Γιατί οι Χριστιανοί έχουν σβησμένα μάτια; Τί είναι αυτό που σβήνει τη φλόγα από την ψυχή των ανθρώπων; Μήπως είναι το κήρυγμα των ιερέων, της κυρίας στο παγκάρι, των φιλακόλουθων πιστών που γνωρίζουν απ’έξω ολόκληρο το τυπικό, τις κηραλοιφές, τη σειρά στα σαράντα (μ΄) Κύριε Ελέησον και την ορθή στάση μετανοιών και σταυροκοπήματος; Καθώς ολοένα οι ναοί γεμίζουν από πλήθος πιστών από όλους τους δρόμους της ζωής να χύνονται στις διπλοπόρτες της και να σιμώνουν στα στασίδια και τα καντηλανάμματά της, να σιγοψέλνουν τις βυζαντινές νότες που σαν πίδακας αναβλύζουν απ’το ψαλτήρι της και ξεχύνονται, απ’τα καμαρωτά παραθύρια, έξω στους πλακόστρωτους δρόμους ή στα γκρίζα πεζοδρόμια με τ’αδέσποτα και τους σκουπιδότοπους, γλυκιά μελωδία που παρηγορεί την ψυχή των πικραμένων, μεταγγίζει την λαμπρότητα της Σαρακοστής…
Τόσο συνωστίζονται, αρμόδιοι και μη, οι «γνωστοί άγνωστοι», οι φανατικοί θαμώνες της εκκλησίας, και προτάσσουν, σαν άλλοι Ησαύ, τα πρωτοτόκια τους απέναντι στους παρείσακτους, στους ανίδεους, στους άσωτους που βρήκαν ανοιχτή την πόρτα της εκκλησίας και, «τολμήσαντες», την διαβήκαν για να ζητήσουν το σώμα του Χριστού. Έτσι ανταλλάσσουν, μη γνώντες, τα πρωτοτόκια τους —τις νηστείες, τις εγκράτειες, τις μετάνοιες και τους Χαιρετισμούς ωσάν συνταγή Σωτηρίας— αντί πινακίου φακής: της φιλοπρωτίας, του ανένδοτου, του πείσματος και της φιλαρχίας, ως «αναγινώσκοντες και μη γινώσκοντες», ως «ώτα έχοντες και μη ακούοντες»… Τοποτηρητές ενός τόπου ιερού, σαν τους Ρωμαίους στρατιώτες, ξαγρυπνούν ως το πρώτο φως της αυγής, καλώς εξαγορασμένοι, κοιτούν να παρεμποδίσουν τους παρατρεχάμενους απ’το να δουν την Ανάσταση, συνάμα δίχως να ξέρουν πως φυλούν κενό τάφο. Πως στάθηκαν μπροστά σε κάτι που τους υπερβαίνει, όπως όλους μας. Πως κρύψαν με τα όπλα τους, με το φανατισμό και τον φθόνο του όχλου που περιγελούν, το Θαύμα.
Ο Χριστός μας ζήτησε να γίνουμε σαν τα παιδιά. Τα παιδιά αγαπούν τη ζωή κι έχουν τα μάτια τους στο άγνωστο. Δεν κρύβουν την κούραση, την πείνα, την νύστα τους —τουναντίον, τα ικανοποιούν εκείνη την στιγμή που τα βιώνουν, παραδίνονται στον ύπνο και στο γέλιο και στο παιχνίδι σαν να γνωρίζουν ότι κάποιος φροντίζει για ‘κείνα. Σαν να μην ξέρουν τι πάει να πει βλέμμα κακό, πονηρή πρόθεση, κακή φήμη, μάλωμα και τσακωμός. Διεκδικούν αυτά που νομίζουν ότι τους αξίζουν, κι όταν τα χάσουν, μετά από το κλάμα και την τσιρίδα τους αμέσως διασπώνται με το επόμενο άπιαστο όνειρο ή γνώριμο παιχνίδι. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν πράγματα απ’έξω, γιατί ήδη γνωρίζουν τι θέλουν να κάνουν, κι αν τύχει καμιά φορά ν’απαγγείλουν κάτι αποστηθισμένο το κάνουν για τη χαρά και τη φοβέρα των μεγάλων. Όταν παίζουν ένα παιχνίδι, τα παιδιά σκέφτονται το παιχνίδι, όχι την σειρά των κινήσεων, αλλά την ουσία του πράγματος. Έτσι και σ’όλα όσα κάνουν, τα παιδιά δεν σκέφτονται αλλά πράττουν. Δεν έχουν τον λογισμό πως αποτελούν κάτι διαφορετικό απ’όλο τον κόσμο. Ζουν σαν να είναι κομμάτι του —σαν να’ναι δικός τους, το σπίτι τους.
«Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρως, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλλα. Είναι λαχτάρα για το θείο. Όλα αυτά βρίσκονται μέσα μας. Έχουμε χρέος να τα αναζητήσουμε. Για πολλούς ανθρώπους, όμως, η θρησκεία είναι ένα ζόρι, μία πηγή αγωνίας και άγχους. Γι’αυτό πολλοί ‘θρησκευόμενοι’ θεωρούνται δυστυχείς, γιατί οι άλλοι άνθρωποι μπορούν να δουν την απελπιστική κατάσταση όπου βρίσκονται. Και είναι όντως έτσι. Γιατί για τον άνθρωπο που δεν καταλαβαίνει το βαθύτερο νόημα της θρησκείας και που δεν το βιώνει, η θρησκεία καταντά ασθένεια, μία φοβερή ασθένεια…. Κάνουν μετάνοιες και σταυροκοπιούνται στην εκκλησία και λένε, ‘είμαστε ανάξιοι αμαρτωλοί’, έπειτα μόλις βγουν αρχίζουν να βλασφημούν όλα τα άγια κάθε που κανείς τους στεναχωρήσει λιγάκι. Είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει κάτι δαιμονικό σ’αυτό… Συχνά ούτε τα έργα, ούτε οι μετάνοιες, ούτε το να κάνουμε το σταυρό μας ελκύουν την θεία Χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το πιο σημαντικό είναι να ξεπεράσουμε τους τύπους και να πάμε στην καρδιά του πράγματος. Ό,τι γίνεται πρέπει να γίνεται με αγάπη.» (από το βιβλίο Wounded by Love, διδαχές του αγίου Πορφυρίου, εκδ. Denise Harvey, Λίμνη Ευβοίας).
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ανθισμένα λουλούδια με φίδι και πουλιά", 1942) είναι έργο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.


Ενώ θέλετε να ασκήσετε κριτική σε μια μερίδα χριστιανών για την υποκρισία τους, φτάνετε να υπονοείτε δρόμους σωτηρίας (π.χ. μετάνοιες, εγκράτεια κτλ.) ως απλές τυπικότητες. Σκύβετε σε ένα υπαρκτό πρόβλημα διαγράφοντας όμως θεμελιώδεις παραδοχές της Ορθοδοξίας. Και παρουσιάζετε τον Άγιο Πορφύριο, έναν φιλακολουθο, Αγιορείτη ιερομόναχο (!!!) να συμφωνεί με την άποψη σας “αφήστε τις τυπικότητες, μόνο αγάπη”! Κρίμα.