13 Ιανουαρίου σήμερα και πάμε να συναντήσουμε, να χαιρετήσουμε έναν δάσκαλο, έναν πνευματικό και καλλιτεχνικό εμπνευστή, έναν πανάκριβο και μοναδικό φίλο τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη που έφυγε τέτοια μέρα πριν 32 χρόνια. Και να μια πολύ μεγάλη αρετή του, δηλαδή να μας κάνει να τον αισθανόμαστε ως ένα φίλο, παρ' όλη την τεράστια απόσταση που μας χώριζε.
Άλλωστε ο ίδιος μας φερόταν πάντα εγκάρδια και κατά συνέπεια φιλικά. Πολύ, πιθανόν, ο ίδιος να ένιωθε πως έπρεπε, να μας μεταλαμπαδεύσει την μοναδική εμπειρία που απέκτησε, που έζησε. Και οι προσπάθειες του αυτές ήταν μέρος και κομμάτι της ζωής του, αν όχι η ίδιά του η ζωή.
Έτσι, δεν έπρεπε εμείς να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε με χίλια ζόρια τον «γίγαντα» του πνεύματος από τον λήθαργό του για να έχουμε μια «υψηλού» επιπέδου συνομιλία μαζί του. Θα έλεγα πως η προσπάθεια ξεκινούσε πάντα από τον ίδιο και μάλιστα όχι μόνον όταν απευθυνόταν σε ανθρώπους που είχαν κάποια ανάλογα ενδιαφέροντα ή προβληματισμούς με τους δικούς του, αλλά και στις καθημερινές του συναντήσεις.
Και θα τολμούσα να πω πως οι συνομιλίες του με τους απλούς ανθρώπους ήταν πάντα ευχάριστες και γόνιμες και περισσότερο αποδοτικές από αυτές με πανεπιστημιακούς ή διανοούμενους και καλλιτέχνες οι οποίοι είχαν μονομερείς ή παγιωμένες απόψεις και θέσεις. Αυτοί τον άκουγαν με μια τεράστια απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους, για να μην πω αποστροφή, του στυλ «τι μας λέει αυτός τώρα»!
Την ίδια ώρα που ο Πεντζίκης γνώριζε τόσο τους δικούς τους προβληματισμούς και τα στοιχεία με τα οποία εργάζονταν και ίσως και περισσότερα από αυτούς. Ο ίδιος, όμως, ως ένας άνθρωπος ο οποίος είχε αναπτύξει από καιρό ένα σύστημα... Πεντζικικής Νοημοσύνης, αλλά και Αίσθησης των Πραγμάτων (ΠΝ&ΑΠ!), πολύ πριν την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ), μπορούσε να διακριβώσει, να αναπτύξει, να λυπάνει, και να φωτίσει στεγνές και... στενές γνώσεις (ημιμάθεια), επιστήμες, απόψεις, καλλιτεχνικές εκφράσεις και επιδόσεις. Ούτως ώστε να μην είναι τόσο μονομερείς, κρύες, αλλά να γίνουν ζωηρές, ευχάριστες και αποκαλυπτικές -μέρος της πάλλουσας ζωής.
Αυτής που ο ίδιος λαχτάρησε να ζήσει και το κατόρθωσε μέσα από τους ποικίλους του προβληματισμούς: στοχαστικούς, επιστημονικούς και καλλιτεχνικούς. Και να και η μεγάλη Πεντζικική «Χαρούμενη επιστήμη» που σε αντίθεση με αυτήν του Νίτσε φανέρωνε πως ο Θεός είναι ολοζώντανος και συνέχει τα πάντα!
Γιατί αν ο «Θεός είναι νεκρός», τότε και όλα τα άλλα είναι νεκρά. Οπότε ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης...
Προβληματισμοί και συγχρόνως δοκιμασία για μας που προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε πραγματικά το τι μας έλεγε, παρακολουθώντας την εντελώς πρωτότυπη και μοναδική «διδασκαλία» του, έναν απαράμιλλο κατηχητικό λόγο ζωής (και καθόλου του κατηχητικού), και έτσι να συναρμόσουμε τις ποικίλες πληροφορίες και τις γνώσεις με τις οποίες μας κατέκλυζε.
Και όλα αυτά δεν προσφέρονταν ερήμην από την ίδια την κραταία γνώση της ζωής που απέκτησε, δηλαδή του «ενός εστι χρεία»!
Πάμε, λοιπόν, να τον ανταμώσουμε σαν να μην έφυγε ποτέ από ανάμεσά μας και μένει εσαεί μαζί μας. Άλλωστε η «απουσία του σκέπη την πόλη»*! Η θωριά του εμψυχώνει τα πιο δημιουργικά μας όνειρα και βρίσκεται πάντα εδώ, για να μας συμπαραστέκεται, να μας διδάσκει, να μας ελέγχει, να μας βάζει στην θέση μας με εκείνη την πάντα ζωηρή και αειφόρο σχέση του με την ζωή και την τέχνη.
Όπως, γνωρίζετε και όπως αντιληφθήκατε και από τα πιο πάνω ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης δεν ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος και καλλιτέχνης του… σωλήνα, με την έννοια, πως δεν ήταν άλλη η ζωή του και άλλο οι καλλιτεχνικές του ενασχολήσεις, οι προβληματισμοί του για τη ζωή, για το χθες, το σήμερα και το αύριο, για την παρούσα ζωή και την μεταθανάτιο.
Όλα γι’ αυτόν ήταν ένα και ποτέ δεν… διημέρευε για το ένα θέμα ή το άλλο και αποστασιοποιόταν από κάποιο άλλο. Ήταν ακριβώς ένα. Και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης και ως διανοητής. Ως ένας άνθρωπος που έπασχε, ζυμωνόταν δηλαδή, βιωματικά με τον στοχασμό και τον προβληματισμό των Δυτικών διανοουμένων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, με τον πνευματικό ορθόδοξο λόγο, τις τέχνες της και τον ευρύτερο κόσμο και την ζωή της.
Δεν θα ήταν υπερβολικό να τον αποκαλούσαμε και ως έναν νηπτικό πρόσωπο ο οποίος στην άσκηση της ιδιότητας του αυτής μετερχόταν προσωπικές μεθόδους. Πνευματικές «ευρεσιτεχνίες» για την εφαρμογή της νηπτικής «μεθόδου» και ζωής στην καθημερινότητά του. Και αυτό είναι κάτι που φανερώνει την εφευρετικότητα του που τον διέκρινε και την χρησιμοποιούσε πολλαπλώς και στο έργο του.
Αλλά κάτι αντίστοιχο χρησιμοποιούσαν και οι ίδιοι οι νηπτικοί, σύμφωνα με τον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία και τα χαρίσματά τους, όπως και στην προσπάθειά τους για να μην πλήττουν ή να μην αποκοιμούνται κατά την νυκτερινή τους άσκηση, εναλλάσσοντας τις μεθόδους τους.
Είναι, βεβαίως, ιδιαίτερα γνωστή η καθημερινή του ενασχόληση με την ανάγνωση του Συναξαριστή και τους βίους των αγίων και η «ανάκριση» του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη με την μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Όμως, δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτό, αλλά και στην προσωπική του στάση και σχέση ως ενώπιος ενωπίω με τον τον Θεό με τον οποίο μερικές φορές νιώθεις πως ο ίδιος κουβεντιάζει, όπως ακριβώς κάποιος γνήσιος φίλος του.
Αλλά είπαμε πως θα πάμε να τον συναντήσουμε, να τον χαιρετήσουμε και να τον δούμε από κοντά. Γιατί πράγματι, δεν έφυγε ποτέ από την γενέθλιο πόλη και παραμένει εσαεί στον χώρο της «ένδον πόλης». Και έτσι είμαι, πέρα για πέρα, σίγουρος πως θα τον συναντήσω κάποια μέρα, ξαφνικά, στο μετρό να με καλεί για να με ξεναγήσει στις «νέες» αρχαιότητες που προέκυψαν από την κατασκευή του. Άλλωστε, πολλές φορές νιώθω την παρουσία του εκεί κάτω και λέω πως από κάπου θα εμφανιστεί, μετά από κάποια προσωπική έρευνα, αν όχι προσκύνημα. (Αν τον συναντήσετε και εσείς μην διστάσετε να του μιλήσετε)!
Αυτός, βεβαίως, δεν είχε και δεν έχει ανάγκη να δει τα νέα αρχαιολογικά ευρήματα, γιατί το ασκημένο βλέμμα και το μυαλό του, ένιωθε και ζούσε ό,τι δεν μπορούσαν να δουν και να συνενώσουν οι αρχαιολόγοι, οι ιστορικοί, οι φιλόλογοι, οι φιλόσοφοι, οι θεολόγοι, οι ιστορικοί της τέχνης και οι λοιποί μονομερώς στον κλάδο τους ενδιαφερόμενοι -κάπως!
Εξάλλου, ο ίδιος δεν πλησίαζε την Θεσσαλονίκη ως ανατόμος, αλλά για να γνωρίσει, να ψηλαφίσει και να συναρμόσει τα στοιχεία της, να τους δώκει μέσα στο έργο του την πάλλουσα ζωή που που του μετέδιδαν.
Αυτός ήταν και ο έρως του για την πόλη και την ζωή της!
Και αυτό ήταν το θαυμαστό με τον άνθρωπο αυτό. Ανέδιδε ζωή το έργο του! Γιατί μετά την αυτοχειρία του νεαρού Ανδρέα Δημακούδη -ως προσωπική υπόθεση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη- προσδοκούσε περίσσια ζωή και γι’ αυτό έπρεπε να αναζητήσει τον χαμένο-πεθαμένο χρόνο και να τον ανασυνθέσει. Διαφορετικά θα ήταν για πάντα νεκρός. Και η Θεσσαλονίκη τον υποστήριξε στον προβληματισμό του αυτό. Έτσι, ο ίδιος δεν είχε το θλιβερό... προνόμιο να κάνει την νέκρα του έργο, αλλά ούτε και τον ναρκισσισμό του. Έκανε οίστρο ζωής και έκφρασης την αναζήτησή, τη μέθοδό, την πορεία και τα προσωπικά ευρήματά του.
Και ιδού ανάμεσα στην πλήρη σκοτία, το πλήρες σκότος του συσκοτισμού των φωταψιών και των εκτυφλωτικών ποικίλων προβολέων αναδύεται είτε ζωντανός είτε κεκοιμημένος -ένα και το αυτό- ως πασχαλινός προφητάναξ της λαμπρής ζωής, φωνάζοντας στεντορεία τη φωνή: Δεύτε λάβετε φως εκ της αλήθειας των πραγμάτων. Ότι μου έδωκε ζωή και το φως είναι η ζωή. Αυτό μόνο σας χρειάζεται! Αν αναζητάτε κάτι...
Αυτό ήταν το μήνυμα της νοερής επίσκεψής μας σ' αυτόν ανήμερα της επετείου της κοίμησής του, αναμένοντας πάντα τη συνάντησή μας στις σήραγγες του μετρό. Γιατί ο ίδιος ήταν και ένας άνθρωπος που αγαπούσε τις σύγχρονες εξελίξεις, όπως και την νέα Θεσσαλονίκη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια του και δεν είχε καμία εμμονή με τις γραφικότητες! Κάθε άλλο!
Εκτός αν είχαν να του μεταδώσουν ζωή και μάλιστα περισσή!
Πάντα θα του είμαστε υπόχρεοι και υποχρεωμένοι!
Τα λέμε αγαπητέ μας φίλε και δάσκαλε!
Χαίρε!
* Παλαιότερο άρθρο του Στέλιου Κούκου για τον Ν.Γ. Πεντζίκη



Ένα ωραίο μνημόσυνο για τον αείμνηστο φίλο και δάσκαλό μας, που μια ζωή αγωνιζόταν να εκμηδενίσει το εγώ του για να μπορέσει να ενωθεί με τους συγκαιρινούς του και τους κεκοιμημένους, το έμβιο και άβιο περιβάλλον, τις μνήμες των “φθεγγόμενων λίθων” και των μνημείων, και δι’ αυτών με τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους μας.
Αιωνία του η μνήμη!