Τo τέλος του πατριωτισμού

2
3284

Στην πρόσφατη επέτειο του Πολυτεχνείου κανόνιζαν φίλοι μου προσυγκέντρωση για την πορεία του Πολυτεχνείου. Ζήτησα από τους νεότερους να έχουν μαζί τους σημαίες – made in China βεβαίως αλλά ελληνικές σημαίες. Αντέδρασαν ομοθύμως: «Όχι σημαίες, θα μας την πέσουν» – ήσαν κατηγορηματικοί στην άρνησή τους.

Τις ημέρες που προηγήθηκαν της επετείου, σε ένα ατελιέ γραφικών τεχνών, παρακολούθησα μιαν ακόμη λαλέουσα απρέπεια. Ένας εκπαιδευτικός ετοίμαζε την αφίσα για τον σχολικό εορτασμό του Πολυτεχνείου, ζητώντας από την γραφίστρια να μεγαλώσει την ιστορική εικόνα της πύλης του Πολυτεχνείου, τόσο όσο να μην φαίνονται οι σημαίες που βρίσκονταν αμφιπλεύρως της πύλης – «να μην μας πούνε και εθνίκια», όπως δικαιολογήθηκε. Έμεινα ενεός και μετανιώνω για την αμηχανία μου. Εξομολογήθηκα το περιστατικό σε φίλη που ήταν επίσης υπεύθυνη για τον εορτασμό στο σχολείο της. Κι αυτή με την σειρά της μου επιβεβαίωσε τον σκανδαλισμό των συναδέλφων της όταν τους ανακοίνωσε ότι η γιορτή θα έκλεινε με τον εθνικό ύμνο! «Ε, όχι και τον εθνικό ύμνο στην επέτειο του Πολυτεχνείου», αντέδρασαν ομοφώνως!

Όλα αυτά τα αναφέρω για να σας θυμίσω ότι την ώρα που το τανκ έριχνε την πόρτα του Πολυτεχνείου ο νεαρός εκφωνητής του παράνομου ραδιοσταθμού του απήγγειλε τον εθνικό ύμνο – λυπάμαι που σας κακοκαρδίζω αλλά δεν απήγγειλε ούτε τα «Στρουμφάκια» ούτε την «Διεθνή». Διονύσιο Σολωμό απήγγειλε ο άνθρωπος.

Αυτά το ’73. Σήμερα σκιαζόμαστε μην «μας την πέσουν». Ποιοι θα μας την πέσουν; Ποιοι είναι αυτοί που μας την πέφτουν; Ποιοι είναι οι πορτιέρηδες, οι νταβατζήδες του Πολυτεχνείου; Τους μνημόνευσα πριν από λίγο. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας είναι. Και κάποιοι νέοι, που είναι λιγότερο κομψοπρεπείς και πολύ πιο ειλικρινείς στην αρνησιπατρία τους: «στο Διάολο η οικογένεια, στο Διάολο η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει να ζήσουμε εμείς».

Αν πίστευα ότι όλα αυτά είναι υπερβολές μιας βολεμένης νεότητας δεν θα τα ανέφερα. Αν πίστευα ότι ανήκουν σε ένα περιθώριο δεν θα τα κουβέντιαζα. Δεν ανήκουν όμως. Ένα «παλιόπανο» είναι η σημαία μας, που όταν δεν το παίρνει ο αέρας, το κάνουμε προσάναμμα μόνοι μας! Ξέρετε γιατί σας μιλώ. Οι μαρτυρίες δεν λείπουν. Οι διαψεύσεις ναι, λείπουν. Όπως λείπει και η ντομπροσύνη να παραδεχτούμε πως η πατρίδα κι ο πατριωτισμός μπορεί να μην είναι ακριβώς στο Διάολο, που την στέλνουν τα καλόπαιδα, αλλά είναι μετά βεβαιότητος καθ’ οδόν. Αμφότερα βρίσκονται σε αποδρομή.

Δεν μιλώ για το έθνος-κράτος των Αθηνών και την ιστορία συρρίκνωσης του Ελληνισμού. Δεν μιλώ για τον ψευδώνυμο εκφυλισμό και την συγκαλυμμένη βία της ανερμάτιστης κομματοκρατίας, αυτής που μετονομάζει τα χαΐρια της σε «εκσυγχρονισμό». Αυτά δεν χρειάζονται ούτε υπομνηματισμούς ούτε υπαινιγμούς. Η «Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών», που, grosso modo, συγκεφαλαίωνε κάποτε τον ελλαδικό πατριωτισμό, είχε πυροβοληθεί πριν από την σχετική επισήμανση του Γιώργου Σεφέρη. Είχε πυροβοληθεί στον Γράμμο κι είχε εκπνεύσει στην εντατική της Μακρονήσου. Επί των ημερών μας απλώς ολοκληρώνεται η τυμβωρυχία. Διότι, λογαριάστε, πόση «Ελλάς» μας απέμεινε; Και κυρίως ποια; Δεν αναφέρομαι στην, στα μουλωχτά, μεταβίβαση της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας σε ξένα χέρια. Το πολιτικό προσωπικό τα θελήματα των δοσατζήδων κάνει και παλαμοκροτεί τον εαυτό του κάθε φορά που βγαίνει στις Αγορές για να αυγατίσει την εξάρτηση. Αναφέρομαι στην διακομματική, στην αριστεροδεξιά, φιλοδοξία να γίνει το Ελληνικό μπαρμουτιέρα. Αυτή είναι η ειρωνεία της Ιστορίας. Το Ελληνικό να γίνει ναός του τζόγου! Και τι μένει των «Ελλήνων»; Αυτών μέλλει να γίνουν γκρουπιέρηδες, παρκαδόροι και δανειολήπτες. Όσο για το «Χριστιανών», αυτοί είναι να ’χαμε να λέγαμε. Εκτός κι αν γνωρίζετε εσείς πολλούς Χριστιανούς που νοηματοδοτούν την βιωτή τους με «του Χριστού την πίστη την αγία».

Λοιπόν, σε ποια ακριβώς πατρίδα να ακουμπήσει ο πατριωτισμός. Κοιτάξτε γύρω σας. Ποια έργα ευποιίας βλέπετε; Είναι πράξη πατριωτισμού το τσιμέντωμα; Το μπάζωμα της Μνήμης είναι πατριωτισμός; Μνήμη του λαού μου που σε λεν μαρμαρωμένο βασιλιά ή μοίρα (και κακομοιριά) του λαού μου που σε λεν Γιουγκέρ;

Με άλλα λόγια κατάπιαμε πολύ ευρωπαϊσμό και δυσκολευόμαστε στην χώνεψή του. Κάθε τρεις και λίγο ρευόμαστε την αποστροφή μας για τον εαυτό μας και όχι για την έκπτωσή μας. Θέλουμε να ανήκουμε στην Δύση – όχι στην Γεωγραφία και την Ιστορία μας. Αλλά ένας που δεν ανήκει στην ιστορία και την γεωγραφία είναι φτερό στον άνεμο, άθυρμα, έρμαιο στον μεταμοντέρνο χυλό που κατά τα λοιπά αυτορυθμίζεται μια χαρά, πουλώντας κι αγοράζοντας τα πάντα. Και τι του μένει να υπερασπιστεί; Την εθνική μας μοναξιά ή τον ΑΦΜ του; Ποιών βωμών και ποιών εστιών να υπεραμυνθεί; Θυμάστε τα λεβεντόπαιδα της ΕΟΚΑ που πήρανε ανηφοριές κι η αποικιοκρατία τους πήρε τα κεφάλια; Ε, αυτή η λεβεντιά τους –όσο κι αν παριστάνουμε ότι δεν το βλέπουμε– σήμερα μένει ακατάληπτη. Ένα όραμα κονόμας και ευζωίας και ανόδου έγινε το μέτρο ολονών μας.

Και –να χαρείτε– μην μου πείτε για τον πατριωτισμό που βγήκε στους δρόμους για την Μακεδονία μας. Είναι ο ίδιος πατριωτισμός που διάλεξε το «όχι» στο Δημοψήφισμα. Το «όχι» που αναπαύεται στην αγκαλιά του ναι. Να μην μου πείτε επίσης ούτε και για τον κάλπικο «πατριωτισμό» της νεοεθνικοφροσύνης.

Ο πατριωτισμός δεν είναι ανιστόρητος κομπασμός, είναι ιστορημένη περηφάνια. Δεν είναι χουλιγκανισμός, είναι η από τα κόκαλα βγαλμένη Ελευθερία που δεν την έκανε ζάφτι καμιά αγχόνη.

Διότι τι είναι η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι μην είναι τα’ άσπαρτα ψηλά βουνά; Φωτοβολταϊκά στους κάμπους και ανεμογεννήτριες στα βουνά είναι. Κάτι άλλο όμως και μας έμενε και μας έδενε. Τι άλλο; Μια πέριξ του ιερού συγκρότηση. Ένα πρόσφορο και μια προσφορά. Δεν είναι μια «απρόσωπη αγάπη» η πατρίδα. Είναι μια αγάπη που, για να το πω με όρους του πάλαι ποτέ Σαββόπουλου, «έχει σώμα και θρησκεία». Η θρησκεία, όπως είπαμε, έχει ακόμη θέση στις παράτες αλλά έχει ξεθωριάσει. Τι υπολοίπεται από το «σώμα»; Οι «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες»;Το κακό μας βρήκε, αδελφοί μου, και δεν μνημονεύουμε ούτε Διονύσιο Σολομό ούτε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ξένοι ως και στον σεβντά τους αυτοί. Δείτε την αμηχανία που επικρατεί στις ταβέρνες. «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας»; «Κανείς εδώ κανείς δεν τραγουδά/ κανένας δεν χορεύει». Αλλά και κανένας δεν ακούει την πενιά. Μασάν και δεν μιλάν οι καλότροποι μουστερήδες. Και, αφού δεν τραγουδάνε, δεν πιάνονται και σε «χορούς κυκλωτικούς». Ατσαλάκωτοι ήρθαν κι ατσαλάκωτοι φεύγουν. Ανυποψίαστοι για την ανημπόρια τους να πιαστούν χέρι με χέρι και να συλλαβίσουν τα πατερημά τους. «Τραγουδάκια μου κατάμονα» κι ο όσος τόπος δεν είναι πεδίο βολής επιτρόπων κι επιτροπών, είναι ξαπλώστρες και πασαρέλες. Παράγουμε περισσότερα μοντέλα απ’ όσα μπορούμε να καταναλώσουμε.

Δεν μπορώ να εξηγηθώ καλύτερα. Καταφεύγω και πάλι στην μαρτυρία των τραγουδιών.

«Τα κατά Μάρκον» του Νίκου Γκάτσου τα πρωτοάκουσα κοντά τριάντα χρόνια πριν, νύχτα από το κασετόφωνο σταθμευμένου αυτοκινήτου. Ήμουν στο Viterbo, στην Ιταλία. Τα ακούσαμε σιωπηλοί και κανείς από τους συνεπιβάτες δεν σχολίασε τίποτε. Είν’ απ’ το δέντρο του Θεού / η ρίζα που κρατεί με / δώστε μου μια ταυτότητα / να θυμηθώ ποιος είμαι.

Παρά τα σημαντικά ονόματά του, απ’ ότι ξέρω, ο δίσκος δεν περπάτησε. Κατανοητό. Ο τόπος και οι άνθρωποι προετοιμάζονταν για την αρπαχτή του εκσυγχρονισμού. Παράταιρος, αν όχι παράφωνος, του ποιητή ο λόγος. Εμείς πάλι, όπως όλα τα ξενάκια, δεν αφήναμε αφορμή να μην θυμηθούμε ποιοι είμαστε. Μέχρι και την απελευθέρωση της Βεροίας (16 Οκτωβρίου, αν καλά θυμάμαι) γιορτάζαμε χάρη στο Νίκο από την Φυτιά Ημαθίας! Οι Έλληνες του εξωτερικού –τουλάχιστον αυτοί που εγώ πρόλαβα– είχαν μια περηφάνια καταγωγής σχεδόν άγνωστη κι ακατανόητη στους Έλληνες της Ελλάδας.

Μια στο τόσο κάναμε και άτυπες «ελληνικές γιορτές», να ξεφαντώσουμε και να συστηθούμε στους Ιταλούς φίλους μας. Σε μια τέτοια γιορτή μετέφραζα τους στίχους από τα τραγούδια που ακούγονταν. Μάνος Ελευθερίου, Δήμος Μούτσης, Δημήτρης Μητροπάνος. Ο Χάρος βγήκε παγανιά. Αδυνατούσαν να πιστέψουν πως αυτά ήταν λαϊκά τραγούδια! Νόμιζαν πως η μελοποιημένη ποίηση των στίχων αφορούσε κάποιους διανοούμενους. Άθελά του δεν τους άφηνε και σε ησυχία κι ο Νίκος που είπαμε παραπάνω. Συνέχιζε με Λευτέρη Παπαδόπουλο και Μίμη Πλέσσα: Βρέχει φωτιά στην στράτα μου. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι τους κάνουμε πλάκα. Κρυφοκαμαρώναμε εμείς για τις αποσκευές μας.

Αυτή η ποίηση των τραγουδιών ήταν η προίκα μας. Ήταν η νεοελληνική κοινή. Με αυτά τα τραγούδια ξεσεκλετίζονταν ο κόσμος μας. Αυτά ακούγονταν τις γιορτές και τις σχόλες σε όλα τα σπίτια. Γράφω σε όλα τα σπίτια, γενικεύοντας την δική μου περίπτωση, που, μεγαλώνοντας την δεκαετία του ’70, γύρναγα με τους δικούς μου σε σπίτια φίλων και συγγενών, οι οποίοι ήσαν κανονικοί άνθρωποι και γι’ αυτό δεν άνηκαν στην μάλλον καινοφανή φυλή των φιλότεχνων. Έψηναν το γιουβέτσι τους στον φούρνο, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους και τις συννεφιασμένες Κυριακές βαράγαν στα μωσαϊκά το σεβντά τους με λυπητερά και παυσίλυπα τραγούδια. Εσωτερικοί μετανάστες όλοι τους. Και με εσωτερικότητα αξιομνημόνευτη. Κι απροσποίητη ένταση και στα βλέμματα και στις κινήσεις τους.

Για όσους δυσπιστούν σε αυτή την παρατήρηση, υπάρχουν τα στοιχεία από τις πωλήσεις των δίσκων. Και τα στοιχεία μαρτυρούν ότι ο λαός μας δεν ξεδίψαγε με ζαχαρωμένα τραγούδια.

Τώρα θα μου πείτε πώς αυτοί που στο μεθύσι τους μαχαίρωναν τον Χάρο κατάντησαν να γλεντοκοπούν με αθλιότητες.

Δίκιο έχετε κι εσείς κι εγώ δεν ξέρω τι να πω. Υποθέτω όμως ότι από τότε μέχρι σήμερα μεσολάβησε πολύς εκμαυλισμός. Πολύ ουίσκι, πολλά φωτορυθμικά και πολύς λουλουδοπόλεμος. Πολύ ιδιωτική τηλεόραση και πολλή ευρωλαχτάρα. Κι ένας νεόπλουτος τραχανοπλαγιάς –μαλάκας, κατά δήλωσή του–, που με κουβέντες του κώλου ξεβλάχεψε το πανελλήνιο κάνοντας τους Έλληνες από ακέραιους ανθρώπους, ανάπηρους μικροεπενδυτές.

Κι μικροεπενδυτές, όπως θα ξέρετε, κάνουν μίτιγκ δεν κάνουν συνάξεις γιορτινές. Δεν χωράν ούτε τα σόγια ούτε τα γερόντια στα χάπενιγκ. Εδώ είναι ο καθείς και η οθόνη του. Τηλεκρατία επικουρούμενη επ’ εσχάτοις από την τηλεργασία. Μένουμε ασφαλείς και αποστειρωμένοι. Αλλά με την αποστείρωση και τις αποστάσεις ασφαλείας προσβάλλουμε έτι περαιτέρω τον Δήμο. Δεν βαριέσαι. Οι δημοσκόποι να ’ναι καλά και θα μας πουν αυτά που τους παρήγγειλαν οι εντολοδότες τους. Μ’ άλλα λόγια πόση και ποια πολιτική να χωρέσει όταν δεν υπάρχει πόλη; Από την διευρυμένη οικογένεια περάσαμε στην πυρηνική κι από αυτή σε νέες μορφές σχέσης – παραλίγο να γράψω συναλλαγής. Όσο για την πατρίδα, αυτή υποχωρεί, όπως είπαμε, δρομαίως στην επέλαση των μανατζαραίων της αγοράς. Υπάρχεις όσο καταναλώνεις.

Μα τότε τι είναι όλες αυτές οι ταυτοτικές κινήσεις στην Ευρώπη, θα με ρωτήσετε. Τι είναι όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι που ξεδιπλώνουν τις σημαίες τους; Αυτοί μάλλον είναι οι περισσευούμενοι της νέας εποχής και πιάνονται από τα μαλλιά τους. Αλλά θα μου επιτρέψετε να αμφιβάλλω αν αυτά τα ξεμαλλιάσματα εκφράζουν μια λαχτάρα πατρίδας. Περισσότερο μου μοιάζουν σαν οι τελευταίοι σπασμοί πριν την τελική παράδοση στο νέο εγωισμό και στην κατάντια της ιδιώτευσης, που έχει ήδη ξεπουλήσει την μάνα και τόν πατέρα της για λίγη ψηφιακή ψευτο«ελευθερία».

Τι μένει να κάνουμε. Να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια και να παραδοθούμε αμαχητί

Ή να σηκώσουμε τα μανίκια και να κάνουμε τα ζώπυρα φωτιά.

Η μικρά ζύμη «όλον το φύραμα ζυμοί» – το φύραμα όμως κι όχι τα τσιμένα, που όσο και να τα σπείρεις τίποτα δεν φυτρώνει.

 

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα αποτελεί δημιουργία του Μάριου Σπηλιόπουλου

2 Σχόλια

  1. Πάντως αν φτάσαμε στο επικείμενο τέλος του πατριωτισμού τότε με μαθηματική ακρίβεια βαδίζουμε όλοι προς εθνική εξαφάνιση.
    Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς τα εσώψυχα των Ευρωπαίων σημαιοφόρων, αλλά αυτοί τουλάχιστον αντιδρούν σε αντίθεση με τη δική μας απάθεια.
    Υπάρχουν κάποιες χώρες(λίγες ακόμα) εντός της Ευρώπης καθώς και ανερχόμενες δυνάμεις που αντιστέκονται -ενδεχομένως στρεβλά ή ατελώς- στην παγκοσμιοποίηση-αποεθνοποίηση, σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα.
    Δεν πρέπει να κρίνουμε με μορφές και σχήματα του παρελθόντος.
    Όσο για τους (πρώην ως επί το πλείστον) μικρομεσαίους που “ξεμαλλιάζονται κραδαίνοντας σημαίες”, ίσως αυτό να ερμηνεύεται ως εξής:
    Γι’ αυτόν που δεν έχει τίποτα, η πατρίδα του είναι το μόνο αγαθό.
    Συνεπώς: να σηκώσουμε τα μανίκια και να κάνουμε τα ζώπυρα φωτιά. Το έδαφος δεν είναι και τόσο άγονο.

  2. «Τι μένει να κάνουμε;

    Ο καθείς, “ὅπου έτάχθη”, να κοιτάξει μέσα του, να κάνει την αυτοκριτική του, να μετρηθεί με τα μέτρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συστατικού εκ των “ὧν οὐκ ἄνευ” του Νέου Ελληνισμού, να μετανοήσει και να κάνει ό,τι μπορεί, στο περιβάλλον της οικογένειας, της εργασίας του, της ενορίας και της κοινωνίας. Δεν έχει σημασία αν θα πει ή θα γράψει πολλά ή λίγα ή τίποτα. Σημασία έχει να είναι αληθινός. Τότε και οι άλλοι, οι “ἐγγὺς καὶ μακράν’, που δεν είναι “τσιμέντα” (βαριά κουβέντα για τους βαφτισμένους και μυρωμένους στην Εκκλησία αδελφούς μας), θα τον νιώσουν και θα ζωογονηθούν από την “αύρα” του, δηλαδή από τη χάρη του Χριστού που, λίγο ή πολύ, ένας ταπεινόφρων και καθαρός (στα μέτρα της εποχής μας) μπορεί να μεταδώσει.

    Φτάνει πια με τις επιφανειακές διαπιστώσεις, την γκρίνια και την απόγνωση! Είμαστε αδύναμοι εμείς αλλά είναι δυνατός ο Χριστός που αγαπά εμάς και τον κόσμο Του περισσότερο απ’ όσο ο άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει.»)

    με τις ολόθερμες ευχές και την εν Κυρίω αγάπη μου

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ