Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Θεόδωρος Παντούλας

Θεόδωρος Παντούλας

Ολούθε Ξένος

…Ποτέ δεν έχω καυχηθεί για γραφτό μου – όχι από σεμνοτυφία αλλά επειδή, ειλικρινώς, δεν έβρισκα κανέναν λόγο. Για το “ολούθε ξένος” όμως είμαι περήφανος. Περήφανος που αξιώθηκα να δώσω φωνή σε δικούς μου ξένους, από αυτούς που το πολύ-πολύ να χωρέσουν στα ψιλά των εφημερίδων. Και κομματάκι πιο ήσυχος. Δεν θ’ αφήσω σπουδαία πράγματα στα παιδιά μου αλλά κάτι αναπαλλοτρίωτα δικό μας, εντέλει, θα τους το αφήσω…

Στις 5 Ιουλίου στο βιβλιοπωλείο “Άπειρος Χώρα” το παρουσίασαν ο πολυπράγμων Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, ο ποιητής Βασίλης Ζηλάκος κι ο λόγιος γιατρός Κωνσταντίνος Τσιώλης.

Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη

Η Δεξιά κι η Αριστερά αναφέρονται σε μια ξεπερασμένη πολιτική γεωγραφία κι η επίκλησή τους γίνεται ακόμη –όσο γίνεται και από όποιους γίνεται– για να χρησιμοποιηθεί σαν πρόσχημα, σαν φύλλο συκής που δικαιολογεί –όσο κι όπως δικαιολογεί– τα αδικαιολόγητα όσων εργάζονται για την διαρκή επιτρόπευση του λαού μας, την οριστική διάλυση του εθνικού κράτους, την αποδοχή της λιτότητας, την διαχείριση της κοινωνικής εξαθλίωσης από ΜΚΟ και την αντικατάσταση όσης δημοκρατίας μας απέμεινε από τον χαριτόβρυτο διακαιωματισμό.

Για να «βγει» όλο αυτό το πακέτο χρειάστηκε η ακατάπαυστη περιστολή της συλλογικής μνήμης και η ανοίκεια διαβολή της εθνικής ταυτότητας. Οι υπήκοοι του νέου θαυμαστού τους κόσμου δεν πρέπει να αισθάνονται ότι ανήκουν σε εθνική κοινότητα. Πρέπει να μείνουν μόνοι τους! Μόνοι με το θεριό των της χρηματοπιστωτικής μαφίας. Το θεριό που με ευκολία φέρνει βόλτες εμπορεύματα κι ανθρώπους.

Όσοι αμφισβητούν την υπονόμευση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας συκοφαντούνται από έναν δεσπόζοντα παραπολιτικό και ιδεολογικό μηχανισμό χειραγώγησης ως εθνολαϊκιστές.

Το είδαμε με το Brexit προχθές και το ξαναείδαμε με την Ιταλία εχθές. Στα καθ’ ημάς το είδαμε στο δημοψήφισμα του 2015 και το ξαναείδαμε ακόμη πιο ξεκάθαρα στο θέμα των Σκοπίων με την αμαχητί παράδοση της χώρας στις ευρωατλαντικές βούλες και βουλές.

Νομίζω όμως ότι από τις πρόσφατες κινητοποιήσεις για το ζήτημα της Μακεδονίας είχαμε και ευκρινείς χειρονομίες αντίστασης σε αυτή την παράδοση. Και από αυτές τις χειρονομίες, νομίζω πάλι, ότι μπορούν τα βγουν δυο πολύ στέρεα συμπεράσματα.

1) Ο λαός υπερβαίνοντας τα κόμματα και τους μηχανισμούς ποδηγέτησής του κατόρθωσε ερήμην τους (χωρίς πόρους, χωρίς οργάνωση και χωρίς κάλυψη από κανέναν κερατά) μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις – τις μεγαλύτερες των τελευταίων δεκαετιών.

2) Ο λαός αυτός παραμένει πολιτικά ανέκφραστος και ανεκπροσώπητος. Δεν μπορούν –ούτε και θέλουν– να τον εκφράσουν ή να τον εκπροσωπήσουν άλλωστε οι παλιές ή αναπαλαιωμένες παράγκες του παλαιοκομματισμού, που ομολογημένα ή ανομολόγητα τον θεωρούν «ετερόκλητο όχλο».

Όσοι με τα αποπλύματα του παλαιοκομματισμού δεν πετάμε και την πολιτική, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πολιτική παραμένει ο μόνος τρόπος που έχουμε για να ορίσουμε τις ζωές μας. Το επισημαίνω αυτό γιατί, συνήθως, μπερδεύουμε την πολιτική με την μασκαράτα της παραπολιτικής. Διότι στην Μεταπολίτευση αυτή κυριάρχησε: η μασκαράτα που υπηρετήθηκε από οικογένειες, λόμπι και παρατρεχάμενους. Το πελατειακό παρακράτος όμως δεν είναι πολιτική, είναι ευτελισμός της πολιτικής.

Όσοι πάλι θεωρούν ότι οι παραγιοί ή τα εξώγαμα της κομματοκρατίας μπορούν ν’ απαντήσουν στα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν δεν αυταπατώνται απλώς αλλά καταδικάζουν στην αναξιοπρέπεια του παρασιτισμού εαυτούς και αλλήλους.

Βεβαίως κανείς δεν σώζεται δια της βίας. Όσοι νομίζουν ότι οι Κούληδες κι οι Φώφες είναι αυτό που τους αξίζει, ας τους καλοδεχτούν και πάλι.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως, κατά την κρίση μου, παρουσιάζουν όσοι γύρισαν την πλάτη στην διακομματική αθλιότητα, οι απελεύθεροι, δηλαδή, της κομματοκρατίας. Προσέξτε, δεν αναφέρομαι σε όσους «απέχουν». Αυτοί είναι οι χρήσιμοι ηλίθιοι που επιμένουν ν’ αγνοούν ότι όποιος απέχει αφήνει την ιστορία να γράφεται για λογαριασμό του αλλά ερήμην του. Αλλά ας γνωρίζουν οι απέχοντες, αυτοί που «κοιτάνε τις δουλειές τους», ότι στην απίθανη περίπτωση που σωθεί το σπίτι τους από την πυρκαγιά που μας ζώνει, αυτό θα είναι αβίωτο, αφού θα το περιβάλλει κρανίου τόπος. Διότι σε κρανίου τόπο μεταβάλλεται σταδιακώς η χώρα. Δεν μιλώ μόνο για την υπεξαίρεση της δημόσιας περιουσίας από τους μπράβους του υπερταμείου της αποικιοκρατίας. Και σε παλιότερες περιπτώσεις «έπεσαν» τα δαχτυλίδια αλλά μείνανε τα δάχτυλα. Τώρα πολύ φοβάμαι ότι, αν δεν το πάρουμε εγκαίρως αλλιώς, δεν θα έχουμε δάχτυλα. Δεν είναι μόνο ότι η χώρα τεμαχίζεται σε ζώνες χοτ σποτ, ζώνες εξόρυξης και ζώνες παραθερισμού, είναι που εκατομμύρια άνθρωποι μακαρίζουν το ένα εκατομμύριο νέων που ήδη έχουν ήδη φύγει στην αλλοδαπή! Και μαζί με τους ανθρώπους που μας λείπουν, μας λείπει –για πρώτη φορά, νομίζω, στην ιστορία μας– κι η ελπίδα.

Για την γενικευμένη παραίτηση πολλά έχουν ειπωθεί και είναι παρήγορο –κι ειλικρινώς εύχομαι να μην είναι μια αναλαμπή πριν το τέλος– που αυτή η παραίτηση διαψεύστηκε κάπως από τα Συλλαλητήρια. Διότι στα συκοφαντημένα Συλλαλητήρια του συκοφαντημένου λαού μας, πέραν του ζητήματος των Σκοπίων, οι ακέφαλοι των Μνημονίων σήκωσαν κεφάλι.

Το ζητούμενο βεβαίως είναι να μην το ξαναχαμηλώσουν. Σε αυτή την κατεύθυνση, νομίζω, ότι όλοι αυτοί που δίνουν έναν άνισο αγώνα με μικρές συλλογικότητες και κυρίως όσοι απέχουν από τις εκλογές –όσοι απέχουν, όχι από αδιαφορία, αλλά από αποκαρδίωση– είναι αυτοί που πρέπει να συναντηθούν, να συνομιλήσουν και να πρωταγωνιστήσουν. Διότι αυτοί είναι η μαγιά. Αυτοί που, παρότι άστεγοι, δεν απαξιώνουν τον δημόσιο βίο. Αυτοί ακριβώς μπορούν να γίνουν οι διάκονοι του απελευθερωτικού, δηλαδή πολιτικού, εγχειρήματος που χρειάζονται οι υποθηκευμένες ζωές μας. Σε αυτούς ν’ απευθυνθούμε και σε αυτούς να ελπίσουμε. Μόνο που ο λόγος αυτής της ελπίδας δεν πρέπει να ξεσηκώνει τον ξύλινο λόγο της κομματοκρατίας. Ούτε τον λόγο ούτε τα περιεχόμενά του. Δεν είναι μόνο αισθητική η ένστασή μου. Δεν παράγουν πολιτική οι πομφόλυγες της «ρεάλ πολιτίκ». Υποταγή παράγουν. Γιατί υποταγή είναι το ότι η νέα –αριστερής και δεξιάς κοπής– μεγάλη ιδέα μας είναι να επιστρέψουμε στις Αγορές, να γίνουμε αξιόπιστοι διακονιαραίοι… Ο Δ. Σολωμός μας το είπε εγκαίρως «δεν είν’ εύκολες οι θύρες / εάν η χρεία τες κουρταλή». Εμείς πήραμε τοις μετρητοίς τους πλασιέδες κι όχι τους ποιητές. Και γεράσαμε περιμένοντας τους επενδυτές! Όσο με θυμάμαι οι επενδυτές είναι καθ’ οδόν! Μας προ-τιμούν όμως σταθερά οι καιροσκόποι των αγορών για αρπαχτές για λαφυραγώγηση. Διότι αυτή είναι η χαμηλή προσδοκία της χώρας. Να την βγάλουμε με τους «επενδυτές» κι ας πάει και το παλιάμπελο!

Το παλιάμπελο εντέλει πάει καλιά του από τον πολύ εκσυγχρονισμό και ευημερούν οι εισαγωγείς οίνου. Θέλω να πω ότι  τα τελευταία χρόνια η πατρίδα µας παροπλίστηκε συστηµατικά, µετατρέποντας ανεπαισθήτως τους πολίτες της σε πελάτες των πολυεθνικών.

Όπως γνωρίζετε η οικονοµικά και δηµογραφικά κατεστραµµένη χώρα µας παραµένει έρµαιο εισαγωγών χαµηλής, κυρίως, ποιότητας προϊόντων εξάγοντας, όπως είπαμε, µε αυτοκτονική ελαφρότητα εκατοντάδες χιλιάδες νέους σε όλη την υφήλιο την ώρα που ο αγροδιοτροφικός τοµέας δεν είναι απλώς το συγκριτικό της πλεονέκτηµα αλλά, ως καθηµερινότητα, είναι το µείζον ζήτηµα πολιτισµού.

Είναι µείζον θέµα της πολιτικής, δηλαδή. Και παρά την πολυετή και διακοµµατική φλυαρία για την θρυλούμενη παραγωγική ανασυγκρότηση, όχι µόνο τίποτε δεν έχει γίνει προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά όσα έχουν µεθοδευτεί αυξάνουν την εξάρτησή µας από τα ποικιλώνυµα καρτέλ και τους πάτρωνές τους.

Αν μας κόφτει όμως η απεξάρτησή μας από τις δόσεις και τους δοσατζήδες επείγει να ενισχυθεί συστηµατικά η παραγωγή και η διάθεση υψηλής ποιότητας εγχώριων προϊόντων.

Η αναγέννηση του αγροτοδιατροφικού τοµέα δεν είναι απλώς αναγέννηση ενός κλάδου της οικονοµίας. Είναι αναγέννηση όλης της χώρας. Είναι σεβασµός στην οµορφιά και τα δώρα του τόπου. Και, κυρίως, είναι επιλογή ζωής για όσους επιθυµούν να ζουν ως δηµιουργοί κι όχι ως δανειολήπτες.

Μα τι μας λες άνθρωπέ μου; – θ’ αναρωτιέστε. Να γίνουμε αγρότες και βιοτέχνες; Αυτό ακριβώς λέω και δεν συμμερίζομαι κανενός τον σκανδαλισμό – εκτός κι αν βρίσκετε περισσότερο ελκυστικό να γίνουμε άεργοι και άνεργοι. Ή –αν είμαστε από τους τυχερούς– να γίνουμε γρανάζια μιας απρόσωπης παραγωγικής αλυσίδας ή μανατζερέοι κάποιας ανοησίας από αυτές που σωρηδόν επινοούνται για να καλύψουν πλασματικές ανάγκες.

Πισωγύρισμα; – θα αναρωτηθούν κάποιοι. Και αυτό, πράγματι, είναι ένα ύπουλο ερώτημα, επειδή ακριβώς είναι ρητορικό κι όχι ειλικρινές. Και είναι ανειλικρινές, διότι ο κόσμος μας εκπαιδεύεται εδώ και πολύ καιρό στην προσδοκία ενός μέλλοντος που του υπεξαιρεί, εντέλει, το παρόν. Βεβαίως όλα δείχνουν ότι το μέλλον αυτό ούτως ή άλλως δεν υπάρχει – δεν μιλώ για το δημογραφικό αλλά για το περιβαλλοντικό τέλος που η ανθρωπότητα έχει στο τσεπάκι της πηγαίνοντας σταθερά μπροστά, συνεχίζοντας την «ανάπτυξη».

Το «πισωγύρισμα» λοιπόν που έχει ποινικοποιηθεί στις συνειδήσεις μας μπορεί να καθυστερήσει αυτό το τέλος ή και να το αποτρέψει. Κι αν σας ενοχλεί το «πισογύρισμα», πείτε το μπόλιασμα του παρόντος με αξίες παλιές, που δεν παλιώνουν – και αυτό, νομίζω, είναι και περισσότερο ακριβές.

Επίσης νομίζω πως όλοι αυτοί που δεν τους κατάπιε η απόγνωση μπορούν να βρουν ένα προνομιακό πεδίο δράσης στην τοπική αυτοδιοίκηση – εκεί ακριβώς που η κομματοκρατία ανακυκλώνει τα φθαρμένα της υλικά. Και λέω «προνομιακό», διότι τα μεγέθη εδώ είναι μικρότερα και μπορούν οι πολίτες να συναντηθούν πιο εύκολα. Και να αντλήσουν, αν θέλετε, –για το μπόλιασμα που λέγαμε– από την πλούσια αυτοδιοικητική παρακαταθήκη της χώρας.

Αυτή ακριβώς η παρακαταθήκη λαθροβίωνε λίγες δεκαετίες πριν καταδιωκόμενη από ένα εξ αρχής ετεροκαθοριζόμενο κράτος με τοποτηρητές, των οποίων η επιβίωση προϋπέθετε τον αφανισμό της εγχώριας πολυκεντρικότητας και την αντικατάστασή της από έναν συγκεντρωτικό κρατικό μηχανισμό του οποίου η μακροημέρευση βασιζόταν –και βασίζεται– στον εκμαυλισμό, στην φαυλοκρατία, στην προσοδοθηρία, στο πελατειακό αλισβερίσι, που αντικατέστησε με βιαιότητα σπουδαίες και μακραίωνες παραδόσεις κοινωνικής και περιφερειακής αυτοκυβέρνησης. Δεν είχαμε, δηλαδή, απλώς μια προσχώρηση στο αλλότριο παράδειγμα του έθνους-κράτους αλλά την συγκρότηση και την υποταγή σε ένα νεοφανές υπόδειγμα. Αυτό της πρωτεύουσας-κράτους! Το πού αλλά και το πώς κατέληξε αυτό το υπόδειγμα το περιγράφει αρκούντως ο μαρασμός των περιφερειών και τα χαΐρια της Αττικής, που δεν συζητά πλέον για τις περίφημες γραμμές του τοπίου της και τα περιγράμματα των λόφων της, αλλά σπαζοκεφαλιάζει για το πού θα κρύψει τα σκουπίδια της.

Διότι αυτό είναι πλέον η Αττική και τα ανά την επικράτειά κακέκτυπά της: ένας σκουπιδότοπος που σκεπάζει την ιστορία, τον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία ενός τόπου ιερού.

Ως χώρος, όπως είπαμε, δεν ανήκουμε στις χώρες που παράγουν ιδέες και προϊόντα. Ανήκουμε στις χώρες που επαιτούν δανεικά και ΕΣΠΑ για να καταναλώνουν. Και κομματάκι σε αυτές που προμηθεύουν πρώτες ύλες σε όσες δημιουργούν.

Στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης όμως αναβαθμίζεται κι επανεκτιμάται ο αδαπάνητος (ακόμη) πόρος του τόπου, διότι ο τόπος δεν είναι μόνο το τοπίο, είναι όλα αυτά που ενοχλούν ή αφήνουν αδιάφορες τις διευθύνουσες ομάδες, τους μεσάζοντες δηλαδή, που όχι μόνο στερούνται παιδείας αλλά στερούνται και αναστολών. Γι’ αυτό τους βλέπουμε με πόση ευκολία συναινούν, όχι απλώς στην εκποίηση των υποδομών αλλά στο ξεπάτωμα της γης, έχοντας καταφέρει –ας τους αναγνωριστεί αυτό– να περιθωριοποιήσουν το κοινωνικό σώμα ή να το ναρκώσουν πειθαναγκάζοντάς το ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο, όλοι ίδιοι είναι, ότι είμαστε μικροί κ.λπ.

Δεν είμαστε όμως μικροί – μικροπρεπείς ενίοτε μπορεί αλλά μικροί όχι. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ατίμητη –κυριολεκτικά– κληρονομιά που μας έλαχε ή στην θεσμική και θεσμοθετημένη μοναξιά μας. Αναφέρομαι στην απουσία μας από όλες τις ιστορικές προκλήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Δεν περιφρονήσαμε μόνο την Ιστορία, περιφρονήσαμε και την Γεωγραφία μας. Περιφρονήσαμε την κεντρικότητά μας. Ναι, χώρα των συνόρων είμαστε. Στις εσχατιές της Βαλκανικής είμαστε αλλά και μεταξύ τριών Ηπείρων είμαστε. Και με τον μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο είμαστε. Αλλά κάνουμε τους… Κινέζους! Μ’ όλα ετούτα προσπαθώ να πω ότι στις γεωπολιτικές ευκαιρίες δεν απαντήσαμε σεβόμενοι τους εαυτούς μας αλλά διαπομπεύοντάς τους με την αρπαχτή του Χρηματιστηρίου, που την δευτερώσαμε με τον μικρομεγαλισμό της Ολυμπιακής απάτης. Και μετά στο καπάκι τρίτωσε το κακό με τον εξευτελισμό της επιτροπείας. Κι όλα αυτά στα μουλωχτά. Διότι κοντά στην πολιτική έχουμε και μια ακαδημαϊκή υστέρηση. Ο ακαδημαϊκός κόσμος εδώ και δεκαετίες κοπιάρει ξένα φερσίματα, παρουσιάζοντάς τα στους ιθαγενείς –τρομάρα τους– για «πρωτοπορία»! Αλλά εδώ είναι πλεονασμός κάθε κριτική. Αρκεί η κτιριακή εικόνα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τι αυτοεκτίμηση να προκύψει από όλη αυτή την ασχήμια;

Αν όμως δεν θέλουμε να μας γονατίσει αυτή η ασχήμια θα πρέπει να επανασχεδιάσουμε την χώρα μας. Να την επανασχεδιάσουμε γνωρίζοντας τον βαθύτερο εαυτό μας και ανακτώντας την ταυτότητά μας. Ποιοι είμαστε, δηλαδή, και τι θέλουμε. Και αυτός ο σχεδιασμός είναι έργο της πολιτικής, που ή είναι μακρόπνοη ή δεν είναι πολιτική! Κι είναι κατ’ εξοχήν δουλειά της πολιτικής η ανάδειξη των περιφερειών, των ανθρώπων, των ταυτοτήτων τους, των προϊόντων με ονομασία προέλευσης και, κυρίως, των συμβόλων τους. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Αυτή την στιγμή υπάρχει ένας αγοραστικός πατριωτισμός. Υπάρχουν οι δυνατότητες και οι δυνάμεις στο κοινωνικό σώμα που ελλείψει ηγεσιών πρέπει να κινηθούν μόνες τους να πολιτευθούν πληθυντικά, όπως πληθυντικός είναι και ο πολιτισμός τους.

Όλα αυτά δεν είναι εύκολα. Όχι μόνο γιατί προϋποθέτουν πόρους ούτε γιατί προϋποθέτουν να υπερβούμε τους εγωισμούς που τροφοδοτούν απραξία κι ανημπόρια. Όλα αυτά είναι δύσκολα γιατί, κυρίως, δεν πρέπει να κλείνουμε το μάτι στις παθογένειες που επέτρεψαν να βρεθούμε εδώ που βρισκόμαστε. Είναι λ.χ. παροιμιώδης –και κοντεύει να γίνει παροιμιακός– ο τρόπος που ασχημονούμε, που βρομίζουμε τον δημόσιο χώρο. Κι αν δεν αποκαταστήσουμε αυτή την σχέση δεν θα μπορέσουμε να την υπερασπιστούμε. Δεν θα μπορέσουμε να συναντηθούμε, δεν θα μπορέσουμε να χωρέσουμε στον κοινό μας τ[ρ]όπο. Τον τρόπο που κάνει χοροστάσι τον τόπο και χέρι-χέρι φέρνει τις γυροβολιές του.

Βεβαίως «όποιος είναι έξω από τον χορό πολλά τραγούδια ξέρει». Αλλά κι «όποιος μπει μες στον χορό, εντέλει, μαθαίνει και χορεύει».

Θέλω να πω ότι η περπατησιά θα βρεθεί – αρκεί να δώσουμε τα χέρια.

*μέλος της δημοτικής κίνησης Αθήνα για την Ελλάδα.

Ομιλία στο βιβλιοπωλείο Nouveau της Πάτρας στις 25/6/2018, περιοδικό άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ, τεύχος 1ο, Καλοκαίρι 2018.

Το έργο είναι δημιουργία του χαράκτη Τάσσου.

Από τα Συλλαλητήρια στον κοινό μας τ[ρ]όπο

Ο Μαμωνάς ωστόσο, όπως θα θυμούνται οι μεγαλύτεροι, δεν ήταν η επικρατούσα μεταπολεμική αξία. Η έντιμος πενία κυκλοφορούσε ακόμη στα χαμόσπιτα της πόλης, τα αγαθά δεν ήσαν εμπορεύματα, ο αναγκεμένος ήταν καλοδεχούμενος και ο φτωχός δεν ήταν παρίας. Για να έχεις κύρος δεν χρειαζόταν να διαθέτεις χοντρό πορτοφόλι. Αρκούσε να έχεις στιβαρότητα, σοφία, μπέσα και γενναιοδωρία. Το χρήμα δεν ήταν προαπαιτούμενο της χαράς και παρέμενε μέσο κι όχι –σχεδόν μεταφυσικός– σκοπός του βίου. Γι’ αυτό και οι μαυραγορίτες (και οι λοιποί τοκιστές σουλατσαδόροι) δεν έχαιραν καμιάς εκτιμήσεως από εκείνους που μοιράζοταν ακόμη το καθαρό τους κούτελο, την φτώχεια και τις προσευχές τους σε αυλές, που φύονταν πολλά λουλούδια αλλά όχι το γαϊδουράγκαθο της εξατομίκευσης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον λέγαν οι άνθρωποι στις προσευχές τους. Το σημερινό ψωμί τους έφτανε. Δεν γνώριζαν από υπεραξίες αλλά οι αξίες δεν τους έλειπαν. Τους έλειπαν εντούτοις οι άστεγοι, οι άνεργοι κι οι «οίκοι ευγηρίας» – να το παραδεχθούμε αυτό.

 

Του μηδενισμού το θεριό

Θεόδωρος Παντούλας
Στον Ρωμανό-Σπυριδώνη
και στον Οδυσσέα-Ευάγγελο
 
Aν ο νεοελληνισμός οικοδομήθηκε ως αντιστασιακό κατόρθωμα που του φορέσαμε παντελόνια, η τρέχουσα εκδοχή μας αποδομείται με κατεβασμένα τα παντελόνια.
Γι’ αυτό ακριβώς κι οι βιοτές μας δεν χρειάζονται ταυτότητες αλλά πιστωτικές κάρτες. Και μη μου πείτε ότι προϋπόθεση για την έκδοση των πιστωτικών καρτών είναι η ύπαρξη ταυτότητας, διότι οι πλαστογράφοι εργάζονται υπερωριακά για να είμαστε όλοι μας μπουχτισμένοι (αλλά ουχί και χορτασμένοι).
– Λοιπόν, τι να κάνουμε;
Καταρχήν να μην περιμένουμε αστειάκια και σάτιρες. Καλές είναι οι μεγάλες κουβέντες αλλά στην πραγματική πραγματικότητα κανείς δεν χορταίνει με αυτές. Ωστόσο, δεν περιμένουμε και ολότελα άπραγοι στην Αγορά. Αφού δεν μπορούμε να τους σκάσουμε τη μπάλα, απέχουμε από το στημένο τους «παιχνίδι».
Είναι «στενή και τεθλιμμένη η οδός» βεβαίως, αλλά φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι, όπως έλεγε κι ο ποιητής – τότε που η φτώχια από πηλό έπλαθε λουλούδι κι εμείς παίρναμε στα σοβαρά τους ποιητές και όχι τους μεσίτες.
Συλλαβίζουμε το λοιπόν τραγούδια παλιά για να εγκαρδιωθούμε και ν’ αντέξουμε τα καινούργια, παρεπίδημοι στην ξενιτεία μιας χώρας που δεν μας
χωρά κι ας μας καταπίνει.
Αυτά τα ολίγα, μέχρι να βγούμε πέρα και να βρούμε την «πηγή του ζώντος ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον».
Στις καθημερινές μας ήττες, ας είμαστε ντυμένοι με τα κυριακάτικά μας φορέματα. Κι ας είναι και μπαλωμένα. Αρκεί που είναι καθαρά και σιδερωμένα. Που κι εμείς είμαστε αλλιώτικα ωραίοι. Όχι επειδή είμαστε εγωπαθείς, αλλά επειδή θέλουμε να είμαστε όμορφοι για χάρη αυτών που αγαπάμε. Αυτών που κάποτε θα είναι πολλά περήφανοι που δεν μας χώνεψε –κι ας μας κατάπιε– του μηδενισμού το θεριό.
Αυτών που κάποτε θα το νικήσουν το θεριό.
 
*από το βιβλίο του Θ. Ε. Παντούλα «Mπα, έχει και μπάρμπα το παιδί; – Oλίγα τινά για τη νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση», εκδ. Manifesto (2017), σελ. 107-108.
 
πηγή: Αντίφωνο

Είμαστε όλοι Γάλλοι

Θεόδωρος Παντούλας

 

Οι γαλλικές εκλογές, νομίζω, επιβεβαίωσαν τον προσχηματικό χαρακτήρα της Δημοκρατίας μας. Γράφω «μας», διότι κι εμείς εκεί ανήκουμε. Και το πολιτικό μας σύστημα επίσης. Nous sommes françaises. Από την… Προεδρία της ελληνικής Δημοκρατίας έως την Κυβέρνηση και την μείζονα (αλλά και την ελάσσονα αντιπολίτευση) η προτίμηση ήταν ξεκάθαρη: Μακρόν. Και για εμάς και για τους συμμάχους μας. Αλλά και για τους ίδιους τους Γάλλους εκλογείς το ίδιο ξεκάθαρα ήσαν τα πράγματα έχοντας να επιλέξουν στον δεύτερο γύρο της αναμέτρησης μεταξύ του κακού και του χειρότερου. Ηθικής τάξεως, λοιπόν, το ζήτημα αλλά ποιος κρατάει το μέτρο και ποιος ορίζει τις μονάδες μέτρησης έχει μια κεφαλαιώδη σημασία, την οποία αγνοούν μόνο όσοι έχουν αποφασίσει ότι μονά-ζυγά είναι δικά τους.

Ο ολοκληρωτισμός της τηλεόρασης

Θεόδωρος Παντούλας

 
Η μεγάλη αγορά είναι εδώ. Οι «όλοι ίδιοι», «όλοι μόνοι» είναι επίσης εδώ. Πανέτοιμοι να καταναλώσουν την πλασματική τους εικόνα. Χαρούμενες νοικοκυρές, χορτάτοι συνταξιούχοι, τρισευτυχισμένοι εργαζόμενοι, ανέμελα παιδιά. Κι όλα αυτά τα θαυμαστά κατορθώνονται με μια σερβιέτα, λίγο ουίσκι κι ένα ακόμη δάνειο!
 
Σε μια εποχή, που υποτίθεται ότι απολαμβάνουμε απρόσκοπτα τα αγαθά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, είμαστε έρμαια του πιο σκληρού και, κυρίως, ανεπίγνωστου ολοκληρωτισμού. Του ύπουλου ολοκληρωτισμού της τηλεόρασης.
 
Οι τηλεοράσεις είναι πανταχού παρούσες. Σε όλους τους χώρους, δημόσιους και ιδιωτικούς. Όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Κι εμείς, την εποχή της αποθέωσης της επικοινωνίας, να συνομιλούμε όλο και λιγότερο. Να παρακολουθούμε τηλεοπτικά προγράμματα όλο και περισσότερο. Ακόμη και στα καφενεία –απομεινάρια ενός άλλου ήθους– οι άνθρωποι πλέον δεν επικοινωνούν παρακολουθούν τα προγράμματα. Κι όλα τους είναι «δωρεάν»!
 
Δωρεάν; Όχι δα. Υπάρχει αντίτιμο και μάλιστα ακριβό. Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης –με μισές αλήθειες κι ολόκληρα ψέματα– είναι μια ακριβοπληρωμένη δραστηριότητα. Την διεκπεραίωσή της αναλαμβάνουν ειδικοί επαγγελματίες. Είναι αυτοί που συστηματικά μας εθίζουν στην τιποτολογία. Η εξουσία τους επιβάλλει πρότυπα, συμπεριφορές κι αξίες. Η εκπόρνευση ως κοινωνική κατάκτηση. Εξουσία χωρίς κανέναν έλεγχο. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Ποιοι είναι οι εργοδότες τους; Πώς μοιράζουν «δωρεάν» ένα ακριβοπληρωμένο προϊόν, όταν ακόμη και για το κατούρημα υπάρχει αντίτιμο;
 
Η τηλεόραση γεννά ερωτήσεις, που τις σκεπάζει όμως με την ακατάπαυστη φλυαρία της. Ακόμα κι όταν δεν έχει κάτι να πει, μιλά. Μισεί την σιωπή. Όπως μισεί εκτός από τις ερωτήσεις και την φαντασία. Το σκίρτημα του έρωτα το έχουμε παρακολουθήσει τόσες φορές από την τηλεοπτική κλειδαρότρυπα, που δεν χρειάζεται πλέον να το ζήσουμε. Το αντιγράφουμε. Οι αντιγραφές καθορίζουν τις ζωές μας. Αλλά οι αντιγραφές έχουν τόση σχέση με το πρωτότυπο, όσο ο έρωτας με το ξεφύλλισμα πορνοπεριοδικών.
 
Η τηλεόραση δεν είναι μια απλή οικιακή συσκευή. Το φως της «φωτίζει» τις ζωές μας όλο το 24ωρο. Υπάρχουν μάλιστα σπίτια με πολλές συσκευές. Ο καθείς και η τηλεόρασή του. Ο καθείς και η μοναξιά του. Υπάρχουν παιδιά που οι τηλεοπτικοί αστέρες τους είναι πιο οικείοι από τους γονείς τους, όπως υπάρχουν γονείς που γνωρίζουν λεπτομέρειες από την ζωή των τηλεοπτικών προσώπων αλλά αγνοούν πώς πάνε στο σχολείο τα παιδιά τους.
 
Η μεγάλη αγορά είναι εδώ. Οι «όλοι ίδιοι», «όλοι μόνοι» είναι επίσης εδώ. Πανέτοιμοι να καταναλώσουν την πλασματική τους εικόνα. Χαρούμενες νοικοκυρές, χορτάτοι συνταξιούχοι, τρισευτυχισμένοι εργαζόμενοι, ανέμελα παιδιά. Κι όλα αυτά τα θαυμαστά κατορθώνονται με μια σερβιέτα, λίγο ουίσκι κι ένα ακόμη δάνειο!
 
Η δυστυχία υπάρχει, αλλά υπάρχει ως θέαμα για την εκ του μακρόθεν ελεημοσύνη μας. Κανείς δεν φταίει! Στείλτε μήνυμα με χρέωση κι όλα θα διορθωθούν. Όμορφος κόσμος τηλεοπτικά πλασμένος.
 
Η εικόνα είναι παντοδύναμη, τόσο παντοδύναμη που πολλοί άνθρωποι εγκαταλείπονται ανεπίγνωστα στον εκμαυλισμό της. Άνθρωποι που παρακολουθούν την ζωή ως θεατές. Ο τηλεοπτικός μπαχτσές έχει για τους πάντες τα πάντα. Κι ο τηλεθεατής –θέλει δεν θέλει- καταπίνει τα πάντα. Πλαστικά φαγητά, πλαστικές ιδέες, πλαστικές ζωές.
 
Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει καλύτερη τηλεόραση. Σβηστή όμως μπορεί.
 

Το αδιέξοδο του παλαιοκομματισμού και η διέξοδος της πολιτικής

Το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου στα πλαίσια κοπής της πίτας του Πολιτικού Ομίλου για την Πατρίδα και την Δημοκρατία, έγινε παρουσίαση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης αλλά και συζήτηση με θέμα «Το αδιέξοδο του παλαιοκομματισμού και η διέξοδος της πολιτικής» με σχετικές εισηγήσεις.

Εκ μέρους της άΠΕΙΡΟΥ  χΩΡας ανακοίνωθηκε η πρόθεση της κίνησης για συμμετοχή της στις περιφερειακές εκλογές της Αττικής. Συντονιστής της προσπάθειας ορίσθηκε ο Θεόδωρος Παντούλας, ο οποίος είχε και την σχετική εισήγηση και, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι: «δεν πετάμε με τ’ απόνερα του πολιτικαντισμού το βρέφος της πολιτικής. Είμαστε παρόντες. Μετέχουμε. Και μετέχουμε χωρίς εκπτώσεις. Δεν καταλήγουμε στον λιγότερο επιβλαβή αλλά χτίζουμε μόνοι μας ένα νέο πολιτικό πρόταγμα. Δημιουργούμε μαζί σας την άΠΕΙΡΟ χΩΡΑ. Την χώρα που δεν γίνεται χώρος. Την χώρα που χωρά όλες μας τις σκούφιες. Δεν είμαστε βεβαίως  κίνημα, είμαστε όμως μια χειρονομία ευθύνης.

10 χρόνια κομμάτια

Το περιοδικό Manifesto παρουσίασε  το νέο του  τεύχος και την επετειακή έκδοση 10 χρόνια κομμάτια ΚΕΙΜΕΝΑ, ΣΧΟΛΙΑ και ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ «ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ» του Θεόδωρου Παντούλα.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ την Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013 από τον καθηγητή κ. Χρήστο Γιανναρά.

Συντόνισε ο Δημήτρης Αγγελής.

Σβησμένες όλες οι φωτιές

Θεόδωρος Παντούλας
 
Η τσάτρα πάτρα συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους ήταν το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης διαδικασίας κι ενός σκληρού αγώνα, που εντέλει διέψευσε τις προσδοκίες όσων εργάστηκαν και θυσιάστηκαν γι’ αυτόν. Το ανολοκλήρωτο ’21 –όπως λέμε σήμερα– βούλιαξε μετά από έναν αιώνα δανεικής «ανεξαρτησίας» στα μικρασιατικά παράλια κι ο Ελληνισμός γνώρισε μια πρωτόγνωρη συρρίκνωση. Δεν είναι γεωγραφικό αυτό το ζήτημα. Είναι ανήκεστος η πληγή της Μικρασίας. Οι κάποτε άρχοντες της οικουμένης έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την χώρα κι έκτοτε παραβλέπουμε την αναπηρία μας παριστάνοντας με ποικίλες επιδόσεις τούς αρτιμελείς.

Η προβιά των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Θεόδωρος Παντούλας

Πριν από λίγα χρόνια, όταν ακόμη η Δύση αυτοσυστήνονταν ως ο πολιτισμένος κόσμος, υπήρχε η αρχή που απαγόρευε τις στρατιωτικές επεμβάσεις στα κυρίαρχα κράτη. Υπήρχε κι ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που υπεράσπιζε αυτή την αρχή. Τον οργανισμό αυτό, ως γνωστό, εδώ και καιρό τον γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους οι σερίφηδες της παγκόσμιας τάξης.

Στην μετά Σαντάμ εποχή μάλιστα δεν χρειάζεται ούτε η ηθική ούτε η νομική κάλυψη, των «ανθρωπιστικών αποστολών», αφού η κατάρρευσή τους είναι ζήτημα πολύ λίγου χρόνου.

Ταυτότητες σε αναμονή: δυο αιώνες δανεικής νεωτερικότητας*

[…πέρασαν κουτσά στραβά δύο σχεδόν αιώνες από τότε που ο νεοελληνισμός αποχαιρέτισε την Οικουμένη και θρονιάστηκε στο κράτος. Επρόκειτο κατά την γνώμη μου για έναν ακρωτηριασμό κι αυτό δεν έχει μόνο γεωγραφικές συνδηλώσεις. Μιλάμε για δύο αιώνες προσφυγιάς. Τον πρώτο αιώνα της ύπαρξής μας τον περάσαμε υποδεχόμενοι –τις περισσότερες φορές με τρόπο ανάρμοστο– όσα αποπαίδια μας έμειναν εκτός των στενάχωρων συνόρων μας και τον δεύτερο ξεπατώσαμε ότι απέμενε στις περιφέρειές μας ξαποστέλλοντας τους κατοίκους τους άλλοτε για την υδροκέφαλη πρωτεύουσα κι άλλοτε για την αλλοδαπή. Μπαίνουμε σε λίγο στον τρίτο αιώνα της κρατικής μας συγκρότησης δημογραφικά απισχανσμένοι και εκτός από χρεωκοπημένοι οι μισοί και πλέον Έλληνες βρίσκονται εκτός Ελλάδος με τους άλλους μισούς να μακαρίζουν κατά πλειοψηφία όσους δυο φορές ξένοι και πολλές φορές δικοί μας έφυγαν εγκαίρως για τα ξένα….]

H κυρία Ελλάδα*

“…Η κυρία Ελλάδα ήταν μια σπουδαία κυρία –αλλά αυτό θα το καταλάβαινα λίγο αργότερα. Εκείνο το βράδυ με δεξιώθηκε με κυπριακούς μεζέδες και κυπριακά κρασιά, αλλά απέφευγε όχι μόνο να μιλήσει αλλά έστω να με κοιτάξει κάθε φορά που ενθουσιαζόμουν με τις δράσεις που σχεδιάζαμε με την Αναστασία. Με καληνύχτησε και με προσκάλεσε στην Λευκωσία.

Μετά από λίγες μέρες είπα χαριτολογώντας στον Παύλο, κύπριο πρόσφυγα, συμφοιτητή και φίλο, ότι γνώρισα αυτοπροσώπως την Ελλάδα αλλά αυτή δεν ενθουσιάστηκε από την συντυχιά μας. Ο Παύλος, ένα παιδόπουλο, που αγαπούσε την Ελλάδα όπως κανένας Ελλαδίτης ποτέ δεν την αγάπησε, με αποπήρε. «Τι λαλείς με ρε καλαμαρά. Άμα ήξερες ποιαν Ελλάδα εγνώρισες θα ήσουν ακόμη ορθός».

Μετά έμαθα από τον λαλίστατο φίλο μου ότι η λιγομίλητη κυρία Ελλάδα, έχασε εθελοντικά ότι είχε και δεν είχε –ανθρώπους και τιμαλφή- στους αγώνες της μικρής και της μεγάλης πατρίδας….”

Οι δυο Ελλάδες

Θεόδωρος Ε. Παντούλας

 

Μεγάλωσα όπως η μισή Ελλάδα στην Αθήνα, την πόλη της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών –κατά Παπαδιαμάντη. Οι γονείς μου, όπως οι περισσότεροι, εσωτερικοί πρόσφυγες κι αυτοί. Χάρη σε αυτούς αλλά ερήμην τους έμαθα ότι στον τόπο μας υπάρχουν δυο ασύμπτωτες πραγματικότητες. Μικρός απλώς το υποψιαζόμουν. Μεγαλώνοντας όμως σιγουρεύτηκα ότι υπάρχουν δυο. Την μια την γνωρίζουμε όλοι. Είναι αυτή που μας ταλαιπωρεί με την αγοραία χυδαιότητά της καθημερινά. Είναι αυτή μας φορολογεί για υπηρεσίες που δεν μας παρέχει, που μας ταπεινώνει για εκδουλεύσεις που μας επιβάλει. Είναι η ανέστια πραγματικότητα της αρπαχτής και των κολλητών. Της συμπλεγματικής έπαρσης και της ανυποψίαστης αλλοτρίωσης. Της νεοπλουτικής ένδειας και της αμερημνισίας του «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε». Είναι αυτή η κατ’ εξακολούθηση παραχάραξη που ευτελίζει τις ζωές μας.

Παιδείας παιδέματα

Θεόδωρος Παντούλας

Στην άρρωστη χώρα μας η παιδεία θα μπορούσε να είναι η νέα μεγάλη ιδέα του νέου Ελληνισμού (Χρ. Γιανναράς) αλλά, τελικώς, είναι ο μεγάλος του ασθενής, αφού, όπως γνωρίζουμε οι περισσότεροι, βολευτήκαμε με τις μικρές ιδέες της Μυκόνου και τις μεγάλες ύβρεις μιας κυρα-Γιάννας, που, αφού έκανε το βλαχομπαρόκ εθνική υπόθεση, μας ζητάει και τα πανάκριβα ρέστα.

Πανθομολογείται κατ’ επανάληψιν ωστόσο η κεφαλαιώδης σημασία της παιδείας στις ζωές μας, γίνονται μεταρρυθμίσεις επί μεταρρυθμίσεων, γεμίσαμε εκπαιδευτικούς κι εκπαιδευτήρια το πανελλήνιο αλλά οι πανέλληνες παραμένουμε απαίδευτοι, ή τουλάχιστον στερημένοι σε μεγάλο βαθμό ενός αγαθού την έγνοια του οποίου υποτίθεται ότι έχουν οι πάντες.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι αδυνατούμε να συνομιλήσουμε με κείμενα της πρόσφατης γραμματείας μας –για την παλαιότερη ούτε λόγος– αλλά αδυνατούμε να συγκεφαλαιώσουμε λ.χ. το θέμα μια διάλεξης, ενός δοκιμίου, ακόμη κι ενός κάπως απαιτητικού άρθρου εφημερίδας. Κι αντί να θεραπεύσουμε αυτή την καινοφανή μας ανημπόρια, καινοτομώντας σε παγκόσμιο μάλλον επίπεδο, εισάγουμε την εκμάθηση ξένων γλωσσών στην πρωτοσχολική ηλικία, πριν καν διδάξουμε την αλφαβήτα στα εξάχρονα βλαστάρια μας!

(νέο) αποδημίας εγκώμιο

Θεόδωρος Παντούλας

Από πολλές μεριές ακούγεται θρήνος και κοπετός υποκρισίας για τους νέους  Έλληνες κι Ελληνίδες που έφτιαξαν τα μπαγκάζια τους κι έφυγαν στην αλλοδαπή. Μόνο κιοτήδες δεν τους είπαμε, που στα δύσκολα λακίσαν. Δεν τους το είπαμε αλλά το υπονοούμε βεβαίως βεβαίως, ψηλώνοντας, εν τω μεταξύ,  κατά τι τους μπόσικους εαυτούς μας, που μένουν ενθάδε τοις κείνων κρίμασι πειθόμενοι, παλεύοντας -υποτίθεται- και χαροπαλεύοντας με τα στουρνάρια της κυβέρνησης και τα κούτσουρα της αντιπολίτευσης. Δηλαδή περίπου «πατριώτες» εμείς, οι  οπισθοφύλακες, όχι μιας  περηφανούς ήττας αλλά της δανειοδίαιτης  ειλωτείας, κι «εθνοπροδότες» όσοι έφυγαν αποκαρδιωμένοι από τα όμορφα τα μέρη μας! «Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται» φίλτατοι αναγνώσται.

Να με συμπαθάτε όμως αλλά εγώ που μένω, δεν οικτίρω αυτούς που φεύγουν «με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες»  αλλά εμάς -«χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους»- που συνεχίζουμε μισοχορτάτοι να ψευτοζούμε καταρρεύσεις υπό προστασία. Την ανημπόρια μας φιλοτιμία ποιούμενοι, λαθρεπιβάτες  «μιας φυλής που ζει φευγάτη απ’  ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό», ξεμένουμε και μας καταπίνει σε δόσεις το θεριό.

Επιστροφή στην πολιτική

Θεόδωρος Παντούλας*

Σας διαβεβαιώνουμε ότι συμμεριζόμαστε την απαξίωση προς τον παλαιοκομματισμό, αλλά εάν μείνουμε απλώς στην περιφρόνησή του, αυτός θα συνεχίζει ακωλύτως να ευτελίζει τις ζωές μας. Εάν ωστόσο νομίζουμε ότι αυτό δεν μας αξίζει, θα πρέπει να είμαστε εμείς, εμείς που καυχόμαστε για την πνευματική και ηθική μας ανεξαρτησία κι ακεραιότητα, αυτοί που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ανατροπής του. Δεν έχει ψηλώσει ο νους μας. Γνωρίζουμε πολύ καλά και ποιοι είμαστε, και πόσοι είμαστε και τι είμαστε. Κι επειδή ακριβώς τα γνωρίζουμε όλα αυτά επιλέγουμε να είμαστε παρόντες. Να μην φυγομαχούμε. Να μην υποστέλλουμε τις σημαίες μας. Όχι τις σημαίες ευκαιρίας της χρεοκοπημένης πλέον μεταπολίτευσης αλλά τις σημαίες των ιδεών, της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. 

κυβέρνηση Δελφινάριο

Θεόδωρος Παντούλας  

Η φούσκα της υπερτιμημένης Μεταπολίτευσης σκάει –θέλοντας και μη- με τον χειρότερο τρόπο. Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς παραιτείται για ν’ αναλάβει ο πάλαι ποτέ πρόεδρος της νεολαίας ΕΠΕΝ! Τόπο στα νιάτα. Ο Γιώργος φεύγει, ο Μάκης έρχεται. Με πρωθυπουργό έναν τραπεζίτη! Τον θίασο συμπληρώνει το αείζωο προσωπικό της πασοκικής αρπαχτής και οι αντιπρόεδροι της ευφάνταστης αξιωματικής αντιπολίτευσης που αντιπολιτεύονται με ανεπίγνωστη φαιδρότητα τον εαυτό τους! Κι η παρδαλή Αριστερά, όταν δεν προτείνει να γίνουμε άπαντες υπάλληλοι του χρεωκοπημένου κράτους, εκστασιάζεται με την νεοφιλελεύθερη μπουρδολογία για ένα ευέλικτο κράτος στην υπηρεσία των χολωμένων Αγορών.

O Δ. Κοσμόπουλος συζητά στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ με τον Θ. Παντούλα

Ο εκδότης του περιοδικού manifesto  κ. Θεόδωρος Παντούλας  συζητά με τον ποιητή και δοκιμιογράφο  κ. Δημήτρη Κοσμόπουλο  για τo έκτο ποιητικό του βιβλίο Κρούσμα. (Κέδρος 2010).

Το ποιητικό έργο αποτελεί μια συνομιλία με τον Παπαδιαμάντη με διακριτικές αναχωνεύσεις και αναφορές  του Παπαδιαμαντικού έργου για τις περιπέτειες, τα αδιέξοδα και την απογύμνωση της γενειάς του ποιητή.  Αναζητώντας σταθερές νοήματος ως δίψα ζωής μικρού παιδιού και κατανοώντας την παράδοση ως πνευματική δυναμική του παρελθόντος και όχι ως προγονολατρία.
Ο Δ. Κοσμόπουλος κάνει λόγο για την επίδραση του Παπαδιαμάντη στην προσωπική του διαδρομή και εξηγεί ότι αυτό που κομίζει ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι η σαρκωμένη αντίληψη κοινοτικής ζωής ενάντια στο εγώ μας.

Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν ρος μπιφ

Θεόδωρος Παντούλας

      

Η απειλή και μόνο διεξαγωγής δημοψηφίσματος (με ένα αδιατύπωτο μάλιστα ερώτημα!!!) έδειξε ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας στερείται και αναστήματος και ικανοτήτων. «Δεν φταίμε εμείς. Το παιδί με το μουστάκι είναι μπανταλό», αναφώνησαν εν χορώ οι κομματικές μας παλλακίδες, οι οποίες, αίφνης, ομονοούσες εδήλωσαν σε όλους τους τόνους ότι αγαπούν τους πιστωτές μας, το νόμισμά τους και την βολή τους.
Η εθνική ανεξαρτησία όμως δεν οικοδομείται ούτε με μεγαλοστομίες ούτε με κουτσαβακισμούς. Θέλει ό,τι ακριβώς λείπει. Γιατί εάν υπήρχε αυτό το κάτι, θα υπήρχε κι ο πολιτικός ανδρισμός που δεν θα ανεχόταν καμμιά Μέρκελ και κανέναν Σαρκοζί να μας κουνάνε το δάχτυλο. Θα υπήρχε η βούληση να ζήσουμε τρώγοντας πέτρες κι όχι παρασιτώντας ως διεθνείς επαίτες.

Ex occidente lux*

Θεόδωρος Παντούλας  

[Αγανακτισμένοι: ποιοι και γιατί]  

Ήταν να μη μας την πούνε οι ξένοι. Να μην μας φιλοτιμήσουν τους Έλληνες. Διότι εμείς την έχουμε πιο μεγάλη. Την αγανάκτηση. Ξυπνήσαμε κι έκτοτε κατασκηνώσαμε στις πλατείες.

«Μα», δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω την σκέψη μου –για κουβέντα ούτε λόγος. «Γράφεται ιστορία. Να είμαστε παρόντες».

Άσυλο στην υποκρισία

Θεόδωρος Παντούλας  

Το πανεπιστημιακό άσυλο λειτουργεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια ως άσυλο βανδάλων. Και τα πανεπιστήμιά μας ως κακές σχολές επαγγελματικής αποκατάστασης που παράγουν ημιμαθείς πτυχιούχους. Αλλά γι’ αυτά δεν συζητάμε. Δεν μας ενοχλούν. Όπως δεν μας ενοχλεί η εικόνα χαμαιτυπείου που εδώ και δεκαετίες έχουν τα ανά την επικράτεια «εκπαιδευτικά» μας ιδρύματα.

Ενοχληθήκαμε όμως που σε ένα από αυτά κατέφυγαν –με την εγκληματική μεθόδευση ολιγοφρενών της καθεστωτικής «αριστεράς»- κάποιοι μετανάστες. Εάν μάλιστα άσυλο είναι «ο χώρος όπου παρέχεται προστασία και ασφάλεια σε καταδιωκόμενα πρόσωπα», ίσως να είναι και η πρώτη φορά σε όλη την Μεταπολίτευση που γίνεται πραγματική χρήση του ασύλου.

Των Ελλήνων οι κοινότητες, των Ρωμιών οι κοινωνιές

Θεόδωρος Παντούλας   

Οι «κοινότητες» και η περί κοινοτισμού συζήτηση είναι μια επίκαιρη βεβαίως αναζήτηση αλλά όχι σπάνια και μια βιαστική, γι’ αυτό κι επιπόλαιη, απάντηση στην απρόσωπη τυραννία αυτού που αποκαλούμε σύγχρονο τρόπο ζωής.
Μ’ άλλα λόγια, μετά την χρεωκοπία των παγκοσμιοποιητικών συστημάτων, ο κοινοτισμός επαναπροτείνεται ως εναλλακτικό πρόταγμα, οικουμενικού μάλιστα ενδιαφέροντος, στα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης, όπως μάλλον ευγενώς αποκαλείται η παγκοσμιοκρατία που ευτελίζει τις ανθρώπινες ζωές σε όλον τον πλανήτη.
Ο όρος κοινότητα, όπως και τόσοι άλλοι, έχει κακοπάθει. Μιλάμε λ.χ. για Ευρωπαϊκή κοινότητα, μπερδεύοντας την διεύρυνση μιας Αγοράς  με μια εναλλακτική πρόταση συγκρότησης του ανθρώπινου βίου, πρόταση η οποία μάλιστα βρίσκεται στους αντίποδες της Αγοράς.

Από την μεταπολίτευση του 1974 στην χρεοκοπία του 2010

Θεόδωρος Ε. Παντούλας

Έχω την εντύπωση –εάν εξαιρέσουμε τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.- ότι η τελευταία φορά για την οποία μπορούμε ως Νεοέλληνες να είμαστε υπερήφανοι είναι το έπος του 1940 και η εθνική αντίσταση. Μετά, στο όνομα μιας καθ’ όλα συζητήσιμης κοινωνικής δικαιοσύνης, άρχισε η αδελφοκτονία. Η πατρίδα γλίτωσε βεβαίως από τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά τα ερείπια της ρημαγμένης χώρας μας παραδίδονταν στους μαυραγορίτες, στους δωσίλογους και στις παρακρατικές οργανώσεις τους. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες αλλά αυτό ήταν το πολιτικό προσωπικό της εξ’ Αιγύπτου ορμώμενης εθνικοφροσύνης μας και της υπερατλαντικής εντέλει επιλογής μας….

Η, κατά κύριο λόγο, αγροτική χώρα μας μετεμφυλιακά έπαυε να είναι αγροτική. Η μισή αγροτική Ελλάδα στριμωχνόταν στις παρυφές των αστικών κέντρων κι άλλη μισή ετοίμαζε μπαγκάζια για την Γερμανία και την Αμερική. Οι υπόλοιποι απλώς υπέγραφαν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ή πούντιαζαν στα ξερονήσια του «εθνικού» φρονηματισμού.