Μνήμη Δικαίου Μετ’ Εγκωμίων (για τον Δημήτρη Γκιώνη)

2
981

«Σάν νά ’χαν ποτέ τελειωμό τά πάθια κ’ οί καϋμοί τού κόσμου», έγραψε τό 1908 ό Άλέξανδρος Παπαδιαμάντης στό «Μυρολόγι τής φώκιας», μετατρέποντας σε μεγάλη λογοτεχνία τό εὐαγγελικό «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε» (Ἰω. ιστ΄, 33).

Τώρα πού ό έμβληματικός καί φιλάνθρωπος δημοσιογράφος καί λογοτέχνης βρίσκεται στά χέρια τού Οὐράνιου Πατέρα, τά πάθια καί οί καϋμοί τού κόσμου, πού δέν έχουν τελειωμό, οδηγούν νομοτελειακά καί σέ μιάν εὐφρόσυνη ἀρχή: «Ὁ θάνατός σου, Κύριε, ἀθανασίας γέγονε πρόξενος».

Πρόκειται γιά ένα από τά θεσπεσίως παρήγορα ἰδιόμελα πού έγραψε γιά τήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία ό Άγιος Ἰωάννης ό Δαμασκηνός. Γι’ αυτούς τούς θεόπνευστους στίχους τού μεγάλου ποιητή τής Όρθοδοξίας καί ἐξίσου μεγάλου δογματολόγου δέν ισχύει αυτό πού ύπαινίσσεται στή δική του μεγάλη ποίηση ό Μανόλης Άναγνωστάκης: «Οί στίχοι αυτοί μπορεί καί νά ’ναι οί τελευταίοι» («Επίλογος»).

Οί στίχοι τού μεγάλου Δαμασκηνού Άγίου δέν γίνεται «νά ’ναι οί τελευταίοι». Υπάρχει καί συνέχεια. Θέλω νά πώ ότι τόν θρήνο καί τόν ὀδυρμό ενός άλλου ἰδιόμελου («θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον»), διαδέχεται θριαμβικά ή χαρά τής Άναστάσεως στόν Κανόνα τού Μεγάλου Σαββάτου, τόν όποιο συνέταξε εὐσεβοφρόνως ό ίδιος ποιητής.

Αὐτός, λοιπόν, ό Άναστάσιμος Κανόνας φανερώνει μέ τόν τρόπο του «τί θά δεί» στήν παραδείσια ἐπικράτεια τού Επέκεινα ό διακεκριμένος συγγραφέας τού ἀφηγήματος «Τώρα θά δεις...» (27 ἐκδόσεις).

Προσωπικά, είμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος ότι θά βρεθεί ἐνώπιον μιάς ἀσύλληπτης ὀντολογικά πραγματικότητας, ή όποια συνοψίζεται στόν μεγαλειώδη στίχο «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός» καί βρίσκεται στόν ἀντίποδα τής ἀνυπαρξίας.

Γνώρισα τόν Δημήτρη Γκιώνη μέσω τής κραταιάς «Ἐλευθεροτυπίας» τό 1981, όταν άρχισα νά διαβάζω τά γραπτά του στό Λονδίνο τών μεταπτυχιακών μου σπουδών. Η ἀρχή έγινε μέ τήν έκ μέρους του πληροφορία ότι πέθανε ό καλός συγγραφέας τών παιδικών μας χρόνων Νίκος Ρούτσος.

Αὐτόν τόν σπουδαίο παραμυθά, πού μάς ταξίδευε στήν Άφρική μέ «αὐτοτελείς περιπέτειες ζούγκλας», στίς όποιες πρωταγωνιστούσαν ό Γκαούρ, ό Ταρζάν, ή Τζέιν, ή Ταταμπού καί ό θρυλικός Ποκοπίκο μέ τή Χουχού, ό εὐρύχωρος Δημήτρης Γκιώνης τόν χαρακτήρισε εὐσεβάστως ώς «έναν από τούς πρώτους πνευματικούς μας τροφοδότες».

Είχε ἀπόλυτο δίκαιο: «Ήταν αὐτός, πού, μέ τίς ἐξωτικές του ίστορίες καί τά παραμύθια του, έρέθιζε τή φαντασία μας καί όμόρφαινε τή ζωούλα μας τά δύσκολα ἐκείνα μετεμφυλιακά χρόνια».

Ὅταν ἀπάντησα στό δημοσίευμά του μέ μία χριστουγεννιάτικη κάρτα (22/12/1981), ύπενθύμισα στόν μετέπειτα φίλο καί ἀδερφό μου τά ἀκόλουθα: «Μέσα στούς ήρωες τού περιοδικού "Γκαούρ-Ταρζάν" ύπήρχε καί ένας - μού διαφεύγει τό όνομά του - πού ήταν "ό άνθρωπος μέ τή θεϊκή καλοσύνη"».

Έτσι ἀκριβώς πορεύθηκε στή ζωή του καί ό ἀείμνηστος φίλος μας Δημήτρης Γκιώνης: στή δημοσιογραφία, στήν πολιτική, στή λογοτεχνία, στή σύνολη περιοχή τού πολιτισμού καί, ἀναλόγως, στήν οίκογένειά του: ήταν «ό άνθρωπος μέ τή θεϊκή καλοσύνη».

Καί κάτι τελευταίο, σχετικό μέ τήν ἱερότητα τών στιγμών. Ό κοινός μας Γέροντας Άλέξανδρος Παπαδιαμάντης στίς 28 Φεβρουαρίου 1899 ἀποχαιρέτησε μέ μία νεκρολογία στήν έφημερίδα «Ἄστυ» τόν «ἀγαθό Γερμανό» Γουλιέλμο Βίλδ, κάτοικο Σκιάθου καί «ήρωα» σέ κάποια διηγήματά του. Ό μεγαλύτερος Έλλην ποιητής όλοκλήρωσε τό κείμενο τού ύστατου χαιρετισμού ώς ἀκολούθως:

«Ἄς εἶναι ἄφθιτος ἡ μνήμη του μετ’ ἐγκωμίων».

Ἄφθιτος μετ’ ἐγκωμίων θά παραμείνει καί ή μνήμη τού καλού μας φίλου, «ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. ζ΄, 47). Προσέτι, όπως ό ἀγαθός καί φιλάδελφος Γερμανός ἰατρός τής Σκιάθου, «δέν ἐλάτρευσε τόν Μαμωνᾶν», ἀκολουθώντας κατά γράμμα τή νουθεσία ἀπό τό Μέγα Γεροντικό: «Μηδέ ἔστωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν ἡπλωμέναι εἰς τό συνάγειν, ἀλλά μᾶλλον ἡπλωμέναι εἰς τό διδόναι».

Βέβαια, ό πόνος τών οίκείων είναι μεγάλος. Η όριστική ἀπουσία καί ή «ἐπόμενη μέρα» δέν παλεύονται εὔκολα. Παραταύτα, ένα προσωπικό βίωμα ἀπό τό Άγιον Όρος μπορεί νά έχει τή σημασία του γιά τούς ἀγαπημένους μου Μαρία καί Ἰάσονα. Ὅταν τό 1990 έχασα τή μητέρα μου, καί ή ψυχή μου ήταν «περίλυπος έως θανάτου», μία άγιορείτικη γεροντική νουθεσία λειτούργησε παραμυθητικά: «Σκέψου ότι αὐτό πού γιά σένα είναι πόνος, γιά τή μάννα σου μπορεί νά ήταν δωρεά...».

2 Σχόλια

  1. Διάβασα τα αυτοβιογραφικά βιβλία του “Το περίπτερο” και “Τώρα θα δεις…”. Με συγκίνησαν πολύ, ιδιαίτερα το πρώτο, κι αγάπησα αυτό το χωριατάκι που βρέθηκε στη μεγαλούπολη, λίγο μετά τον Εμφύλιο, πάλεψε για να φάει ένα κομμάτι ψωμί κι εργάστηκε πολύ με μεράκι, τιμιότητα και ανθρωπιά.
    Ο Θεός να τον αναπαύσει!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ