Το Αληθές, το Αγαθό και το Ωραίο

1
1674


Επιτρέψτε μου αρχικά να πω μερικά πράγματα για την τέχνη και την αλήθεια. Ο Διαφωτισμός (εννοώ εδώ το πλήθος των διακινούμενων ιδεών που ξεκίνησε στις αρχές του 17ου αιώνα και συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 19ου), αυτή η περίοδος της ιστορίας του πνεύματος, έφερε μαζί της, όπως είμαι σίγουρος πως γνωρίζετε, μια κάποια έλλειψη του θρησκευτικού στοιχείου στην καθημερινή ζωή ως αποκούμπι. Ίσως σε αυτήν την πλευρά του κόσμου αυτή η έλλειψη δεν έγινε και τόσο αισθητή. Αλλά βεβαίως, κανείς δεν ζούσε τότε σε αυτά τα μέρη. Όμως οι πρόγονοί σας, χαμένοι κάπου στο δρόμο προς τα εδώ, πιθανόν επηρεάστηκαν από αυτό το μεγάλο κίνημα των ιδεών που ξεκίνησε στην Ευρώπη και αναγνώρισε πως το
επιστημονικό κοσμοείδωλο, που είχε έρθει στο προσκήνιο με τον Newton, απειλούσε τις αφελέστερες των θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Μεταξύ των μορφωμένων (ειδικότερα στη Γαλλία, τη Βρετανία αλλά και τη Γερμανία) ξεκίνησε μια προσπάθεια να βρεθεί μια εναλλακτική πηγή νοήματος ως υποκατάστατο του θρησκευτικού. Το υποκατάστατο αυτό βρέθηκε στην τέχνη επειδή, για διάφορους λόγους, η τέχνη θεωρήθηκε πως ανήκει σε διαφορετικής τάξεως πραγματικότητα από την επιστήμη. Η επιστήμη αποτελούσε απειλή για τη θρησκεία. Πράγματι, διότι υπονόμευε τις παλαιότερες ερμηνείες καταστάσεων όπου ο Θεός κατείχε μια ιδιαίτερα σημαντική θέση. Η τέχνη όμως έδειχνε να παρουσιάζει μια διαφορετική οπτική του κόσμου από την επιστήμη, μια οπτική που διατηρούσε το μυστήριο των πραγμάτων, δεν το αρνούνταν. Εφόσον το μυστήριο είχε τόση σημασία, γιατί να μη στραφεί κανείς στην τέχνη ως πηγή νοήματος;
Έξαφνα λοιπόν η τέχνη ως ανθρώπινη δραστηριότητα έρχεται στο προσκήνιο και μαζί της γεννιέται το ζήτημα της αισθητικής-λέγοντας αισθητική εννοούμε τη φιλοσοφία της τέχνης και του ωραίου. Θα αναφέρω εδώ τρεις σημαντικές μορφές: τον Shaftesbury, τον Baumgarten και τον Kant. Ο Shaftesbury ήταν Άγγλος φιλόσοφος, 3ος κόμης του Schaftesbury, και υπήρξε μαθητής του John Locke (ο οποίος έγραψε δοκίμια σχετικά με τον ρόλο του ωραίου στη διαμόρφωση του ανθρώπινου πνεύματος που άσκησαν μεγάλη επίδραση). Ο Shaftesbury, ως παιδαγωγός, ήταν
άνθρωπος που ένιωσε ως καθήκον του το να επιστήσει την προσοχή των συγχρόνων του στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ζωής, και στις παρηγοριές που μπορεί κανείς να βρει εκεί. Η ομορφιά είναι μια από αυτές. Άσκησε μεγάλη επίδραση, αν και οι θεωρίες του είναι αρκετά ασυγκρότητες. Ο Baumgarten ήταν ο άνθρωπος που επινόησε τον όρο «Αισθητική» ως όνομα μιας περιοχής επιστημονικών σπουδών. Το βιβλίο του με τον τίτλο Aesthetica αφορούσε την ποιητική τέχνη. Η πρωτότυπη

ελληνική λέξη «αίσθησις» (Aesthesis στο πρωτότυπο (Σ.τ.Μ.) σημαίνει το (συν)αίσθημα. Υπάρχει και σε μας, στη λέξη «αναισθητικό». Η βάσανος του Baumgarten στο Aesthetica ήταν να καταδείξει πως η ποίηση αποκαλύπτει αλήθειες για την ανθρώπινη κατάσταση, όχι μέσω του αφηρημένου διανοείσθαι αλλά μέσω του συγκεκριμένου αισθήματος. Επομένως, πρόκειται για μια αλήθεια διαφορετικού είδους, με ξεχωριστό ρόλο και αξία στη ζωή μας. Εκείνος ξεκίνησε όλο το εγχείρημα του διαχωρισμού της καλλιτεχνικής οπτικής από την κυριολεκτική, και πιθανόν επιστημονική ματιά του κόσμου. Ο Kant, ιδιαίτερα επηρεασμένος από τον Baumgarten, ανέλαβε τα ηνία και συνέγραψε το πρώτο συστηματικό έργο περί αισθητικής.
Οι μεγάλοι αυτοί στοχαστές έθεσαν το ερώτημα: τι μας μαθαίνει η τέχνη;
Είναι ένα είδος αλήθειας αυτό που μας μαθαίνει-μια αλήθεια που, ίσως, δεν μπορούμε να μάθουμε από καμία άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα; Καταρχάς, η τέχνη δεν είναι μόνον ενός είδους. Υπάρχει αφηρημένη και αναπαραστατική τέχνη. Αφηρημένη τέχνη είναι η μουσική, η αφηρημένη ζωγραφική και η αφηρημένη γλυπτική, δεν έχει συγκεκριμένο θέμα, κι αυτό είναι εκεί το ζητούμενο. Οφείλει κανείς να την εκτιμήσει για αυτό που είναι καθαυτή, για την αρμονία των γραμμών και των μορφών, την ισορροπία και την αλληλεπίδρασή τους. Η αφηρημένη τέχνη τραβά την προσοχή αποκλειστικά για την ίδια της τη χάρη, όχι για το θέμα που αναπαριστά. Ήδη εισάγεται μια πρώτη δυσκολία να απαντηθεί το ερώτημα, τι ακριβώς μας μαθαίνει η τέχνη.
Έπειτα, υπάρχει το μυθιστόρημα. Το βασίλειο της τέχνης περιλαμβάνει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες και ποιήματα- όλα αυτά με κάποιον τρόπο αναφέρονται στον κόσμο, χωρίς να μας παρέχουν κυριολεκτικές αλήθειες για αυτόν. Αφορούν κόσμους του φαντασιακού, και το να συλλάβει αλλά και να εκτιμήσει η φαντασία ένα μυθιστόρημα απαιτεί μεγάλο κόπο. Όταν διαβάζει κανείς ένα σπουδαίο μυθιστόρημα όπως την Έμμα της Jane Austen, το ζήτημα δεν είναι να μάθει πληροφορίες για έναν άνθρωπο με το όνομα Emma Woodhouse. Ξέρει πως τέτοιος άνθρωπος δεν υφίσταται. Εντούτοις, ξέρει πως κατά τη δημιουργία αυτού του μυθιστορήματος, η Jane Austen έβαλε ένα κομμάτι του εαυτού της, και ένα μέρος από τις διεισδυτικές παρατηρήσεις της για την
ανθρώπινη κατάσταση. Δεν υπάρχουν όμως εδώ κυριολεκτικές αλήθειες για τη ζωή ενός υπαρκτού ανθρώπου. Τι είδους αλήθειες είναι; Ή αλλιώς, μήπως υπάρχει ένα διαφορετικό είδος αλήθειας; Να ένα από τα προβλήματα που συναντούμε στην περιοχή που βρισκόμαστε.
Ακολούθως, υπάρχει το πρόβλημα του ρόλου της εμπειρίας. Εάν διαβάσετε στον εαυτό σας ένα ποίημα, ή το απαγγείλετε, ξέρετε πως αυτό που έχει

σημασία είναι ο ήχος του ποιήματος, η δομή του, ο τρόπος που η πρόζα του ξετυλίγεται, η μορφή του, αλλά όχι αυτό που λέει κατά κυριολεξία-ή, τουλάχιστον, όχι αυτό που λέει κατά κυριολεξία αποσπασμένο τη μορφή του. Δε μοιάζει καθόλου με επιστημονικό εγχειρίδιο. Εάν ενδιαφέρεστε για την πυρηνική φυσική, μπορείτε να πάρετε και να διαβάσετε ένα σχετικό εγχειρίδιο, και ως επιμελείς μαθητές που είστε, το αφομοιώνετε και το απομνημονεύετε ολόκληρο. Το τοποθετείτε στο ράφι και τέλος, δεν του ρίχνετε ούτε μια επιπλέον ματιά, επειδή έχετε αποσπάσει την πληροφορία που θέλατε. Δεν εκτιμούμε όμως την ποίηση με τον ίδιο τρόπο, έτσι δεν είναι; Δεν αποσπούμε την πληροφορία, έτσι ώστε να μην ανατρέξουμε ξανά σε αυτήν. Αντιθέτως, ένα καλό ποίημα πλουτίζει μέσω της επανάληψης, ακόμη κι αν το γνωρίζει κανείς απ’έξω, ακόμη κι αν λέει κάτι που φαίνεται υπερβολικά ελαφρύ. Ακόμη κι αν μόλις που αγγίζει την
πραγματικότητα του κόσμου τούτου, όπως το ποίημα του Robert Frost Stopping By Woods. Δεν λέει και πολλά, αλλά η μορφή, ο ρυθμός του και ο τρόπος με τον οποίο μοιάζει να αγγίζει κάτι βαθύ μέσα μας, σημαίνει πως θέλουμε να το επισκεφτούμε και πάλι, να το διαβάσουμε ξανά και ξανά. Σκέφτομαι λοιπόν πως δεν καταφεύγουμε στην τέχνη για να αναζητήσουμε πληροφορίες. Δεν είναι το περιεχόμενο ως πληροφορία το κυριότερο που μας ενδιαφέρει, αλλά η εμπειρία. Βεβαίως όμως, η αλήθεια δεν ταυτίζεται με την πληροφορία. Έχουμε πολλές διαφορετικές ιδέες σχετικά με το τι είναι αλήθεια.
Όπως είναι γνωστό, ο Χριστός είπε «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή[1]». Δεν εννοούσε την «αλήθεια» με τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες τον όρο-δηλαδή το ότι ο Ίδιος ήταν κατά κάποιο τρόπο μια αληθής αναπαράσταση του κόσμου, αλλά εννοούσε κάτι βαθύτερο. Εννοούσε πως μπορεί κανείς να Τον εμπιστευθεί, και με το να Τον εμπιστευθεί οδηγείται στο να μάθει κάτι για τον εαυτό του: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και με τι λογής ελπίδα. Αυτή η χρήση της ιδέας της αλήθειας, που της εισάγει την έννοια της εμπιστοσύνης, ίσως να έχει μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά την τέχνη επειδή σε ένα πρόσωπο που εμπιστευόμαστε βρίσκουμε στήριξη. Και στην τέχνη συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Σε πολλά έργα τέχνης, νιώθουμε ότι βιώνουμε την παρουσία ενός αυθεντικού πνεύματος. Φυσικά, πολλοί άνθρωποι νιώθουν κάτι τέτοιο με τα έργα του Beethoven, ο οποίος
περιέγραψε την Missa Solemnis του, στην εισαγωγή της «από καρδιάς…προς την καρδιά». Εννοούσε πως η πράξη του αυτή ήταν μια απόλυτη και ειλικρινής υπερχείλιση αυτού που ένιωθε, και περίμενε το ακροατήριο να συνδεθεί μαζί του στο ίδιο πνεύμα, σαν να του εμπιστεύονταν τη φύλαξη των συναισθημάτων τους μέσα από την ωριαία εμπειρία που τους προσέφερε. Αυτό το είδος της ιδέας της αλήθειας είναι

πολύ διαφορετικό από την επιστημονική αλήθεια, πάλι φαίνεται όμως να είναι μια ιδέα περί αλήθειας.
Ερχόμαστε τώρα στο θέμα της επιθυμίας και της απόλαυσης. Παραδέχομαι πως εδώ μιλώ ως επαγγελματίας φιλόσοφος. Γνωρίζω πως πολλοί μέσα στο ακροατήριο σπουδάζουν άλλες επιστήμες, είναι απλώς περίεργοι να μάθουν για τον κόσμο του πνεύματος και δεν έχουν συνηθίσει να σκέφτονται με αφηρημένο, φιλοσοφικό τρόπο, γι’ αυτό και ζητώ συγγνώμη. Ελπίζω μόνο να σας εμπνεύσω να ερευνήσετε το ζήτημα περαιτέρω.
Το να επιθυμεί κανείς κάτι και το να νιώθει απόλαυση όταν το αποκτάει συνδέονται. Αν πραγματικά θέλετε ένα ποτήρι νερό, μόλις το πάρετε και
το πιείτε νιώθετε απόλαυση-την απόλαυση της ικανοποίησης μιας επιθυμίας. Δεν πρόκειται όμως περί μιας απλής σύνδεσης, γιατί γνωρίζουμε πως πολλά πράγματα που επιθυμούμε δεν μας προσφέρουν απόλαυση όταν τα αποκτήσουμε. Αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες πλευρές της ηθικής εκπαίδευσης: το να αναγνωρίζει κανείς τη διαφορά μεταξύ των πραγμάτων που επιθυμεί και τα οποία προφέρουν ικανοποίηση όταν τα αποκτά, και των πραγμάτων που επιθυμεί και που όταν τα γευθεί τα απομακρύνει με αποστροφή. Δε θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, αλλά φυσικά μπορεί να σκεφτείτε πως η τέχνη σχετίζεται με αυτό. Ίσως μπορεί να μας διδάξει εκ των προτέρων σχετικά με τα πράγματα που δε θα απολαύσουμε όταν τα αποκτήσουμε. Υπάρχουν πολλών ειδών απολαύσεις. Υπάρχει η καθαρή απόλαυση των αισθήσεων: το να παίρνει κανείς ένα ζεστό μπάνιο στο τέλος μιας δύσκολης μέρας. Έχουμε εδώ μια απόλαυση των αισθήσεων, καθώς η ζέστη απλώνεται στο κορμί. Δε μας λέει τίποτε για τον κόσμο. Δε βασίζεται σε κάποιο είδος νόησης, αλλά πρόκειται για το είδος της απόλαυσης που νιώθουν τα ζώα.
Έχουμε όμως και διανοητικές απολαύσεις, που προκύπτουν από στοχασμό πάνω στα πράγματα. Η απόλαυση της ανάγνωσης ενός βιβλίου δεν είναι καθόλου απόλαυση των αισθήσεων, σωστά; Είναι απόλαυση του νου, η απόλαυση του να παρακολουθεί κανείς ένα επιχείρημα, του να παίζει με τις λέξεις, κ.ο.κ. Έπειτα, υπάρχουν οι απολαύσεις που εγώ αποκαλώ εμπρόθετες. Η λέξη «εμπρόθετος» σημαίνει κατευθυνόμενος έξω προς τον
κόσμο, όπως η απόλαυση που νιώθει κανείς όταν δέχεται κάποιο δώρο. Ή η απόλαυση που νιώθετε όταν πηγαίνετε να δείτε το παιδί σας να συμμετέχει σε κάποια αθλητική δραστηριότητα, και τον βλέπετε στο γήπεδο-να τος, εκεί είναι! Τα κατάφερε, πήρε το πρώτο βραβείο! Είναι απόλαυση αυτό, που αφορά κάτι. Όταν όμως πρόκειται περί απόλαυσης που αφορά κάτι, σημαίνει πως μπορείτε κάλλιστα να κάνετε λάθος. Ο αγώνας ήταν στην άλλη άκρη του γηπέδου, και φάνηκε ακριβώς σαν να

τον κέρδισε ο γιος σας. Μόνον αργότερα ανακαλύπτετε πως ήταν κάποιος άλλος που του έμοιαζε. Άρα, ήταν αληθινή η απόλαυσή σας ή όχι; Κατά κάποιον τρόπο ήταν αληθινή, αλλά ήταν επίσης αποτέλεσμα λάθους. Επομένως, υπάρχουν απολαύσεις που βασίζονται σε σφάλματα, κι αυτό είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον. Οι απολαύσεις αναφέρονται σε κάτι. Απολαμβάνω το όμορφο τοπίο έξω από το παράθυρό μου. Απολαμβάνω τον θρίαμβο του γιου μου στο άλμα εις μήκος κ.λπ.
Η αισθητική απόλαυση ανήκει στο πρώτο είδος. Είναι μια απόλαυση που αναφέρεται κάπου, όχι σαν τις απολαύσεις της γεύσης. Όταν τρώτε παγωτό φράουλα και το απολαμβάνετε, υπάρχει μια ευχάριστη γεύση στο στόμα σας. Όταν κοιτάζετε με εμβρίθεια μια εικόνα που σας συγκινεί, δεν υπάρχει ένα παρόμοιο αίσθημα απόλαυσης κάπου κοντά σας, σωστά; Δεν
πρόκειται για μια αίσθηση απόλαυσης. Νιώθετε ευχαρίστηση προς και από την εικόνα που κοιτάτε, ίσως λόγω αυτών που σας λέει. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την απόλαυση των αισθήσεων.
Υπάρχει επομένως ένα μεγάλο ερώτημα εδώ, ποια η σχέση μεταξύ του γούστου στο φαγητό και το ποτό, και του γούστου στη μουσική και τη ζωγραφική; Δεν πρόκειται για το ίδιο είδος πραγμάτων. Σε εσάς αρέσουν οι φράουλες και σε μένα τα μύρτιλα, κανένα πρόβλημα. Δεν υφίσταται αληθινή διαφωνία μεταξύ μας, απλά διαφορετικά γούστα. Αλλά σε εσάς αρέσει ο Beethoven, και σε μένα η heavy metal. Εδώ πρόκειται περισσότερο για διαφωνία, ειδικά εάν προχωρήσετε περαιτέρω και μου πείτε «το ότι σας αρέσει η heavy metal είναι σημάδι ψυχικής παρακμής». Τότε, μπορεί να ξεκινήσει η διαφωνία, που ίσως και να είναι αδύνατον να επιλυθεί. Αλλά το γεγονός παραμένει, πως σε ζητήματα καλλιτεχνικής και αισθητικής κρίσης, διαφωνούμε, και οι διαφωνίες μας είναι πολύ σημαντικές. Ίσως δεν το πιστεύετε αυτό, γιατί δεν ενδιαφέρεστε ούτε για τον Beethoven ούτε για τη heavy metal, αλλά πάντα θα βρείτε κάτι που θα σας ενδιαφέρει. Υποθέστε πως ζείτε σε μια μικρή πόλη με όμορφα σπίτια και δρόμους, που σας προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση. Η γειτονιά σας είναι γοητευτική και χαλαρωτική λόγω της ευταξίας της. Ξαφνικά, κάποιος αιτείται τον σχεδιασμό ενός τεράστιου ουρανοξύστη με λαμπερά πορτοκαλί πλακάκια. Συναντιέστε με τους γείτονές σας για να οργανώσετε καμπάνια διαμαρτυρίας εναντίον του. Θα διατυπωθούν επιχειρήματα για το ποιος
πράττει σωστά και ποιος λάθος. Αυτά τα επιχειρήματα έχουν για μας τους ανθρώπους τεράστια σημασία. Παρατηρώντας το αρχιτεκτονικό χάος μεταξύ Salt Lake City και Provo, υποπτεύομαι ότι οι Αμερικάνοι δε στοχάζονται πάνω σε αυτό όσο θα έπρεπε. Από την άλλη, όποιος έχει βρεθεί στην Ευρώπη καταλαβαίνει πως εκεί ο κόσμος στοχάζεται πάνω σε αυτά τα ζητήματα και διαφωνεί συνεχώς. Ως εκ τούτου, όλοι οι εχέφρονες

τουρίστες δεν απολαμβάνουν τις διακοπές τους εδώ, αλλά στην Ευρώπη. Αλλά τέλος πάντων, αυτό είναι άλλο θέμα.
Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν είναι: ποια είναι η αξία της απόλαυσης αυτού του είδους, αυτήν που λαμβάνουμε από τα έργα τέχνης και τα αντικείμενα της Αισθητικής; Μπορεί να γίνει όχημα της αλήθειας; Το ότι αντλούμε απόλαυση από έργα τέχνης είναι πολύ ενδιαφέρον, ακόμη κι αν προκαλούν θλίψη ή είναι τραγικά. Απολαμβάνουμε μια θλιβερή ιστορία επειδή η ιστορία κάπως επιδρά πάνω στην θλίψη. Μια ταινία που προκαλεί κλάμα ασκεί φοβερή επιρροή πάνω μας. Μπορεί να τη θεωρήσουμε αποτυχημένη, αν δε νιώσαμε την ανάγκη να κλάψουμε κατά τη διάρκειά της. Η θλίψη είναι μέρος αυτού που η ταινία υπόσχεται, είναι αυτό που περιμένουμε. Κι όμως, δεν μπορεί να πρόκειται για αληθινή θλίψη, διότι
κανείς δεν υποκύπτει σ ’αυτήν με τη θέλησή του. Μοιάζει κάπως με θλίψη τοποθετημένη σε πλαίσιο. Η ιστορία την τοποθετεί σε πλαίσιο και την παρουσιάζει έτσι ώστε να μη μας πληγώνει με τον ίδιο τρόπο που μας πληγώνει, για παράδειγμα, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Αυτή η πλαισίωση των συναισθημάτων μας φαίνεται πως είναι ένα από τα πράγματα που μας προσφέρει η τέχνη, έτσι δεν είναι; Φαίνεται πως με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να συνθηκολογήσουμε με τη θλίψη της ανθρώπινης ζωής, κατά ένα μέρος επειδή μπορούμε να την αναπαραστήσουμε με τρόπους που την κάνουν να έχει περισσότερο νόημα, απομονωμένη μέσα σε πλαίσια. Στην απόλαυση πάντα λέμε «έλα ξανά», αλλά στη γνώση λέμε «ευχαριστώ». Μόλις λάβουμε τη γνώση, το θέμα έχει λήξει, την κατέχουμε. Στην απόλαυση όμως δε μας φτάνει η μία φορά, την θέλουμε ξανά. Ειδικά στην περίπτωση των έργων τέχνης, η επαναληψιμότητα της απόλαυσης είναι το μείζον ζήτημα. Από την άλλη, ίσως στην επανάληψη να βρίσκεται κάποιο είδος γνώσης. Ας το σκεφτούμε για λίγο αυτό, αν και ήθελα να πω κάτι πρώτα για τη σχέση τέχνης και αρετής.
Περνώντας τώρα από την αλήθεια στην αγαθότητα, ποια είναι η ηθική αξία της τέχνης; Τι είδους ηθική βελτίωση μπορεί να προκαλέσει η τέχνη; Έχει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο με το να παρουσιάζει τον ηθικό κόσμο και να βελτιώνει τη σχέση μας με αυτόν; Προφανώς, η τέχνη είναι πηγή ηθικών παραδειγμάτων, αλλά ένα έργο τέχνης δεν παρουσιάζει απλά ένα ηθικό
παράδειγμα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που μας ωθούν να σχηματίσουμε ιδέες περί καλής και κακής συμπεριφοράς. Μας καθιστούν ικανούς να κρίνουμε οι ίδιοι. Θα αναφέρω εδώ τη σκιαγράφηση του πορτραίτου της Isabelle Archer από τον Henry James στο Πορτραίτο μιας Κυρίας (το οποίο ελπίζω εσείς οι νεαροί να πρόκειται να το διαβάσετε σύντομα, αν δεν το έχετε ήδη κάνει), στο οποίο ο Henry James μας παρουσιάζει μια καλή γυναίκα η οποία είναι επίσης αφελής και γίνεται

αντικείμενο εκμετάλλευσης στα χέρια ενός πανούργου και διαβολικού άντρα. Ο James δεν κρίνει ο ίδιος, αλλά μας βάζει σε θέση να κρίνουμε εμείς, μέσα από τα μάτια της Isabelle Archer. Ο αναγνώστης σταδιακά συνειδητοποιεί την κατάστασή της, καθώς τη συνειδητοποιεί κι εκείνη. Αυτό είναι πραγματική τέχνη. Ο συγγραφέας ποτέ δε μιλά. Προκαλεί τη σκέψη μας, αλλά μας προκαλεί να σκεφτούμε εμείς οι ίδιοι. Αυτό μπορεί να έχει μια ξεχωριστή ηθική αξία. Αντί απλώς να σας πει τι να σκεφτείτε ηθικά, σας προκαλεί να το σκεφτείτε οι ίδιοι, έτσι ώστε να έχουμε εδώ ένα μάθημα διαπαιδαγώγησης στα συναισθήματα που ο ίδιος σας απευθύνει.
Όλα αυτά φαίνονται εύλογα όσον αφορά το μυθιστόρημα και την αναπαραστατική τέχνη, τι συμβαίνει όμως με την αφηρημένη τέχνη; Ο κόσμος πιστεύει πως η αφηρημένη τέχνη-τέχνη που δεν έχει περιεχόμενο
προς αναπαράσταση-έχει επίσης κάποιο είδος ηθικής αξίας. Αυτό έλεγε κι ο Beethoven για τη Missa Solemnis του (κι αυτό που ισχυρίζονται πολλοί άνθρωποι για τη μουσική εν γένει), ότι δηλαδή μας λέει κάτι για τα συναισθήματά μας οδηγώντας μας να νιώσουμε, δευτερογενώς φερ ‘ειπείν, τι είναι αυτά τα συναισθήματα. Πρόκειται εδώ για ένα είδος διαπαιδαγώγησης των συναισθημάτων. Αλλά υπάρχουν μεγάλα προβλήματα. Υπάρχει ένα πολύ δύσκολο να το προσεγγίσουμε. Τι συμβαίνει όταν συναντούμε ένα έργο τέχνης που παρουσιάζει την φαυλότητα, αλλά με τέτοιον αισθητικά τρόπο που την καθιστά ελκυστική; Έχω κατά νου το παράδειγμα της Σαλώμης. Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, όπως θυμάστε για τη Σαλώμη, την ιστορία της κόρης της Ηρωδιάδας που χόρεψε εμπρός στον βασιλιά. Απαίτησε το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή (ίσως επειδή η μητέρα της τη δασκάλεψε), και κατάφερε τελικά τον βασιλιά να της το δώσει. Με άλλα λόγια, έπεισε τον βασιλιά να σκοτώσει τον προφήτη που ο ίδιος δίσταζε να σκοτώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή λόγω της εμφανούς αγιότητάς του. Ο Oscar Wilde έγραψε ένα θεατρικό βασισμένο σε αυτήν την ιστορία, ένα πολύ ευφυές θεατρικό, για το οποίο έπειτα ο Richard Strauss έγραψε μουσική. Η μουσική του είναι γεμάτη παρανοϊκή ασέβεια, αλλά είναι πολύ όμορφη και γοητευτική. Δε θα σας βάλω να την ακούσετε, το αφήνω σε εσάς να την αναζητήσετε. Υπάρχει φυσικά παντού στο YouTube. Αυτή η μουσική με κάποιο τρόπο σας κάνει να παίρνετε το μέρος της Σαλώμης. Νιώθετε πως κάπως γίνεται έρμαιο ενός συναισθήματος που δεν μπορεί να ελέγξει. Πρέπει να ικανοποιήσει αυτό
το συναίσθημα, αλλά όπως το παρουσιάζουν ο Wilde κι ο Strauss, η Σαλώμη το τραβά στα άκρα, πιάνει το κομμένο κεφάλι και το φιλάει. Εδώ έχουμε την ίδια νοοτροπία που έχουμε και σε παραγωγές σύγχρονης όπερας. Οι σύγχρονες παραγωγές όπερας είναι σχεδιασμένες ειδικά ώστε να προσβάλλουν τους πιστούς της Εκκλησίας των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, οπότε μην ανησυχείτε. Υπάρχουν και χειρότερα, αλλά εδώ έχουμε τη Σαλώμη που μόλις τραγούδησε την εκπληκτική της άρια γεμάτη

αισθησιακή έκσταση πάνω από το κεφάλι του Βαπτιστή, αρπάζοντάς το και φιλώντας το με τόσο απρεπή τρόπο. Οι πιο πολλοί θα νομίσουν πως το παρατραβάμε το σχοινί, κι ίσως να το νόμισαν. Στο ξεκίνημά της η όπερα αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, τώρα όμως είναι μέρος του ρεπερτορίου. Κι όμως, φαίνεται να αρέσκεται σε ένα είδος δαιμονικής απόλαυσης μέσω της καλλιτεχνικά διεστραμμένης συμπεριφοράς, κι η μουσική τείνει να φωτίζει με γοητευτικό τρόπο αυτήν τη συμπεριφορά, επειδή μας ελκύει συνεχώς. Θα βρείτε παρόμοια πράγματα στα έργα τέχνης του 2ου μισού του 19ου αιώνα, τέχνη να διασώζει το κακό κάνοντάς το όμορφο. Τα Άνθη του Κακού του Baudelaire (που είμαι σίγουρος πως κάποιοι από τους παρόντες που μαθαίνουν Γαλλικά πρόκειται να το διαβάσουν και να το μελετήσουν) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εστιάζει στις ακρότητες και τους εκφυλισμούς της ζωής σε μια σύγχρονη
πόλη και προσπαθεί να βρει ένα κεκαλυμμένο νόημα μέσα τους. Για να το πετύχει χρησιμοποιεί εξαιρετικά δυνατές εικόνες και πανέμορφους στίχους, κάνοντάς το να δείχνει σαν να υπάρχει ένα πνευματικό νόημα πίσω από όλα αυτά που τα απολυτρώνει. Το πνευματικό στοιχείο αποκαλύπτεται ακόμη κι αν οι περιγραφές αρνούνται τη δυνατότητά του. Κατά κάποιον τρόπο, είναι σαν να βεβαιωνόμαστε για πράγματα όταν τα αρνούμαστε με τον σωστό τρόπο. Νομίζω πως κι ο Baudelaire ο ίδιος αυτό σκέφτηκε, και συχνά χαρακτηρίζεται ως Χριστιανός ποιητής, ακριβώς λόγω του ότι σώζει από την καρδιά της διαφθοράς και της απελπισίας το μικρό αυτό κύτταρο της πνευματικής αγνότητας που εντοπίζεται στην εικονογραφία των στίχων του, και το οποίο το παίρνουμε μαζί μας και το αφήνουμε να αναπτυχθεί μέσα μας. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι σωστό, αλλά πρόκειται για ενδιαφέρουσα σκέψη.
Στον Shakespeare φυσικά υπάρχει πολύ κακό, ο διαβολικός χαρακτήρας του Ιάγου στον Οθέλλο, ας πούμε, ή ο Μάκβεθ, ένας διαβολικός άνθρωπος που αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Αλλά εδώ είναι ξεκάθαρο, ο Shakespeare δεν περιμένει να σταθείτε με κανέναν τρόπο στο πλευρό τους. Όχι όπως στη Σαλώμη, αν και σε κάποιο σημείο συμπονά πολύ τον Μάκβεθ. Ο Σατανάς του Milton είναι άλλο πολύ σημαντικό παράδειγμα διαβολικού χαρακτήρα που σκιαγραφείται στιχουργικά έτσι ώστε είναι αδύνατον να μην πάρεις το μέρος του. Ταυτίζεσαι αμέσως με την πληγωμένη υπερηφάνειά του, και συνειδητοποιείς πως υπάρχει εδώ ένα είδος αρχοντιάς. Αυτό το
πετυχαίνουν οι στίχοι. Είναι λοιπόν η ανηθικότητά τους που σας τραβά με το μέρος του Σατανά; Ο Blake, στις εικονογραφήσεις του του Χαμένου Παραδείσου, φαίνεται να το πιστεύει. Σας δίνω κάποια επιπλέον παραδείγματα εδώ: ο Claggart, ο λοστρόμος από τον Μπίλυ Μπαντ του Herman Mellville (που επίσης μάλλον πρόκειται να διαβάσετε σύντομα), που έγινε μια θαυμάσια όπερα από τον Benjamin Britten. Έπειτα, ο Dimitri στους Αδερφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκυ. Τι σκεφτόμαστε για

εκείνον; Είναι απλά συγχυσμένος, ή για μια ακόμα φορά ερχόμαστε σε επαφή με έναν χαρακτήρα που αδυνατεί να πάρει μόνος του ηθικές αποφάσεις; Μήπως είμαστε κι εμείς συγχυσμένοι, σχετικά με το αν μπορούμε κι εμείς να τις πάρουμε; Αναδύεται ένα ερώτημα εδώ: ποια είναι η διαφορά μεταξύ της ηθικής τέχνης και της τέχνης που ηθικολογεί; Ορίστε ένα έργο ρωσικής επαναστατικής τέχνης από την Επανάσταση του 1917 που ηθικολογεί εμφανέστατα. Σας λέει πως αυτοί οι άνθρωποι πέφτουν εμφανώς θύματα κακομεταχείρισης. Και λοιπόν; Λέει κάτι που σας βοηθά να καταλάβετε αυτήν την κακομεταχείριση, ή να αλλάξετε τη στάση σας προς αυτήν; Ή πρόκειται απλά για μια ηθική ιστορία, μια εικονογράφηση κάποιου άλλου; Πολλοί νιώθουν πως η τέχνη δεν πρέπει να ηθικολογεί τόσο απροκάλυπτα. Γίνεται πολύ άξεστη. Πρέπει να μοιάζει περισσότερο με την περίπτωση του Henry James στο Πορτραίτο μιας Κυρίας, να σε
προκαλεί εσένα να ηθικολογήσεις αντί να το κάνει για λογαριασμό σου. Ίσως να ισχύει αυτό, αλλά ας προχωρήσουμε.
Τώρα θέλω να μιλήσω λιγάκι για την ομορφιά. Έχω πει λίγα για τη σχέση αλήθειας και τέχνης, λίγα και για τη σχέση τέχνης και αγαθότητας. Και στις δύο περιπτώσεις τα πράγματα είναι εξαιρετικά περίπλοκα, φαίνεται πως τίποτε απλό δεν μπορεί να ειπωθεί. Όσον αφορά την ομορφιά όμως; Εμφανίστηκε η συνήθεια να δίνει κανείς μεγαλύτερη σημασία στις αισθητικές αξίες και να λέει πως αυτές είναι που μετράνε περισσότερο (ειδικά στα τέλη του 19ου αι., και συνδέθηκε με ανθρώπους όπως ο Oscar Wilde). Είναι διάσημη η φράση του τελευταίου «σε ζητήματα υψίστης σημασίας, το στυλ και όχι η ειλικρίνεια είναι το αποφασιστικό στοιχείο[2]». Έζησε, ή τουλάχιστον προσποιήθηκε πως έζησε, σαν να ήταν αυτό το καθοδηγητικό του στοιχείο: το να είσαι κομψός και ευχάριστος στην όψη και να αγνοείς όλες αυτές τις απλοϊκές παλιομοδίτικες ηθικές αξίες που σου στέκονται εμπόδιο. Αλλά στα έργα τέχνης του, ήταν διαφορετικός. Το να δίνεις προβάδισμα στις αισθητικές αξίες μπορεί να γίνει ανήθικο. Ο Osmond, ο σύζυγος της Isabella Archer στο Πορτραίτο μιας Κυρίας, είναι κάποιος που πράγματι τους δίνει προβάδισμα, και η τέρψη του να συλλέγει όμορφα αντικείμενα και να ζει τη ζωή του Εστέτ απαιτεί πολλά χρήματα. Εκείνη τα έχει κι εκείνος τα χρειάζεται, έτσι την παντρεύεται για να τα βάλει στο χέρι, αλλά και για να την προσθέσει στη συλλογή του, διότι κι εκείνη είναι όμορφη. Τη βλέπει σαν όμορφο αντικείμενο της συλλογής του,
μα δεν την αγαπάει. Ο Oscar Wilde παρουσιάζει μια ελαφρώς αδρότερη εκδοχή της ίδιας ιδέας με τον χαρακτήρα του Λόρδου Henry Wotton στο Πορτραίτο του Dorian Gray.
Υπάρχουν δύο όψεις της αισθητικής εμπειρίας, η απολαυστική πλευρά και η ερευνητική πλευρά. Το να απολαμβάνει κανείς ένα όμορφο έργο τέχνης ή ένα έξοχο μουσικό έργο είναι κάτι που μπορεί να κάνει χωρίς

απαραιτήτως να ερευνά τα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς, ακόμη κι αν το έργο τέχνης τα θίγει. Και ίσως, αυτού του είδους ο αισθητισμός σημαίνει να ξεχνά κανείς τη γνωστική διάσταση των αισθητικών αξιών και να συνειδητοποιεί πως δεν είναι απλά απολαύσεις των αισθήσεων. Δεν είναι απλές απολαύσεις με την έννοια της κοινής εμπειρίας. Αφορούν επιπλέον ένα όραμα για τον κόσμο. Όλοι οι σκοποί στους οποίους έχω αναφερθεί- αλήθεια, αγαθότητα, ομορφιά- είναι σημαντικοί επειδή σε αυτούς στοχεύουμε, αλλά μοιάζουν να υποβιβάζουν την τέχνη σε ένα ανεπαρκές μέσο, μοιάζουν να αφήνουν εκτός την αισθητική εμπειρία. Μόνον μέσα στην ενότητά τους-το είδος της αλήθειας και της αγαθότητας των οποίων η ομορφιά είναι ένα σημείο-σκιαγραφούν έναν δρόμο για την τέχνη αυτές οι αξίες. Εάν η ομορφιά είναι ο τρόπος με τον οποίο η αλήθεια παρουσιάζεται, ο τρόπος με τον οποίο συνειδητοποιούμε την αγαθότητα,
τότε φαίνεται πως έχουμε κάτι που μοιάζει με έκθεση της αξίας της τέχνης.
Εμφανίζεται εδώ ένα ερώτημα σχετικά με το νόημα και τη μορφή. Το νόημα ενός έργου τέχνης βρίσκεται στη μορφή του και δεν μπορεί να αποσπαστεί από αυτήν (κάτι που ανάγεται στον Baumgarten). Αν προσπαθήσετε να μεταγράψετε ένα ποίημα σε πρόζα, να πείτε τι σημαίνει και να δώσετε σε απλή γλώσσα το αντίστοιχό του, χάνετε το νόημα. Το νόημα δεν είναι μόνον ό,τι λέγεται: ενυπάρχει στη μορφή και δεν διαχωρίζεται από αυτήν. Μοιάζει κάπως με τη θρησκεία και την αλήθεια εξ αποκαλύψεως. Σε πολλά σημεία στη θρησκεία συναντά κανείς την υπόσχεση ενός άλλου τρόπου θέασης του κόσμου, αυτό που θα ονομάζαμε οπτική του οφθαλμού του Θεού. Δεν είναι μόνον το ότι υπάρχει ένα θεολογικό δόγμα, το ότι υπάρχει ο Θεός, ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού κ.λπ., αν και όλα αυτά είναι σημαντικά για τη χριστιανική θρησκεία. Υπάρχει όμως και η αλήθεια που αποκαλύπτεται όταν διαλογίζεται κανείς πάνω σε αυτά, και έξαφνα βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό μάτι, από την οπτική του Θεού. Ίσως κάτω από αυτές τις συνθήκες, η γλωσσική μορφή του ιερού κειμένου που μελετάτε για παράδειγμα, είναι πολύ σημαντική, ακριβώς όπως και στην ποίηση. Γι’ αυτό και όλα αυτά τα μεγάλα κείμενα έχουν διατηρηθεί, όχι για το τι λένε αλλά για τον τρόπο που το λένε. Όπως και στην τέχνη, έτσι και στη θρησκεία η επανάληψη είναι πολύ σημαντική. Η Λειτουργία επαναλαμβάνεται κάθε βδομάδα. Κάθε μέρα λέτε το Πάτερ Ημών. Κάποιος μπορεί να σας πει «μα αυτό είναι χάσιμο χρόνου, το είπες ήδη μια
φορά, γιατί το ξαναλές; Ξέρεις τι σημαίνει και τι λέει, για ποιο λόγο το επαναλαμβάνεις;», εσείς ξέρετε όμως πως η προσευχή δεν αποσκοπεί εκεί. Η προσευχή αποκαθιστά τη σχέση σας με τον Θεό, από την οποία συνεχώς αποκόπτεσθε. Επομένως, απαιτεί επανάληψη. Αυτές είναι αλήθειες στις οποίες πρέπει κανείς να ασκηθεί βιωματικά για να τις κατακτήσει, για να γνωρίσει πώς να νιώσει κάτι και πώς να αισθανθεί τον περιβάλλοντα κόσμο. Μπορεί τη μια στιγμή να το νιώσατε, αλλά το χάσατε την επόμενη.

Οι κατάλληλες λέξεις σας βοηθούν να το επανακτήσετε. Αυτή η ιδέα της αποκεκαλυμμένης αλήθειας που εμφανίζεται μέσω της επανάληψης (όπως στην προσευχή), μοιάζει κάπως με την αισθητική εμπειρία όπως την έχω περιγράψει. Ίσως η τελευταία σας δίνει την κοσμική εκδοχή της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, όπως πίστευαν άνθρωποι σαν τον Nietzsche και τον Wagner. Εκείνοι προχώρησαν και σκέφτηκαν πως η τέχνη θα μπορούσε να υποκαταστήσει τη θρησκεία, κι ότι εκεί θα έπρεπε να αφοσιωθούμε στο εξής. Έχουμε την τέχνη, λέει ο Nietzsche, για να μην πεθάνουμε από την απελπισία. Η τέχνη παραμένει εκεί να νοηματοδοτεί τη ζωή μας, ακόμη κι αν χάσουμε την πίστη μας.
Κλείνοντας, κάποιες σκέψεις για την εσωτερική καθαυτή αξία της τέχνης. Η ποίηση και τα θεατρικά έργα και οι πίνακες παρουσιάζουν φανταστικούς
κόσμους. Η αναπαραστατική τέχνη μας ανοίγει την πόρτα στον κόσμο της Φαντασίας, και διασώζουν το θέμα τους από μια καθαρά εργαλειακή χρήση της σημασίας του. Αυτά που η τέχνη σκιαγραφεί δεν σκιαγραφούνται ως χρήσιμα, αλλά ενδιαφέροντα ιδίω δικαιώματι, έτσι αποφεύγουν την εργαλειοποίηση. Έτσι κάθε υπαινιγμός μετράει: στην περίπτωση της εικόνας, πρόκειται για την απόσταξη του εικονιζόμενου. Ποίηση και ζωγραφική λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Βλέπουμε εδώ ένα τοπίο του Van Gogh το οποίο όλοι γνωρίζουν, πιθανότατα. Οι πινελιές εμποτίζουν το τοπίο με μια παρατηρούσα συνείδηση. Είναι σημάδια ενός ηθικού όντος για το οποίο αυτό δεν είναι ένα αντικείμενο, αλλά ένα όραμα. Για να το αφομοιώσετε αυτό, αναγνωρίζετε πως διαφέρει πολύ από το πώς θα έδειχνε ένα χωράφι με σιτάρι με ένα σμήνος κορακιών από πάνω του. Δε δείχνει με κανένα τρόπο ρεαλιστικό, αλλά με κάποιο τρόπο έχει και δύναμη που δε θα είχε αν ήταν καθ’ όλα ρεαλιστικό, επειδή οι πινελιές του καλλιτέχνη εμποτίζουν το τοπίο με τη δική του ψυχή. Σαν η φαντασία του καλλιτέχνη να ξαναδούλεψε το θέμα που ζωγραφίζει έτσι ώστε δεν είναι πια το ίδιο. Είναι το θέμα φιλτραρισμένο μέσα από τη δική του συνείδηση. Με τη φαντασία συλλαμβάνουμε πράγματα απόντα που δεν υπάρχουν, αλλά η εμπλεκόμενη συνείδηση γίνεται δημιουργός του ίδιου της του αντικειμένου, όπως στην περίπτωση του Van Gogh. Η φαντασία είναι κάτι που περιλαμβάνει τη βούληση. Μπορώ να σας ζητήσω να φανταστείτε κάτι. Μπορώ να σας πω «φανταστείτε ένα χωράφι με σιτάρι». Δε θα μπορέσετε να το φανταστείτε όπως ο Van Gogh, αλλά ούτως ή άλλως θα το
εγκαλέσετε στη φαντασία σας ως αποτέλεσμα της υπακοής σας στην εντολή μου. Αυτό έχει ενδιαφέρον. Μέσα από τα έργα της φαντασίας, φέρνουμε μακρινά πράγματα σε στενή σχέση μεταξύ τους. Αυτό κάνουμε στις μορφές της ομιλίας, στην ποίηση, τα φέρνουμε σε στενή σχέση μεταξύ τους. Οι πινελιές στο τοπίο φέρνουν μια ανθρώπινη πράξη σε στενή σχέση με ένα τοπίο.

Οι φαντασιακοί κόσμοι που δημιουργούμε μας μοιάζουν αληθινοί, ή ψεύτικοι, και θέλω να αντιπαραβάλλω τον πίνακα του Van Gogh με έναν του Thomas Kinkade. Αυτό είναι ένα από τα οράματά του για τον παράδεισο. Όπως ξέρετε ο Van Gogh ήταν αμφιλεγόμενος ζωγράφος, πέθανε μέσα στη φτώχεια. Ο Kinkade πέθανε από το ποτό, αφήνοντας πίσω του 53 εκατομμύρια δολάρια. Πιστεύω πως 1 στα 20 αμερικάνικα νοικοκυριά έχουν έναν Kinkade πάνω από το τζάκι τους, γιατί οι πίνακές του προκαλούν αίσθηση χαλάρωσης. Για κάποιους, πρόκειται για όραμα σχετικά με το πώς οφείλει να είναι η ζωγραφική. Είναι πολύ πιστότερο στην πραγματικότητα σε σχέση με τον Van Gogh, αλλά έχουμε ένα ερώτημα εδώ. Ποιο ερώτημα; Πολλοί θα έλεγαν πως υπάρχει διαστρέβλωση πίσω από τέτοιου είδους πίνακες. Δε θέλω να τον κρίνω, αλλά μόνο να πω λίγα, γιατί φαίνεται σε τόσους πολλούς σαν να μην είναι αληθινός; Κατά μια
απόψη είναι αληθέστερος του Van Gogh, βρίσκεται εγγύτερα στην όψη της πραγματικότητας. Αλλά η διαστρέβλωση, εάν υπάρχει, αφορά τον παρατηρητή κι όχι το αντικείμενο. Παρουσιάζει έναν κόσμο μέσα από το πέπλο ενός αισθήματος που συγχαίρει τον ίδιο του τον εαυτό. Τουλάχιστον ένας κριτικός αυτό θα έλεγε. Σου λέει πως είσαι καλός άνθρωπος και δε χρειάζεται να προσπαθήσεις περισσότερο. O Van Gogh δε σου λέει καθόλου κάτι τέτοιο. Σου λέει πως η ζωή είναι σκληρή, και πρέπει να κάνεις προσπάθειες για να δεις ακόμη κι αυτό. Ο Kinkade σου λέει πως δε χρειάζεται να κάνεις καμία προσπάθεια, κι αυτό φαίνεται μέσα από τις μορφές και τα χρώματά του. Υπάρχουν παστέλ σκιές που έχουν εξαπλωθεί πάνω στο τοπίο σαν αρρώστια. Είναι σωστό αυτό; Θα σας αφήσω να το σκεφτείτε.
Αυτό μας οδηγεί πίσω στον παραλληλισμό τέχνης και θρησκείας. Η θρησκεία μας προσφέρει αλήθεια, αλλά η αλήθεια της δεν είναι η ευθεία κυριολεξία για το πώς είναι ο κόσμος. Υπάρχουν ένα σωρό ιστορίες διαφόρων ειδών που πιστεύουμε, αλλά σε αυτές υφίσταται μια πολύ σημαντικότερη διάσταση. Μια πνευματική αλήθεια που μας λέει πώς έχουν τα πράγματα για μας και ποια είναι η αληθινή μας θέση μέσα στον κόσμο των ανθρωπίνων σχέσεων και συναισθημάτων. Στη θρησκεία αναγνωρίζουμε πως δεν υφίσταται απολύτρωση διαμέσου του ψεύδους. Το ίδιο δείχνει να ισχύει και για την τέχνη. Αυτοί οι δύο πίνακες, αυτό τουλάχιστον νομίζω πως μας οδηγούν να υποθέσουμε. Η τέχνη, επίσης,
έχει τον δικό της τρόπο να παρουσιάζει την πνευματική αλήθεια των πραγμάτων, κι όταν ψευτίζει, δεν προκαλεί το είδος το είδος την λυτρωτικής εμπειρίας που αναζητούμε. Ίσως έτσι να εξηγείται η θλίψη στα έργα τέχνης. Ίσως έτσι να εξηγείται η δύναμη της τραγωδίας. Στην τραγωδία, φτάνετε σε δυσθεώρητα βάθη, αλλά εκεί βρίσκετε ένα είδος σωτηρίας. Μόνο όμως αν φτάσετε σε αυτά τα βάθη θα σωθείτε. Το να απολαμβάνετε την θλίψη για χάρη της, συναισθηματικά και με δήθεν

θρηνητική προσποίηση δεν πρόκειται να σας βοηθήσει. Αλλά το να έρθετε πλήρως αντιμέτωποι με τη θνητότητα και το τι σημαίνει, όπως σε μια πραγματική τραγωδία, ίσως να βοηθήσει. Ίσως μας οδηγεί στο σημείο όπου μαθαίνουμε κάτι που πρέπει να μάθουμε, και το μαθαίνουμε μέσω της καρδιάς και των αισθημάτων μας, μαθαίνουμε να το υποφέρουμε. Ίσως γι’ αυτό να θέλουμε να επιστρέφουμε στις τραγωδίες, ξανά και ξανά.
Η τέχνη σίγουρα δεν πρόκειται να μας βοηθήσει αν χάσει από το οπτικό της πεδίο το ποιοι είμαστε και το τι έχουμε ανάγκη. Και βέβαια, αναγνωρίζουμε πως υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ αληθινού και ψεύτικου συναισθήματος. Το ψεύτικο συναίσθημα αναδύεται όταν το Εγώ επισκιάζει το Εσύ. Η περισσότερη αληθινή αγάπη είναι για σένα, τον άλλον. Η ψευδοσυναισθηματική αγάπη προσποιείται πως είναι για σένα,
αλλά είναι στ’ αλήθεια για μένα-εμένα που νιώθω αυτό το υπέροχο πράγμα και επιδεικνύω έτσι την ηθική μου ανωτερότητα. Αυτού του είδους την ψευδοσυναισθηματικότητα την βρίσκουμε στην τέχνη, όπως βρίσκουμε και τέχνη που της εναντιώνεται. O Thomas Kinkade αφορά εμένα που είμαι ένας αξιαγάπητος άνθρωπος, ενώ ο Van Gogh αφορά το «εσύ» όπως εμφανίζεται σε εκείνον, ακόμη και σε ένα χωράφι με σιτάρι, γιατί, βεβαίως, είναι ο Θεός που εμφανίζεται σε εκείνον.
Επιστρέφοντας σε αυτά που είπα για τον Henry James, η αληθινή τέχνη δεν κρίνει: μας παρουσιάζει τον κόσμο της κριτικής ικανότητας και εμπνέει την κρίση μέσα μας. Θα ήθελα να κλείσω με μερικά δύσκολα παραδείγματα. Στους Αδερφούς Καραμαζώφ (άλλο ένα βιβλίο που ίσως αμφιταλαντεύεστε μεταξύ του να το διαβάσετε και του να μην του δώσετε σημασία) ο Ντοστογιέφσκυ δεν κρίνει ποτέ. Μας προσκαλεί να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι στη θέση του, αλλά μας καλεί να κρίνουμε μια ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων οι οποίοι δεν κρίνουν, αλλά πράττουν με τους πιο φρικτούς τρόπους. Πρόκειται επομένως για πολύ προκλητικό βιβλίο. Ο Dickens, στο Παλαιοπωλείο, υπερβάλλει με τον θάνατο της μικρής Nell, καθώς προσπαθεί να μας κάνει να κλάψουμε για τον χαμό αυτού του αθώου μικρού κοριτσιού που τους συγχωρεί όλους για το ότι η ίδια πεθαίνει πριν την ώρα της. Δεν είναι απλά μη ρεαλιστικό και απίθανο, είναι αληθινά schmaltz (γλοιωδώς ψευδοσυναισθηματικό). Ο Oscar Wylde όπως είναι γνωστό είπε σχετικά «κάποιος πρέπει να έχει καρδιά από πέτρα για να μη
γελάσει με τον θάνατο της μικρής Nell», ένας λαμπρός τρόπος να το συνοψίσει κανείς. Η Σαλώμη όμως, είναι η πραγματοποίηση, σε μια φαντασιακή μορφή, μιας ζοφερής κατάστασης του νου-μιας αληθινά τρομακτικής κατάστασης του νου-δοσμένη όμως χωρίς κανενός είδους αρνητική κριτική. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: πρόκειται για μουσική με έξοχη δύναμη που απλά έτυχε να αντιστοιχεί σε αυτήν την φρικτή κατάσταση. Ο Strauss είχε μεγάλη ικανότητα σε κάτι τέτοια. Κάποτε είχε

πει «δώστε μου το χρονοδιάγραμμα ενός σιδηροδρομικού σταθμού και θα σας γράψω την πιο όμορφη μουσική για αυτό». Πρόκειται μήπως εδώ περί λάθους;
Για να κλείσω, θα αντιπαραθέσω ξανά τις δύο απεικονίσεις της Σταύρωσης. Το έργο του Grunewald, στο διάσημο ιερό του Isenheim στην Γερμανία, προσφέρει μια υπέρ του δέοντος ρεαλιστική απεικόνιση του τρόμου της Σταύρωσης, τέτοια που κανείς δε θα πει ότι αρνείται την πραγματικότητά της ή ότι κάνει τα στραβά μάτια, ή ότι ψευτίζει. Δεν υπάρχει ψεύτισμα εδώ, αλλά με κάποιον τρόπο το έργο μας στερεί οποιαδήποτε ελπίδα. Είναι σαν να είναι απλά ο θάνατος και η καταστροφή ενός ανθρώπου. Ενώ, στην περίπτωση του Tintoretto, παρακολουθείτε την πιο εκπληκτική ακολουθία γεγονότων στα οποία, πραγματικά, όχι μόνο η
Ανάσταση του Χριστού, αλλά όλη η λύτρωση της ανθρωπότητας προμαντεύεται σε κάθε λεπτομέρεια του πίνακα. Εδώ λοιπόν δεν πρόκειται καθόλου για έναν τρομακτικό πίνακα, αλλά για έναν παρηγορητικό, έναν πίνακα στον οποίο βλέπετε γιατί έπρεπε ο Χριστός να θυσιαστεί. Στον Grunewald δεν το γνωρίζετε αυτό το γιατί. Πρόκειται απλά για άλλο ένα ανεξήγητο και τρομακτικό δυστύχημα της ανθρώπινης εκφυλισμένης ζωής. Είναι δυο απλά παραδείγματα που θα μπορούσατε να πάρετε μαζί σας φεύγοντας από εδώ για να τα σκεφτείτε, όσο για μένα, νομίζω πως έχω ήδη μακρηγορήσει αρκετά. Σας ευχαριστώ.

[1] Κατά Ιωάννην 14:6
[2] Oscar Wilde, The Importance of Being Earnest: A Trivial Comedy for Serious People, (L. Smithers: London, 1899), (στα ελληνικά: Oscar Wilde, Η σημασία του να είσαι σοβαρός, εκδ. Ηριδανός, 2012)

Η ομιλία ειναι διαθέσιμη εδώ.

Μετάφραση: Αλέξιος Κακουλίδης, μουσικολόγος- μεταπτυχιακός φοιτητής φιλοσοφίας.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας έργο του, ιταλού, Lorenzo Bonechi.

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here