T. S. Eliot Little Gidding (Ἀπόσπασμα)

3
364

Little Gidding[1]   (Ἀπόσπασμα)[2]

Στὴν ἀβέβαιη ὥρα πρὶν τὴν αὐγὴ
Κοντὰ στὸ τέλος τῆς ἀτέρμονης νύχτας
Στὸ ἐπανερχόμενο τέλος τοῦ ἀτέλειωτου
Ἀφοῦ τὸ σκοτεινὸ περιστέρι μὲ τὴν τρεμάμενη γλώσσα[3]
Διάβηκε κάτω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα τοῦ γυρισμοῦ του
Ἐνῶ τὰ νεκρὰ φύλλα κροτάλιζαν ἀκόμη σὰν τενεκὲς
Πάνω στὴν ἄσφαλτο ὅπου ἦχος ἄλλος δὲν ὑπῆρχε
Ἀνάμεσα σὲ τρεῖς περιοχὲς ἀπ’ ὅπου ὑψωνόταν ὁ καπνὸς
Συνάντησα κάποιον νὰ περπατᾶ, σὰν νὰ χασομερᾶ
 καὶ συνάμα νὰ βιάζεται
Λὲς καὶ ὁ ἀέρας τὸν παράσερνε πρὸς ἐμένα σὰν τὰ φύλλα τὰ μεταλλικὰ
Ποὺ δὲν ἀντιστέκονται στὸν αὐγινὸ ἄνεμο τῆς πόλης.
Καὶ καθὼς προσήλωσα τὸ βλέμμα στὸ σκυμμένο πρόσωπό του
Μ’ ἐκείνη τὴν ἐρευνητικὴ ματιὰ ποὺ προκαλοῦμε
τὸν ξένο ποὺ πρωτοσυναντᾶμε στὸ λυκόφως ποὺ ἐξασθενεῖ
Ἔπιασα τὴν ξαφνικὴ ματιὰ κάποιου πεθαμένου δασκάλου
Ποὺ τὸν εἶχα γνωρίσει, ξεχάσει, μισοθυμηθεῖ
ἑνὸς μαζὶ καὶ πολλῶν·
Στὰ καστανὰ ἀργασμένα χαρακτηριστικὰ
Τὰ μάτια ἑνὸς γνώριμου σύνθετου φαντάσματος
Οἰκείου μαζὶ καὶ ἀπροσδιόριστου.
Ἔτσι ἀνέλαβα διπλὸ ρόλο, καὶ φώναξα
Καὶ ἄκουσα ἑνὸς ἄλλου τὴ φωνὴ νὰ κράζει: «Τί! ἐσὺ ἐδῶ;»
Ἂν καὶ δὲν ἤμασταν. Ἤμουν ἀκόμη ὁ ἴδιος,
Γνωρίζοντας πὼς εἶμαι ἐγὼ κι ὡστόσο ὄντας κάποιος ἄλλος –
Κι ἐκεῖνος ἕνα πρόσωπο ποὺ ἀκόμα σχηματιζόταν· ὅμως οἱ λέξεις ἀρκοῦσαν
Νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἀναγνώριση ποὺ προηγήθηκε.
Κι ἔτσι, ὑπακούοντας στὸν κοινὸ ἄνεμο,
Πολὺ ξένοι μεταξύ μας γιὰ παρεξηγήσεις,
Ὁμονοώντας σ’ αὐτὴ τὴν τομὴ τοῦ χρόνου
Τῆς ἀντάμωσης στὸ πουθενά, χωρὶς πρὶν καὶ μετά,
Στὸ πεζοδρόμιο βαδίζαμε, νεκρὴ περίπολος.
Εἶπα: «Ἡ ἀπορία ποὺ αἰσθάνομαι εἶναι ἤρεμη,
Ὅμως ἡ ἠρεμία μου εἶναι αἰτία ἀπορίας. Λοιπὸν μίλα:
Μπορεῖ νὰ μὴν κατανοῶ, νὰ μὴ θυμᾶμαι».
Κι ἐκεῖνος: «Δὲν ἔχω διάθεση νὰ ἐπαναλάβω
Τὶς σκέψεις καὶ τὴ θεωρία μου ποὺ ἔχεις ξεχάσει.
Τοῦτα τὰ πράγματα ἔχουν ἐκπληρώσει τὸ σκοπό τους: ἄφησέ τα.
Ἔτσι καὶ μὲ τὰ δικά σου, καὶ παρακάλεσε νὰ συγχωρεθοῦν
Ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅπως κι ἐγὼ σὲ παρακαλῶ νὰ συγχωρήσεις
Καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά. Ὁ καρπὸς τῆς περασμένης ἐποχῆς φαγώθηκε
Καὶ τὸ χορτάτο κτῆνος θὰ κλωτσήσει τὸ ἄδειο μαστέλο.
Γιατὶ τὰ λόγια τῆς περσινῆς χρονιᾶς ἀνήκουν στὴ γλώσσα τοῦ περσινοῦ χρόνου
Καὶ τὰ λόγια τοῦ ἑπόμενου περιμένουν μιὰν ἄλλη φωνή.
Ὅμως, καθὼς τὸ πέρασμα τώρα δὲν παρουσιάζει ἐμπόδιο
Στὸ πνεῦμα τὸ ἀκατεύναστο καὶ περιπλανώμενο
Ἀνάμεσα σὲ δύο κόσμους ποὺ ὁ ἕνας ἴδιος γίνεται μὲ τὸν ἄλλον,
Βρίσκω λέξεις ποὺ δὲν σκέφτηκα ποτὲ νὰ πῶ
Σὲ δρόμους ποὺ δὲν σκέφτηκα ποτὲ πὼς θὰ ἐπισκεφτῶ ξανὰ
Ὅταν ἄφησα τὸ σῶμα μου σὲ μιὰ μακρινὴ ἀκτή.
Ἀφοῦ ἡ ἔγνοια μας ἦταν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος μᾶς ὤθησε
Νὰ ἀποκαθάρουμε τὴ διάλεκτο τῆς φυλῆς
Καὶ νὰ παρακινήσουμε τὸ νοῦ στὴν ὕστερη σκέψη καὶ στὴν πρόγνωση
Ἄφησε νὰ σοῦ φανερώσω τὰ δῶρα τὰ φυλαγμένα
γιὰ τὰ γηρατειὰ
Νὰ στεφανώσω τὴν προσπάθεια τῆς ζωῆς σου.
Πρῶτο, ἡ κρύα τριβὴ τῆς αἴσθησης ποὺ ξεψυχᾶ
Χωρὶς γοητεία, ὑπόσχεση καμιὰ δὲν δίνει
Μόνο τὴν πικρὴ ἀνοστιὰ τοῦ καρποῦ τῆς σκιᾶς
Καθὼς σῶμα καὶ ψυχὴ ἀρχίζουν νὰ χωρίζουν.
Δεύτερο, τὴν συνειδητὴ ἀνημπόρια τῆς ὀργῆς
Γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀφροσύνη καὶ τὸ κομμάτιασμα
Τοῦ γέλιου γι’ αὐτὸ ποὺ παύει πιὰ νὰ διασκεδάζει.
Καὶ τέλος, τὸν σπαρακτικὸ πόνο τῆς ἀναπαράστασης
Ὅλων ὅσων ἔκανες καὶ ὑπῆρξες· ἡ αἰσχύνη
Τῶν κινήτρων ποὺ ἀποκαλύφτηκαν ἀργά, καὶ ἡ συναίσθηση
Πραγμάτων ποὺ κακῶς ἔγιναν καὶ γιὰ νὰ βλάψουν ἄλλους
Κι ἐσὺ κάποτε τὰ ἐξέλαβες σὰν ἄσκηση ἀρετῆς.
Τότε ἡ ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνόητων πληγώνει, καὶ ἡ τιμὴ σπιλώνει.
Ἀπὸ σφάλμα σὲ σφάλμα τὸ ἐξοργισμένο πνεῦμα
Προχωρᾶ, ἐκτὸς ἂν ἀποκατασταθεῖ ἀπ’ ἐκείνη τὴν καθαρτήρια φωτιὰ
Ὅπου πρέπει νὰ κινεῖσαι μὲ μέτρο, σὰν χορευτής».
Ἡ μέρα χάραζε. Στὸ δρόμο τὸν κατεστραμμένο
Μὲ ἄφησε, σὰν νὰ μὲ ἀποχαιρετοῦσε,
Καὶ χάθηκε στὸν ἦχο τοῦ συναγερμοῦ[4].

Ἀπόδοση: Ἀλέξανδρος Κοσματόπουλος

Σημειώσεις
 
[1] Little Gidding: Μικρὸ χωριὸ κοντὰ στὸ Huntingdon στὴν ὁμώνυμη κομητεῖα. Ἐκεῖ ἀποσύρθηκε τὸ 1625, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμφυλίου πολέμου μεταξὺ τοῦ Κρόμγουελ καὶ τοῦ Καρόλου Α΄ ποὺ ἔληξε μὲ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Καρόλου, ὁ μετέπειτα ἀγγλικανὸς ἱερωμένος Nicholas Ferrar καὶ ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴν οἰκογένειά του, καὶ τὶς οἰκογένειες τοῦ ἀδερφοῦ καὶ τοῦ γαμπροῦ του, ἱδρύοντας μιὰ ἰδιότυπη θρησκευτικὴ κοινότητα. Ἡ κοινότητα τοῦ Little Gidding παρουσίαζε πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὸ γαλλικὸ Port Royal, προπύργιο τοῦ Γιανσενισμοῦ, ποὺ μέλος του ἦταν καὶ ὁ Πασκάλ. Ἀπ’ τὸ Little Gidding πέρασε ὁ Κάρολος μετὰ τὴ συντριβή του στὴ μάχη τοῦ Naseby, πρὶν παραδοθεῖ. Ἡ κοινότητα τοῦ Little Gidding διαλύθηκε μὲ νόμο τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὰ στρατεύματα τοῦ Κρόμγουελ πυρπόλησαν τὸ σπίτι τοῦ Ferrar καὶ τὸ παρεκκλήσι, τὸ ὁποῖο ξαναχτίστηκε ὅπως ἦταν τὸν 19ο αἰῶνα. Μὲ ἀνάλογο σκεπτικὸ καταστράφηκε καὶ τὸ Port Royal ἀπὸ τὸν Λουδοβίκο ΙΔ΄ .
[2] Ἡ σκηνὴ διαδραματίζεται μετὰ ἀπὸ ἕνα βομβαρδισμὸ τοῦ Λονδίνου.
[3] Μὲ τὸ σκοτεινὸ περιστέρι ἐννοεῖ τὸ γερμανικὸ βομβαρδιστικὸ ἀεροπλάνο.
[4] Ἡ λήξη τοῦ συναγερμοῦ μετὰ τὸν βομβαρδισμό.
πηγή: Aντίφωνο, δημοσιεύτηκε στην “Επίγνωση” τχ 122,  σελ. 6-8
 

3 Σχόλια

  1. Θαυμάσιο! Μακρυά από τον στόμφο όπου ο θαυμασμός παρέσυρε άλλες αποδόσεις. Πρώτα η ακρίβεια του νοήματος, που στην ποίηση είναι σχεδόν αδύνατος στόχος, γιατί οι λέξεις λειτουργούν με πολλά μαζί νοήματά τους. Πώς να βρεθεί η κατάλληλη; Πως να μην παρασυρθείς να μεταφέρεις στην γλώσσα σου ξένους ρυθμούς και συνειρμούς, ενώ είναι μάταιο να το επιχειρήσεις καν; Μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ακρίβεια των νοημάτων και των αισθημάτων. Αν ξεφύγει μία υπερβολή, ο αγωγός της ψυχής συστέλλεται και πνίγεσαι, δεν καταπίνεται ο στίχος. Ταπεινοφροσύνη, μπροστά στο αίσθημα της προδοσίας της ουσίας, όπως άλλωστε νοιώθει πάντα και ο ποιητής του πρωτότυπου. Η απόδοση είναι τα λόγια του “επόμενου χρόνου” που περιμέναν “μία άλλη φωνή”. Σύνδεση με το αίσθημα του ποιητή, πριν από το ποίημα ή ψηλότερα από το ποίημα.

  2. Το Αντίφωνο, μεταξύ άλλων, δεν μπορεί παρά να αποτελεί και ένα είδος ελιξηρίου. ΄Ετσι, με έναυσμα το σχόλιο του κ. Δεληνικόλα που έδρασε ως καταλύτης, αισθάνθηκα την ανάγκη να αναφερθώ στη σχέση μου με τη μετάφραση, καθώς δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να μιλήαω σχετικά. Με αυτά που θα πω δεν σημαίνει πως η μετάφραση των Κουαρτέτων του ΄Ελιοτ θα είναι τελικά επιτυχής, αλλά η μέχρι τώρα συνάφειά μου με τις μεταφράσεις μου δίνει τη δυνατότητα να πω αυτά που έχω να πω. Ιδού λοιπόν:

    ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ

    Μεταφράζοντας ένα έργο εισέρχομαι στον κόσμο του συγγραφέα. Μπαίνω στον κόσμο του μέσω αυτού. Ταυτίζομαι μαζί του, αλλά δεν μπορώ να πω πως απλώς υποδύομαι ένα ρόλο. Συμμερίζομαι την μοναχική του πράξη της γραφής, γιατί σε κάθε συγγραφέα η πράξη αυτή διαφέρει. Έτσι, όταν μετέφραζα τον Μάλορυ βρισκόμουν στην φυλακή μαζί του. Αφουγκραζόμουν το γράψιμό του. Το ίδιο και με τον Σαίξπηρ και τον ΄Ιψεν. Μέσω αυτών ακουμπούσα τους ήρωες. Το ίδιο και με τον Ουίλκυ Κόλλινς. Κατά κάποιο τρόπο προσαρμόζω την αναπνοή μου στην δική του. Βλέπω με τα μάτια του και γράφω με το δικό του χέρι. Αυτό με αναπαύει και με γεμίζει άφατη χαρά. Καινουργώνομαι, και ζω δύο ζωές ταυτόχρονα, αλλά η δεύτερη ζωή αποτελεί ολόκληρο κόσμο.
    Είμαστε εγώ, ο συγγραφέας, και οι ήρωες. Εμπλουτίζομαι, ένας άλλος αέρας με συνεπαίρνει. Ο χρόνος καταργείται, όχι γιατί συμμετέχω σε ένα παιχνίδι φαντασίας, αλλά επειδή συμμετέχω στον πραγματικό χρόνο του συγγραφέα. ΄Ετσι ο χρόνος είναι ολόκληρος και ατεμάχιστος. Κινούμαι με άνεση μέσα στους αιώνες. Η μετάφραση παύει να είναι μια στεγνή εργασία, απ’ την οποία θέλεις να ξεμπερδέψεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Είναι ένα ταξίδι, όχι μόνο σε τόπους άλλους και σε χρόνους αλλοτινούς, αλλά στην ίδια την ύπαρξη του συγγραφέα. Δεν είναι το ταξίδι που σε κάνει να διαφέρεις, που σου προσφέρει τα εχέγγυα της ισχύος σου. Το ασήμαντο ανθίζει, και το πλήθος των ηρώων σε διαπερνά. Σκέφτομαι πως ανάλογη πρέπει να είναι και η κρυφή συνομιλία μας με τους νεκρούς. Το παρόν λαβαίνει διαστάσεις απροσδιόριστες. Ζεις ταυτοχρόνως σε πολλές εποχές, σε πολλές καταστάσεις. Γιατρεύονται οι εσωτερικές σου πληγές, που η εμμονή στην στείρα καθημερινότητα όχι μόνο αδυνατεί να γιατρέψει, αλλά τις προκαλεί και τις επιδεινώνει.
    Η μετατόπιση μέσα στον χρόνο προσφέρει την γιατρειά. Αυτή η αλλοίωση. Δεν είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Συνδιαλέγεσαι με τους συγκαιρινούς σου, ενώ μέσα σου συνομιλείς με ανθρώπους άγνωστους, που δεν συναπάντησες ποτέ, αλλά τους γνωρίζεις. Αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στον κόσμο τους ξεχνώντας τον εαυτό σου. Είσαι δικός τους, κι εκείνοι σου ανοίγονται. Είναι τέτοια η πλησμονή που φοβάσαι μήπως δεν αντέξεις. ΄Όλα σου προσφέρονται απλόχερα. Δεν ξέρεις κι εσύ πώς βρέθηκες σ’ αυτό το χώρο. Δεν ζητούν τίποτε από σένα, ίσως γιατί τους ξαναέδωσες πνοή. Είναι σαν να δίνεις ζωή στους νεκρούς, τους ζωντανεύεις, και η ζωή σου επιστρέφεται στο εκατονταπλάσιο. Τότε είναι που η εργασία σου γίνεται εργόχειρο προσευχής και μετατρέπεται σε έργο ζωής. Είναι κάτι πολύ φτωχό να περιορίζεται η εργασία αυτή σε φιλολογικά ή λογοτεχνικά ή άλλα πλαίσια, κι εσύ να παραμένεις ως ιθύνων νους απέξω. Μπορεί να κάνεις μια καλή μετάφραση, αλλά το έργο θα το πάρει ο χρόνος και δεν θα σου χαρίσει τίποτα. Αν δεν παραδοθείς, οι δώδεκα μήνες του χρόνου, τα δώδεκα παλικάρια που θα συναντήσεις μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, θα σε αφήσουν ανέστιο και γυμνό.
    Γράφοντας και μεταφράζοντας έζησα τις ζωές πολλών ανθρώπων

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here