Παρωπίδες Πανοραμικές

0
1249

Ήμουν καιρό δισταχτικός. Έκανα καλά. Θα πολεμήσω όμως, ενάντια σ’ αυτό που μωραίνει τ’ αλατάκι του συνανθρώπου του μονάκριβου. Έχω μια όρεξη, ας πούμε. Ας κάνω λάθος. Ας καταντήσω ένα λάθος, ένα τραγικό πρόσωπο. Επαφίεμαι στη διδασκαλία περί του κατ’ αγαθόν (κατά δόκησιν) πράττοντος, ό,τι κι αν πράττει1. Ας ζήσω κατά δόκησιν. Κι ούτε και σ’ αυτήν ελπίζω -ας βαθαίνει προς το παραλήρημα. Είναι νόμιμο. Γιατί το έχουνε οι πιο πολλοί. Κι όταν μία διαταραχή την έχουνε οι πιο πολλοί, τότε παύει να θεωρείται τέτοια.

Στοχεύω στη κατάσταση αυτού που πήρε στα σοβαρά τον Κύριο «των κυριευόντων» και «κυρίων»2. Οι κυριεύοντες και οι κύριοι -παντός τύπου- δε με απασχολούν καθαυτοί.

Δεν ξέρω και δε θέλω να ξέρω αν είναι όλα σωστά -αυτά που κάνω και που λέω. Ξέρω ότι κυλιέμαι στα πατώματα. Και κάλλιο λάθος κολάσιμο στα πόδια Του, παρά αγαθότητα κι αγιοσύνη έξω από το σπίτι μας. Μου φτάνει που είμαι σπίτι μου -το ξέρω αυτό- και δε το κουνάω ρούπι.

Δε μ’ ενδιαφέρει η αρετή μου και η αμαρτία μου. Δεν ήρθα εδώ να ετοιμάσω μία χριστιανική αυτοδιατριβή· δεν μου πέφτει λόγος εντέλει. Περί του τί μ’ έκανα θα δώσω έναν αναπόφευκτα· και μηδένα προ του τέλους μακάριζε ή κόλαζε. Για την ώρα, μ’ έχω κάνει έναν εμμέριμνο ηλίθιο. Αυθόρμητο κι αλλο-πρόσ-αλλα συγκεκριμένο.

[διέταξε τους δύο άνδρες να γράψουν τις μυστικές τεχνικές που χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν τη νίκη στην ξιφομαχία […]Ο Σ. έγραψε τρεις σελίδες με αναλυτικές οδηγίες σε επίσημο χαρτί της καλύτερης ποιότητας […]ο άρχοντας Μοτοσίγκε παρέδωσε ένα φύλλο: «Αυτό που σκέφτεσαι σαν καλό είναι κακό κι αυτό που σκέφτεσαι σαν κακό είναι κακό. Και τα δύο, καλό και κακό, είναι εξίσου κακά. Μόνο όταν κάτι δεν το σκέφτεσαι είναι καλό».3]

Δεν αναλύομαι, απομονώνομαι, πλασάρομαι, τιμολογούμαι, απολογούμαι, δικαιολογούμαι. Επιβαρύνομαι να ζήσω. Όχι για να υπερηφανευτώ ή απογοητευτώ, να πουληθώ (και γίνω χρήσιμος) ή ν’ αυτοκτονήσω (και τους στερήσω, εγωιστικά, τα εργατικά μου χέρια).

*

Η αφιέρωση τ’ αντέχει κι ενέχει όλα. Αρκεί ο θαυμαζόμενος να ‘χει χούι Του την των φίλων τιμή. Να μην είναι ένα βαμπίρ-επενδυτής, που τους κάνει το τραπέζι επειδή οι ίδιοι είναι το τραπέζι (του). Αλλά να τους τιμάει, κι έτσι να τους αναγκάζει να περιπέσουν στο φιλότιμο: να εργάζονται γι’ Αυτόν που για όλους εργάζεται, και που εις μάτην εκοπίασεν ο κάθε εργαζόμενος, αν τυχόν Αυτός είναι ο εργοδηγός αυτού του έργου κι εκείνος λογαριάζει και χτίζει κατά βούλησιν.

Υπάρχει μία μετοχή δια της παραιτήσεως, δραστικότερη πάσης χειρονομίας. Αφιερωμένο να είναι το κάθε τί, εκεί που πρέπει. Και τότε, ξυπνάει ένα θάρρος δια της πλήρους αποθάρρυνσης ποτισθέν, συνεπώς ανεμπόδιστο κι ακώλυτο.

Η σιωπή λαλεί την αφιέρωση: ανοίγει δρόμο για τη μετοχέτευση παρόντων και απόντων, από τη στατιστική στην προσευχητική διάσταση του ανθρώπου. Ο θάνατος, παράλληλα, μου λέει πως μπορώ να προχωρήσω, να μη φοβηθώ, να πω την αλήθεια -στον αρχιταλαίπωρο εαυτούλη μου πρωτίστως και να ηρεμήσει- να ζητήσω σωτηρία (ολοκληρία, συνοχή, τανυσίπτερες αισθήσεις προς τα εκεί), και να μπω στη τροχιά της ατελέστου τελειότητας4 -κόκκος σκόνης περιμένων τον απόλυτο βαθμό κονιορτοποίησής του μες στην πλάση, πλην όμως, εγκλωβισμένος σε μία σελίδα του Ευαγγελίου, με συνείδηση υποφέρουσα μεγάλως κι ευχαρίστως υπό τούτου.

Δεν φοβάμαι τους εικονικούς φόβους του Πασκάλ5. Δεν ιδρώνω ως «ένα μηδέν σε σχέση με το άπειρο, ένα παν σε σχέση με το μηδέν, στο μέσο μεταξύ μηδενός και παντός». Έβγαλα τα μάτια μου, ζήτησα ένα Άλλο βλέμμα, κι είδα ότι δε βλέπω καθαρά. Χάρηκα. Το έραψα και στο σακάκι μου, όπως το Mémorial ο κύριος Βλάσης.

Μπορώ να ζήσω. Επειδή ο εύκολος-δύσκολος δρόμος είναι, τελικά, το να μην υπάρχω εωσφορικά, αυτοπεποιθησιακώς. Είναι μεγάλη παράδοση αυτή. Επιπτώσεις; Αγνοείς πόσο μέσα (οντολογικά) είσαι κι εσύ (προσωπικά) σ’ αυτό το ξεπέρασμα των πάντων (ξεκινώντας με το έργον της αυτοξεχαρβάλωσης κάποιου), που υποστασιοποιείται σε πολλούς ανά τους αιώνες ερώμενους το Αυτό. Αγνοείς το πόσο σε νοιάζεται ο Θεάνθρωπος εν ανθρώπω, και πού είναι ικανός να (σε) φτάσει. Και που εκ της ευλογημένης αυτής ευτολμίας προς την αλήθεια του συνανθρώπου μας, έδωσε αυτός, συν Θεώ, κι άλλη ζωή στον θάνατο που ζούμε, εκόντες άκοντες, αγνοί και παναίσχυντοι. Παρατώντας τις παροχές του ξενοδόχου, άνθρωποι έγιναν φιλοξενίες, προσευχές κι ευλογίες για τους άλλους· άνθρωποι χτιστήκαν μοναστήρια.

Η αυτο-πεποίθηση, ως σχέση επένδυσης της βούλησης-επιθυμίας-λογισμού με εαυτόν, ή με οποιονδήποτε εν κόσμω εαυτό, είναι μορφή εωσφορικότητας. Απάλλαξέ την από την αρνητική φόρτισή της με αναβαθμούς ακατάληπτης κακίας. Άσε τους κακούς και τους καλούς για λίγο. Κράτα μόνο τους ηλιολάτρες. Που χωρίς καν να νοούνται το σενάριο, ζουν την δίκη τους «Σάρκωση», εις κατάκριμα. Δηλαδή το ότι ο άνθρωπος λέει (προσεύχεται, θα λέγαμε δοκίμως) εις εαυτόν: «εσύ θα φέρεις το φως στον εαυτό σου και στους άλλους». Ή λέει στους άλλους: «εσείς θα μου φέρετε το φως» (εξιδανίκευση). Αν και πάντα, και τα δύο σημαίνουν και τα δύο, όποιο κι απ’ τα δύο (εγώ ή οι άλλοι) είναι ο ήλιος ή το φεγγάρι. Και πάντα, στην άλλη πλευρά του νομίσματος της αυτοπεποίθησης, είναι η θυματοποίηση· το «δεν μπορώ να φέρω το φως στον εαυτό μου» (παράδοξο συνειδητέο), ή το «ο κόσμος μου πήρε -ή μου στερεί- το φως που είχα» (ή «θα είχα»). Όλες οι προτάσεις είναι και λάθος και σωστές, αλλά σε μία άλλη διάσταση. Μπορείς να καταλάβεις ότι όλες είναι λανθάνουσες αλήθειες, κάλπικο συνάλλαγμα για ν’ αγοράζει μία πατσαβούρα εσωτερικής ασφάλειας, να μην κρυώνει τόσο μες στον κόσμο.

Απαιτείται η ατροφία αυτού του οργάνου πίστεως κι εμπιστοσύνης, περιεκτικού και προϋποθετικού των αναπτύξεων του ανθρώπου: της αυτεπάρκειας. Αυτό μόνο θα τον χαλαρώσει και χαροποιήσει, ενώ ο άλλος δρόμος είναι οι ενοχές και η έχθρα. Πάντα με τον πειρασμό -που αν δαγκώσει θα πληρώσει- να «το τραβήξει» κι αυτό -το υπερβατικό του εγώ του δρομολόγιο- «για τον εαυτό του»: να μη γίνει ένα παιδάκι του Θεού συνειδητοποιημένο, ταπεινό, χορτάτο, αλλά ένας μεγάλος ασκητής· που ουσιαστικά είναι ένας ασκητής στη βαναυσότητα· απλησίαστος· που διαταφρεύει, κροκοδειλόφρουρος από επιτυχίες και μεγαλουργήματα μετρήσιμα, το εγώ του -το χριστιανικό, το αντιχριστιανικό, το πολιτικό, το θαυματοποιό, το πολύ κι ωραίο όπως και να ‘χει· που προσπαθεί να μανατζάρει την ασκητικότητά του, κατ’ επέκτασιν και την εικόνα του στους άλλους για την περισπουδία και διαπρέπειά της. Ένας ασκητής φέρων την κόλαση του άναρμου κι ανεπίπλεκτου του θελήματος του Θεού -μια λύπη-Θεού αντί χαράς. Που μαζεύει -«με το σπαθί του»- συνδρομητές στον δρόμο της δόξας, αφού έβαλε την βασιλική πορφύρα του και ζητιανεύει τώρα στα φανάρια, στους δρόμους των ανθρώπων. Και μη πας πολύ μακριά: στον ανέγγιχτο νευρωτικό, είναι μεγάλο πράγμα και μόνο που δεν απουσιάζει στο παρουσιολόγιο της Κυριακής, που είχε δει έν’ όνειρο ή θαύμα, που έδωσε δυο φραγκάκια σ’ ένα φουκαρά κι έραψε και λίγη φιλανθρωπία στο κοστούμι του, που νηστεύει από έξι ετών, που δεν φοβάται να «είναι ομολογητής» -λες κι απειλήθηκε μ’ ανασκολοπισμό- που αναπνέει (βλ. προσευχή). Μην πας μακριά: και μια γιαγιά, που εσύ βλέπεις μισοτελειωμένη και τσουβάλι κόκκαλα, μπορεί να φέρει μέσα της το πνεύμα ενός «συνειδητά μεγάλου ασκητή». Άλλη δε, μπορεί και να είναι όντως, αγνοώντας το τελείως, καθώς στέκει. Μη την υποτιμάται τη γιαγιά, σας λέω. Είναι με κάθε τρόπο επικίνδυνη αν θέλει. Θυμάμαι τη δικιά μου, π.χ., να καπνίζει το τσιγάρο της, να ανακατεύει την ψαρόσουπα και ν’ απαγγέλλει κατά λάθος Απόστολο Παύλο και Σοφία Σολομώντος. Και παράλληλα να κυβερνάνε σπίτια, να κρατάνε οικογένειες…

Ας μη τα τραβήξουμε, είτε τα καλά είτε τα κακά, για τον εαυτό μας. Δεν βγαίνει, μισθολογικά, να μας έχει υπό τη δούλεψή του -δε θα φάμε ψωμάκι δίπλα του. Εκεί μέσα ζει ένα παραλήρημα εξωιστορικό, κι όνειρο εμβρύου. Μνήσθητι της Σαρκώσεως, της εν εικόνι Βρεφοκρατούσας, ωσάν ανθρώπινης συνείδησης εναγκαλιζούσης μητρικώς το μονάκριβο παιδί όλου του κόσμου -το σαρκωμένο, μύχιο, θέλημα του ανθρώπου για αιώνια αγάπη και χαρά. Σαρκωμένο Παιδί και προορισμός του, κύημα και μαία του.

*

Θα ζήσουμε. Θα κάνουμε τα λάθη μας. Θα τ’ αγνοήσουμε συνειδητά, όπως και τις λύσεις μας. Θα πολεμήσουμε -δε θα κάνουμε τίποτα το ιδιαίτερο: θα κάνουμε υπομονή. Και δε θα χάσουμε χρόνο με την ιδία ή κάποιου άλλου ιδιαιτερότητα. Θα τ’ αφιερώσουμε όλα, ως έχουν -όχι ως κατορθώματα και πτώσεις κάποιου τινός. Ως ουδείς ουδαμού θα ζήσουμε-θα είμαστε οι «όλοι» κι ο «κανείς». Θα κάψουμε την ψυχή μας επί το αυτό. Και θα ‘χουμε στο νου μας τη δίκαιη πιθανότατα αποβολή μας από το «παιχνίδι», με το «παιχνίδι» τούτο που διαλέξαμε να παίξουμε, όπως ο Ληστής6 του «κόσμου», που λήστεψε μέχρι και τον παράδεισο, ο αδίστακτος τούτος τύπος.

Οι ναυτοκόμποι μάς τελείωσαν· και κρεμόμαστε χαίροντες, ωσάν άφρονες, από την κλωστή της ελπίδας του ελέους Του. Άρχοντες είμαστε -ανεπίστροφα χαμένοι πάμε. Άρχουμε του διαρκούς χαμού μας αυτού, από εμάς τους ίδιους, για κάτι καλύτερο από εμάς μόνους, κάτι που να μας έχει όλους μέσα του, και να ‘ναι γλυκιά η συνοχή του.

Κουμπώνουμε λοιπόν τα πικραντικά μας, να μη μας λείψει η συμπόνια και μείνουμε από καύσιμα. Αλλά δεν ερεθιζόμαστε. Πονάμε από άποψη, από πίστη, από φιλότιμο. Η γλυκιά συνοχή προϋποθέτει και τα πικρά υλικά, για να δέσει η συνταγή. Βλέπουμε ειδήσεις γιατί μας βοηθάει να κλαίμε -όχι ότι πιστέψαμε ότι θα ενημερωθούμε από video-projects-εξώφυλλα μεμονωμένων περιστατικών στα όρια του musical (από την μουσική επένδυση που προσπαθεί να σε φορτίσει συναισθηματικά, ενώ δε ξέρεις τίποτα, και δε πρόκειται να μάθεις και τίποτα ουσιαστικό επί θέματος τινός). Έχετε ιδέα του τί τραβάει ένας απλός γεράκος κάπου μες στη πόλη μόνος του· τί του κάνουν οι ειδήσεις μας και ο τρόπος των ειδήσεών μας; Έχετε. Είναι κι επάγγελμα. Μας βοηθάει να κλαίμε.

Ας κάνουμε έκαστος τα λάθη του και τις καφρίλες του. Και κλάψτε ελεύθερα. Το κλάμα νικάει την κλάψα με τον καιρό. Και η αγάπη τις συγκρίσεις, αποτιμήσεις και προτιμήσεις -ζει με τον άνθρωπο ασκανδάλιστη και βαστάζει το πρόβλημά του αμισθί, από συνήθεια. Έως που ο τελευταίος μακαρίζει το πρόβλημά του αυτό, αφού του στάθηκε αφορμή να συναντήσει τη λύση κάθε προβλήματος και μάλιστα να μεταμορφωθεί σε καλογέρι της (ξύπνησε το φιλότιμο που λέγαμε).

*

Τα του Θεού είναι ακατάληπτα και πειρασμικά δυσδιόριστα προσεγγιζόμενα θεωρητικώς. Οι θεωρίες -αντί των βιωμάτων- των θεολογούντων τον λόγο του Θεού ασάρκωτο, είναι λάθος ακόμα κι όταν είναι σωστές: δηλαδή όταν γίνεται μια μεταφορά πληροφορίας περί Θεού, ενώ δεν είναι, η ίδια, ο Ίδιος που σαρκώθηκε, ώστε να γίνει -δια του ανθρωπίνου προσώπου και μεσάζοντα- οίνος και άρτος για τον συνάνθρωπο-πληροφοριοδέκτη της. Βέβαια, είμαστε όλοι εν πορεία -παίρνουμε τον χρόνο μας. Κι έχω ωφεληθεί κι ωφεληθεί από τέτοιες εργασίες και ανθρώπους, για να είμαι δίκαιος. Απλώς ανησυχώ για έναν συνάνθρωπο κλεισμένο στο ασανσέρ, ας πούμε.

Η θεολογική πληροφορία εκπήγασε από ζωντανή ζωή. Η θεολογία είναι μαρτυρία κι ομολογία μιας ζωντάνιας προσωπικής, συναναστρεφόμενης κι επηρεάζουσας ξένως τα πράγματα, πυουργούσης σημείων της κατάντιας του θεοδιδάκτου της «φυλής». Σε όλους δίνει ένα όνομα η φυλή. Αν βάλουνε στεφάνι στο όνομά τους, κερδίζουν και την ευλάβειά της, αν γίνουν αντιληπτοί Θεού θέλοντος. Γιατί έφτασαν στον χώρο των εν Κυρίω επωνύμων. Είπε γέρων

Όταν το ταβάνι είναι ο μεταπρατισμός, τότε το παράγγελμα του Θεού περιφρονείται: μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ… χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε… ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν… (7.1,2,3)

[Έχει άραγε σημασία η αριθμητική ακρίβεια της παραβολής των 10 παρθένων: «[…]πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί»8. Για σκέψου να σου πούνε μία μέρα: φέτος, οι μισοί φοιτητές της χώρας κόπηκαν στις εξετάσεις τους. Κάνω επίσης τον άσχετο συντονισμό του παραπάνω, εκκοσμικεύοντάς το έτι περεταίρω, με το της κάπου συνεντευξιαζόμενης Ελένης Γλύκαντζη-Αρβελέρ: οι μισοί φοιτητές του πανεπιστημίου δεν είναι για το πανεπιστήμιο.]

Έπειτα, τα πάθη: χαρτογραφήσιμα δρομολόγια κυνισμού.

Το να ξέρεις τα λόγια του Γρηγορίου του Παλαμά και να βγάζεις το ψωμί σου ως εδρούχος αντιπρόσωπος του έργου του, ενώ παράλληλα, το βίωμά σου επί του θέματος να είναι του Γρηγορίου του Παλαμάκια, είναι κάπως φορτικό, ας πούμε, συνειδησιακώς, αν ποτέ βρεθείς σ’ αυτήν την εσωτερική αίθουσα-κριτήριο. Εύκολα αγνοούμε δε, ότι τα μεγαλύτερα θεολογικά κείμενα μ. Χ., γράφτηκαν για να χαλάσουνε πιάτσες και φατρίες, όχι για να συστήσουνε καινούργιες. Για δες Παύλο, Μέγα Αθανάσιο, Μάξιμο Ομολογητή, τρεις Ιεράρχες, Οικουμενικές Συνόδους, Γρηγόριο Παλαμά. Για δες και τα πανεπιστήμια, τους καθηγητές, τα τρικάκια των κομμάτων.

Στην αίθουσα αυτή, της ιστορικής αλήθειας και του πρεπόντος δέους που μας συμφέρει να τηρήσουμε, καταλαβαίνει κανείς πως αν η ζωή του είναι μόνο στη φαντασία του και στη φαντασία που διέπλασε στους άλλους γι’ αυτήν, τότε απλώς «ρυπαίνει χάρτην»9. Πρέπει τώρα να τα βάλει με τη ζωή του, για να γίνει αληθινή.

Είναι άλλο να βγάζεις κάπως το ψωμί σου, κι άλλο να γίνεις «ένα με το ψωμί», το δικό σου και των άλλων, που δεν είναι ξέχωρες μερίδες... Άλλο να ταυτιστείς με την εργασία σου και να την θέσεις μέσα σου ως άλλοθι ανωτερίλας. Άλλο να ζεις για το ψωμί σου (πολλά περισσότερα από το ψωμί του ζητά βέβαια ο μέσος άνθρωπος της σήμερον) κι άλλο να επιβιώνεις με το δικό σου μεν, ζώντας για το ψωμί του άλλου δε (διασκευάζοντας κάτι από Μπερντιάγιεφ). Είναι ξεκάθαρο όταν δέκα νοματαίοι αποφασίζουνε να κάνουνε χωριό ή πόλεμο. Και ψηφίζουμε πόλεμο, γενικά. Γιατί οι τρόποι μας, μαρτυρούν οικογενειακή κατάσταση ή οικογενειακές επιχειρήσεις;

[Από τα αγαπημένα μου, της δραματοτραφούς Μεγάλης Εβδομάδας, που ουσιαστικά, στον πρώτο στίχο μιλάει νηπτικά και στον δεύτερο ρητορικά (επί της αντιφάσεως της φιλοδοξίας του αρρώστου, που παραλόγως βασίστηκε σε κάτι τελείως ξένο προς αυτήν τη φιλοδοξία του ώστε να του την εκπληρώσει): «νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν ἐκέρδησας μισανθρωπίαν… εἰ γὰρ πλοῦτον ἠγάπας, τί τῷ περὶ πτωχείας διδάσκοντι ἐφοίτας;»10. Και δίδασκες διδάσκαλε και ιεροστολιζόσουν.]

Και το πιο σκληρό σενάριο, τελικά, είναι ακριβώς να σου βγαίνει τ’ όνειρο. Γιατί έλεος ενέχει η ματαίωσή του. Γιατί δεν έχεις τότε «υλικό» να ελπίσεις στη νεκροφόρο νέκρα των του κόσμου. Και μια-κάποια κριτικής σημασίας σπόντα, στο τέλος της καραμπόλας των συμβάντων, σε πάει καρφί για τσέπωμα. «Καθάρισε η μπάλα», που λένε οι μπιλιαρδόροι.

Ο κόσμος αυτός συχνά σου κλείνει τον δρόμο. Τα σχέδιά σου ματαιώνονται και τ’ άλυτα προβλήματα αναδεικνύονται στο έπακρον μη-επιλύσιμα. Η ψυχή ψάχνει τον δρόμο όπου δύναται να υπάρξει μία πορεία ανοδική, αναβασιακή. Ο κόσμος δε τη δέχεται, πολύ συχνά, ούτε καν στο κατώτατο-βιοκοινωνικό επίπεδό της (μεγάλο το ποσοστό των εξαθλιωμένων της οικουμένης).

[…καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ…11]

Άλλους τους δέχεται ο κόσμος, ως ένα σημείο όμως. Μερίδες εξ αυτών γαυγίζουν για μεγαλύτερη μερίδα αποδοχής, όσο άλλες δεν ασχολούνται αφού την έχουνε βρει μες στη δική τους (μερίδα αποδοχής) -την επί των πτωμάτων των άλλων μερίδων πατήσασα πυραμιδολογικώς. Των άλλων που νιώθουν ότι τους ρίχνουν, τους υποτιμούν, τους αδικούν, προωθώντας, πονηρώς, υποδεέστερούς τους να χαρούν την αίγλη και το μέλι του αξίου (ενώ είμαστε σε ένα σούπερ-μάρκετ ίσως, σε μία ακαδημία, σ’ ένα κοινοβούλιο, σε μία ενορία, σ’ ένα οικογενειακό δυάρι ή έπαυλη). Έκαστος κι η κρούστα του. Μία τους ενώνει: νιώθουν ότι αν χάσουν θα χαθούν. Νοηματοδοτούνται και ταυτίζονται με τις έξωθεν συνθήκες -που καθορίζουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, και γι’ αυτό ο έλεγχός της εποπτεύεται και φρουρείται επιμελώς. Όποιος τους πειράξει τ’ όνειρο βλασφημεί… κι εφαρμόζουνε τον νόμο. Όλη μέρα, εν δυνάμει νομιμοποιούμαστε νοερώς, καταδικάζοντας άλλους, βάζοντας υλικό στο γεμιστήρα, και ψάχνοντας έναν αξιομίσητο πλανεμένο να τον αδειάσουμε πάνω του. Η αγχώδης και συναισθηματική διαταραχή δείχνουν να είναι πιο ατάραχα αποδεκτές κι από τον πονοκέφαλο: ζούμε σε διαρκή πόλεμο· μια στο τόσο χρειαζόμαστε και μία ασπιρινούλα.

Μεγάλη απελπισιά. Φυλακή, δίχως πόρτα, απέραντη. Και δε θα βρεθεί καμία ευκαιρία δραπέτευσης, κανενός μας, στο μακρινότερο ταξίδι του -ταξιδεύει, απλά, το μέρος που είναι σ’ ένα άλλο. Ενώ, όσο γρηγορότερα φτάσει στη συνειδητή απελπισιά μία ψυχή, τόσο συντομότερα θα δοκιμάσει να χτυπήσει την πόρτα του Θεού. Εκείνος θα τη δεχτεί, θα την πληροφορήσει ότι τη νοιάζεται, ότι όλες οι πόρτες οι κλειστές ήταν για να βρει την ανοιχτή, ότι η ζωή μόλις που ξεκινάει (ακόμα κι αν είσαι στη τελευταία σου χημειοθεραπεία), ότι δεν είναι μικρή ή μεγάλη ως αιώνια, ότι ο Δρόμος της είναι Αυτός, με Αυτόν, προς Αυτόν, μαζί με όλους και με όλα· ότι ο Δρόμος μάς θέλει οικογένεια και φίλους, και τίποτα διασχεσιακώς υποτονικότερο αυτού. Χαρά, χάρις, αλλοίωση, συνένωση: το ταπεινό αεράκι του Θεού στα ταπεινά πανιά μας. Για πρώτη φορά αισθάνεσαι τόσο σίγουρος, όντας αναπάντεχα συνειδητοποιημένος πως δεν έχεις κανέναν έλεγχο, και δε τον χρειάζεσαι κιόλας. Αποτελέσματα θεραπείας: θεία εξηλιθίωση, εμμέριμνος αμνησία, διαυγέστατη αποχαύνωση, αυστηροτάτη κι εντατική παιδιά, ξένων οικογενειοποίηση, παρωπίδες πανοραμικές.

Η ψυχή γυρνάει νοερώς και κοιτάζει την τραγικότητα της πορείας της αμφιπλεύρως (την πορεία του εαυτού της προς τον κόσμο και του κόσμου προς αυτή). Μία απορία εν απορεία είναι ο αληθινός εαυτός της. Μία ερημία, εν αφθονία ερημιών, κάθε επιλογή της. Νύχτα και σκοτεινιά πηχτή. Μία ζήτηση, ενός νοήματος, ενός περιβάλλοντος ειρήνης και ζωής αειθαλούς φρεσκάδος κι ικανοποίησης. Ούτε στα όνειρά της. Δεν γίνεται. Γι’ αυτό, το θαύμα γίνεται. Και η ψυχή θαυμάζει: πως το αδιέξοδο κι η απορία ήταν πορεία· ήταν ένα όνειρο απ’ το οποίο θα ξυπνούσε, μέσα σ’ ένα άλλο -συνειδητότερο, ευκρινέστερο σημείων, υποσχόμενων την ξύπνηση κι από την ίδια του την πλάνη (η μετάνοια αρχίζει να λειτουργεί)... Θαυμάζει: που το αδιέξοδο τελειώνει παρέα με την στείρα στατικότητα της ευτυχίας που κυνηγούσε, αφού δεν υπήρχε καν αυτή στην πραγματική πραγματικότητα -ήταν ένα μη-επιλύσιμο μη-πρόβλημα. Θαυμάζει το αειγάργαρον της αλήθειας -μια επανάληψη που δεν πλήττει, όπως δεν έπληξε κανείς παρατηρώντας τ’ άστρα. Θαυμάζει: που η απόρριψη (εκ) του κόσμου (καλώς εχόντων των πραμάτων…), την κάνει πάσα στην αγκαλιά του νοήματός του. Θαυμάζει: που ο κόσμος τούτος -ο σκληρός κι απάνθρωπος και άδικος- στά(λ)θηκε ευεργέτης της (καν φανερά βασανιστής και για την ίδια και για τ’ αδέρφια της -δηλαδή τ’ άλλα μέρη του εαυτού της). Θαυμάζει: -Ω, πού είναι οι εχθροί σου ψυχούλα μου; (μια άλλη χρήση, από ένα άλλο μονοπάτι, της ευαγγελικής φράσης, όπου σε συγκλονίζει το γλυκυμείλιχον του χαρακτήρα του Πρωταγωνιστή12). Θαυμάζει: που ο κόσμος συν-χωρείται μες στην ύπαρξή της (κι όχι στην πολιτική ή θρησκευτική της θεωρία). Θαυμάζει: που, κόσμος εν κόσμω η ίδια, σε καινοὺς οὐρανοὺς περιΐπταται και σε γῆν καινὴν13 πατάει το καθόλα γήινο αυτό ποδάρι της -καινός ο λογισμός και το σώμα και το χώμα όπου θάβονται, καινά επίσης. Θαυμάζει: που μέρη γίνεται η ψυχή, όπου κατοικεί η δικαιοσύνη του Φιλάνθρωπου. Όπου η τελευταία, δε νοείται άνευ της παντοδυναμίας, όπου επίσης δε νοείται ως ανάγαπη -είτε δια έχθρας είτε δια ακεραιότητας. Θαυμάζει: που το «μετοχικόν» του ανθρώπου σε αυτή την διαπροσωπία -όπου θέλημα Θεού ξεκίνησε, δεξιώνεται κι εποπτεύει το σουαρέ της- τη βοηθάει να βρει το πρόσωπό της (να βγάλει εν αφοβία το προσωπείο της) και να εκπληρώσει το θέλημά της για εύροια βίου, αφιερώνοντάς τον στα υπέρ του κόσμου, υπέρ του κόσμου. Όλα λιώνουν -πρόσωπα και θελήματα- στη φλόγα που άναψε μπροστά τους, και τα σπρώχνει προς την περιπέτεια της ζωής τους, στον δρόμο προς την αγάπη. Θαυμάζει: που όλα είναι στην ευχή «καλή ανάσταση» (η ζωή με τους άλλους, το νόημα των βασάνων, ο θάνατος, η εν Θεώ αιώνια μέθεξη)· που η κάθε στιγμή, δεν βρίσκεται κάπου πριν ή μετά τον θάνατο -θα βρισκόταν αν ο τελευταίος υπήρχε αληθώς ως πατρίδα του μηδ-ενός. Αλλά Ανέστη. Κι ο φαινομενικός μηδενισμός -άξιος του πεσιμισμού μας ομολογουμένως- του χρόνου και του χώρου, των χρονικών και των γεωγραφικών σημείων, γεμίζει παρουσίες και προοπτικές.

*

Κάπου λέει ο Κ. Παπαγιώργης14 και το διασκευάζω: η διδασκαλία της ανάβασης είναι διαυγής στη διασάφηση της πτώσης.

Η «αμαρτία» πουλάει, αλλά «βρίσκει το στόχο» της; Λέει πολλά. Είναι λειτουργική λέξη, είναι συμπυκνωσιακή. Αλλά μία άλλη μ’ αρέσει επίσης: εωσφορικότητα. Είναι επίσης πλάγια, ποιητική, αλληγορική, πρέσβειρα ταυροκερατοβαστούσα, παντρεμένη τη συνολικότητα του πράγματος.

Ποιος όμως έχει φορτίσει με τόση ενοχή τη λέξη του, όπως κι αν τον πεις, χαμένου της ζωής; Είναι κρισιμότερο ίσως, στην Ελλάδα και την οικουμένη, να γίνει σαφές τί ζημιά έκανε ο κρατικός χριστιανισμός των Ευρωπαίων κι Αμερικανών, στην Εκκλησία (ένας όρος πολύ χριστοκεντρικότερος από τον «χριστιανισμό», και πολύ πιο προσγειωμένος). Η Εκκλησία δεν επιδέχεται διαιρέσεις, όπως οι χριστιανισμοί. Είτε Ένας εκκλησίασε άπαξ και δια παντός, είτε κάποιος έχει μπει στη θέση Του και στήνει μαγαζάκι.

Μήπως νομίζεις ότι φέρεις εσύ το φως, αδερφέ; Μήπως είσαι και σίγουρος, κι επαγγελματίας να πλασάρεσαι ως φεραυγής; Μήπως είσαι αυτόκακος, ως μάνατζερ του Θεού, του λαού, του κράτους; Λαγός τη φτέρην έσειεν -κακό τσι κεφαλής του. Αλλά έχει ο Θεός.

Εωσφορικότητα ενέχει (κι ενέχεται από την) κάθε είδους αυτοπεποίθηση, ταυτιζόμενων των όντων ακριβώς με αυτό το κοσμικό πνεύμα, και μη ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς15. Δεν είναι χόμπι ασκητικό, και δή πολέμιο του κόσμου, αυτό το mindset (λέξη κλειδί ίσως για να εννοήσει ο Αγγλοσάξονας τη λέξη «μετάνοια» -το post-mindset θα έλεγα- αν και ο νους δεν είναι η μεμονωμένη διάνοια σ’ εμάς). Αυτό το δεδομένο (ενδεχομένως) είναι η μόνη μας ελπίδα· η μόνη ελπίδα ορατών κι αοράτων, νοητών και υλικών συμπάντων, χλωρίδας, πανίδας κι άυλης κληρονομιάς, που σώζονται εν τη εργασία της ανθρωπότητας της εκκλησίας Του, που, περιεκτικά, θα λέγαμε πως εργάζεται αφιερούμενη, κι έτσι, βοηθούμενη ν’ απεμπολεί τον εωσφορισμό της. Ο τελευταίος είναι ο μυθοπλάστης των καλών και των κακών του κόσμου, ιδιωτικώς, στο λογισμό του καθενός μας. Ψεύδεται ιδιάζοντας, κατά το Ηρακλείτειο. Και υγιαίνει περιφρονούμενος, κατά τους Νηπτικούς. Οι δαίμονες παραθέτουν αλήθειες στο Ευαγγέλιο· την αλήθεια δε την παραδέχονται όμως.

Δεν υπάρχουν κακοί στον κόσμο. Υπάρχουν μόνο όργανα, διάφορων βουλήσεων και θελημάτων, του ίδιου κόσμου-παρανομαστή. Υπάρχει η αηδία, αναμφίβολα. Κι υπάρχουν σκεύη εκλογής (της). Η αγάπη τα επιτρέπει, τα σώζει, ή τ’ αφήνει, εν ελευθερία να ζούνε σ’ ένα μέρος όπου η ίδια υπάρχει ως μάστιξ γι’ αυτά16 -πιθανή κατάσταση ως απόρροια των συνεπειών της ελευθερίας τους. Η αγάπη είναι το μέτρο. Αν θες να καταλάβεις πού στέκεσαι, δες στον καθρέφτη: αυτός, πιο πολύ αγαπά ή φοβάται στη ζωή του; Αυτό είναι· αυτό ψήφισε. Η αγάπη ξέρει πάντα τί ψηφίζεις και δεν κακιώνει. Δεν φοβάται την αηδία, όπως η μανούλα τ’ αφοδεύσιμα.

Οι σκέψεις μας περί του πόσο κακό είναι το κακό του κόσμου, του έξω από εμάς, είναι περισπούδαστες, θάλλουσες, περιπυκνούμενες εντατικώς. Ζούμε, φθάνοντας συνέχεια στο ρεφραίν «τόσο κακό είναι το κακό!». «Όμηρος θα γίνεις όσο το ψάχνεις, καλέ μου άνθρωπε!», έλεγα σε κάποιον που ήθελα να τον αλαφρύνω κι αποπροσανατολίσω σχετικά. Κι ακόμα τραγικότερο είναι όταν, άνευ οδηγίας κι εποπτείας έμπειρου ανθρώπου, τύχει και στρέψουμε την προσοχή μας στο δικό μας κακό. Κι ακόμα τραγικότερο, αν πρόκειται για «θρησκευτικούς σκοπούς». [Μη τραβήξεις τίποτα για τον εαυτό σου, επαναλαμβάνομαι σε προστακτική.]

Πόσο καλό είναι το καλό! Αυτό σε πάει κάπου, χωρίς περισπασμούς και διασκεδάσεις του νου αβυσσαλέες. Αυτός είναι ο ταπεινός αγρός του θησαυρού… ὃν εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψε, καὶ ἀπὸ τῆς χαρᾶς αὐτοῦ ὑπάγει καὶ πάντα ὅσα ἔχει πωλεῖ καὶ ἀγοράζει τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον17. Η έκθεσή μας στο καλό, γυμνάζει το κακό μας προς το καθ’ ομοίωσιν. Όλα τ’ άλλα είναι σκιαμαχίες κι αυτοαξιολόγηση.

*

Σε σπάει, σπας, σε σπάει, σπας. Στο τέλος είσαι ένα περιφερόμενο κάλλος, που εκαλλύνθει υπό της γλυπτικής της Πρόνοιας, ταπεινούμενο ως ασχήμια κι αλαζονεία. Είσαι περισσότερο σαν Αυτή, ενώ ξέρεις ότι δεν ήσουν και δεν είσαι Αυτή. Είσαι ένας αλαφροΐσκιωτος, που θα αρχιτεκτονηθεί πνευματικώς κυρίως γκρεμιζόμενος (όπως η σύγχρονη Ελλάδα…). Γιατί σε σπάει πραγματικά: θρυμματίζει τις άμορφες μάζες των πραγματικοτήτων σου. Και μόνο δια των θλίψεων σε προωθεί18 εκεί που δε μπορεί να σε ανεβάσει η ευοδία του ντουνιά του ψεύτη και σαγήνη.

Βλέπεις τον γέρο να προχωράει στη νεότητα, όσο εύρωστοι νιοι κακομαραζώνουν υπό την αυτοπεποίθησή τους. Είναι καλό ν’ αποφασίσουμε, βάσει των επιλογών μας, ποιοι είναι καλά σ’ αυτόν τον κόσμο τέλος πάντων. Αυτοί που σκηνοθέτησαν και σιδέρωσαν, ή αυτοί που ταπεινώθηκαν, γνώρισαν και χώνεψαν την αντίφαση του ανθρωπίνου προσώπου· που ζήτησαν την ολοκληρία του στο σώμα τους, και τίμησαν κάθε σώμα κι υπαρκτό; Ο τρόπος μας συκοφαντεί το είδος μας ή το μερώνει ενώπιον του εαυτού του; Το βοηθάει ν’ αγαπάει ή να φοβάται, να συγκρίνει, να πλήττει, ν’ αυτοκτονεί;

Άγιος καταντά ο βεβορβορωμένος (αγαπημένη λέξη της Μεγάλης Τρίτης) σ’ αυτή τη συνειδητοποιήσιμη αλληλουχία ανθρωπαγρίων όντων, σ’ αυτό το εργαστήρι και δημιουργείον δε, της ανθρωποτέχνης, της θεανθρωποπλασίας -αποτέλεσμα της ψυχής που συχνάζει όπου συχνάζει, και κάνει τις παρέες όπου κάνει, πλην έχει κι ένα φίλο αληθινό. Όποια, όπου, όποτε.

Αμαρτωλός είναι ο κεκαθαρμένος, ο αυτοκυρίαρχος, ο δεχθείς να αποκαλείται (ίσως κι αυτοπρόβλητα) οδηγός, αγαθός, άγιος. Αμαρτία είναι να ψάχνεσαι αντί να ψάχνουν άλλοι εσένα. Αμαρτία είναι η ασχεσία με την πηγή της ζωής -προβλεπόμενη πιθανότητα, εγγενής ευολισθία στο βιολογικό επίπεδο του ανθρώπου, όπου αν καλλιεργηθεί ίσως φθάσει και στο «παράσημο» της άκαρπης συκιάς.

Ο όλος λάσπη που στενάζει είναι πολύ «πιο άγιος» απ’ τον όλο σημεία ασκητικότητας, πλην όμως ανέρωτου, ως αυτέρωτου κι αφτέρωτου, ξένου και ξενέρωτου. Πολλές οι περικοπές της Γραφής. Και τα ερμηνευτικά διαμάντια επί τούτων. Πολλοί κάνουμε πως δεν είμαστε αυτοί που είμαστε, όταν διαβάζουμε ευαγγέλιο και κάτι κάτι μας θυμίζει. Λίγοι καταλαβαίνουν ότι όλοι είναι λίγο-πολύ όλοι, αλλά Ένας είναι Ένας· και σαρκώνεται στο μπούγιο· και παίρνει θέση στην ψυχιατρική μας πτέρυγα ὡς ἄφρων ὑπηρέτης19· και δεόντως μας κουράρει.

Μνημόνευε των «μικρών κακών» που μεγάλως ευεργετούν20, και μη σκανδαλιστείς με τ’ αδερφάκια σου. Έτσι το πάω εγώ. Όλα μικρά είναι· και τίποτα δε ξέρεις πλην τούτου του ταπεινού και σίγουρου. Κι «όλα μόνο-καλά», να εύχεσαι στον Κηδεμόνα τους γι’ αυτά. Έχει ο Θεός.

Η ομολογία είναι μία: απ’ το τραύμα και την πτώση, η Αγάπη σε σηκώνει. Όλοι οι άλλοι είναι στα σπίτια τους τις ώρες τούτες του ανθρώπου, που είναι όσο πιο κάτω γίνεται. Ένας είναι εκεί μαζί του. Αυτό μόνο διηγείται αψευδώς την ιστορία. Αυτό είναι το υλικό του Σώματος. Με την ομοκαρδία την τετρωμένη21 εκφράζεται η Εκκλησία -αυτός ο εἷς οἶκος 22 που υπάρχει και γινόμαστε.

Επίσης, για να μη παρεξηγηθώ ως εξουθενών τους ψευτοθεολόγους συνανθρώπους μου, έχω ανάγκη να υπογραμμίσω μία σημαντική πτυχή της αλήθειας της Εκκλησίας. Για πρώτη και τελευταία φορά στην ιστορία, ζούμε στο μόνο κράτος, το οποίο δουλεύει κατ’ εξοχήν με τους εχθρούς του· με την νομολογία του, όχι να μην αντέχει όποιον την παραβιάζει και να τον φυλακίζει, όπως στα δικά μας κράτη, αλλά να δέχεται -έως να κάνει και πρωτοπαλίκαρό της- απροσωπολήπτως όποιον την καταπατά, για τους λόγους που η ίδια ξέρει. Μπορεί, από την άλλη, να έχει μείνει με ένα και μόνο παληκάρι -ένα διακάκι- που ενώ έχει μαυρίσει ο τόπος απ’ την πλάνη, θα κουβαλήσει το καράβι, συν Θεώ, στην πλάτη του (βλ. Μέγας Αθανάσιος). Δεν έχει ανάγκη, λοιπόν, ούτε από σχεδόν όλους μας μαζί τους ορθοτομούντες τον λόγον κτλ.

Η Ορθοδοξία είναι η εκκλησία των αιρετικών, καταφανώς αναβαθμισμένη ως αυτή που εκκλησίαζε γύρω από τον Άγνωστο Θεό (ο βωμός στην Αθήνα). Ξέρουμε Ποιον δεν γνωρίζουμε, πια. Η εκκλησία ομολογεί ότι η αγάπη Του ορθοδοξοποιεί την αιρετικότητα, ότι χαίρεται τον Θεό της, που την ανατρέφει απολύτως συμπαθώς. Η εκκλησία είναι ένα κράτος ακατάληπτο, καν ανυπεράσπιστο από επιθέσεις εσωτερικών κι εξωτερικών πειρασμών, τους οποίους απορροφά, μεταβολίζει κι οικοδομείται εκ νέου. Ένα κράτος ίδιο και όλο και πιο νέο. Σαρκωμένες εικόνες-έσοπτρα του μέλλοντος αιώνος.

*

Ξαναπάω στην αρχή αυτής της ροής σκέψεων. Ξαναπάω στην εξαγγελία πολέμου, τάχα μου, και στο άσκοπον του μεταπρατισμού των «μεγάλων πληροφοριών» περί Θεού. Αποσυμπιέζω εξομολογητικά την κεκρυμμένη δήλωσή μου.

Ανησυχώ υπό του λογισμού μήπως πρέπει να ασχοληθώ πιο εντατικά με το γράψιμο. Και δεν ανησυχώ. Γιατί, παράλληλα, γνωρίζω ότι τα καλύτερα γράφτηκαν μ’ εσένα τρέχοντας να προλάβεις, ως χέρι, το κατεβατό του νου -όχι από στρατηγική επιμέλεια (τουλάχιστον όχι άμεση). Είναι ο πειρασμός: «βάλ’ τα σε μια τάξη κι επωφελήσου από αυτά». Είναι μιαρό όμως, να σου δίνουν ένα ποτήρι νερό από αγάπη και να πας να το πουλήσεις σε κάποιον που διψάει. Να σε ελεούν μ’ ένα πηγάδι κι εσύ να πουλάς «ποτήρια δροσιάς».

Τζάμπα δίδεται και μετα-δίδεται η ομορφιά23. [Παρηγοριέμαι: χάρις κατοικεί στο θαμμένο τενεκέ του μπαρμπα-Γιάννη (Μακρυγιάννη). Όλοι οι άλλοι, λίγο-πολύ, μελετάμε ιστορία, καταγράφουμε τις σημειώσεις μας και τις πουλάμε σε κομμένα δέντρα. Άλλοι είναι η ιστορία κι άλλοι μία ακόμα εταιρεία.]

Νιώθω λίγο σαν φιλόδοξος τσιγαροπώλης, όταν μου έρχονται αυτοί οι λογισμοί, που είναι ίσως επίπτωση της αστάθειάς μου «στα επαγγελματικά» -το υποσυνείδητό μου κάνει σχέδια χωρίς εμένα προεδρεύοντος και μου τα στέλνει ωσάν δια καταπέλτου. Αν τη φάω και πονέσω κατηγορώ άλλους για τη δεινή μου θέση. Είναι όμως απλά λογισμοί δειλού, δαρβινιστικά κακόμοιρου θα έλεγα: - Πάρτε ένα πακέτο… 5 ευρώ… ευχαριστώ πολύ, να ‘στε καλά… καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης24 (προφανώς τον τσιγαρέμπορο - βλ. τον εκδότη). Περισσότερο απ’ όλα, θέλω να κάνω κάτι στη ζωή μου, που δεν είναι για πούλημα. Κι αυτό το εργόχειρο-εργόγραφο εντέλει, θα το αφήσω στα χέρια κάποιου καλού συνανθρώπου μου να το διαχειριστεί όπως νομίζει, αν υπάρξει ποτέ αυτός. Δε με ενδιαφέρει κι ας με γαργαλάει η υπόθεση.

Κατά το «θα ζήσω τα λάθη μου», σε φιλολογικό-συγγραφικό επίπεδο, μου πήρε, π.χ., είκοσι χρόνια για να μπω στη νοοτροπία του «κρατάω το χειρόγραφο».  Και δεν είμαι και τόσο ζεστός ακόμα. Δεκαπέντε μέχρι την πρώτη δημοσίευση στο ευρύ κοινό. Και δεν είμαι και τόσο ζεστός ακόμα. Φείδομαι -παραδόξως σε σχέση με την έκταση των γραπτών μου- του χρόνου του (αναγνώστη). Σκάω μη τυχόν και βλάψω άθελά μου κάποιον. Έτσι, ήξερα ότι δεν μπορώ, έγραφα, ήξερα τί μου αρέσει, και τα πέταγα. Κι είναι παράσημο η απόδειξη της μη-πράξης, γιατί προσπαθούσα να είμαι τίμιος -κατά βάθος να μην είμαι ειδωλολάτρης κι υλιστής (με τον εαυτό μου και με τα χαρτιά του αντίστοιχα). Ίσως τελευταία να νιώθω πιο έντονα την ανάγκη, κάποια στιγμή, με το υλικό που έχω, να κάνω κάτι ενιαίο και συγκεκριμένο, που θα έχει κάποιο νόημα να τυπωθεί. Δεν είμαι και τόσο ζεστός ακόμα.

Το Αντίφωνο (ο Κώστας) με δέχεται ακόμα (πέντε χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση), κι είμαι ευγνώμων που δημοσιεύω δωρεάν σ’ έναν τόπο όπου ξέρω ότι οι άνθρωποι που τον διαβάζουν διαβάζουν γενικά -οι περισσότεροι από αυτούς και «σωστά», πιθανολογώ. Είμαι ευγνώμων ως συνδρομητής πρωτίστως, για τους τόμους που διαβάζουμε και τα πολυάριθμα οπτικοακουστικά που καταναλώνουμε κάθε χρόνο, με την αναμφίβολη ποιότητα του περιεχομένου και των δημοσιευόμενων προσώπων. Από εμένα τουλάχιστον, οι αναγνώστες επιβαρύνονται κάθε τόσο, με το περίπου ένα εικοστό του υλικού που διαλέγω κι επεξεργάζομαι από τις ιδιωτικές μουτζούρες μου. Στο περιοδικό γράφω από χόμπι. Αλλά γενικά γράφω απ’ ανάγκη (συνεννόησης). Γι’ αυτό και πετάω ιδέες και γραπτά (από ανάγκη: δεν βοηθούν στη συνεννόηση).

[Μνημονεύω κάτι σελίδες που κουβάλησα μαζί μου κάποτε, για να τις δώσω προς εξέτασιν στο γ. Βασίλειο της Ιβήρων, όταν είχα απλώς παρακολουθήσει μία ομιλία του και τον είχα συμπαθήσει. Θυμάμαι ότι πριν τον συναντήσω άνοιξα, στο μοναστήρι, ένα βιβλίο του. Θυμάμαι πόσο γρήγορα πέταξα τα χαρτιά με τις λογοτεχνίες μου (θυμάμαι επ’ αυτού τους Πλάτωνα/Σωκράτη). Μετά θυμάμαι άλλες λογοτεχνίες, που όμως τόλμησα να του δώσω, και τις παρατηρήσεις του: «Γιατί δε βάζεις αριθμούς στις σελίδες; Χάνομαι. Έχω φτάσει στο τάδε σημείο. Να γράφεις ελεύθερα. Διαβάζεις αρχαία; Είπα στον γέροντα να σου κάνει δώρο τον Αββά Ισαάκ. Δεν θα καταλαβαίνεις. Προχώρα όμως. Και, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις». Θυμάμαι τη σιωπή του, σε άλλες μεταγενέστερες λογοτεχνίες μου... Δε θυμάμαι άνθρωπο να με βοηθάει τόσο πολύ, με τόσες λιγοστές χειρονομίες. Θυμάμαι έναν άνθρωπο-κειμήλιο, που σήκωνε δεόντως -μου φάνηκε- όλες του τις ιδιότητες: την ιερατική, την καλογερική, την ποιμαντική, την διδασκαλική, την ελληνική.]

Είχα πάντα τα χάλια μου, πίστευα, φιλολογικώς και άλλως, και ήταν όντως έτσι. Είμαι καλά τώρα -και τότε ήμουν απλά δε το ‘νιωθα- ως χάλιας. Σκέφτομαι δε, ότι ο καθένας περιμένει μια φωνή, όπως κι εγώ περίμενα ενός άλλου. Μια φωνή που να του μιλάει για το πρόβλημα στη γλώσσα του. Αν έστω κι ένας περιμένει τη δική μου, σκέφτομαι, θα φωνάξω να τον φτάσει. Και μακάρι οι άσχετοι να μη με μάθουνε ποτέ, να μη τους ενοχλήσω, να μη σκανδαλιστούν. Αλλά δε γίνεται. Και πρέπει να μπω αναγκαστικά στη διαλεκτική: να πω πως δεν πιστεύω ότι επιφορτίστηκα να φέρω το φως σε κανένα (πόσω μάλλον όταν δεν πιστεύω πως έχω φως να δώσω), αλλά κάτι να κάνω τον εαυτό που έτσι κι αλλιώς του προσφέρω τέλος πάντων· να μου ρίξω λίγο αλάτι για να τρώγομαι, αν ποτέ τύχει κάποιος πεινασμένος στο δρόμο μου. Το γραπτό μου καθαυτό, δεν αμφιβάλλω ότι μπορεί να μοιάζει ελεεινό μορφολογικά, εκκεντρικό πληροφοριακά. Αυτό που λέω και με το παραπάνω, είναι πως κάτι σκέφτηκα εντέλει εκεί μόνος που σκεφτόμουνα. Πήρα το θάρρος και το δείχνω.

Και για κάτι τέτοιες μικρολεπτομέρειες του μικροβιακού σου φιλολογικού ηρωισμού, νιώθεις άνετα όταν παρουσιάζονται τα «θάνε καὶ ζήσῃ»25. Οι διατάσεις αυτοπαρακάμψεως, σε ειδικό και γενικό επίπεδο, αποφεύγουνε το κάταγμα του βαρύφορτου λόγου26. Αναπαύεσαι, κάνεις κωλοτούμπες μάλιστα (είδος κατάνυξης): έχεις αρκετή απ’ τη νεκρίλα ως προς τα του κόσμου (άρα υπολείπεσαι της αυτο- κι ετερο-εωσφορικότητας), έχεις ένδυμα αρκούντως «τελειωμένου», επαρκώς δυσείματου της κοσμικής λύσσας και ράφτρας των κακών, για να συναναστραφείς με τα μυστήρια του πρώτου των κεκοιμημένων27, του τελευταίου των νεκρών. Και να ‘ναι αυτό αληθινό, σφυγμομετρούμενο· κι όχι διασκευή προκαταλήψεων (βλ. θρησκεία). Αλλά, κι αν ὅ μὴ γένοιτο συμβεί και χαθείς, κι αντί για πρόσωπα και πράγματα βρεις φαντάσματα και στοιχειωμένους τόπους, ας θυμάσαι ότι έχεις άλλον ένα Φίλο, πέρα απ’ τους γνωστούς σου -που είναι εχθροί για να ‘χεις κι εσύ κάποιον ν’ αγαπήσεις, σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ορώμενοι. Αυτός είναι το θέμα μου. Αυτός με απασχολεί ευχαρίστως, γραπτώς και άλλως (κυρίως άλλως). Αυτός το πυρ κι η δρόσος των διανοήσιμων, ενεργήσιμων και προσευχήσιμων.

Αποτυχία δεν είναι λοιπόν ένα ποσοστό επίδοσης ενός εγχειρήματος. Αλλά το ότι δεν το έζησες παρέα με τον Λόγο Του. Ακόμα. Ο Λόγος είναι η ανάδειξη πως όλες οι αποτυχίες στη σειρά επέτυχαν να φθάσουνε στον συντονισμό με την «επιτυχία» Του. Επιτυχία είναι η αποτυχία κι ἐν ταύτῃ ἐγὼ ἐλπίζω. Και εις κατώτερα.

Βιβλιογραφία και Σημειώσεις

1. βλ. Διονύσιο Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Κλίμακος, Μάξιμο Ομολογητή, Ισαάκ Σύρο. Εν ολίγοις, σπουδάζοντας πάνω στην ανθρωπολογία των θεολόγων, το πραχθέν δεν ταυτίζεται με το ον, αλλά το τελευταίο είναι η προαίρεσή του -αυτή πράττει.

2. βλ. Α’ Τιμ. 6.15 & Αποκ. 17.14

3. Γιαμαμότο Τσουνέτομο, Χαγκάκουρε/11.6 (Παπασωτηρίου, 2009, σ. 234)

4. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, τ. 16, Ιωάννου Σιναΐτου Κλίμαξ/ΚΘ.Γ (ΕΠΕ, 1996, σ. 530): αὕτη οὖν ἡ τελεία τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης […]

5. Στοχασμοί/72 (Πουρναρά, 1976, σελ. 83)

6. Λουκ. 23.41: καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν […]

7.1.2.3. Χάριν σεβασμού στη βαρύτητα των γραφέντων, παραθέτω ολόκληρα τα χωρία:

Ματθ. 11.29: ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν.

Ιω. 15.5: ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.

Ιω. 14.26: ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν.

8. Ματθ. 25.2        

9. Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Πόθεν η Λέξη Τραγουδώ; via Σολωμός (Προλεγόμενα Κριτικά Στάη - Πολυλά - Ζαμπέλιου (Γαβριηλίδης, 2004, σ. 166): Αναμένεις επαίνους κι επιβοήματα; Ρυπαίνεις χάρτην! Η μέθη της φιλαυτίας, η έξαψις της δοξοκοπίας σου, η βιβλιοκριτική κολακεία, δέκα βάναυσα χειροκροτήματα, όχι, δεν ισχύουσιν ουδ’ όσον ν’ ανεγείρωσιν εν ώρα κρίσεως το πήλινον σκέπασμα του τάφου σου!

10. Μεγάλη Πέμπτη Εσπέρας, Εἰς τὰ Ἀπόστιχα

11. Λουκ. 15.16/Παραβολή του Ασώτου

12. Ιω. 8.10. Ο τρόπος που πιάνει συζήτηση με την συράμενη γυναίκα προς λιθοβολισμό, για τον οποίο δεν πήραν ευλογία τελικά, δείχνει την ελαφρότητα του Χριστού, που έχει ώστε ως πραΰθυμος ἀνὴρ να λειτουργεί ως καρδίας ἰατρός, κατά το Παροιμιακό (14.30). Βλέπεις ξεκάθαρα ότι συχνά, ο Κύριος, μασάει την τροφή των παιδιών Του, και συλλογιζόμουν τούτο κάθε φορά που ξαναδιαβάζω το «τίνα δὲ ἐξ ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ υἱὸς ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; ἢ καὶ ἰχθύν, μὴ ἀντὶ ἰχθύος ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ; Και, στην κορύφωση της τεταπεινωμένης ποιητικής, που αναζητά να ξεκαθαρίσει στον άνθρωπο το καλό και συμφέρον του: ἢ καὶ ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν, μὴ ἐπιδώσει αὐτῷ σκορπίον; (11.11-12) «Αντί γι’ αυγό σκορπιό;» Ταπείνωση! Φρουτόκρεμα!

13. Β’ Πε. 3.13: καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ.

14. κάπου στο Περί Μέθης

15. Β’ Πε. 1.4

16. Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί/ΚΒ’ 121-135 (Ι. Μ. Ιβήρων, 2012, σ. 423): Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι οἱ ἐν τῇ γεέννῃ κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται· καὶ τί πικρὸν καὶ σφοδρόν, τὸ τῆς ἀγάπης κολαστήριον! Τουτέστιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ᾐσθάνθησαν ὅτι εἰς τὴν ἀγάπην ἔπταισαν, μείζονα τὴν κόλασιν ἔχουσι πάσης φοβουμένης κολάσεως.

17. Ματθ. 13.44       

18. Αββά Ισαάκ ό.π., ΞΓ’ 165-9,180-2 (σ. 756): Καὶ παραχωρεῖ πεμφθῆναι αὐτῷ πειρασμοὺς ἱκανοὺς πρὸς τὸ μέτρον αὐτοῦ τοῦ βαστάξαι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς πειρασμοῖς προσεγγίζει αὐτῷ ἡ ἀντίληψις αὐτῆς αἰσθητικῶς, ἵνα θαρρήσῃ ἕως ἂν μικρὸν καὶ μικρὸν γυμνασθῇ καὶ κτήσηται σοφίαν [...]καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ μέτρα τοῦ τελείου ἀνδρός ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ ἐλπίδι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὑψοῦται πρὸς τὴν ἀγάπην […]

19. Εγκώμια Μ. Παρασκευής/Στάσις Γ’

20. ό.π., Κλίμαξ ΚΣΤ’ Α/ΜΔ (ό.π., σ. 422): «Ἔστι παρὰ τοῖς πνευματικοῖς πολλάκις τινὰ εὐτελέστατα πάθη ἐκ Θεοῦ οἰκονομικῶς καταλιμπανόμενα, ἵνα […] ἑαυτοὺς λίαν καταμεμφόμενοι, πλοῦτον ἄσυλον ταπεινοφροσύνης κτήσωνται».

21. Φιλοκαλία ό.π., τ.19Α (1983, σ. 38)/Νικήτα Στηθάτου, Βίος και Πολιτεία του Αγίου πατρός Συμεών του Νέου Θεολόγου /3.23-6: […]πᾶσα ψυχὴ τρωθεῖσα τοῖς οὐρανίοις κάλλεσι καὶ τῆς ἐκεῖθεν δόξης […]τῆς τῶν ὁρωμένων ἀπάτης εὐκόλως καταφρονεῖ […]

22. ό.π., τ.19Ε (1990, σ. 154)/Θείοι Έρωτες, ΙΕ: […]εἷς γινόμεθα οἶκος, τουτέστι πάντες συγγενεῖς, ἀδελφοί σου οἱ πάντες […]

23. Ματθ. 10.8: […]δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

24. Λουκ. 15.15: […]καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.

25. Φιλοκαλία ό.π., τ.19Γ/Ηθικός Λόγος ΙΑ.2 (σ. 180): […]διὰ θανάτου γὰρ τοῦ κατὰ πρόθεσιν ᾠκονόμησεν ὁ Θεὸς τὴν ζωὴν λαμβάνειν ἡμᾶς τὴν αἰώνιον. Θάνε καὶ ζήσῃ. Οὐ βούλει; Καὶ ἰδού σὺ νεκρός.

26. Ιω. 6.60: Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;

27. Α’ Κορ. 15.20-1: Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. ἐπειδὴ γὰρ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν.

 

Ο πίνακας που πλαισιώνει το κείμενο είναι έργο του Odilon Redon, 1910

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ