Αναζητώντας τον νου

0
241

του Ηλία Κούβελα, Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών
{mosimage}Η διερεύνηση των λειτουργιών που μας «κάνουν ανθρώπους»

Συμφωνώντας με τον φιλόσοφο John Searle μπορώ να πω ότι το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται με αυτό το σύντομο αφιέρωμα είναι: Πώς γίνεται ένας κόσμος που έχει δημιουργηθεί από απλά συστήματα- όπως τα άτομα και τα μόρια- να παράγει νοητικές λειτουργίες,οι οποίες περιέχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που φαίνεται να είναι ασυμβίβαστα με την υλική υπόσταση του σύμπαντος,χαρακτηριστικά όπως είναι η συνείδηση,η προθετικότητα,η υποκειμενικότητα,η νοητική αιτιότητα;
Με άλλα λόγια, ποια είναι η σχέση του νου του ανθρώπου με το υπόλοιπο σύμπαν;

Πανάρχαιο ερώτημα που αποπειράθηκαν να απαντήσουν όλες οι θρησκείες, οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές αλλά και οι επιστήμες, ιδίως ο επιστημονικός εκείνος χώρος που σήμερα ονομάζεται Νευροεπιστήμη.
Στην αρχαία Ελλάδα, ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. ο προσωκρατικός φιλόσοφος Αλκμαίων υποστήριξε ότι ο εγκέφαλος ήταν το κέντρο των αισθήσεων, της κίνησης και της σκέψης, άποψη που υποστηρίχτηκε τον 4ο αιώνα από τους ιπποκρατικούς συγγραφείς. Στον 2ο αιώνα π.Χ. οι Αλεξανδρινοί ανατόμοι Ηρόφιλος και Ερασίστρατος πραγματοποίησαν συστηματικές μελέτες της ανατομίας του εγκεφάλου
και διατύπωσαν υποθέσεις για τον ρόλο που παίζει ο εγκέφαλος στη συμπεριφορά. Αυτή η πορεία φτάνει στην κορυφαία της στιγμή με τον Γαληνό ο οποίος πραγματοποίησε πολλές ανατομικές και λειτουργικές μελέτες του εγκεφάλου.
Ανακόπτεται, όμως, κατά τη διάρκεια των αιώνων της θρησκείας μέχρι τον 16ο αιώνα, όταν αυτή η μεγάλη μορφή, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, στρέφει το ενδιαφέρον του στον εγκέφαλο, ανατέμνονταςόχι βέβαια χωρίς κόστος- εγκεφάλους βοδιού. Εκτοτε, η μελέτη του εγκεφάλου και του νου ήταν μία συνεχής προσπάθεια κατανόησης της φύσης του ανθρώπου με τρόπους διάφορους από αυτούς που πρέσβευαν και πρεσβεύουν στο βασίλειο των δεισιδαιμονιών και των θεών.
Τoν επόμενο αιώνα ο Καρτέσιος διατυπώνει τη θεωρία τού «αλληλεπιδρώντος δυϊσμού». Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η διατύπωση της θεωρίας αυτής απελευθέρωσε την επιστήμη από τη θρησκεία περιορίζοντας, έτσι, τον ανορθολογισμό. Από την άλλη όμως πλευρά, η άποψη του Καρτέσιου ότι κάθε ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς πραγματώνεται από ένα «πνευματικό κάτι», τη νοούσα ουσία, που βρίσκεται έξω από τη μέθοδο και τους κανόνες της επιστημονικής έρευνας, οδήγησε στον περιορισμό της μελέτης του νου στον χώρο της φιλοσοφίας.
Ηδη από την εποχή του Καρτέσιου υπήρξαν και διαφορετικές φωνές, όπως αυτή του γιατρού Τhomas Willis. Ο Willis ήταν καθηγητής της Φυσικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1660, μετά την επάνοδο στην εξουσία του Καρόλου Β΄, αρνήθηκε να μετακομίσει στο Λονδίνο και να συμμετάσχει στην ίδρυση της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών. Η συγκεκριμένη στάση του έδωσε πολύ μεγάλη δύναμη στην Οξφόρδη και έτσι, έναν χρόνο αργότερα, κατάφερε να εγκαταλείψει την υποχρεωτική μέχρι τότε διδασκαλία του Αριστοτέλη και άρχισε να ανατέμνει εγκεφάλους ζώων και νεκρών ανθρώπων. Το 1664 ο Willis δημοσίευσε το περίφημο βιβλίο του «Cerebri Αnatome» («Ανατομία των Εγκεφαλικών Ημισφαιρίων»). Εκεί ο Willis υποστηρίζει ότι η αντίληψη, η μνήμη,η ευφυΐα και όλες οι βουλητικές λειτουργίες διεξάγονται στα εγκεφαλικά ημισφαίρια.
Το «Cerebri Αnatome» διδασκόταν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, τον αιώνα που τέθηκαν οι βάσεις για τη σύγχρονη νευροεπιστημονική έρευνα. Κατ΄ αρχήν ο Δαρβίνος, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εξελικτικής διαδικασίας, ιδίως με το βιβλίο του « Τhe expression of the Εmotions in Μan and Αnimals» (1872), έβαλε την ψυχολογία στον χώρο της πειραματικής έρευνας, γεγονός που επισφραγίζεται με την ίδρυση το 1878 του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ηarvard από τον William James, αδελφό του συγγραφέα Ηenry James. Εχει λεχθεί ότι ο William James είναι ο Καρτέσιος του 20ού αιώνα όχι μόνο διότι απάλλαξε την ψυχολογία από τη φιλοσοφία, αλλά και διότι έθεσε θεμελιώδη ερωτήματα, όπως αυτά που σχετίζονται με τη φύση της συνείδησης. Ερωτήματα, η απάντηση στα οποία αναζητείται τον 21ο αιώνα.
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι Ρierre-Ρaul Βroca και Κarl Wernicke εντοπίζουν, έπειτα από μελέτη του εγκεφάλου ασθενών που έπασχαν από αφασία, δύο περιοχές του λόγου με διαφορετική εντόπιση και διαφορετική λειτουργία. Ο πρώτος διατύπωσε για πρώτη φορά, το 1861, μία από τις βασικές αρχές της εγκεφαλικής λειτουργίας: «Μιλάμε με το αριστερό ημισφαίριο» («Νous parlons avec l΄ hemisph re gauche»). Ο δεύτερος, τοποθετώντας την αρχή της εντοπισμένης λειτουργίας σε ένα συνδεσμολογικό πλαίσιο, εκτιμούσε, σε βιβλίο που εξέδωσε το 1876, ότι διαφορετικά στοιχεία μιας περίπλοκης συμπεριφοράς, όπως είναι ο λόγος, υφίστανται επεξεργασία σε διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται μεταξύ τους. Προώθησε έτσι τα πρώτα στοιχεία για την ιδέα της κατανεμημένης επεξεργασίας, που αποτελεί πλέον κεντρικό σημείο της θεώρησης που έχουμε σήμερα για τη λειτουργία του εγκεφάλου. Την ανατομική βάση αυτής της σύνδεσης των περιοχών του εγκεφάλου θα τη δώσει λίγα χρόνια αργότερα ο Ισπανός ιστολόγος Santiago Ramon Υ Cajal. Ο Cajal δημοσιεύει το 1888 θαυμάσιες ιστολογικές εικόνες του εγκεφάλου, όπως τις έβλεπε στο μικροσκόπιο, κάνοντας παράλληλα την εξής παρατήρηση: « Η μόνη άποψη που βρίσκεται σε αρμονία με τα δεδομένα μου είναι ότι τα νευρικά κύτταρα είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ότι η επέκταση της νευρικής δράσης γίνεται με επαφές στο επίπεδο ορισμένων συσκευών ή διατάξεων σύνδεσης». Οι δομές αυτές που χωρίζουν και παράλληλα συνδέουν τα νευρικά κύτταρα θα ονομασθούν «συνάψεις» από έναν από τους θεμελιωτές της σύγχρονης νευροφυσιολογίας, τον Charles Sherrington.
Σήμερα κανείς, ίσως, δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των συνάψεων, οι δε γνώσεις μας για τη λειτουργία τους είναι εντυπωσιακές. Εκείνα τα χρόνια όμως, και για περίπου μισόν αιώνα, η διαμάχη για το αν υπάρχουν ή όχι συνάψεις ήταν πολύ έντονη. Παρ΄ όλον ότι και η συναπτική και η θεωρία εντοπισμού των λειτουργιών του εγκεφάλου επιβεβαιώνονταν συνεχώς από νέα δεδομένα, εντούτοις και οι δύο δέχθηκαν έντονη πολεμική. Ο ανορθολογισμός έχει πάντα τους τρόπους του να διεισδύει ακόμη και στον χώρο της επιστήμης.
Ωστόσο, παρά τις όποιες αντιφάσεις, το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται
Η εξαιρετική ανάπτυξη των επιστημών του νευρικού συστήματος και των γνώσεων για τη λειτουργία του εγκεφάλου,όπως επίσης και η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου,έδωσαν τη δυνατότητα να τεθούν (ή να ξανατεθούν) επί τάπητος από την αρχή μιας διαδικασίας, η οποία στον επόμενο αιώνα γίνεται εκρηκτική. Μεγάλος αριθμός επιστημών ασχολείται με τη λειτουργία των νευρικών κυττάρων, την μεταξύ τους επικοινωνία, τη λειτουργία του εγκεφάλου και της συμπεριφοράς, των λειτουργιών του νου, των ψυχικών λειτουργιών. Αναφέρω μερικές από αυτές: νευροφυσιολογία, νευροχημεία, νευροφαρμακολογία, μοριακή και κυτταρική βιολογία, νευρολογία, ψυχιατρική, ψυχολογία, ψυχανάλυση, ηθολογία, επιστήμη των υπολογιστών, γλωσσολογία, επιστήμες της εκπαίδευσης κ.λπ. Η κατανόηση της λειτουργίας των συνάψεων και η ανακάλυψη των νευροδιαβιβαστικών ουσιών, που αποτελούν το μέσον επικοινωνίας των νευρικών κυττάρων στο επίπεδο της σύναψης, έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε βασικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του φυσιολογικού και του πάσχοντος εγκεφάλου. Τούτο έχει ως συνέπεια τη δημιουργία όλο και καλύτερων φαρμάκων για την αντιμετώπιση των ψυχικών και νευρολογικών παθήσεων. Η απο-ασυλοποίηση των ψυχικά πασχόντων δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί χωρίς τη βοήθεια των ψυχοφαρμάκων.
Ειδικά, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η εξαιρετική ανάπτυξη των επιστημών του νευρικού συστήματος και των γνώσεων για τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως επίσης και η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου, έδωσαν τη δυνατότητα να τεθούν (ή να ξανατεθούν) επί τάπητος ερωτήματα τα οποία πριν από λίγα χρόνια δεν ήταν δυνατόν να συζητηθούν. Οπως πώς δημιουργούνται τα συναισθήματα, τι είναι η συνείδηση, ποια είναι η νευροβιολογική βάση της δημιουργικότητας κ.λπ. Δηλαδή δίνεται η δυνατότητα να διερευνηθούν όλες εκείνες οι λειτουργίες που μας «κάνουν ανθρώπους» και οδήγησαν στη δημιουργία του πολιτισμού. Οι νευροεπιστήμονες που συμμετέχουν σε αυτό το σύντομο αφιέρωμα θα μας δώσουν τη δική τους άποψη για αυτή την περιπέτεια του ανθρώπινου νου.
Συγκεκριμένα: Πρώτον, συζητήσαμε με τέσσερις νέους έλληνες ερευνητές οι οποίοι, έπειτα από μια πολύ επιτυχημένη ερευνητική πορεία σε κορυφαία επιστημονικά κέντρα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, επέστρεψαν πρόσφατα στην Ελλάδα και αγωνίζονται να μεταφέρουν την έρευνά τους στον τόπο μας. Δεύτερον, ζητήσαμε από πέντε διαπρεπείς νευροεπιστήμονες του εξωτερικού (οι δύο από αυτούς είναι ελληνικής καταγωγής) να απαντήσουν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις.

 

πηγή: Βήμα ιδεών  – Τεύχος 06/6/2008

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here