Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον παράδοξα φαινόμενα τῆς δυτικῆς ἱστορίας εἶναι ὅτι ἡ κεφαλὴ μιᾶς Ἐκκλησίας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἐσταυρωμένου κατέληξε νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς κυρίαρχος βασιλέων, ὡς ἀνώτατος πολιτικὸς ἄρχων καὶ ὡς πηγὴ νομιμοποιήσεως τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἡ μεταβολὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα θεολογικὸ σφάλμα. Ἀποκαλύπτει μία βαθύτερη ἱστορικὴ διαδικασία: τὴν ἐπανεμφάνιση παλαιοτέρων βαρβαρικῶν προτύπων ἐξουσίας μὲ χριστιανικὸ προσωπείο.
Στὰ γερμανικὰ καὶ βαρβαρικὰ φύλα ποὺ κατέκλυσαν τὸ δυτικὸ μέρος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἐξουσία δὲν ἦταν σαφῶς διακεκριμένες. Ὁ βασιλεὺς δὲν ἦταν μόνον πολεμικὸς ἀρχηγός. Ἡ νομιμοποίησή του ἐδράζετο σὲ μία ἱερὴ τάξη πραγμάτων, τὴν ὁποία ἐρμήνευαν οἱ μάγοι, οἱ σαμάνοι, οἱ ἱερεῖς τῆς φυλῆς. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τοὺς μεσολαβητὲς μεταξὺ τοῦ ὁρατοῦ καὶ τοῦ ἀοράτου κόσμου. Αὐτοὶ ἐπικύρωναν τὴν ἐξουσία τοῦ ἄρχοντος καὶ τοῦ προσέδιδαν χαρακτῆρα σχεδὸν ἱερὸ.
Ὅταν τὰ φύλα αὐτὰ ἐγκαταστάθηκαν στὰ ἐδάφη τῆς καταρρεύσασας δυτικῆς Ῥωμαϊκῆς διοικήσεως, δὲν ἐγκατέλειψαν αὐτομάτως τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον κατανοοῦσαν τὴν ἐξουσία. Ἐβαπτίσθησαν, ἀλλὰ δὲν μεταμορφώθηκαν εὐθέως. Προσεχώρησαν στὸν Χριστιανισμό, ἀλλὰ συνέχισαν νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ κατηγορίες ποὺ εἶχαν διαμορφωθεῖ πρὶν ἀπὸ αὐτόν.
Ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ. Στὴν Ἀνατολὴ ἡ Ἐκκλησία εἶδε τὸν ἑαυτὸ της ὡς θεραπευτήριο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἦταν ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν ἦταν μάγος οὔτε διαχειριστὴς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἦταν πατέρας μιᾶς εὐχαριστιακῆς κοινότητος.
Στὴ Δύση, ὅμως, ὑπὸ τὴν πίεση τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης ἄρχισε νὰ ἀναλαμβάνει λειτουργίες ποὺ ὑπερέβαιναν τὴν ποιμαντικὴ διακονία. Ἀρχικῶς κάλυψε τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε ἡ κατάρρευση τῆς ῥωμαϊκῆς διοικήσεως. Σύντομα, ὅμως, ἡ θέση του μεταβλήθηκε. Δὲν ἦταν πλέον μόνον πνευματικὸς ἡγέτης. Ἔγινε ὁ παράγων ποὺ ἐπικύρωνε βασιλεῖς, ἀναγόρευε αὐτοκράτορες καὶ ἀπένειμε νομιμότητα.
Ἡ στέψη τοῦ Καρλομάγνου τὸ 800 μ.Χ. ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα παραδείγματα. Δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μία ἁπλὴ τελετή. Ἦταν ἡ διακήρυξη ὅτι ἡ ἀνώτατη πολιτικὴ νομιμοποίηση προερχόταν πλέον ἀπὸ τὸν πάπα. Ὁ βασιλεὺς χρειαζόταν τὸν πάπα γιὰ νὰ εἶναι νόμιμος καὶ ὁ πάπας χρειαζόταν τὸν βασιλέα γιὰ νὰ ἐπιβάλλει τὴν ἐξουσία του. Ἡ συμμαχία αὐτὴ διαμόρφωσε τὴ μεσαιωνικὴ Δύση.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴ διαδικασία, ὁ πάπας ἄρχισε νὰ θυμίζει ὅλο καὶ περισσότερο τὸν παλαιὸ μάγο τῆς φυλῆς. Ὅχι βεβαίως στὴ μορφή, ἀλλὰ στὴ λειτουργία. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ προσέδιδε ἱερὸ κύρος στὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ καθόριζε ποῖος εἶχε δικαίωμα νὰ βασιλεύει. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ παρουσιαζόταν ὡς ἀνώτατος κριτὴς τῶν βασιλέων.
Ἔτσι ὁ χριστιανικὸς λόγος περὶ σωτηρίας ὑποχώρησε μπροστὰ στὴ μέριμνα γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ τὴν ἐπέκταση μιᾶς ἐξουσίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ κοινότητα μετανοίας μετατράπηκε σταδιακὰ σὲ θεσμό διοικήσεως. Ἡ θεολογία ἔδωσε τὴ θέση της στὸ δίκαιο. Ἡ ἄσκηση στὴν πειθαρχία. Ἡ θέωση στὴν ἐξουσία.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀπὸ τὴν ἴδια αὐτὴ μήτρα γεννήθηκαν καὶ οἱ μεταγενέστερες μορφὲς δυτικῆς πολιτικῆς κυριαρχίας. Ὁ παπικὸς συγκεντρωτισμὸς προηγήθηκε τοῦ ἀπολυταρχικοῦ κράτους. Ἡ διεκδίκηση καθολικῆς ἐξουσίας προηγήθηκε τῶν νεωτέρων ἰδεολογιῶν ποὺ διεκδίκησαν νὰ ρυθμίσουν κάθε πτυχὴ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου.
Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὁ παπισμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία διαφορετικὴ ἐκκλησιολογικὴ πρόταση. Ἀποτελεῖ ἕνα ἱστορικὸ φαινόμενο στὸ ὁποῖο ἐπανεμφανίζονται, κάτω ἀπὸ χριστιανικὸ περίβλημα, παλαιότερες ἀντιλήψεις γιὰ τὴ σχέση θρησκείας καὶ ἐξουσίας. Ἡ φυσιογνωμία τοῦ μάγου τῆς φυλῆς δὲν ἐξαφανίσθηκε. Ἀπλῶς ἐνεδύθη νέα ἐνδύματα.
Καὶ ἴσως ἐδῶ βρίσκεται τὸ βαθύτερο πρόβλημα. Διότι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἦλθε γιὰ νὰ ἁγιάσει τὴν κυριαρχία. Ἦλθε γιὰ νὰ μεταμορφώσει τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἦλθε γιὰ νὰ καταστήσει τὴν Ἐκκλησία μηχανισμὸ ἐξουσίας. Ἦλθε γιὰ νὰ τὴν καταστήσει Σῶμα Χριστοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ ἐξουσία γίνεται αὐτοσκοπός, τότε ἡ πνευματικὴ προοπτικὴ ἀναπόφευκτα συρρικνώνεται. Καὶ τότε ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας μετατρέπεται σὲ ἱστορία κυριαρχίας.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα (φιλοτεχνημένος το 1975) είναι έργο του Δημήτρη Γέρου.


