π. Ν. Λουδοβίκος και Χρ. Γιανναράς: Έναστρη Συγχορδία

0
7661

Ξεκινάς κι αφήνεσαι ‘κεί που κυλά η δίψα της αναζήτησης. Όλες οι απορίες κάποτε περνούν τη βάσανο των ζωντανών αποκαλύψεων, σε πρόσωπα. Η ανταπόκρισή τους στο μέτρο των ερωτημάτων μας. Οι προσλαμβάνουσες στο μέτρο της προαίρεσής μας. Οι άνθρωποι της ανερμήνευτης Πρόνοιας στο δρόμο μας παρόμοιοι των προσδοκιών μας. Όμως, μόνο όπου γέρνει μια φιλότιμη καρδιά χτυπά η ομορφιά που δε φαντάζεσαι. Να ξεδιψάς και να ξαναξεδιψάς. Ατελεύτητα. Στα νήματα των ψευδοπροφητών που παγιδεύουν, δύο άδολοι δρόμοι σαν δροσερές πηγές στο αντάμωμα της απίστευτης πίστης. Τι πλέον θέλεις; 

Ο Λευκός Πύργος που ασημίζει πλησιάζοντας αγέρας μυστικός τη θύρα της αδόκητης μαθητείας. Υπαπαντής ήταν, του κοσμοσωτήριου έτους των ανυπότακτων της αυτάρκειας. Λες και ο Αδάμ πρωτοτήραξε τον κόσμο. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος ξεφυλλίζει την ανυποψίαστη γνώση, από τις πρώτες λέξεις κοσμογονία που ξεβολεύει. Να ζυμωθούν οι σκέψεις, να συγκροτηθούν τα νοήματα. Εκκλησία ολάνθιστη και να, ξενύχτια περιπλάνησης σε αχαρτογράφητα νερά. Πάντα υπομονετικός, ανθρώπινος, απέραντος. Βαστώ σημειώσεις, ηλιοτρόπια “Ευχαριστιακής Οντολογίας”. Διάλογοι πρωτοφανέρωτοι μέσα αλλά και έξω από τις αίθουσες. Χαρά εμπιστοσύνης δίχως εξάρτηση. Ανακούφιση και αναζήτηση μαζί προχωρούν. Χαρισμένες στιγμές. Και τότε, μες την αντηλιά της ψυχής, πρώτη ανάσταση σήμανε η πρώτη ανάγνωση. Το Καταφύγιο αξιών του Χρήστου Γιανναρά υψώνεται, το “Καταφύγιο Ιδεών” ξεμάκρυνε κι ο μίτος της Αριάδνης στα χέρια μου. Να φεύγω. Αυτό μόνο. Η αρχή, ένα μωβ κοκκινίζοντας λίγο κι ένα πορτοκαλί τρεκλίζοντας πολύ καθώς σουρουπώνει, η σιωπή. Ξεπετάγονται ρωγμές, για να ρα-θυμίζει το κάλλος, σε κάθε ευλογημένη συνάντηση. Το σώμα ολομόναχο λίγο και το πνεύμα τιτάνιο πολύ, καθώς ενυδατώνεται η καρδιά.

Περνούν τα χρόνια και τα αστέρια αφήνοντας τη λάμψη τους να μην ορφανεύει η γνώση και η σχέση με τον π. Νικόλαο. Αγκυροβολούν σε ανεπίγραφο αρσανά. Το άληκτο θαύμα ακουμπά στο νάρθηκα των προσκλαιόντων. Ύστερα, γίνεται διάσημος. Όμως η απήχησή του δεν αντιστοιχεί με τη σημαντικότητά του. Η εποχή του βρίσκεται στο μέλλον και μόνο ποθώντας σαν τη Βασιλεία του Πολικού Αστέρος κοιτώντας άδολα μέσα μας, κάτι Γιανναρικό βασιλεύει. Μην το ψάχνεις, ποτέ δε θα το βρεις. Για να ράβεις είναι τους καημούς σου στις πληγές τού χρόνου. Για να ραμφίζει η ελπίδα της γραφής του. Για να ραβδίζει καταπάνω στο τέρας του μηδενισμού. Για να ρασοφορέσει ο κόσμος ανθρωπιά και φιλότιμο. Λόγος κοφτερός, ασυμβίβαστος, ανύμφευτος. Μια ζωή διώξεων από ανερώτευτους. Μια ζωή ανιδιοτελούς πάλης για το Απίθανο. Αφορμή νοσταλγίας για τον καθένα μας.

Όλβος οι κουβέντες Παπανικόλα ως σήμερα, χρονοανάσες προορατικές στην κρυφογραμμή της Πεντηκοστής. Στην αρπαγή της Αποκάλυψης. Μια κολυμβήθρα να βαπτιστώ, ένα κάλλος να αφεθώ, για να ζω την εράσμια ραψωδία Γιανναρά που καλά κρατεί. Τώρα που χαράζει ο Παράδεισος παραδίδομαι παραπλησίως…

 

Εικόνα: Πορεία προς Εμαούς. Ψηφιδωτό στη Ραβέννα  (6ος αι).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ