαμε σήμερα. Η επανάσταση στον Κάλβο παίρνει πιο πολύ τη μορφή του μίσους και του αγώνα εναντίον των τυράννων. Το θέμα αυτό προανακρούεται και πρωτοδιατυπώνεται στον πρωτόλειο Θηραμένη. Εκεί ο Κριτίας γίνεται διαχρονικό σύμβολο της τυραννίας σ΄ όλη τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της. Οι Ωδές πάλι είναι γεμάτες με αποστροφές ενάντια στους τυράννους:
Ποίος ποτέ του Θεού,,
ποίος του Ηλίου ωμοίασεν;
Διατί βωμούς, θυμίαμα,
διατί ζητούν οι μύριοι,
τύραννοι κι ύμνους;...
Με υπερηφάνους πόδας
καταφρονητικούς,
δεν πατούν το χρυσούν
συντριφθέν ζύγωθρον
του ορθού νόμου;
Στις Δαναΐδες ο έρωτας παρουσιάζεται δραματικός κι εξιδανικευμένος. Τα εμπόδια δεν σβήνουν το ερωτικό πάθος, αλλά το εντείνουν στο μη περαιτέρω σαν μια χορδή που θαρρείς πως δεν θα αντέξει άλλο και θα σπάσει.
Ο Κάλβος υπήρξε αναμφίβολα ερωτικός άνθρωπος. Είχε κάτι που τραβούσε τις γυναίκες. Όντας τελείως άγνωστος , δεν τις θάμπωνε με την αίγλη της δόξας αλλά με μια μυστηριώδη μαγνητική επιρροή που ασκούσε πάνω τους. Αυτός ο φτωχός και άσημος διέθετε μιαν εξαιρετική δύναμη χαρακτήρα. Αγάπησε κι αγαπήθηκε. Έχυσε δάκρυα και απέσπασε δάκρυα. Εδώ η αντίθεση με το Σολωμό είναι φανερή. Ο Σολωμός (όπως κι ο Πόε) τον έρωτα τον οπτασιάστηκε. Ο Κάλβος τον έζησε.
Δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η μοίρα του Κάλβου αν συνέχιζε να γράφει ιταλικά. Η επιβίωση ακόμα κι ενός αυθεντικού ποιητή σε μια γλώσσα κορεσμένη από αριστουργήματα, όπως η ιταλική, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ίσως ο Κάλβος να γινόταν ένας όψιμος επίγονος της νεοκλασσικής σχολής με κάποιους ρομαντικούς απόηχους. Ας πούμε ένας ιταλός Ανδρέας Σενιέ.
Μα και για αυτό θα χρειαζόταν μια γενναία συνδρομή της τύχης. Την τέχνη του Κάλβου δεν την έσωσε η τύχη αλλά η τόλμη του: η απόφασή του να γράψει, δέκα χρόνια μετά τα ιταλικά του δράματα, τις Ωδές στα ελληνικά. Έτσι, αντί να γίνει μια υποσημείωση στην πολυσέλιδη και πυκνογραμμένη βίβλο της ιταλικής ποίησης, έγραψε -και με χρυσά γράμματα!- την πρώτη σελίδα της νεοελληνικής. Σ' αυτή την τολμηρή του απόφαση τον παρακίνησε ένας διπλός έρωτας: ο έρωτας της πατρίδας κι έρωτας της γλώσσας. Ισχύει και για τον Κάλβο αυτό που έλεγε ο Σολωμός: μήγαρις έχω άλλο στο νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Ως προς τη φιλοπατρία του Κάλβου δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ο Κάλβος πάντα είχε συνείδηση πως είναι Έλληνας κι η επανάσταση θέριεψε τη φλόγα της φιλοπατρίας του. Η δεύτερη όψη αυτού του διπλού έρωτα ίσως ξενίσει. Για αυτό θυμίζω με τι ζήλο υπερασπίστηκε ο Κάλβος τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας σ' εκείνες τις διαλέξεις του στο Λονδίνο. “Το να χτυπήσει κανείς μια δυνατά εδραιωμένη γνώμη, που έχει επικρατήσει σε όλη την Ευρώπη, ότι εξαφανίστηκε για πολλούς χρόνους μια γλώσσα, και να προσπαθήσει να αποδείξει με τρόπο αναμφισβήτητο ότι εξακολουθεί να είναι η ζωντανή γλώσσα εκατομυρίων ανθρώπων είναι κατόρθωμα που δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σπάνιο συνδυασμό προσόντων στο άτομο που θα επιχειρούσε μια τόσο δύσκολη προσπάθεια”, σημείωνε σχετικά μια αγγλική εφημερίδα της εποχής. Ο Κάλβος διάβαζε και συγχρόνους του έλληνες συγγραφείς και τους αρχαίους, όσο κι αν τους τελευταίους δεν κατόρθωσε ίσως να τους αφομοιώσει ικανοποιητικά. Αλλά αυτό που ο Κάλβος αγάπησε με πάθος στην ελληνική γλώσσα δεν ήταν τόσο τα κείμενα όσο οι λέξεις. Ψάχνει με ζήλο στα λεξικά και ανασύρει όλους αυτούς τους μικρούς θησαυρούς που κοσμούν τις Ωδές του: αμβροσίοδμα, ζεφυρόδες, κεραυνοφόροι, κυκλοδίωκτος, μελίφρονα.
Ο Κάλβος κι ο Σολωμός παρουσιάζονται στα γράμματά μας ως μια ισχυρή αντίθεση και ως ιδιοσυγκρασίες και ως ποιητές. Είναι όμως και παράλληλες περιπτώσεις. Και οι δυο κάνουν εν αγνοία τους δύο μεγάλες ανακαλύψεις. Ο Σολωμός ανακαλύπτει, πριν τον Μαλλαρμέ, την καθαρή ποίηση. Ο Κάλβος επινοεί τη νεοτερική έκφραση. Τις ανακαλύψεις αυτές τις οφείλουν στις ελληνική γλώσσα και τις δυνατότητές της, τις οποίες πρώτοι εκείνοι δοκίμασαν (θέλω να πω όπως δοκιμάζει κάποιος, για πρώτη φορά, τις χορδές ενός τόξου ή μιας λύρας). Ο Σολωμός αϋλώνει και διαπλάθει τη δημοτική σε όργανο μουσικής υποβολής. Ο Κάλβος φτιάχνει ένα σύγκραμα λόγιας και δημώδους, που σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη μετρική του, έμελλε να γοητέψει τόσο τους ποιητές της γενιάς του 30. Και των δυο το έργο είναι ένα παράδοξο, που κανείς δεν θα μπορούσε να το προβλέψει. Αλλά μήπως κι η ίδια η ζωή, στη βαθύτερη ουσία της, δεν είναι ένα μέγα παράδοξο;


