Παλεύοντας για την κοινότητα

Ένα βιβλίο για έναν Βυρωνιώτικο ναό.

0
790

Είναι όμορφα!

Είναι όμορφα που μαζευτήκαμε, για να χαρούμε αυτά τα γεννητούρια! Για να χαρούμε δηλαδή το νεογέννητο βιβλίο, το οποίο κοιλοπόνησε ο φίλος Βυρωνιώτης Νίκος Αναγνωστόπουλος [Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Νέας Ελβετίας Βύρωνος (1927-2017). 90 χρόνια ενοριακής προσφοράς και μαρτυρίας, Βύρωνας 2017]. Και για να χαρούμε όσα έχει να μας προσφέρει αυτό το βιβλίο. Διότι ένα βιβλίο δεν είναι απλώς μελάνι και χαρτί, δεν είναι μόνο υπόθεση του εγκεφάλου. Είναι μια πρόσκληση σε ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου, στο νου και στην καρδιά, στην κρίση, στη μνήμη και στο όνειρο. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αποκάλυψη (το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης), μας δίνει μια παράδοξη και γεμάτη νόημα σκηνή. Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται μπροστά σε ένα ανοιχτό βιβλίο. Μπορεί να το διαβάσει. Μα αυτό δεν αρκεί. Δεν αρκεί να διαβάσω τις αράδες ενός βιβλίου. Πρέπει να νιώσω το μήνυμά του στην ύπαρξή μου. Στην Αποκάλυψη, λοιπόν, ένας άγγελος ζητά από τον πρωταγωνιστή να μασήσει και να καταπιεί το βιβλίο. Να συναντήσει, δηλαδή το μήνυμα, με όλα τα μπούνια της ύπαρξής του.

Έτσι, λοιπόν, επιτρέψτε μου να απευθυνθώ προσωπικά και με τον ενικό της καρδιάς, σ’ αυτόν που κοιλοπόνησε για το βιβλίο: Νίκο Αναγνωστόπουλε, σε ευχαριστώ! Σε ευχαριστώ που σ’ αυτή τη συνάντηση ανθρώπων του 2017 κάνεις παρόντες ανθρώπους του 1927. Σε ευχαριστώ που δίνεις τη μάχη σου κατά της λησμονιάς. Θα ήταν σχιζοφρενικό, μια εκκλησία, της οποίας δουλειά είναι να συνάζει με μυστικό τρόπο στη θεία Ευχαριστία όσους ζουν σ’ αυτή τη ζωή και όσους ζουν στην άλλη ζωή, θα ήταν σχιζοφρενικό, μια εκκλησία να λησμονεί. Κι επί πλέον, Νίκο, σε ευχαριστώ που με κάλεσες να χαρώ με τη χαρά σου και να μοιραστώ με τους γειτόνους μας το πώς η δική μου ταπεινότητα μασά και καταπίνει το βιβλίο σου!

Πρώτα απ’ όλα, φίλες και φίλοι, να σας πω γιατί έχει νόημα για μένα μια τέτοια έκδοση.

Αν κοιτάξουμε γενικά στον εκκλησιαστικό χώρο (και γενικότερα σε διαφόρους δημοσίους φορείς), θα δούμε ότι πολλές εκδόσεις γίνονται ως δημόσιες σχέσεις. Εκδίδονται δηλαδή λευκώματα για να ωραιοποιήσουν μια κατάσταση και να παρουσιάσουν μια λάμψη. Αλλάσ’ αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για τη λάμψη ενός πράγματος κούφιου. Και ειδικά στον χώρο της Εκκλησίας, η λάμψη (αυτή η λάμψη των δημοσίων σχέσεων και της επίδειξης) κανονικά δεν έχει θέση. Η λάμψη θαμπώνει τον άνθρωπο. Τον κάνει να μη βλέπει. Αντιθέτως, ο Χριστός θέλει ο άνθρωπος να έχει καθαρή ματιά, με πίστη κριτική και με προσωπική ευθύνη.

Για μένα, λοιπόν, έχει νόημα αυτή η έκδοση, διότι καλεί τον αναγνώστη όχι να εντυπωσιαστεί, όχι απλώς να φυλλομετρήσει φωτογραφίες, όχι να αποκτήσει ένα σουβενίρ, αλλά να κάνει κάτι παραπέρα: Να στοχαστεί θεολογικά.  Για μένα, εδώ βρίσκεται η ουσία του. Αυτό που θέλω λοιπόν ναεπισημάνω εδώ, είναι ποια θεολογική δυναμική κουβαλάει το βιβλίο, είτε ρητά είτε άρρητα. Και θα το επισημάνω μιλώντας σας για τέσσερις χαρές που πήρα με το βιβλίο.

ΠΡΩΤΗ ΧΑΡΑ:

Επειδή ο Νίκος Αναγνωστόπουλος έδωσε φωνή σε όσους δεν έχουν φωνή!Εννοώ την καταγραφή των προσωπικών μαρτυριών έξι ενοριτών, και ειδικότερα όσων δεν έχουν κάποια θέση στον δημόσιο χώρο. Το τμήμα αυτό είναι σπουδαιότατο, και μακάρι να ήταν και περισσότερες οι μαρτυρίες. Είναι χαρά το γεγονός ότι, με την καταγραφή αυτή, οι προσωπικές αναμνήσεις και οι προφορικές αφηγήσεις ξεπερνούν τον στενό ανθρώπινο κύκλο, ξεπερνούν και το φράγμα του χρόνου, και μετατρέπονται πλέον σε πηγές της ιστορίας, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει και ο μελλοντικός ερευνητής.

Ποιος ερευνητής; Και ο ερευνητής της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας, και ο ερευνητής της νεοελληνικής κοινωνίας. Η ιστορία του Βύρωνα συνεχίζει να γράφεται, και ο Άγιος Δημήτριος είναι τμήμα του. Υπενθυμίζω ότι «ο συνοικισμός αυτός υπήρξε ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός που δημιουργήθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα» (σ. 14), και είναι σημαντικό, η ευαισθησία της Μικρασιάτικης προσφυγιάς να είναι ζωντανό κριτήριο σήμερα – σε μια περιοχή που δίκαια μπορεί να καυχηθεί ότι ούτε στην κατοχή είχε αποδεχτεί τους Ναζί, ούτε σήμερα επιτρέπει στους Νεοναζί να έχουν παρουσία. Και είναι σπουδαίο στις δύσκολες μέρες μας (είναι εφαρμογή του Ευαγγελίου, που λέει ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι είναι αδέρφια και παιδιά του Θεού) το ότι η ενορία προσφέρει φαγητό και ρουχισμό αδιάκριτα σε όποιον έχει ανάγκη – όποιος κι αν είναι αυτός, απ’ όπου κι αν είναι αυτός.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΧΑΡΑ:

Μίλησα προηγουμένως για ζωντανούς ανθρώπους. Ζωντανούς σ’ αυτή τη ζωή ή ζωντανούς στην άλλη ζωή. Καθόσον βασική πίστη του Χριστιανισμού είναι η πεποίθηση ότι ο Θεός είναι Θεός ζώντων!1 Αυτό σημαίνει ότι τα κτίρια είναι σημαντικά, έχουν τον ρόλο τους, και τα χρειαζόμαστε. Αλλά το σπουδαίο δεν είναι το κτίριο. Στη χριστιανική παράδοση το σπουδαιότερο, στο οποίο τα κτίρια οφείλουν να υποτάσσονται και το οποίο οφείλουν να διακονούν, είναι κάτι άλλο: η κοινότητα. Μια τοπική εκκλησία ίσταται ή πίπτει, όχι αν έχει επιδέξιο φωτογράφο ή όμορφο εξοπλισμό, αλλά αν κατορθώνει να συγκροτήσει κοινότητα. Και η καλύτερη περιγραφή του τι εστί κοινότητα, είναι αυτή που μας έχει δώσει ο απόστολος Παύλος: Η Εκκλησία –λέει– οφείλει να είναι ένα σώμα με ποικίλα μέλη. Κάθε μέλος έχει το δικό του χάρισμα και είναι μοναδικό, αναντικατάστατο. Στο σώμα αυτό, κανένα –απολύτως κανένα– μέλος δεν αρκεί από μόνο του. Κανένα –απολύτως κανένα– μέλος δεν εμπεριέχει τα άλλα, ούτε υποκαθιστά τα άλλα. Η χριστιανική λογική οφείλει να είναι μια άλλη λογική, εντελώς διαφορετική από την κοσμική νοοτροπία περί ανώτερου και κατώτερου, περί σημαντικών και ασήμαντων ανθρώπων. Και γι’ αυτό επαινώ, Νίκο Αναγνωστόπουλε, το ότι παρέθεσες κατάλογο και των νεωκόρων του ναού.

Η ουσία συνεπώς του βιβλίου βρίσκεται στον όμορφο υπότιτλό του: «90 χρόνια ενοριακής προσφοράς και μαρτυρίας». Έτσι, ο τίτλος του βιβλίου μπορεί να λέει «Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου», αλλά στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιστορία αφορά το πείραμα συγκρότησης κοινότητας: ενορίας, με την πιο ουσιαστική (κι όχι μόνο νομική) έννοια.

Δεν είναι τυχαίο ότι η παράδοση και οι Πατέρες της Εκκλησίας αδιάκοπα μας υπενθυμίζουν μια βασική αλήθεια: Πάνω από τους λίθους των οικοδομών είναι οι έμψυχοι λίθοι – οι ζώντες λίθοι, δηλαδή οι άνθρωποι. Αυτονόητο; Φυσικά! Αλλά αδιάκοπα βρισκόμαστε στον πειρασμό να ξεχνάμε τα αυτονόητα!

«Ελάτε», μας λέει ο απόστολος Πέτρος, «ελάτε […] να χρησιμοποιηθείτε σαν ζωντανά λιθάρια στο χτίσιμο του πνευματικού ναού», βασισμένοι στο ζωντανό λιθάρι, που είναι ο Χριστός[2].

Τι θα γίνει αν χάσουμε αυτή την ευαγγελική έμφαση στους ζώντες λίθους; Όσο κι αν μας ξαφνιάσει, όσο κι αν μας είναι οδυνηρό, θα συμβεί αυτό που μας έχει πει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης από τον 5ον αιώνα: Θα πέσουμε σε «λιθομανία»: θα μας κυριαρχήσει ο πόθος για υλικούς λίθους![3]

Κι ακόμα τολμηρότερος ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μας λέει ότι πέρα από την πέτρινη Αγία Τράπεζα των ναών, υπάρχουν κι άλλες πολύτιμες Άγιες Τράπεζες. Είναι οι αδύναμοι και οι περιθωριακοί στα σοκάκια της πόλης. Η πέτρινη Αγία Τράπεζα γίνεται Αγία, επειδή πάνω της τοποθετείται ο Χριστός. Οι αδύναμοι, όμως, και οι περιθωριακοί –λέει ο Χρυσόστομος– είναι Άγιες Τράπεζες από τη φύση τους, γιατί είναι καθαυτοί εικόνες του Χριστού[4].

Αυτό (η έγνοια για τη συγκρότηση κοινότητας) διαπερνά σταθερά και ήρεμα και σεβαστικά όλο το βιβλίο. Άλλοτε βρίσκεται στις ίδιες τις αράδες του και άλλοτε πίσω απ’ αυτές. Διαβάστε, για παράδειγμα, στις μαρτυρίες, δυο-τρεις κουβέντες της κυρίας Μαρίκας Ταμαρέση και του κυρίου Πάνου Αναγνωστόπουλου. Κάνουν λόγο για μια αλήθεια: για τσακωμούς, για έριδες, για μεροληψίες και για στεναχώριες μεταξύ ιερέων, μεταξύ επιτρόπων, μεταξύ ενοριτών. Και δείτε τι ωραία το αποτυπώνει ο συγγραφέας: με λόγο διακριτικό, καιαληθινό και ταπεινό. Πόσο ανοιχτόκαρδα αγγίζει ταραγμένες περιόδους, δίχως να δίνει χώρο σε εγωπάθειες και σε απορρίψεις. Και δείτε πόσο πνευματικά το σχολιάζει ο Πάνος Αναγνωστόπουλος. Ναι, είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες. Ακόμα και οι μαθητές του Χριστού είχαν τις εντάσεις τους μεταξύ τους. Μα το σημαντικό είναι να μας ενώνει και να μας ελέγχει η κοινή πίστη στον Κύριο και στο ευαγγέλιό του. Είναι σπουδαία και αληθινή παρηγοριά, ότι τις απίστευτες ατέλειές μας θα τις επουλώσει η αγάπη και η εμπιστοσύνη στον πονετικό Θεό. Αλλιώς (επιτρέψτε μου να προσθέσω), αν δεν εναποθέτουμε κάθε πράξη μας στην κρίση του ζωντανού Θεού, τότε θα επενδύουμε στη δική μας τάχα μεγαλοσύνη, στο δικό μας τάχα σπουδαίο έργο. Και τότε μπορεί, όσοι καυχόμαστε ότι διακονούμε τον οίκο του Θεού, να ακούσουμε τον ίδιο τον ζωντανό Θεό, να μας λέει ό,τι είπε στην Αποκάλυψη, προς τον προϊστάμενο κάποιας τοπικής Εκκλησίας: «Καυχιέσαι πως είσαι πλούσιος [από έργα], πως απόχτησες μεγάλη [πνευματική] περιουσία […]. Ξεχνάς φαίνεται πως στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος κι αξιοθρήνητος, φτωχός, τυφλός και γυμνός» (Αποκ. 3:17). «Θυμήσου λοιπόν από πού έπεσες. Μετανόησε και γύρνα ξανά στην αρχική διαγωγή σου. Αλλιώς, θα καταφθάσω γρήγορα και θα μετακινήσω τον λυχνοστάτη σου από τον τόπο του» (Αποκ. 2:5). Μη γένοιτο…

Έρχομαι στην ΤΡΙΤΗ ΜΟΥ ΧΑΡΑ (είχα πει ότι θα μιλήσω για τέσσερις χαρές που μου δίνει το βιβλίο):

Όλα τα παραμύθια ξεκινούν με τη φράση «Μια φορά κι έναν καιρό». Που σημαίνει ότι τα παραμύθια είναι στραμμένα στο παρελθόν. Η παραμυθία, όμως, δηλαδή η αληθινή παρηγοριά, είναι στραμμένη στο παρόν και στο μέλλον. Η θεία Λειτουργία ξεκινά με μια φράση, με την οποία το σήμερα προσανατολίζεται στο αύριο: «Ευλογημένη η βασιλεία [η προσδοκώμενη Βασιλεία] του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Το βιβλίο, λοιπόν, του φίλου Νίκου σκάβει την ιστορία, αλλά κάθε φτυαριά μάς ανοίγει (οφείλει να μάς ανοίγει) και μια ευκαιρία: να στοχαστούμε τα κριτήρια για καρποφόρα παρουσία στο παρόν, για μετάνοια των ημαρτημένων και για μεγαλόψυχη πορεία στο άγνωστο μέλλον.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΧΑΡΑ ΜΟΥ. Και κλείνω με αυτήν:

Η τέταρτη χαρά μου οφείλεται στο γεγονός πως είμαι σίγουρος ότι θα ακολουθήσει δεύτερος τόμος. Έχω την αίσθηση ότι αυτό μας υπόσχεται μια τοσοδούλα φράση του συγγραφέα. Εκείνη που κάνει λόγο για «τη μακρά παράδοση των κατηχητικών σχολείων της ενορίας μας» (σσ. 101-102).

Η παράδοση αυτή (του τομέα νεότητας στην ενορία μας) είναι όντως μακρά. Πολύ μακρά. Αλλά στο βιβλίο δεν δημοσιεύεται αρχειακό υλικό. Όμως ότι όντως κάτι συνέβαινε, ο αναγνώστης το πληροφορείται από τις συγκινητικές μαρτυρίες των κυρίων Ευάγγελου Κωνσταντινίδη και Πάνου Αναγνωστόπουλου. Αλλά οι μαρτυρίες αυτές αφορούν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Προσωπικά λοιπόν οφείλω να τις επιβεβαιώσω και να τις επαυξήσω χρονικά. Επιτρέψτε μου να κάνω μία μονάχα σύντομη, προσωπική και νοσταλγική αναφορά. Ανέλαβα κατηχητής στον Άγιο Δημήτριο το 1979. Ο πρώτος άνθρωπος που με εμπιστεύτηκε (που μας εμπιστεύτηκε) ήταν ο μακαρίτης π. Αλέξανδρος Σφυρής. Την επόμενη χρονιά ανέλαβαν κι άλλοι κατηχητές, τη μεθεπόμενη κι άλλοι, και ούτω καθ’ εξής, όλοι φοιτητές τότε, οικογενειάρχες και εργαζόμενοι τώρα[5]. Και ξεκίνησε μια σχέση, ένα εργαστήρι καλύτερα, το οποίο κράτησε σχεδόν 25 χρόνια. Όλη τη δεκαετία του ’80, όλη τη δεκαετία του ’90, και μερικά χρόνια από τον 21ο αιώνα. Και τι συνέβη σ’ αυτά τα 25 χρόνια; Συνέβησαν πολλά. Μα μένω μόνο σε ένα. Η ενορία γεννούσε η ίδια τους επόμενους κατηχητές της. Και οι νεανικές παρέες ξεχείλιζαν τους χώρους του Πνευματικού Κέντρου, ακόμα και όταν το υπόγειο ήταν σκονισμένο υπόγειο, κι όχι το όμορφο σημερινό αρχονταρίκι που έφτιαξε η επιμέλεια του π. Χριστοδούλου.  Με την επίγνωση, ταυτόχρονα, ότι άλλοι, πριν από μας, είχαν κοπιάσει. Ήταν τιμή για μας, τους κατηχητές εκείνης της εικοσιπενταετίας, να έχουμε διαδεχτεί τον Πάνο Αναγνωστόπουλο, τον Μιχάλη Τακατζόγλου, κι άλλους που δεν γνώρισα. Με χαρά λοιπόν καρτερούμε τη συνέχεια της ιστορίας…

Είπαμε: Το βιβλίο το διαβάζουμε και με τα μάτια και με την καρδιά. Μίλησα από την καρδιά μου, και με όλη μου την καρδιά θέλω ξανά να ευχαριστήσω τον Νίκο Αναγνωστόπουλο. Αυτός κόπιασε για να γίνουμε πλουσιότεροι, αυτός κόπιασε να μας τρατάρει τόσες χαρές, ευκαιρίες και αφορμές. Νομίζω ότι κόπιασε ασκούμενος στην τέχνη τού να γράφεις και ταυτόχρονα να προσεύχεσαι, να μνημονεύεις και ταυτόχρονα να εύχεσαι. Νίκο Αναγνωστόπουλε, ευχαριστούμε γι’ αυτό το κομποσχοίνι το καμωμένο από χαρτί και μελάνι.

 

Σημειώσεις

[1] «Θεός […] ουκ έστι νεκρών, αλλά ζώντων. Πάντες γαρ αυτώ ζώσιν» (Λουκ. 20:38).

[2] «Προς ον προσερχόμενοι, λίθον ζώντα […], και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε, οίκος πνευματικός» (1 Πέτρ. 2:4-5).

[3] Βλ. το μελέτημά μου «Η ομορφιά θα καταστρέψει την Εκκλησία;», Θεολογία 83.2 (1912), σσ. 199-219.

[4] Βλ. το μελέτημά μου «Χαμένοι στην ηθική. Στάσεις της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας», Η επιστροφή της ηθικής. Παλαιά και νέα ερωτήματα (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης), εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2013, σσ. 281- 318.

[5] Ευελπιστώ ότι θα προλάβω να κάνω την οφειλόμενη καταγραφή, το οφειλόμενο χρονικό κάποια στιγμή. Στους ανθρώπους αυτούς συγκαταλέγεται και φίλη που έχει περάσει στη θριαμβεύουσα πλέον Εκκλησία. Όπως και η ενοριακή προσπάθειά μας της «Ορθόδοξης Παρέμβασης» τότε…

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλαου Γ. Αναγνωστόπουλου, Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Νέας Ελβετίας Βύρωνος (1927-2017). 90 χρόνια ενοριακής προσφοράς και μαρτυρίας, Βύρωνας 2017. Εκφωνήθηκε σε σχετική εκδήλωση την Κυριακή 15-10-2017, στο κινηματοθέατρο «Λουίζα» του Δήμου Βύρωνα.

 

Στην πλαισίωση της σελίδας, εικονοποιΐα Γιώργου Κόρδη: «Τα Σα εκ των Σων»

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ