Ιδού εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι

1
255

Aλέξανδρος Κοσματόπουλος

Κατά Ματθαίον 13, 1-23.

Η παραβολή του σπορέως, όπως και οι παραβολές των ζιζανίων, του σπόρου του σιναπιού, και της ζύμης (Ματθ. 13,24-30, Μαρκ. 4,30-34, Ματθ. 13,31-36), σχετίζονται με την φανέρωση του μυστηρίου της βασιλείας του Θεού. Το μυστήριο της βασιλείας συνδέεται άρρηκτα με την καρδιά του ανθρώπου. Το βάθος και η καλλιέργεια της καρδιάς είναι που θα συγκρατήσει τον σπόρο του λόγου, θα τον απορρίψει ή θα τον θρέψει. Τούτο επικυρώνει και το λόγιο του Ιησού στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως, ουδέ εούσιν ιδού ώδε ή ιδού εκεί· ιδού γαρ η βασιλεία εντός υμών εστι» (Λουκ. 17,21). (Η βασιλεία του Θεού δεν προσεγγίζεται σαν κάτι εξωτερικό που να μπορείς να το παρατηρήσεις· δεν θα πουν, να εδώ είναι ή εκεί. Γιατί η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας).

Ωστόσο θεωρούμε ότι η Bασιλεία του Θεού είναι κάτι ανύπαρκτο, μια χίμαιρα, που το περιεχόμενό της κανένας δεν έχει διάθεση να εξετάσει και να λάβει υπόψη του. ΄Όμως ο μόνος τρόπος για να αποκτήσουμε σχέση με τον Χριστό είναι η στάση του καθενός απέναντι ακριβώς σ’ αυτό που θεωρείται «ανύπαρκτο», ως διαδικασία φανέρωσης του Υιού του Ανθρώπου, όχι έξω από μας, αλλά στις καρδιές και τους διαλογισμούς μας. Ο Θεός Λόγος αυτο-αποκαλύπτεται. Ποια όμως είναι η κατάσταση  της καρδιάς που θα δεχτεί τη σπορά του λόγου;

Στην ερώτηση των μαθητών, «διατί εν παραβολαίς λαλείς αυτοίς;», ο Ιησούς απαντά: «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται» (Σε σας έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, σε εκείνους όμως δεν έχει δοθεί). Στους μαθητές δόθηκε η δυνατότητα, ανοίχθηκε η οδός, ώστε να αποκαλυφθεί η βασιλεία του Θεού μέσα τους.

Δια των παραβολών αυτών ο Ιησούς αποσοβεί τη σύγχυση ανάμεσα στη βασιλεία του Θεού και κάποια επίγεια βασιλεία.  Η γνώση της έχει δοθεί στους μαθητές, αλλά όχι σ’ εκείνους που «βλέποντες ου βλέπουσι και ακούοντες ουκ ακούουσιν, ουδέ συνιούσι». ΄Ετσι εκπληρώνεται ο λόγος του Ησαΐα (6, 9-10): «Ακοή ακούσετε και ου μη συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ιδήτε· επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς». (Θα ακούτε, μα δεν θα  καταλαβαίνετε, και θα βλέπετε, μα δεν θα εννοείτε. ΄Εγινε αναίσθητη η καρδιά αυτού του λαού. Βαριακούν και κλείνουν τα μάτια τους, για να μη δουν με τα μάτια και ακούσουν με τα αυτιά και συναισθανθούν με την καρδιά, και επιστρέψουν σε μένα και τους θεραπεύσω). Από τί να μας θεραπεύσει; Από τη φιλαυτία και την άγνοια που αυτή γεννά, από το μίσος και την εμπάθειά μας, από την κακοπάθεια των φόβων μας.

Ταυτόχρονα, μιλώντας με παραβολές, ο Ιησούς αποκρύπτει και τη μεσσιανική του ιδιότητα. Ουδέποτε εμφανίζεται ως Μεσσίας ενώπιον του πλήθους. Αν επιβαλλόταν ως τέτοιος, ο ίδιος ο λόγος του θα ματαιωνόταν, και η ανθρώπινη καρδιά θα έμενε ακαλλιέργητη, αδυνατώντας να φτάσει στο πλήρωμα της βασιλείας. Αλλά ο λόγος βλασταίνει στην καρδιά, και τούτο υπογραμμίζει την πνευματική προσπάθεια που πρέπει ο καθένας να καταβάλει. Ο πνευματικός αγώνας στον οποίο καλεί ο Ιησούς είναι προσωπικός, και απευθύνεται ξεχωριστά στον κάθε άνθρωπο. Ο σπόρος του λόγου ρίχνεται επί πάντων. Σε όλων τα ώτα φτάνει ο λόγος του Θεού, αλλά ποιοι είναι εκείνοι που έχουν αυτιά να τον ακούσουν; Ποιοι είναι εκείνοι που θα τον δεχτούν;

Ο Ιησούς έχει επίγνωση της απόρριψης του ευαγγελικού μηνύματος από τους ανθρώπους. Οι ακροατές του, έχοντας μια ορισμένη ιδέα περί του Μεσσία, δεν μπορούν να αφομοιώσουν την αλήθεια της βασιλείας που  ευαγγελίζεται ο Χριστός.

Εξηγώντας την παραβολή ο Ιησούς λέγει: «Παντός ακούοντος τον λόγον της βασιλείας και μη συνιέντος, έρχεται ο πονηρός και αρπάζει το εσπαρμένον εν τη καρδία αυτού· ούτος εστιν ο παρά την οδόν σπαρείς». Ο σπόρος που πέφτει στο δρόμο αναφέρεται στους ανθρώπους που δεν δέχονται τον λόγο της βασιλείας. Και έρχεται ο πονηρός και αρπάζει ό,τι σπάρθηκε, σπέρνοντας σκάνδαλα και αφανίζοντας τον λόγο της βασιλείας από την  καρδιά τους. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης «πονηρός» οι περισσότεροι αντιπαρέρχονται μετά βδελυγμίας το λεγόμενο. ΄Ετσι όμως δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν τα σκάνδαλα, που φυτρώνουν εκεί που κανείς δεν τα περιμένει.

Μέρος της σποράς πέφτει σε πετρώδες έδαφος που το χώμα δεν είναι πολύ και παρόλο που φυτρώνει, μόλις ανατέλλει ο ήλιος το καίει και μην έχοντας ρίζες το ξεραίνει. Στην κατηγορία του πετρώδους εδάφους βρίσκεται ο άνθρωπος που «ουκ έχει ρίζαν εν εαυτώ, αλλά πρόσκαιρος εστι». Η καρδιά του δεν είναι οργωμένη από την υπομονή του πόνου, ώστε να γίνει το δοχείο που θα  δεχτεί το μερτικό της ανθρώπινης μοίρας.  Κλονίζεται με τις δοκιμασίες και τους διωγμούς εξαιτίας του λόγου, και λησμονεί εκείνο που αρχικά με χαρά δέχτηκε. Ο σπόρος μένει στην επιφάνεια  και χάνεται, μη βρίσκοντας βάθος εδάφους να βλαστήσει.

΄Ένα άλλο μέρος του σπόρου πέφτει στα αγκάθια και πνίγεται. Είναι εκείνοι που ακούνε τον λόγο, αλλά οι μέριμνες του κόσμου και η απάτη του πλούτου δεν αφήνουν το σπόρο του λόγου να βλαστήσει. Ο νους τους, απορροφημένος με την απόκτηση των επίγειων αγαθών, με την λαχτάρα που γεννά η αφθονία των υλικών πραγμάτων, νομίζοντας πως έτσι κυριαρχούν στη ζωή, δεν αφήνουν χώρο στην καρδιά τους ώστε να τους θρέψει ο λόγος.

Σε άλλους ο σπόρος θα πέσει σε γη καλή και καρποφόρα και ο καρπός θα είναι πολλαπλάσιος. Είναι το έδαφος της καλής ανησυχίας, το έδαφος της ταπεινοφροσύνης που διψά τον υετό της χάριτος. Μέσα στη χάρη πραγματώνεται η ελευθερία από τις φαντασιώσεις και τις φρεναπάτες, απ’ τον ανίδεο μιμητισμό και την τυφλή, χωρίς εξέταση των κινήσεων της καρδιάς, προσήλωση. Είναι εκείνοι που ακούν το λόγο και τον δέχονται σαν πολύτιμο μαργαριτάρι, που για να το αποκτήσει κανείς αξίζει να θυσιάσει όλο του τον περιούσιο.

«Όστις γαρ έχει, δοθήσεται αυτώ και περισσευθήσεται· όστις δε ουκ έχει, και ό έχει αρθήσεται απ’ αυτού». Την ίδια ρήση επαναλαμβάνει ο Ιησούς και στην παραβολή των ταλάντων, όταν λέγει να πάρουν από τον πονηρό δούλο το ένα τάλαντο και να το δώσουν σε εκείνον που τα αυγάτισε και έχει τα δέκα: «Τω γαρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται, από δε του μη έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ’αυτού» (Ματθ. 25, 29,30). ΄Οποιος  στρέφεται στον Θεό θα δεχτεί τον σπόρο και θα περισσέψει ο πνευματικός καρπός, ενώ εκείνων που δεν τον δέχονται η ζωή θα αδειάζει και θα φυραίνει, και η αναίσθητη καρδιά τους θα πνίγεται στην κούφια καθημερινότητα.

Η στροφή προς τον Θεό έχει να κάνει με την καλλιέργεια της καρδιάς  και των λογισμών της. Ο λογισμός που γεννιέται στην καρδιά φωτίζει ή σκοτεινιάζει τον οφθαλμό και το σώμα. Όταν η καρδιά φωτίζεται, αναδημιουργείται έξω και πέρα από κάθε φονική ή υστερόβουλη συνθήκη που προσιδιάζει στα ανθρώπινα. Φυσά άλλη πνοή, γεννιέται ένα διαφορετικό βλέμμα. Και ενώ η διαφορά του βλέμματος και η ενάργεια της πνοής είναι απτή σε όσους έχουν αυτιά για να ακούν και μάτια για να βλέπουν, παραμένουν άγνωστο γράμμα σ’ εκείνους που εντός τους δεν τρέφεται και δεν  βλασταίνει ο καρπός της σποράς.

Η καρδιά δεχόμενη σαν γόνιμο έδαφος τον λόγο του Χριστού αναδημιουργείται, γίνεται καθρέφτης της πλάσης, προτάσσοντας εν παντί τον κανόνα της  Βασιλείας.

πηγή: Aντίφωνο

 

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here