
Η ελληνική γλώσσα, στην κορυφαία της πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση μέσα από το κείμενο της θείας λειτουργίας, δεν αποτελεί ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ένα μυσταγωγικό όχημα υψηλής αισθητικής. Η χρήση της ελληνιστικής κοινής και της βυζαντινής υμνολογίας συνιστά ένα ζωντανό μνημείο παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης, το οποίο διασώζει τη γλωσσική συνέχεια του ελληνισμού επί αιώνες. Η απόπειρα αντικατάστασης αυτού του λόγου από τη σύγχρονη δημοτική ή, ακόμη χειρότερα, τη δημώδη γλώσσα, απειλεί να απογυμνώσει τη λατρεία από το πνευματικό της βάθος και να υποβιβάσει το ιερό στο επίπεδο του καθημερινού. Η γοητεία του πρωτοτύπου έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να αποσπά τον πιστό από τη ρουτίνα της υλικής πραγματικότητας και να τον οδηγεί σε έναν χώρο υπερβατικό και λατρευτικό.
Η αρχιτεκτονική του λόγου στη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και στα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα μέρη της, διακρίνεται για την εντελή νοηματική ακρίβεια και την ποιητικότητά της. Ο Χρυσόστομος ειδικότερα, κάτοχος μιας κλασικής ρητορικής δεινότητας, σμίλευσε τις ευχές και τους ύμνους με τέτοιον τρόπον ώστε κάθε λέξη να φέρει ένα ακριβές θεολογικό βάρος, αποκλείοντας κάθε ασάφεια ή δογματική παρερμηνεία. Έτσι προέκυψε ένα κείμενο με εσωτερικό ρυθμό, μέτρο και μουσικότητα, όπου οι αντιθέσεις, τα σχήματα λόγου και η ηχητική υποβολή των αρχαϊκών συμπλεγμάτων δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα κατάνυξης. Φράσεις όπως το: Τα σα εκ των σων ή το: Τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα, εμπεριέχουν έναν ποιητικό γλυκασμό και μια λαμπρότητα την οποία η πεζότητα των σύγχρονων γλωσσικών ιδιωμάτων αδυνατεί να προσεγγίσει.
Η απόδοση αυτών των εννοιών στη νεοελληνική οδηγεί αναπόφευκτα σε μια οδυνηρή νοηματική έκπτωση και αισθητική αλλοίωση. Όταν η Ευχαριστία αποδίδεται ως μια απλή: «Ευχαρίστηση», το Πρόσχωμεν ως ένα τυπικό: «Ας προσέξουμε», ή το Σαρκωθέντα ως: «…που έγινε άνθρωπος», χάνεται όλη η δογματική διάσταση και η εσωτερική εγρήγορση που απαιτεί η περίσταση. Η εκκλησιαστική γλώσσα διατηρεί σκόπιμα μιαν απόσταση από την τρέχουσα λαλιά, όχι για να απομακρύνει τον πιστό, αλλά για να δηλώσει το άρρητο και το μυστικό. Η χρήση της δημώδους γλώσσας θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ του ιερού και του ανίερου, μετατρέποντας μιαν ουράνια μυσταγωγία σε μια κοινή, άνευρη και σχεδόν απλοϊκή εκφώνηση.
Το επιχείρημα ότι η γλωσσική αυτή ιεροπρέπεια, δεν είναι πλήρως κατανοητή από τον σύγχρονο άνθρωπο παραβλέπει τον βιωματικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης λατρείας. Η θεία λειτουργία δεν απευθύνεται μόνο στον ορθό λόγο, αλλά βιώνεται και μέσω της καρδίας και του πνεύματος, ενώ η συχνή ακρόαση καθιστά τις βασικές ευχές οικείο κτήμα του πιστού. Η εκκλησία αποσκοπεί στην υπαρξιακή ανύψωση του ανθρώπου προς τη σφαίρα του θείου και του υπερβατικού, αρνούμενη να εγκλωβίσει την ιερότητα στα στενά όρια της εφήμερης πεζότητας χάριν μιας απλουστευτικής και χρησιμοθηρικής κατανόησης. Η διάσωση της αυθεντικής λειτουργικής γλώσσας αποτελεί μέλημα ολκής, καθώς συνιστά τη ζωντανή γέφυρα που μας συνδέει με τις ρίζες, την ιστορία και το κάλλος της ελληνικής γραμματείας.
Η οργανική μάλιστα σχέση αυτής της ευρύτερης λειτουργικής γλώσσας της εκκλησίας με τη βυζαντινή μουσική, αποτελεί ένα ακόμη αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της ανάγκης για διατήρηση του πρωτοτύπου της κειμένου. Η ψαλτική τέχνη δεν αναπτύχθηκε ανεξάρτητα, αλλά γεννήθηκε, σμιλεύτηκε και εξελίχθηκε ως το ένδυμα αυτού ακριβώς του γλωσσικού ιδιώματος. Υπάρχει μια απόλυτη, σχεδόν μαθηματική και εσωτερική, αρμονία ανάμεσα στον τονισμό των αρχαιοπρεπών λέξεων, τη διάρκεια των συλλαβών και τις μουσικές γραμμές των βυζαντινών μελωδημάτων. Οι συνθέτες των ιερών ύμνων βασίστηκαν στον εσωτερικό ρυθμό και την ποιητική δομή της ελληνιστικής κοινής για να δημιουργήσουν τις θέσεις και τα μέλη της οκτωηχίας. Οποιαδήποτε βίαιη απόσπαση του κειμένου από τη μουσική του μήτρα και αντικατάστασή του από τη δημοτική, θα επέφερε μια ολοκληρωτική αισθητική δυσαρμονία, καθώς ο πεζός ρυθμός της σύγχρονης λαλιάς αδυνατεί να ισορροπήσει πάνω στις παραδοσιακές μουσικές κλίμακες, μετατρέποντας το ιερό μέλος σε ένα άρρυθμο και ξένο άκουσμα.
Έναντι αυτού του πλούτου, οι υποστηρικτές της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας στη γενικότερη λατρεία, προβάλλουν το επιχείρημα της προσιτότητας σε αυτήν ̇ μια θέση η οποία, αν και ξεκινά από μια κατανοητή ποιμαντική μέριμνα για την προσέλευση των πιστών, κρίνεται τελικά επιφανειακή και άστοχη. Μολονότι συμμεριζόμαστε την πρόθεσή τους να καταστήσουν το θείο μήνυμα πιο φιλικό, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι η θεία λειτουργία - καθώς και τα υμνολογικά και δογματικά ένθετα - δεν είναι ένα φροντιστήριο ιδεών ούτε μια τετριμμένη διάλεξη, που απαιτεί αποκλειστικά εγκεφαλική και ορθολογική επεξεργασία. Η γλωσσική απλούστευση, παρά τις αγαθές προθέσεις των εισηγητών της, υποτιμά το πνευματικό και αισθητικό κριτήριο του σύγχρονου ανθρώπου, θεωρώντας τον εσφαλμένα ανήμπορο να μυηθεί σε ένα περισσότερο λόγιο γλωσσικό περιβάλλον. Η διέξοδος στην έλλειψη εξοικείωσης με το περιβάλλον αυτό, δεν είναι η πνευματική απίσχναση του κειμένου, αλλά η καλλιέργεια και η παιδεία του πιστού, ώστε να μπορεί να κοινωνεί το κάλλος της παράδοσής του στην αυθεντική και αλώβητη μορφή του.
Τελειώνοντας, η διατήρηση της αυτούσιας γλώσσας της λειτουργικής εκκλησιαστικής γλώσσας δεν συνιστά μια στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μια πράξη διανοητικής αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική ισοπέδωση της εποχής μας. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου ο λόγος, κυρίως μέσα από την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει μετατραπεί σε ένα εργαλείο εφήμερο, τυποποιημένο, ξύλινο και βαθύτατα απρόσωπο, η βυζαντινή υμνολογική γλώσσα γλώσσα πιο συγκεκριμένα, ορθώνεται ως ένα αντίδοτο υπαρξιακής αλλοτρίωσης. Εκεί όπου η ψηφιακή καθημερινότητα παράγει έναν λόγο απογυμνωμένο από το βίωμα, που καταναλώνεται βεβιασμένα εγγαστριμυθώντας κοινοτοπίες, η εκκλησιαστική πατερική γραμματεία προσφέρει μιαν όαση νοηματικού βάθους και αισθητικού κάλλους. Η περιωπή αυτού του λόγου έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιδιώκει να περιοριστεί στη διάχυση μιας ενημέρωσης, αλλά να αναπλάσει εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, προσφέροντάς του μια σφύζουσα πύλη εισόδου στο πεδίο του άχρονου. Η διαφύλαξη αυτής της μυσταγωγικής γοητείας, μακριά από τις απλοποιήσεις της δημοτικής ή της εκλαϊκευμένης γλώσσας, αποτελεί τελικά τη διατήρηση μιας ρέουσας πηγής νοημάτων, όπου ο λόγος παραμένει τέχνη, η επικοινωνία γίνεται κοινωνία και ο άνθρωπος ανασυγκροτεί την υπαρξιακή του πληρότητα.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας έργο των Πέτρου & Ιωάννη Βαμπούλη.
*Ο Πέτρος Φαραντάκης ειναι εκπαιδευτικός και Δρ Φιλοσοφίας.



Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
Τό νεοελληνικό κράτος ἐξόρισε ἀπό τήν παιδεία φιλοσοφία καί φιλοκαλία καί κούφωσε τούς πολίτες ἀπό ὅτι συνιστοῦσε τήν ἀναστάσιμη δόξα τοῦ ἔθνους μας. Ἀφαίρεσε τούς «μελιρρύτους ποταμούς» «ὑδάτων ψυχοτρόφων». Ἡ γλώσσα ἐξυπηρετεῖ πιά μιά ἔρπουσα βιοτική συνθήκη. Ἡ ἀφαίμαξη τῆς γλώσσας ἀπό τήν ἀποθησαυρισμένη σοφία, εἶναι μιά συνθήκη λήθης πού ἀντικαταστᾶ τά πρόσωπα μέ νούμερα καί ἐξυπηρετεῖ δόλιες καί ἀνθρωποκτόνες κερδοφορίες . «Τέτοιες λέξεις: Τέτοιες ψυχές» γράφει ὁ ποιητής Γ. Θέμελης γιά νά συνειδητοποιήσουμε πώς ἀδειάζοντας τή γλώσσα, ἀδειάζουμε τό εἶναι μας. Ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα θά μπορούσε νά ἀποτελέσει ἕναν ἄξονα ἐνηλικίωσης τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας καί ἀπολύτρωσής της ἀπό τόν εὐνουχισμό πού τῆς ἐπέβαλε τό χρηστικό ἐπικοινωνιακό μοντέλο τῆς ἀγορᾶς, ἐπανακεντρίζοντάς την στήν ὀντολογική ρίζα τῆς ὕπαρξης. Τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι λόγοι πού ὁδηγοῦν στήν διαπίστωση αὐτή.
• Ὁ πρῶτος ἔχει νά κάνει μέ τό ὅτι ἡ νεοελληνική γλώσσα δέν ἔχει ἀπομακρυνθεῖ σημαντικά ἀκόμα ἀπό τή γλώσσα τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
• Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νά κάνει μέ τό ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐκκλησίας εἶναι εὔκολα ἀναγνωρίσιμη ἀπό τόν νοῦ ἀλλά καί ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἕλληνα. Ἡ διπλή αὐτή προσληψιμότητα τόν θρέφει συνολικά, μεταγγίζοντας του ταυτόχρονα σιωπή καί λόγο, δηλαδή τρόπο ὕπαρξης.
• Καί ὁ τρίτος λόγος ἀφορᾶ τήν ἀναγωγική δυναμική τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας. Ὡς γλώσσα ἀναφερόμενη πρός τόν Θεό, συνέχει ὅλα τά νοήματα, φωτισμένα καί ἐκτεινόμενα δυναμικά πρός τά δυσθεώρητα ὕψη τοῦ πνεύματος. Εἶναι μιά ἄνω-θρώσκουσα γλώσσα πού ἀποτελεῖ λόγο γιατί ἁλιεύει τό βάθος τῆς ὕπαρξης ἐναρμονίζοντάς το μέ τόν Θεό-Λόγο. Καλλιεργεῖ καί διευρύνει ὄχι μόνο τή γλωσσική ἱκανότητα ἀλλά κυρίως τήν ἀντιληπτικότητα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς, ὡριμάζοντας μιά συνειδησιακή πληρότητα πού ὁδηγεῖ σέ οὐσιαστικότερη κοινωνία καί ἐπικοινωνία. Παύουν τά χείλη τῶν ἀνθρώπων νά λαλοῦν «ἄδικα φράγματα». Τά ἱερά ἄσματα φωταγωγοῦν νοητά ἅλματα τῆς γλώσσας, ὄχι στή χρηστική ἐπιφάνεια, ἀλλά στό ὀντολογικό βάθος τῆς ὕπαρξης πού ἐκ Θεοῦ ἔχει κληθεῖ νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τόν κόσμο.
Ὡς σέ κρυφά σχολειά, οἱ «σημαντόρες» ἄνεμοι τῆς Κυριακῆς ἐπιμένουν μέ τά γλωσσικά ἀντίδοτα τῆς ὑμνογραφίας σέ μιά «ἄσκηση φιλαληθείας». Σέ μιά ἑλληνική πού δέν εἶναι ἁπλῶς γλώσσα ἀλλά λόγος, δηλαδή «ἐπιούσιος» τρόπος βίου. Ἑλληνικά μέ πρωταρχική κίνηση στό ἀλφάβητό τους τό ἄναμα τοῦ κεριοῦ, καί τόν ἡσυχασμό τῆς ὕπαρξης ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες. Ἑλληνικά πού ὡς ἀγωγός χάριτος ἀνάγουν μέ ποιητικό τρόπο τίς ἀντιθέσεις σέ βαθύτερες συνθέσεις μέσα ἀπό ἕνα πλούσιο ἐξεικονιστικό πλαίσιο, μέ συνηχήσεις καί ἐπαναλήψεις συντακτικῶν δομῶν, μέ συμμετρία νοημάτων καί λογικῶν σχημάτων, μέ λόγο πού δέν ἐξαντλεῖται μόνο στή γλώσσα, ἀλλά ἀγκαλιάζει τήν ἀρχιτεκτονική δομή, τά ἄμφια, τά ἱερά σκεύη, τό τυπικό, προσδίδοντας στό κάθε τι ἀναγωγικό δυναμισμό λόγου πρός τόν Θεό-Λόγο.
Αὐτήν τήν ἀναγωγική ἐνηλικίωση χρειάζεται νά ἐπανακτήσει καί ὁ λόγος τῆς ζωῆς μας ὥστε νά ἐπανακτήσει καί ὁ γλωσσικός παλμός τή δυνατότητα νά μεταφέρει τό πνευματικό ὁξυγόνο σέ κάθε κύτταρο τῆς ὕπαρξης.
Πολύ καλό, ἐξαιρετικό θἄλεγα, τό κείμενο τοῦ κ. Πέτρου Φαραντάκη! Κι ἐγώ πιστεύω ὅτι ἡ γλωσσική ἁπλούστευση τῆς Λειτουργικῆς γλώσσας συνεπάγεται ἀφεύκτως καί γλωσσική ἐκπτώχευση καί διανοητική ἐκπτώχευση, ἀφοῦ γλῶσσα καί σκέψη συνάπτονται ἀρρήκτως. Ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, φτωχύναμε πολύ μέ τήν κατάργηση τῶν ἀρχαίων.
Ἀλλ’ἀκόμη θά προκαλέσει καί πνευματική ἐκπτώχευση, ὅπως συναφῶς ἀποφαίνεται καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ὅτι τυχόν ἀλλοίωση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς Λειτουργικῆς γλώσσας θά συνεπιφέρει ἀνυπολόγιστη ζημία στόν πιστό.
Τό ζητούμενο ἐν τέλει δέν (πρέπει νά) εἶναι νά κατεβάσουμε τό ἐπίπεδο τῆς Λειτουργικῆς γλώσσας στό ἐπίπεδο τοῦ πιστοῦ, ἀλλά νά ἀνεβάσουμε τό ἐπίπεδο τοῦ πιστοῦ στό ἐπίπεδο αὐτῆς.
Για το θέμα της γλωσσικής μορφής έγινε μια συζήτηση στο φιλόξενο “Αντίφωνο” προ τριμήνου πάνω σε μια περσινή συζήτηση (https://antifono.gr/apantiseis-se-erotimata-latreftikou-endiaferontos/), στην οποία, μεταξώ των άλλων, συμμετείχαν ο κ. Σχοινάς και η ταπεινότητά μου.
Εξέφρασα εκεί μια διαφορετική άποψη για τη γλωσσική μορφή των λειτουργικών και υμνολογικών κειμένων από τον συντάκτη κι από τους δύο πρώτους σχολιαστές του παρόντος άρθρου.
Πάνω απ’ όλα, κι από την ελληνική γλώσσα που έχει εξαγιαστεί ως η γλώσσα του δόγματος και της λατρείας για δυο χιλιάδες χρόνια, προέχει το Σώμα της Εκκλησίας, το Σώμα του ζώντος Χριστού που αυτό έχει τον τελικό λόγο όσον αφορά τα της λατρείας· το Σώμα αυτό εκφράζεται μέσω των Αγίων, των μελών του δηλαδή που έχουν φτάσει στη θέωση, “βλέπουν” τον Θεό «γνωστῶς καὶ εὐαισθήτως». Οι ἐν Θεῷ εμπειρίες των σύγχρονών μας Αγίων κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με αυτές των Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων της Εκκλησίας… Μόνο αυτοί μπορούν να καταλάβουν εις βάθος και με πληρότητα τα λειτουργικά και υμνολογικά κείμενα, και άρα να τα μεταφράσουν ή να τα διασκευάσουν (όπως έκαναν και οι άγιοι Ιάκωβος αδελφόθεος, Βασίλειος ο μέγας, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος ο Διάλογος), και στη μεταφορά αυτή να μη χαθεί το βάθος και τα μυστικά νοήματα των κειμένων, που μόνο λίγοι μπορούν να τ’ αντιληφθούν. Και αυτό, αν η εκκλησιαστική κοινότητα έχει όντως ανάγκη αυτής τη μετάφρασης ή διασκευής.
Στα επιχειρήματα του αρθρογράφου του παρόντος έρθρου ξαναγράφω για τον Παπαδιαμάντη, που μετείχε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και θήλασε την υμνογραφία της κι απέδωσε αριστουργηματικά μέρος του 83ου Ψαλμού, αναφέροντάς τον στον Χριστό: “Και πάλι κίνησα να ‘ρθω, Χριστέ μου, στην αυλή σου…” αποδεικνύοντας έτσι πως η δημοτική μπορεί.
Και πρόσθεσα: “Το θέμα δεν είναι η μορφή της γλώσσας (πχ, η δημοτική) αλλ’ η μετοχή στη χάρη του Θεού”, στη χάρη του Αγίου Πνεύματος που “ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας”.
Ας μην αναλωνόμαστε λοιπόν σε διαπιστώσεις και θρήνους για την “κατάντια” της δημοτικής αλλ’ ας προσευχόμαστε στον Θεό ν’ αναδείξει θεοφόρα μέλη της Εκκλησίας στην εποχή μας, στο ύψος των παλαιών Αγίων, οι οποίοι θα μπορέσουν να εκφράσουν την εμπειρία της Εκκλησίας με τρόπο και γλωσσική μορφή σύγχρονα.
«Οἱ Ἕλληνες διά τῆς φιλοσοφίας ἔφθασαν εἰς τά ὑψηλότερα δυνατά ὅρια ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καί διά τῆς γλώσσης ἐπαρουσίασαν τήν τελειοτέραν δυνατήν μορφήν ἐκφράσεως τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Τήν μορφήν ταύτην τῆς ἐκφράσεως προσέλαβε καί ἐχρησιμοποίησε κατά Πρόνοιαν Θεοῦ εἰς τήν λατρείαν ἐπί δύο χιλιετίες ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…Ἡ ἐπί τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καί καθαγιασθεῖσα γλῶσσα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἥτις δύναται νά χαρακτηρισθῇ καί ὡς κατηγόρημα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, εἶναι ἀδύνατον νά ἀντικατασθῇ, ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας. Διά τούς λόγους τούτους εἴμεθα κατηγορηματικῶς πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ χρῆσις τῆς παραδεδομένης Λειτουργικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἀκολουθίαις∙ οὐδόλως ὑπάρχει ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως αὐτῆς ὑπό τῆς γλώσσης τῆς καθ᾿ἡμέραν ζωῆς, πρᾶγμα ὅπερ ἀναποφεύκτως θά καταβιβάσῃ τό πνευματικόν ἐπίπεδον καί θά προξενήσῃ οὕτως ἀνυπολόγιστον ζημίαν. Εἶναι ἄτοποι οἱ ἰσχυρισμοί περί τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου διά πολλούς συγχρόνους ἀνθρώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης, μάλιστα δέ δι᾿ ἀνθρώπους ἐγγραμμάτους καί πεπαιδευμένους εἰσέτι. Διατί λοιπόν ἀναγκάζομεν τήν Ἐκκλησίαν νά ἀπολέσῃ γλῶσσαν ἀπαραίτητον διά τήν ἔκφρασιν ὑψίστων μορφῶν τῆς θεολογίας καί τῶν πνευματικῶν βιωμάτων; Πάντες, ὅσοι εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν νά γίνουν κοινωνοί τῆς αἰωνοβίου παραδόσεως τοῦ Πνεύματος, εὐκόλως θά ἀνεύρουν τήν δυνατότητα νά ἐξοικειωθοῦν μετά τοῦ ἀτιμήτου θησαυροῦ τῆς ἱερᾶς λειτουργικῆς γλώσσης ἥτις κατά τρόπον ὑπέροχον προσιδιάζει εἰς τά μεγάλα μυστήρια τῆς λατρείας». (Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας σσ. 373-376)
Η ελληνική γλώσσα πλέον έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο μέρος της από την αγγλική’ μισά ελληνικά μισά αγγλικά είναι η γλώσσα της καθημερινότητας, η γλώσσα των ΜΜΕ(ξαπάτησης) και των χαζών εν γένει τηλεοπτικών εκπομπών, αλλά και των περισσότερων ιστότοπων στο διαδίκτυο.
Love bombing, gaslighting, μια feelgood ταινία, πώς να αντιμετωπίσετε το people pleasing, μια slow – burn ταινία με σασπένς και ένα open – air cinema, ένα roadtrip βιβλίο, μια random επιλογή, η comfort zone, o πιο iconic guest πάνω στο stage [που πλέον έχει γίνει… ελληνικό (!), όπως και το σέιφ], αυτός/αυτή είναι σε σχέση, να γράψω… κάτω (μετάφραση από τα αγγλικά) κτλ. κτλ. και τελευταία σε βιβλίο παιδικό είδα το εξής: (…) κάνε το τσάλεντζ (…) και φαν φακτ…! Για να μιλήσουμε τη γλώσσα των… παιδιών διατείνονται οι υπεύθυνοι.
Πάλι καλά που υπάρχει και το Αντίφωνο και όχι μόνο διαβάζουμε ελληνικά που είναι και γραμμένα ελληνικά και όχι αγγλικά γραμμένα ελληνικά ή ελληνικά μεταφρασμένα από τα αγγλικά, αλλά είναι και σωστά ελληνικά, για να μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέρουμε, γιατί προς τα εκεί οδεύουμε…
Πολύ καλό και εύγλωττο κείμενο. Μια μικρή διόρθωση. Γράφει ότι “Ο Χρυσόστομος … σμίλευσε τις ευχές και τους ύμνους”. Δεν γνωρίζω να έγραψε ύμνους, και μάλιστα της θείας Λειτουργίας ο μεγάλος πατήρ.
«Ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, φτωχύναμε πολύ μέ τήν κατάργηση τῶν ἀρχαίων.» (Φώτης Σχοινᾶς, 19 Μαΐου 2026 στο 1:57 ΜΜ)
Θα είχε άραγε νόημα η μη κατάργηση των αρχαίων και στις αρχαίες τραγωδίες ή δράματα ή κωμωδίες, όταν ανεβαίνουν στη σκηνή για το σημερινό ακροατήριο;
(Δεν μπόρεσα να μεταφράσω το, απαιτούμενο γι’ αυτή τη δημοσίευση, ιμέιλ μου από την [τρέχουσα] lingua franca…)
Δέν ξέρω, κ. Γιάνη Δημολιάτη, ἄν ἀπευθύνετε σέ μένα τήν ἐρώτησή σας ἤ εἶναι ρητορική-γενική. Ὑποθέτω πώς μᾶλλον τό δεύτερο συμβαίνει. Ὅπως καί νἄχει τό πρᾶγμα, ἀποπειρῶμαι νά δώσω ἐγώ μιά ἀπάντηση.
Γιά τό θέμα τῆς τραγωδίας, κωμωδίας θεωρῶ πώς εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ χρήση μεταφράσεων, λόγω τῆς μεγάλης χρονικῆς ἀποστάσεως τῆς γλώσσας τοῦ 5ου π.Χ. αἰώνα μέ τή σημερινή γλῶσσα. Γενικώτερα λέγω πώς οἱ μεταφράσεις εἶναι χρήσιμες, ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες θἄλεγα, λόγω τῆς μή ἐξοικοιώσεώς μας μέ τόν ἀρχαῖο λόγο. Καί ἐγώ τίς χρησιμοποιῶ ὅταν δυσκολεύομαι στήν κατανόηση τοῦ πρωτοτύπου ἀρχαίου κειμένου.
Ὅμως δέν πρέπει παράλληλα νά μᾶς διαφεύγει τό γεγονός ὅτι ἐξάπαντος ἡ μετάφραση ὑπολείπεται σημαντικά ἔναντι τοῦ πρωτοτύπου καί προσφέρει μία βοήθεια στήν κατανόησή του, ἡ ὁποία κατανόηση ὅμως εἶναι ἐλλιπής. Θά φέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν ἀρχαία τραγωδία. Στήν Ἀντιγόνη αἴφνης στούς στίχους 635-636 λέγει ὁ Αἴμων ὁ γιός τοῦ Κρέοντα στόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευσε τήν ταφή τοῦ Πολυνείκη, ἀδελφοῦ τῆς Ἀντιγόνης: «Πάτερ, σός εἰμί, καί σύ μοι γνώμας ἔχων / χρηστάς ἀπορθοῖς, αἷς ἔγωγ’ἐφέξομαι» καί ἡ μετάφραση τοῦ Ἀλεξ. Γαληνοῦ στίς ἐκδόσεις Πάπυρος: «Πατέρα, εἶμαι δικός σου, καί σύ μέ ὁδηγᾷς σάν ἔχης φρόνιμες συμβουλές, πού θά τίς ἀκολουθήσω» Στήν μετάφραση δέν φαίνεται ἡ τραγική εἰρωνεία ‒ τόσο οὐσιώδης στήν Ἀττική τραγωδία ‒ πού ὑπάρχει στούς στίχους αὐτούς καί ὑποκρύπτει τήν τραγική ἄγνοια τοῦ τραγικοῦ ἥρωα πού φθάνει στήν τραγική γνώση, ὅταν ἡ καταστροφή (Νέμεσις/Ἄτη) ἔχει πλέον συντελεστεῖ. Συγκεκριμένα δέν φαίνεται ἡ ἀμφισημία τῆς μετοχῆς ἔχων πού ἐκλαμβάνεται σάν αἰτιολογική (ἐπειδή ἔχεις φρόνιμες συμβουλές θά ἀκολουθήσω) ἀπό τόν Κρέοντα καί ὄχι σάν ὑποθετική μετοχή (ἐάν ἔχεις φρόνιμες συμβουλές θά ἀκολουθήσω) πού ἐννοεῖ ὁ Αἴμων.Τά παραδείγματα εἶναι πάμπολλα καί δέν θά ἐπεκταθῶ σέ ἄλλα. Δέν πρέπει ποτέ νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ μετάφραση ἀδυνατεῖ νά ἀποδώσει μέ ἐπάρκεια τούς λεπτούς ἐννοιολικούς χρωματισμούς τοῦ πρωτοτύπου.
Θά μοῦ πεῖτε ψιλά πράγματα. Καί ἡ βοήθεια πού προσφέρουν εἶναι σημαντικώτερη ἀπό τήν ὅποια ὑστέρησή τους. Καί θά συμφωνήσω ἀνεπιφύλακτα.
Τότε γιατί δέν ἰσχύει καί αὐτό στή Θεία Λειτουργία; Τά πράγματα ἐκεῖ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Ἀλλά αὐτό εἶναι θέμα ἄλλης συζητήσεως καί τήν ἀπάντησή μου τήν ἔχω ἤδη δώσει στά δύο βιβλία μου Λειτουργική γλῶσσα καί Ἐκκλησιαστική γλῶσσα. Ἴσως ἐπανέλθω μέ ἕνα σύντομο σημείωμα ἐπί τοῦ προκειμένου.
Η «εξέλιξη» είναι, για την παιδεία μας, μια έννοια κατάφορτη από θετικά συμφραζόμενα. Το ότι η εξέλιξη, ειδικά, της γλώσσας μας θα ισοδυναμούσε με έκπτωση της γλώσσας μας, αποτελεί οπότε ένα… κολοσσιαίο… παράδοξο, η ερμηνεία του οποίου θα έπρεπε κανονικά να μας φέρνει σε μια πανεθνική διερώτηση!
Αντ’ αυτού προκρίνουμε να δυσπιστούμε στ’ αυτιά / και στα μάτια μας: Να… μην ξέρουμε κάτι για την εν λόγω έκπτωση /ελάττωση /απίσχανση.
Και “καλά” να υποδέχεται το φαινόμενο τούτο… εθελοτυφλώντας σύμπασα η θύραθεν καλλιέργειά μας. Το ότι αποφασίζουν, ωστόσο, να μοιραστούν την ίδια αυταπάτη /ή άγνοια άνθρωποι με ευαγγελικό έρεισμα ζωής, αυτό πλέον καθίσταται οριστικά… ανεξήγητο.
# Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε ένα βαθύ «ευχαριστώ» προς τον κ. Πέτρο Φαραντάκη για την υποβολή, εδώ, ενός κεμένου ακέραιης σοφίας και άρτιας γνώσεως. Το πληρέστερο σίγουρα φιλολογικό πόνημα που έχει, οποτεδήποτε, δημοσιευθεί στο “Αντίφωνο”. Και ένα από τα πιο ευαίσθητα / διακριτικά / ορθοτόμα θεολογικά.
Κατά την προσφιλή του τακτική, ο κ. Καστρινάκης ιδεολογικοποιεί κάθε ζήτημα, κατατάσσοντας όσους διαφωνούν μαζί του στους αυταπατώμενους, εθελοτυφλούντες, κλπ. χωρίς να προβάλλει κανένα αντεπιχείρημα στα δικά τους, έτσι που (με τις ασαφείς και διφορούμενες “αξιολογικές” κρίσεις του) να κατεβάζει τη συζήτηση στο επίπεδο του οπαδισμού.
Στη συζήτηση στην οποία παραπέμπω στο προηγούμενο σχόλιό μου έγραψα:
“το θέμα των μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων πρέπει να γίνει αίτημα του πιστού λαού προς τον Θεό, ώστε Αυτός ν᾿ αναδείξει κάποιον που θα προχωρήσει στη μετάφρασή τους, διότι το θέμα δεν είναι αυτός να ξέρει καλά τη γλώσσα, αλλά να συντονίζεται εσωτερικά με όσους συνέταξαν τη Λειτουργία και τις άλλες ιεροτελεστίες, να μετέχει δηλαδή των μυστικών εν Χριστώ εμπειριών τους, ώστε μεταφράζοντας, να μην αλλοιώνει όσα κρύβονται ανάμεσα στις γραμμές. (Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, στον πρώτο λόγο των Ασκητικών του, γράφει: «Οἱ ἐκ τῆς θείας χάριτος ἐν τῇ πολιτείᾳ αὐτῶν ὁδηγούμενοι τοῦ φωτισθῆναι, ἀεὶ αἰσθάνονται ὡς ἀκτῖνος τινὸς νοητῆς διαπορευομένης ἐν μέσῳ τῶν στίχων τῶν γεγραμμένων καὶ διακρινομένης ἔμπροσθεν τῆς διανοίας τὸν ψιλὸν λόγον ἐκ τῶν πραγμάτων τῶν λεγομένων ἐν μεγάλῃ διανοίᾳ τῇ ψυχικῇ συνέσει.» Δηλαδή: Όσοι, λόγω της ενάρετης ζωής τους, οδηγούνται από τη θεία χάρη προς τον φωτισμό αισθάνονται να διαπερνά συνεχώς τις γραμμένες αράδες μια νοητή ακτίνα και να χωρίζει μέσα τους το κατά λέξιν νόημα από τα πράγματα με τα βαθιά νοήματα που φωτίζουν την ψυχή» -δική μου απόδοση, με τη βοήθεια και του συριακού κειμένου.)”
Έγραψα και για “τον γέρο Ενώχ, ένα Ρουμάνο μοναχό οσιακής βιοτής που διάβαζε καθημερινά ολόκληρο το Ψαλτήρι στα σλαβονικά. Τον ρώτησε ο τότε ηγούμενος της Μονής Σταυρονικήτα π. Βασίλειος γιατί δεν το διαβάζει στα ρουμανικά, εφόσον και το σλαβονικό και το ρουμανικό Ψαλτήρι είναι μεταφράσεις από τα ελληνικά, κι αυτός απάντησε: «Αυτός που το μετέφρασε στα σλαβονικά ήταν Άγιος. Αυτός που το μετέφρασε στα ρουμανικά είναι Άγιος;» Δηλαδή, ο ασκητής είχε φτάσει στον φωτισμό στον οποίο αναφέρεται ο αββάς Ισαάκ και διέκρινε ποιος έβλεπε τη νοητή ακτίνα ανάμεσα στις αράδες και τη διατήρησε στη μετάφραση και ποιος όχι.”
Και για τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς που “συντονιζόταν με τους Αγίους που συνέταξαν αυτά τα κείμενα», και «δεν του διέφυγαν οι “νοητές ακτίνες” που τις διατρέχουν και τις διετήρησε στις μεταφράσεις του.”
Και για τον υμνογράφο μητροπολίτη Εδέσσης Ιωήλ, πνευματικό τέκνο του π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου, που “θεωρεί πως είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφραστεί η υμνογραφία μας χωρίς να χάσει πολλά, αλλά προτρέπει τους σύγχρονους υμνογράφους να συντάξουν ακολουθίες στα νέα ελληνικά. Αυτό δεν σημαίνει πως θα αλλάξουν κάποιους θεολογικούς όρους που έπλασαν οι Πατέρες και παγιώθηκαν στην Ορθόδοξη θεολογία, αλλά ότι όσα θα τους εμπνεύσει το Άγιο Πνεύμα θα τα εκφράσουν στη μορφή της γλώσσας που τους είναι πιο οικεία, όχι σε μιαν απόμακρη. Κι έτσι οι ύμνοι τους θα είναι πιο ζωντανοί.”
Οι παραπάνω (τουλάχιστον οι δύο κεκοιμημένοι εξ αυτών) δεν έχουν απλώς “ευαγγελικό έρεισμα ζωής”, αγαπητέ Γιώργο, αλλά πνευματικά βιώματα εν Θεώ· και δεν βλέπουν τη γλώσσα ως φετίχ αλλ’ ως μέσο έκφρασης των εν Αγίω Πνεύματι εμπειριών τους, οπότε ανάγουν τη συζήτηση σε άλλο επίπεδο και αποδεικνύουν πως καμιά γλώσσα ή γλωσσική μορφή δεν είναι ούτε ιερή ούτε ανίερη (αυτό εξαρτάται από τον φορέα της). Το να τους χαρακτηρίζει κανείς αυταπατώμενους, εθελοτυφλούντες, κλπ. πάει πολύ. Δε νομίζεις;
Προκύπτει νομίζω μία αντίφαση όταν συμμετέχουμε σε έναν διάλογο τή επικλήσει «πνευματικών εν Θεώ βιωμάτων», ενώ έχουμε εκ προοιμίου θυσιάσει τον ίδιο τον σεβασμό – καν – προς τον αντιφρονούντα συνομιλητή, μέσω μιας συντριπτικής καταπρόσωπο επίκρισης.
Το αν, από πλευράς μου, «ιδεολογικοποιώ» ή «κατεβάζω τη συζήτηση στο επίπεδο του οπαδισμού» μπορεί να το διαπιστώσει, ε π’ α υ τ ο φ ώ ρ ω, κάθε ενδιαφερόμενος παρατηρητής.
Το αν, ωστόσο, ο Theo υποπίπτει σε εκείνο που εγώ του προσάπτω, επίσης.
Ο σεβασμός μου σε κάθε συνομιλητή είναι αυτονόητος. Όμως, εσύ έχεις ξεπεράσει τα όρια, και κάποιες φορές οφείλει ο χαρακτήρας που δολοφονείς, με τις δίκες προθέσεων και τ’ άλλα που του προσάπτεις είτε υπαινικτικά είτε άμεσα, να σου απαντήσει αναλόγως, μήπως και καταλάβεις επιτέλους πώς διεξάγεται ένας ευπρεπής και γόνιμος διάλογος.
Και πάλι με συκοφαντείς, γράφοντας πως επικαλούμαι δικά μου “«πνευματικά εν Θεώ βιώματα”, ενώ αναφέρομαι στον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς και στον γέρο Ενώχ, τον Ρουμάνο.
Και φυσικά, δεν απαντάς τίποτα επί της ουσίας, ως συνήθως, μόνο πετάς πυροτεχνήματα σαν αυτό στην ανάρτηση για τη Ρωσοφιλία και τη Ρωσοφοβία, στο οποίο ο κ. Παρίσης σε προκαλεί να τεκμηριώσεις τους ισχυρισμούς σου, αλλά δε νομίζω πως μπορείς να το κάνεις…
Και νομίζω πως οι αναγνώστες του “Αντιφώνου” έχουν τη νοημοσύνη να διαπιστώσουν ποιος μιλά με τεκμήρια, σοβαρότητα, νηφαλιότητα… και ποιος οπαδικά.
1) Φυσικά και δεν ισχυρίστηκα ότι επικαλείσαι «δικά σου» πνευματικά βιώματα: Επικαλείσαι πνευματικά βιώματα άλλων, ναι. Δεν τ α ι ρ ι ά ζ ε ι ωστόσο μία τέτοια, εκ μέρους σου, επίκληση με την καταπρόσωπο β ι α ι ό τ η τ α την οποία, κάθε φορά που κάποιος σού αντιμιλήσει, τα σημειώματά σου απολύουν.
2) Δεν έχω να απαντήσω στον κ. Παρίση, μου λές. (Αναφερόμενος σε ά λ λ η ανάρτηση, την οποία αναμιγνύεις τώρα με ετούτη!) Χωρίς να έχεις προσέξει ότι η απάντηση ενυπάρχει στην αρχική μου, εκεί, παρέμβαση.
@Γ.Κ:
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε!!