
Η ελληνική γλώσσα, στην κορυφαία της πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση μέσα από το κείμενο της θείας λειτουργίας, δεν αποτελεί ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ένα μυσταγωγικό όχημα υψηλής αισθητικής. Η χρήση της ελληνιστικής κοινής και της βυζαντινής υμνολογίας συνιστά ένα ζωντανό μνημείο παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης, το οποίο διασώζει τη γλωσσική συνέχεια του ελληνισμού επί αιώνες. Η απόπειρα αντικατάστασης αυτού του λόγου από τη σύγχρονη δημοτική ή, ακόμη χειρότερα, τη δημώδη γλώσσα, απειλεί να απογυμνώσει τη λατρεία από το πνευματικό της βάθος και να υποβιβάσει το ιερό στο επίπεδο του καθημερινού. Η γοητεία του πρωτοτύπου έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να αποσπά τον πιστό από τη ρουτίνα της υλικής πραγματικότητας και να τον οδηγεί σε έναν χώρο υπερβατικό και λατρευτικό.
Η αρχιτεκτονική του λόγου στη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και στα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα μέρη της, διακρίνεται για την εντελή νοηματική ακρίβεια και την ποιητικότητά της. Ο Χρυσόστομος ειδικότερα, κάτοχος μιας κλασικής ρητορικής δεινότητας, σμίλευσε τις ευχές και τους ύμνους με τέτοιον τρόπον ώστε κάθε λέξη να φέρει ένα ακριβές θεολογικό βάρος, αποκλείοντας κάθε ασάφεια ή δογματική παρερμηνεία. Έτσι προέκυψε ένα κείμενο με εσωτερικό ρυθμό, μέτρο και μουσικότητα, όπου οι αντιθέσεις, τα σχήματα λόγου και η ηχητική υποβολή των αρχαϊκών συμπλεγμάτων δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα κατάνυξης. Φράσεις όπως το: Τα σα εκ των σων ή το: Τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα, εμπεριέχουν έναν ποιητικό γλυκασμό και μια λαμπρότητα την οποία η πεζότητα των σύγχρονων γλωσσικών ιδιωμάτων αδυνατεί να προσεγγίσει.
Η απόδοση αυτών των εννοιών στη νεοελληνική οδηγεί αναπόφευκτα σε μια οδυνηρή νοηματική έκπτωση και αισθητική αλλοίωση. Όταν η Ευχαριστία αποδίδεται ως μια απλή: «Ευχαρίστηση», το Πρόσχωμεν ως ένα τυπικό: «Ας προσέξουμε», ή το Σαρκωθέντα ως: «…που έγινε άνθρωπος», χάνεται όλη η δογματική διάσταση και η εσωτερική εγρήγορση που απαιτεί η περίσταση. Η εκκλησιαστική γλώσσα διατηρεί σκόπιμα μιαν απόσταση από την τρέχουσα λαλιά, όχι για να απομακρύνει τον πιστό, αλλά για να δηλώσει το άρρητο και το μυστικό. Η χρήση της δημώδους γλώσσας θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ του ιερού και του ανίερου, μετατρέποντας μιαν ουράνια μυσταγωγία σε μια κοινή, άνευρη και σχεδόν απλοϊκή εκφώνηση.
Το επιχείρημα ότι η γλωσσική αυτή ιεροπρέπεια, δεν είναι πλήρως κατανοητή από τον σύγχρονο άνθρωπο παραβλέπει τον βιωματικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης λατρείας. Η θεία λειτουργία δεν απευθύνεται μόνο στον ορθό λόγο, αλλά βιώνεται και μέσω της καρδίας και του πνεύματος, ενώ η συχνή ακρόαση καθιστά τις βασικές ευχές οικείο κτήμα του πιστού. Η εκκλησία αποσκοπεί στην υπαρξιακή ανύψωση του ανθρώπου προς τη σφαίρα του θείου και του υπερβατικού, αρνούμενη να εγκλωβίσει την ιερότητα στα στενά όρια της εφήμερης πεζότητας χάριν μιας απλουστευτικής και χρησιμοθηρικής κατανόησης. Η διάσωση της αυθεντικής λειτουργικής γλώσσας αποτελεί μέλημα ολκής, καθώς συνιστά τη ζωντανή γέφυρα που μας συνδέει με τις ρίζες, την ιστορία και το κάλλος της ελληνικής γραμματείας.
Η οργανική μάλιστα σχέση αυτής της ευρύτερης λειτουργικής γλώσσας της εκκλησίας με τη βυζαντινή μουσική, αποτελεί ένα ακόμη αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της ανάγκης για διατήρηση του πρωτοτύπου της κειμένου. Η ψαλτική τέχνη δεν αναπτύχθηκε ανεξάρτητα, αλλά γεννήθηκε, σμιλεύτηκε και εξελίχθηκε ως το ένδυμα αυτού ακριβώς του γλωσσικού ιδιώματος. Υπάρχει μια απόλυτη, σχεδόν μαθηματική και εσωτερική, αρμονία ανάμεσα στον τονισμό των αρχαιοπρεπών λέξεων, τη διάρκεια των συλλαβών και τις μουσικές γραμμές των βυζαντινών μελωδημάτων. Οι συνθέτες των ιερών ύμνων βασίστηκαν στον εσωτερικό ρυθμό και την ποιητική δομή της ελληνιστικής κοινής για να δημιουργήσουν τις θέσεις και τα μέλη της οκτωηχίας. Οποιαδήποτε βίαιη απόσπαση του κειμένου από τη μουσική του μήτρα και αντικατάστασή του από τη δημοτική, θα επέφερε μια ολοκληρωτική αισθητική δυσαρμονία, καθώς ο πεζός ρυθμός της σύγχρονης λαλιάς αδυνατεί να ισορροπήσει πάνω στις παραδοσιακές μουσικές κλίμακες, μετατρέποντας το ιερό μέλος σε ένα άρρυθμο και ξένο άκουσμα.
Έναντι αυτού του πλούτου, οι υποστηρικτές της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας στη γενικότερη λατρεία, προβάλλουν το επιχείρημα της προσιτότητας σε αυτήν ̇ μια θέση η οποία, αν και ξεκινά από μια κατανοητή ποιμαντική μέριμνα για την προσέλευση των πιστών, κρίνεται τελικά επιφανειακή και άστοχη. Μολονότι συμμεριζόμαστε την πρόθεσή τους να καταστήσουν το θείο μήνυμα πιο φιλικό, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι η θεία λειτουργία - καθώς και τα υμνολογικά και δογματικά ένθετα - δεν είναι ένα φροντιστήριο ιδεών ούτε μια τετριμμένη διάλεξη, που απαιτεί αποκλειστικά εγκεφαλική και ορθολογική επεξεργασία. Η γλωσσική απλούστευση, παρά τις αγαθές προθέσεις των εισηγητών της, υποτιμά το πνευματικό και αισθητικό κριτήριο του σύγχρονου ανθρώπου, θεωρώντας τον εσφαλμένα ανήμπορο να μυηθεί σε ένα περισσότερο λόγιο γλωσσικό περιβάλλον. Η διέξοδος στην έλλειψη εξοικείωσης με το περιβάλλον αυτό, δεν είναι η πνευματική απίσχναση του κειμένου, αλλά η καλλιέργεια και η παιδεία του πιστού, ώστε να μπορεί να κοινωνεί το κάλλος της παράδοσής του στην αυθεντική και αλώβητη μορφή του.
Τελειώνοντας, η διατήρηση της αυτούσιας γλώσσας της λειτουργικής εκκλησιαστικής γλώσσας δεν συνιστά μια στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μια πράξη διανοητικής αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική ισοπέδωση της εποχής μας. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου ο λόγος, κυρίως μέσα από την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει μετατραπεί σε ένα εργαλείο εφήμερο, τυποποιημένο, ξύλινο και βαθύτατα απρόσωπο, η βυζαντινή υμνολογική γλώσσα γλώσσα πιο συγκεκριμένα, ορθώνεται ως ένα αντίδοτο υπαρξιακής αλλοτρίωσης. Εκεί όπου η ψηφιακή καθημερινότητα παράγει έναν λόγο απογυμνωμένο από το βίωμα, που καταναλώνεται βεβιασμένα εγγαστριμυθώντας κοινοτοπίες, η εκκλησιαστική πατερική γραμματεία προσφέρει μιαν όαση νοηματικού βάθους και αισθητικού κάλλους. Η περιωπή αυτού του λόγου έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιδιώκει να περιοριστεί στη διάχυση μιας ενημέρωσης, αλλά να αναπλάσει εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, προσφέροντάς του μια σφύζουσα πύλη εισόδου στο πεδίο του άχρονου. Η διαφύλαξη αυτής της μυσταγωγικής γοητείας, μακριά από τις απλοποιήσεις της δημοτικής ή της εκλαϊκευμένης γλώσσας, αποτελεί τελικά τη διατήρηση μιας ρέουσας πηγής νοημάτων, όπου ο λόγος παραμένει τέχνη, η επικοινωνία γίνεται κοινωνία και ο άνθρωπος ανασυγκροτεί την υπαρξιακή του πληρότητα.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας έργο των Πέτρου & Ιωάννη Βαμπούλη.
*Ο Πέτρος Φαραντάκης ειναι εκπαιδευτικός και Δρ Φιλοσοφίας.