Σε μια εποχή αμοιβόμενων διακοπών σχεδόν για όλους και οργανωμένου στην εντέλεια ελεύθερου χρόνου, λίγοι θα αποδέχονταν ότι ο 21ος αιώνας έχει ξεχάσει τι σημαίνει πραγματική ανάπαυλα και αναψυχή. Και όμως αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ο Γερμανός καθολικός φιλόσοφος Josef Pieper στο βιβλίο του: Leisure. The basis of Culture. Σχεδόν προφητικά συλλαμβάνει ήδη από το 1947 μια συγκαιρινή μας αίσθηση, ότι δηλαδή υπάρχει κάτι λανθασμένο στον κόσμο μας που δεν μπορεί να διορθωθεί αποκλειστικά με την βελτίωση των υλικών συνθηκών και την διεύρυνση του ελεύθερου χρόνου.
Ο Pieper ξεκινά το πόνημά του με μια αντίρρηση που πολλοί αντιτάσσουν σε προσεγγίσεις σαν την δική του: Σήμερα δεν είναι ο καιρός να ανησυχούμε για την ποιότητα του ελεύθερου χρόνου μας, λένε αρκετοί. Είναι καιρός για δράση και για χρήσιμα και απτά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα σε εποχές δύσκολες, ανάλογες με τις δικές μας, υπάρχει ανάγκη εστίασης σε πρακτικά και μόνον ζητήματα. Σε καιρούς τέτοιους πρέπει να δουλεύουμε σκληρά ώστε να εξασφαλίζουμε τα προς το ζείν. Ο ελεύθερος χρόνος μπορεί σε παρόμοιες περιόδους να είναι εμπόδιο στην προκοπή μας. Η ατομική και συλλογική μας επιτυχία εξαρτάται από μια ασίγαστη και ασταμάτητη προσπάθεια.
Ο Γερμανός φιλόσοφος απαντά σε αυτές τις αιτιάσεις αποδεχόμενος ότι ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι πράγματι απαραίτητος για την επιβίωσή μας. Τονίζει όμως ότι είναι απαραίτητος για την ευδοκίμησή μας. Οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας είχαν συνειδητοποιήσει πρώτοι αυτήν την αλήθεια και γι’ αυτό προσέγγιζαν την εργασία με βάση τον ελεύθερο χρόνο και όχι το αντίστροφο. Όριζαν, συγκεκριμένα, την εργασία ως α-σχολία. Η λέξη σχολή σήμαινε αρχικά την ανάπαυλα από τις διάφορες α-σχολίες και κατ’ επέκταση τον ελεύθερο χρόνο τον αφιερωμένο στην μάθηση ή την συζήτηση. Σταδιακά η σημασία της λέξης σχολή μετατοπίσθηκε από τον χρόνο τον αφιερωμένο στην μάθηση, στον τόπο όπου λαμβάνει χώρα η εκπαιδευτική διαδικασία.
Για να καταδείξει την σημασία του δημιουργικού ελεύθερου χρόνου και του φιλοσοφείν ειδικότερα ως βάσεων του πολιτισμού ο Pieper καταφεύγει στην διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη γνώσης. Όταν παρατηρούμε ουδέτερα ένα ρόδο και το μελετούμε προσδιορίζοντας με λεπτομέρεια τις ιδιότητές του, τού «επιτιθέμεθα» κατά κάποιον τρόπο, θέλουμε να το «κατακτήσουμε». Όταν, αντίθετα, εκπληττόμεθα από την ομορφιά του, το θαυμάζουμε και δεν έχουμε κατακτητικές διαθέσεις απέναντί του. Η ομορφιά του ρόδου μπορεί επιπλέον να μας παραπέμψει σε κάτι άλλο από αυτό το ίδιο, στην αίσθηση του ιερού.
Ο πρώτος τρόπος της πρόσβασης στην γνώση, αυτός της κατάκτησης, είναι ο τρόπος που συνιστούσε ο Καντ και οι περισσότεροι νεωτερικοί φιλόσοφοι, λέει ο Γερμανός φιλόσοφος. Για αυτούς τους φιλοσόφους δεν θεωρείται δυνατή καμμιά άλλη μορφή γνώσης. Μόνον με την διαδικασία εξαγωγής λογικού πορίσματος, την παραγωγή και την επαγωγή, μόνον δηλαδή μέσα από κοπιώδεις διανοητικές διεργασίες, μπορούμε να γνωρίσουμε τα πράγματα.
Σε αντίθεση με τους νεωτερικούς φιλοσόφους, οι αρχαίοι φιλόσοφοι και οι μεσαιωνικοί στοχαστές πίστευαν ότι αφετηρία της γνώσης είναι το «απορείν» και το «θαυμάζειν» και ότι απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας απόκτησης γνώσης είναι μια στάση στοχαστικής δεκτικότητας, ώστε να μπορεί να αντιληφθεί κανείς, να «ακούσει», την ουσία των πραγμάτων. Ενώ ο Καντ και οι νεότεροι φιλόσοφοι θεωρούν την απόκτηση γνώσης προϊόν συντονισμένης προσπάθειας, οι παλαιότεροί φιλόσοφοι, μάς υπενθυμίζει ο Pieper, θεωρούσαν ότι η υψηλότερη μορφή γνώσης κερδίζεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, σε στιγμές έλλαμψης και φωτισμού. Για να γίνει κανείς ευαίσθητος δέκτης απαιτείται βέβαια προσπάθεια και άσκηση. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν είναι η αιτία της γνώσης αλλά μόνον μια απλή προϋπόθεσή της.
Το δεύτερο είδος γνώσης, λοιπόν, είναι σε τελευταία ανάλυση ένα δώρο, όπως η θεία χάρις. Για να παραλάβουμε αυτό το δώρο πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση παθητικής δεκτικότητας. Μια κατάσταση η οποία δεν αποτελούσε απλώς προϋποθετικό όρο του φιλοσοφείν αλλά και ενός λησμονημένου τρόπου διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου, που δεν εξίσωνε τις αργίες με ανάσες καταναλωτικής ευωχίας για να συνεχισθεί ανεμπόδιστα η επίπονη εργασία των υπολοίπων ημερών. Ο λησμονημένος αυτός τρόπος διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου επέτρεπε, αντίθετα, την αναγνώριση του μυστηριακού χαρακτήρα του κόσμου και του βάθους του, του νοήματός του, στα πλαίσια του επαναλαμβανόμενου κύκλου των εορτών. Οι εορτές και η λατρεία του θείου υπήρξαν στο παρελθόν η πηγή και η αφετηρία ενός ποιοτικού ελεύθερου χρόνου.
Μπορεί άραγε σήμερα να υπάρξει ποιοτικός ελεύθερος χρόνος, όχι με την μορφή ενός διαλείμματος διασκεδάσεων και αναψυχής, αλλά με την έννοια ενός χρονικού διαστήματος εσωτερικής ησυχίας και σιωπής; Ο Γερμανός φιλόσοφος φαίνεται να πιστεύει -και εδώ είναι η διαφωνία μας, ημών των ορθοδόξων- ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό για αρκετούς από τους συγκαιρινούς μας. Χωρίς όμως ευρύτερες πολιτισμικές ανακατατάξεις που να τροποποιούν και την ίδια την φύση της φρενήρους παραγωγής και κατανάλωσης, δεν μπορεί να προσλάβει δημιουργικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά ο ελεύθερος χρόνος. Η «παράλειψη» αυτή του Pieper δεν είναι τυχαία. Σχετίζεται ίσως με την δυαλιστική διάκριση μεταξύ του χρόνου της εργασίας και του χρόνου της προσευχής στα μοναστικά τάγματα του καθολικισμού, σε αντίθεση με το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι» των ορθοδόξων μοναχών. Μερικές αναφορές του Pieper στην ανάγκη «αποπρολεταριοποίησης» της κοινωνίας ως όλου, της απαλλαγής της δηλαδή από το πνεύμα της αποθεώσεως της εργασίας, είναι ανεπαρκείς και σύντομες και δεν αλλάζουν την ουσία της τοποθέτησής του.
Ο Γερμανός φιλόσοφος τονίζει ορθώς ότι το φιλοσοφείν δεν είναι η απόσυρση από τα πράγματα της καθημερινότητας, αλλά η εγκατάλειψη των συνηθισμένων σημασιών και αξιολογήσεων αυτών των πραγμάτων, ότι δηλαδή το να βρεις το θαυμαστό μέσα στο συνηθισμένο είναι η αφετηρία του φιλοσοφείν. Αλλά μοιραία το φιλοσοφείν και η ευρύτερη προσπάθεια για έναν ποιοτικό ελεύθερο χρόνο θα προσκρούσουν πάνω στις ακαμψίες και τις αντιστάσεις του κόσμου της χρησιμοθηρίας και της ασταμάτητης εργασίας και κατανάλωσης. Αν αρκεσθούν αυτές οι προσπάθειες στην αμφισβήτηση της πνευματικής πενίας και ένδειας μας μόνον, θα καταντήσουν προνόμιο ελαχίστων στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς όμως κανένα κοινωνικό αποτύπωμα. Η πολιτισμική αναγέννηση μπορεί να αρχίζει αλλά κάθε άλλο παρά τελειώνει με την ανάταξη του ελεύθερου χρόνοι.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Χρύσανθου Μποσταντζόγλου ("Μποστ").



Ο ἀληθινός λόγος εἶναι πρωταρχική μαθητεία σιωπῆς καί ὄχι ἀλφαβήτου.
Πρέπει πρῶτα νά ἀκούσει ἡ καρδιά -ὁ ἐν τῆ καρδία νοῦς-καί μετά νά ὁμολογήσουν τά χείλη.
Ἡ ἀληθινή γνώση εἶναι ἀνάμνηση, συγχώρεση καί ἀνάσταση.
Συγχώρεση, ἀνάμνηση καί ἀνάσταση τῆς πνοῆς τοῦ κόσμου στήν ἱερότητα τῆς ἀναπνοῆς σου.
Ἡ ἀληθινή γνώση εἶναι Σιγή-Νήψη-Μέθεξη ἀπό τή συγκατάβαση τοῦ Αἰωνίου. Δέν εἶναι κάτι πού πρέπει νά μάθεις ἀλλά κάτι πού πρέπει νά πάθεις γιά νά φτάσεις στόν φωτισμό ἀπό τίς δωρεές τοῦ μυστηρίου.
Ἔχουμε συνηθίσει νά κατανοοῦμε καί νά ὁρίζουμε ὡς γνώση μόνο αὐτό πού μπορεῖ νά συλλάβει ἡ ἀνθρώπινη διάνοια καί ἔχουμε περιέλθει σέ λήθη σχετικά μέ τό ὄργανο πού ὄχι μόνο εἶναι ἀνώτερο τῆς διάνοιας, ἀλλά εἶναι και τό μόνο πού μπορεῖ νά συλλάβει τήν ὀντολογική μας πραγματικότητα, δηλαδή τή φύση καί τόν προοορισμό τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Τό ὄργανο αὐτό εἶναι ὀ πνευματικός νοῦς. Μέσω τῆς διάνοιας γνωρίζουμε λογικά, ἀντικειμενικά τόν κόσμο, ἐνῶ μέσω τοῦ πνευματικοῦ νοῦ γνωρίζουμε ὀντολογικά τόν ἑαυτό μας, τόν ἄλλον, τή Δημιουργία καί τόν Θεό. Ὁ πνευματικός νοῦς παρέχει ὄχι τήν ἐν σπουδῇ ἀντικειμενική γνώση, ἀλλά τήν ἐν ἀληθείᾳ μεθεκτική βίωση τοῦ κόσμου, δηλαδή ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο κατανόησης καί γνωστικῆς -ὄχι ἀντίληψης- ἀλλά πρόσληψης τοῦ κόσμου, δηλαδή τόν πληρέστερο τρόπο μέ τό ὁποῖο γινόμαστε ἱκανοί νά συμμετέχουμε στή ζωή τοῦ κόσμου, νά συλλειτουργοῦμε τό θαῦμα του καί νά ἐναρμονιζόμαστε μέ τόν ὑπέρλογο Λόγο. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ πνευματικός νοῦς ἀποτελεῖ τόν νοῦ τῆς προσευχῆς καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού θά ἔπρεπε νά συνειδητοποιοῦμε τήν προσευχή ὡς τήν καθολικότερη ὁδό γνώσεως γιά τά νῦν καί τά ἔσχατα.
Η διάκριση μεταξύ ατομικής διάνοιας και κοινωνιοκεντρικού πνευματικού νοός είναι πράγματι καίρια.
“οι παλαιότεροί φιλόσοφοι, μάς υπενθυμίζει ο Pieper, θεωρούσαν ότι η υψηλότερη μορφή γνώσης κερδίζεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, σε στιγμές έλλαμψης και φωτισμού. Για να γίνει κανείς ευαίσθητος δέκτης απαιτείται βέβαια προσπάθεια και άσκηση. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν είναι η αιτία της γνώσης αλλά μόνον μια απλή προϋπόθεσή της.”
Τα παραπάνω θυμίζουν αρκετά άγιο Μάξιμο Ομολογητή και άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Ο πρώτος, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος στην Ιστορία, ενώ ο δεύτερος έχει απαντήσει στην ιδεολογία της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού πριν ακόμα αυτές θέσουν τα ερωτήματα. Και ενώ πολλοί σύγχρονοι Έλληνες στοχαστές ασχολούνται και παρουσιάζουν τριτοκλασάτους Δυτικούς διανοούμενους που έζησαν στην εποχή των παραπάνω Αγίων, φαίνεται πως αγνοούν και τα κείμενά τους και τη συμβολή τους στην ιστορία των ιδεών και θεωρούν πως κατά την εν λόγω εποχή η φιλοσοφία καλλιεργείτο μόνο στη Δύση.
Ξαναπαραθέτω ένα χωρίο του αγίου Μαξίμου που το παρέθεσα εδώ προ μηνός:
“Ἡ πίστις ἀναπόδεικτος γνῶσίς ἐστιν. Εἰ δέ γνῶσίς ἐστιν ἀναπόδεικτος, ἄρα σχέσις ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾿ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
Αυτό που διαφεύγει από τον Pieper και σχεδόν όλους όσοι ασχολούνται με την ιστορία της φιλοσοφίας είναι πως υπάρχει η κτιστή και η άκτιστη γνώση (του Θεού, που είναι το μόνο Άκτιστο Ον και το οποίο δημιούργησε τα πάντα) και πως, κατά τη διδασκαλία των μεγάλων θεολόγων της Παραδόσεώς μας, η διαφορά μεταξύ τους είναι τεράστια, όπως και η μεθοδολογία για την απόκτησή τους· και δεν πρέπει κανείς να μπερδεύεται εφαρμόζοντας τη μέθοδο για την απόκτηση της κτιστής γνώσης προκειμένου να φτάσει στην άκτιστη.
Η μέθοδος για τη μετοχή στην άκτιστη γνώση είναι η κάθαρση της “καρδιάς” (του πνευματικού κέντρου της ανθρώπινης ύπαρξης) μέσω της τηρήσεως των εντολών του Χριστού . Οι “καθαροὶ τὴν καρδίαν” είναι αυτοί που θα Τον γνωρίσουν εμπειρικά, όχι διανοητικά, όπως μας διδάσκει ο Ίδιος. Ακολουθεί ο φωτισμός του “νου” (της “έκτης αἰσθησης” μέσω της οποίας ο άνθρωπος “βλέπει” τον Θεό) και η θέωση, η ένωση του ανθρώπου με Αυτόν, κατά την οποία ο άνθρωπος αποκτά όλα τα γνωρίσματα του Θεού, “χωρὶς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταυτότητος”.
Η παραπάνω μέθοδος είναι μεν προϋπόθεση της κοινωνίας με τον Θεό και της απόκτησης της άκτιστης γνώσης, αλλά η έλλαμψη κι ο φωτισμός έχονται όταν ο Θεός το θέλει, όπως το υπαινίσσσεται κι ο Pieper.
Όμως, τα παραπάνω δεν έχουν σχέση με τον ελεύθερο χρόνο, ούτε υπάρχει διάκριση μεταξύ του χρόνου της εργασίας και του χρόνου της προσευχής, όπως το επισημαίνει ο αρθρογράφος. Ο καιρός της εργασίας είναι κι αυτός πρόσφορος για την τήρηση των εντολών του Χριστού και για την προσευχή· και η εργασία είναι απαραίτητη στην οδό προς τη θέωση (ο άγιος Παΐσιος πχ, σκάλιζε εικονάκια στο ξύλο, ακόμα κι όταν ήταν πολύ αδύναμος, λόγω της οδυνηρής ασθένειάς του, κι ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης κατασκεύαζε σφραγίδες για πρόσφορα. Αυτό δεν τους εμπόδιζε καθόλου από την αδιάλειπτη κοινωνία τους με τον Θεό). Σε τελική ανάλυση, ο χρόνος (είτε “ελεύθερος”, είτε όχι) εξαγιάζεται και χρησιμοποιείται επωφελώς, όταν αφιερώνεται στον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Μια γενικού χαρακτήρα παρατήρηση:Ο Pieper είναι φιλόσοφος.Δεν θεολογεί παρά μόνον περιστασιακά.Το εγχείρημα του προωθείται σε έναν κόσμο που απέπεμψε την θρήσκεία και στηρίχθηκε στο δίδυμο της φιλοσοφίας και της επιστήμης.Είναι ο κόσμος της νεωτερικότητας,που στην συνέχεια υποβάθμισε την φιλοσοφία σε ιδεολογικές σωτηριολογίες, για να τις απιπεμψει και αυτές και να καταλήξει στην μονοκρατορία της επιστήμης.Είναι λάθος λοιπον να προσεγγίζουμε τον Pieper ως θεολόγο.Ως φιλόσοφος προσπαθεί να διασώσει ότι μπορεί σε έναν πνευματικά άνυδρο κόσμο.
Παρουσιάσατε τον Pieper “καθολικό” (“Ρωμαιοκαθολικός” λέγεται στα καθ’ ημάς· το “καθολικός φιλόσοφος” άλλο σημαίνει στα ελληνικά), οπότε κι εγώ αντπαρέθεσα τη θέση της Ορθόδοξης θεολογίας την οποία θίξατε ακροθιγώς. Άλλωστε, και το παράθεμα του Pieper που σχολίασα άπτεται της θεολογίας μάλλον παρά της φιλοσοφίας.
«Όμως, τα παραπάνω δεν έχουν σχέση με τον ελεύθερο χρόνο, ούτε υπάρχει διάκριση μεταξύ του χρόνου της εργασίας και του χρόνου της προσευχής»
Θεωρώ ατυχές το παραπάνω χωρίο. Η ανάγκη ελεύθερου χρόνου για τον σύγχρονο άνθρωπο αφορά την δυνατότητα ησυχασμού, στοχασμού, διακονίας, μελέτης, έξοδο στη φύση και ανάπαυλα από το είδος της εργασίας και τους ρυθμούς της που προσπερνούν την αναπνοή και τις ανάγκες της ψυχής μας. Φυσικά και ο χρόνος εργασίας μπορεί να είναι και χρόνος προσευχής, η ίδια η εργασία μπορεί να είναι προσευχή, ολόκληρη η ύπαρξη μπορεί να μετουσιωθεί σε αδιάλειπτη προσευχή.
Είναι δύσκολο ν’ αναπτύσσει κανείς τις απόψεις του μέσα σ’ ένα σχόλιο, κι οφείλει ο αναγνώστης να διαβάζει τα σχόλια στη συνάφειά τους, όχι απομονωμένα. Οπότε, η φράση μου που απομονώσατε και θεωρείτε ατυχή απαντά στα όσα γράφει ο αρθρογράφος για τον ελεύθερο χρόνο: “Σχετίζεται ίσως με την δυαλιστική διάκριση μεταξύ του χρόνου της εργασίας και του χρόνου της προσευχής στα μοναστικά τάγματα του καθολικισμού”.
Και οπωσδήποτε, χρειάζεται διάκριση σε όλα: Αλλιώς πορεύεται ο αρχάριος στην πνευματική ζωή, κι αλλιώς ο θεούμενος.
Το “ατυχές” χωρίο μου, λοιπόν, αναφέρεται με τους φωτιζόμενους και θεούμενους. Στην έλλαμψη και στον φωτισμό αναφέρθηκα προηγουμένως· και σε δυο σύγχρονούς μας Αγίους μετά.
Παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα από ένα από τα ωραιότερα κείμενα του αείμνηστου π. Βασιλείου Ιβηρίτη:
“Ένας μοναχός έγραφε:
«Δεν είναι η δουλειά μου να χτίζω σπίτια και να ασπρίζω.
Ούτε ακόμη είναι να διαβάζω και να γράφω.
Ποια είναι η αποστολή μου;
Είναι -αν είναι δυνατόν- να πεθάνω εν τω Θεώ. Τότε ζω και κινούμαι από άλλη Δύναμη.
‘Έτσι ελεύθερα μπορώ να τα κάνω όλα (και να σκάβω και να διοργανώνω και να διαβάζω και να γράφω), χωρίς να δένωμαι με τίποτα. Άπ’ όλα μπορώ να περάσω, οφείλω να περάσω κυνηγώντας. πάντα ήρεμα το ένα και μοναδικό. ‘Όλα, όλους τους «μετεωρισμούς» να άφήσω ελεύθερα δι’ εμού να διέλθουν περιμένοντας το ένα που καταξιώνει τα πάντα.
Όταν χτίζης για να χτίζης, φτιάχνεις τον τάφο σου.
Όταν γράφης για να γράφης, πλέκεις τα σάβανά σου.
Όταν ζης, αναπνέεις ζητώντας το έλεος του Θεού, τότε γύρω σου υφαίνεται καταστολή αφθαρσίας και μέσα σου αναδεύεται γλυκασμός ουράνιας παρακλήσεως. Το αν χτίζης η αν γράφης, είναι πολύ δευτερεύον».
Ο μοναχός δεν έχει σαν σκοπό της ζωής του να πετύχη μια ατομική αυτοσυγκέντρωση η πρόοδο, αλλά να διακονήση στο μυστήριο της σωτηρίας με το να μη ζη για τον εαυτό του αλλά για τον υπέρ ημών αποθανόντα και Αναστάντα. Και για όλους τους αδελφούς του.”
Ευχαριστώ για την διευκρίνηση και εύχομαι αέναη δίψα χάριτος