Techgnosis: η μαγεία στον μεταμοντερνισμό

0
111

Στα κείμενα αυτής της στήλης, αλλά και οπουδήποτε αλλού χρειάστηκε να αναφερθώ στην κατάσταση που θα σκιαγραφήσω εν συνεχεία, διάλεξα να χρησιμοποιώ, όπως ίσως θυμάται ο αναγνώστης, τον όρο «Αντεστραμμένο Είδωλο»1 ή απλώς «Είδωλο» με αντεστραμμένο το αρχικό «Ε»2. Οι παραπάνω όροι περιγράφουν την υποτιθέμενη αναβίωση της αρχαίας μεταφυσικής και μυστικιστικής παράδοσης στη σφαίρα της νεωτερικότητας, πόσο μάλλον κατά τη δική μας επιθανάτια πολιτισμική φάση, μεσούντος του μεταμοντερνισμού. Εξυπακούεται, αν και όχι για όλους, ότι η μυστικιστική – θεολογική παράδοση καθόλου δεν αναβιώνει βέβαια, με την οργανική σημασία της λέξης, το πολύ πολύ να πούμε πως το καθετί που επανέρχεται απ’ αυτήν προσαρμόζεται στην πραγματικότητά μας εν είδει υπολειμματικής στρέβλωσης ή, τελοσπάντων, γελοιογραφίας.

Πρόκειται, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, για μια μορφή αντικατοπτρισμού. Σήμερα, ύστερα από αρκετές απόπειρες που έμειναν δίχως απάντηση στον χώρο αντήχησης του λεγόμενου δημοσίου διαλόγου, θα κάνω μία ακόμη προσπάθεια να θέσω το ζήτημα σε ένα κατά το δυνατόν συμπαγές πλαίσιο, ώστε να απομακρύνω το ενδεχόμενο παρερμηνείας. Δηλαδή, λέγοντας κατ’ αρχήν ότι το Αντεστραμμένο Είδωλο (αν δεχτούμε προσωρινά τον όρο χάριν της συζήτησης) είναι το πανταχού παρόν σχήμα που ο Ερικ Ντέιβις, στον υπότιτλο τίτλο του βιβλίου του, το οποίο μού δίνει απόψε αφορμή, δηλαδή του περίφημου Techgnosis3, συνοψίζει ως εξής: «Μύθος, μαγεία και μυστικισμός στην εποχή της πληροφορίας».4

Εχουμε εδώ τη μεγαλοπρεπή επανάληψη μιας ιδέας που κυκλοφορεί ευρύτερα τα τελευταία χρόνια και που μπορεί να περιληφθεί στην παραδοχή πως ο μεταμοντερνισμός, με όλα τα προσωπεία του, π.χ. τη σκηνή του New Age, αποτελεί μια παλινδρόμηση της δυτικής κοινωνίας στη μυστικιστική θεώρηση του κόσμου. Η παλινδρόμηση αυτή, που την ανήγγειλε εγκαίρως και ο πομπώδης Ουμπέρτο Εκο, κατέληξε κοινός τόπος μεταξύ των θεωρητικών κάθε είδους, των θετικών επιστημών περιλαμβανομένων (π.χ. ο «μυστικισμός» της αρχής της απροσδιοριστίας, το «μυστικό» ενός κόσμου όπου ορισμένα αποτελέσματα στερούνται αιτίου). Φυσικά, ο Εκο την περιορίζει στο επίπεδο των διανοουμένων. Οντως, τέτοια είναι η πρώτη εντύπωση και κανείς δεν εκπλήσσεται όταν ο Ντεριντά εγκαινιάζει τη συζήτηση Περί Γραμματολογίας με αναφορές στη μυστικιστική ιδέα του Συμπαντικού Βιβλίου των εσωτεριστών ή όταν, πολύ λογικά εξάλλου, αφιερώνει σελίδες επί σελίδων (Πλάτωνος Φαρμακεία) στον αιγυπτιακό Ερμή ή Θωθ ως κύριο της αμφισημίας. Πρόκειται, το λένε οι πάντες πλέον, για τη μεταμοντέρνα θεότητα των επικοινωνιών, γραπτών ή άλλων.

Πράγματι, οι απόκρυφες αναλογίες, αν και απόκρυφες, είναι εξαιρετικά προφανείς για να τις αγνοήσει κανείς. Ζούμε, αναμφίβολα, σ’ έναν κόσμο του οποίου η παράδοξα ασφυκτική πληρότητα μοιάζει συγχρόνως κενή. Η λειτουργία των αντικειμένων της εποπτείας μας καταλαμβάνει θριαμβευτικά το πρωτείο που κατείχε κάποτε η ουσία τους, και ο ορισμός τού Είναι καταλήγει, μέρα με την ημέρα, όλο και πιο προβληματικός. Ρευστότητα, σχετικισμός, άρση της αρχής της ταυτότητας, μεταμορφώσεις, ολ’ αυτά υπήρξαν ήδη χαρακτηριστικές πνευματικές ποιότητες της μυστικής παράδοσης, ιδιαίτερα έτσι όπως αυτή ανασυγκροτήθηκε από τους νεοπλατωνικούς ερμητιστές του δυτικού Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Η περίφημη τωρινή κρίση του Νοήματος, καθόλου φανταστική όσο και αν διαμαρτύρεται ο Εκο για τις υπερβολές που συνόδευσαν την επισήμανσή της και που μόνον υπερβολές δεν ήταν αν θέλετε τη γνώμη μου, η κρίση αυτή συσχετίστηκε ζωηρά με τις αντιλήψεις περί κρυμμένου νοήματος, των μαγικοθρησκευτικών παραδόσεων. Κυριολεκτικά δηλητηριάστηκε η διαίσθησή μας από μοιραίες δόσεις αυτής της απατηλής σύγκρισης.

Πάρτε τον Ντέιβις, που ερευνά τα μυστήρια του Διαδικτύου, την υπνωτική διάσταση των συρμών, τις αλλόκοτες συμπεριφορές του τέλους εποχής, τον νεοπαγανισμό, την άβυσσο της πληροφορικής, τις θεωρίες συνωμοσίας, τους κλώνους και τις ψηφιακές οπτασίες, τους κώδικες της νέας κρυπτογραφίας και τις μυθολογίες του Εξωγήινου, συνδέοντας το σύνολο των φαινομένων αυτών με τη μαγεία και την ερμητική παράδοση. Ερχεται, ας πούμε, να φωτίσει με την επισήμανση πλήθους δεσμών και συγγενειών την αληθοφάνεια εκείνου που η υψηλή ραπτική της αποδόμησης φέρνει σαν γλαύκα στην Αθήνα, ότι δηλαδή η σημασία που αποδίδουμε πλέον στο κάθε τι είναι προαιρετική. Βλέπει ωστόσο το είδωλο του πράγματος και όχι το πράγμα, διότι είναι άλλο το να λες πως η σημασία είναι προαιρετική και άλλο ότι η σημασία είναι ανεντόπιστη.

Εξηγούμαι. Αν η αρχαία παράδοση ήθελε τον Θεό απρόσιτο για τη διάνοια, αισθητόν αλλά απρόσιτο, η μεταμοντέρνα κατάσταση τον θέλει απρόσιτο επίσης, διότι απλούστατα έπαψε να υφίσταται, έχοντας ακολουθήσει στην εξαφάνιση όλα τα μεγάλα ιστορικά υποκείμενα που σχετίζονται με την Πατρότητα (μεταξύ των οποίων και ο Συγγραφέας). Το σόφισμα αυτό ελάχιστα συμπίπτει με την υπογράμμιση μιας αυθεντικής αναλογίας. Επειτα, το γεγονός ότι η αρχαία παράδοση θεωρεί τη σημασία αενάως διαφεύγουσα, με τελικό καταφύγιο τη θεότητα, την πηγή όλων των σημασιών, όπου η σημασία είναι Μηδέν διότι στερείται αναφοράς ως προς τρίτον, δεν θα πει ότι η μεταμοντέρνα κατάσταση, με τη δική της εκπνέουσα σημασία, ισοδυναμεί μ’ ένα περιβάλλον μυστικιστικό, ιερομαγικό κττ.

Σαν να λέμε, η σημασία Μηδέν της θεότητας στις αρχαίες Παραδόσεις και η σημασία μηδέν της σημερινής θεότητας (π.χ. αυτής του αμερικάνικου τηλεοπτικού κηρύγματος των προτεσταντικών αιρέσεων) όχι μόνον δεν είναι το ίδιο αλλά η δεύτερη αναδύεται οφθαλμοφανώς σαν πελώρια και κραυγαλέα καρικατούρα. Κι ένα νήπιο καταλαβαίνει ότι το «δέος» της εποχής μας μπροστά στην έλλειψη νοήματος, αυτός ο εξημερωμένος πανικός που διευθύνει τη συναίνεση όλων μας, δεν έχει την παραμικρή σχέση ειδικού βάρους με το δέος της Παράδοσης μπροστά στη διαφεύγουσα σημασία του Ιερού. Τέλος, το ότι (αφενός:) η Παράδοση αναγνωρίζει στον ορίζοντα της σημασίας μια πηγή διαφορών που παραμένει σκοτεινή και απερίγραπτη, άρα απολύτως «Πραγματική» (Λακάν) αφού είναι άρρητη, και το ότι (αφετέρου:) η μεταμοντέρνα κατάσταση θεωρεί επίσης τη σημασία ως «πραγματική», με την έννοια ότι την ταυτίζει με το ίδιο το πράγμα, δεν είναι διόλου το ίδιο. Οι δύο αυτές στάσεις απέναντι στο ανοίκειο, παρά τη συνωνυμία τους, αντιτίθενται, η πρώτη ως αναπάντητο αίτημα της ψυχής και η άλλη ως μοιρολατρική αποχαύνωση στην καρδιά της κενότητας.

Ο Ντέιβις καταπιάνεται πυρετωδώς με το σύνολο των επίκαιρων ζητημάτων, φερ’ ειπείν τον τεχνοπαγανισμό, τους μεταμοντέρνους μύθους της ουτοπικής εξερεύνησης των δικτύων, τις ψηφιακές ψευδαισθήσεις της Νέας Ιερουσαλήμ, την τεχνητή ζωή και αθανασία, τις άυλες ενσαρκώσεις, τις απειράριθμες εκδηλώσεις του νεο-γνωστικισμού, τα μορφογενετικά πεδία, τον «μυστικισμό» του DNA ως ιερού κώδικα και ούτω καθεξής: Λίγο τον ενδιαφέρει ωστόσο το γεγονός ότι σ’ έναν κόσμο ανοηματικών μεταμορφώσεων, ο όρος μεταμόρφωση περιγράφει πλέον τη Μετωνυμία, όχι τη Μεταφορά. Η μεταμοντέρνα μετωνυμία έχει τόση σχέση με τη Μεταφορά της Παράδοσης όση τα φαγητά των Mcdonald’s με τη Μετάληψη των Καθολικών. Μετωνυμία στη θέση της μεταφοράς σημαίνει τη βαθμιαία εκμηδένιση του νοήματος, την οριακή εξασθένηση του συμβολικού Νόμου. Ολ’ αυτά δεν είναι καθόλου η άλως ενός νέου μυστικισμού αλλά, απεναντίας, η μαύρη τρύπα, συχνά θελκτική, ας το παραδεχτούμε, ενός «μυστικισμού» του μηδενός. Το μηδέν έχει ή όχι πραγματική υπόσταση; Ιδού το άγχος της καινούργιας θεολογίας. Εάν ναι, δηλαδή εάν το μηδέν έχει περιεχόμενο, βρήκαμε επιτέλους τι ακριβώς είναι το μεταμοντέρνο καταναλωτικό αντικείμενο.

Γι’ αυτό μιλάω για Αντεστραμμένο Είδωλο. Τίποτα δεν μοιάζει με μια συγκεκριμένη υλική οντότητα περισσότερο απ’ ό,τι η εικόνα της (π.χ. στον καθρέφτη ή στο νερό), όμως το είδωλο είναι, ουσιαστικά, το «αντίστροφο» του πράγματος, όχι απλώς ως προς τον άξονά του (στέκει ανάποδα) αλλά, κυρίως, εφόσον το πράγμα υπάρχει ενώ το είδωλο όχι. Το Είδωλο αντιστοιχεί στο πράγμα σημείο προς σημείο, και έτσι μας παραπλανά, όμως δεν διατηρεί καμία απ’ τις οργανικές, τις συστατικές ιδιότητες του πράγματος, μολονότι τις κατοπτρίζει ειρωνικά. Το Είδωλο είναι η κατάρα των μεταμοντέρνων. Αδικα ανησυχεί ο Εκο μήπως ξαναγίνουμε μυστικιστές επειδή ο Μπαρτ αναγορεύει σε θεότητα τη δομή, σε βάρος της σημασίας, ώστε αυτή η τελευταία να γλιστράει από δω και από κει. Η αληθινά βαρύνουσα διολίσθηση της σημασίας στους μαγικοθρησκευτικούς πολιτισμούς ήταν εντελώς διαφορετικής τάξεως και ακολουθούσε τον Ανθρωπο στο αναπάντητο ερώτημα της ζωής του.

1. Δανείζομαι επίσης τον χαρακτηρισμό «Αντεστραμμένο ιδανικό», από τον Ρενέ Γκενόν.

2. Π.χ. με αφορμή ορισμένους συσχετισμούς του Γιανναρά μεταξύ «αρχαίων» οντολογικών αντιλήψεων και νεωτερικής φιλοσοφίας και φυσικής. Επίσης με αφορμή την αξιολογική σύγκριση που υπαινίσσεται ο Ράμφος μεταξύ της διαφάνειας του Προσώπου και της «διαφάνειας» (διαπερατότητας) του κενού ατόμου της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας.

3. Μετάφραση Νάσος Κυριαζόπουλος. Εκδόσεις «Αρχέτυπο». (Σημειώνω ότι από το «Αρχέτυπο» έχουν ήδη κυκλοφορήσει μερικά έργα υψηλού ενδιαφέροντος, εφόσον έχει κανείς τη φιλοδοξία να συλλάβει το πνεύμα της εποχής).

4. Ο Ντέιβις έχει γράψει ένα όμορφο βιβλίο κατά τα άλλα. Με εξαίρεση δύο τουλάχιστον περιοχές του έργου όπου η συγγραφική του δεινότητα βρίσκεται σε ύφεση, γεγονός που προκαλεί την υποψία ότι τα κεφάλαια αυτά γράφτηκαν εκ των υστέρων ως αναγκαία συμπληρώματα, το Techgnosis είναι ένα διεισδυτικό κείμενο, ευθυγραμμισμένο με την ορθολογική παράδοση των μοντέρνων Αγγλοσαξόνων δοκιμιογράφων, και ανεπτυγμένο σαν δοκιμή ακριβείας της σκέψης γύρω από ένα καλειδοσκόπιο αλληλοεξαρτώμενων θεμάτων που οι διασυνδέσεις τους ακτινοβολούν σε πολλά μήκη κύματος ταυτόχρονα. Οι μεταφορές του είναι απολαυστικές και θα έλεγα χωρίς δισταγμό ότι δεν του λείπει μια δόση ακαμάχητου χιούμορ, το σήμα κατατεθέν των σκεπτικιστών. Η εγκυκλοπαιδική γνώση των ζητημάτων που θίγει είναι εκπληκτική.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 17/09/2004

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here