«Τὶ ἀναχαιτίζεις σου τὰ ὕδατα ὦ Ἰορδάνη; τὶ ἀναποδίζεις τὸ ῥεῖθρον, καὶ οὐ προβαίνεις τὴν κατὰ φύσιν πορείαν. Οὐ δύναμαι φέρειν, φησί, πῦρ καταναλίσκον· ἐξίσταμαι, καὶ φρίττω τὴν ἄκραν συγκατάβασιν· ὅτι οὐκ εἴωθα τὸν καθαρὸν ἀποπλύνειν, οὐκ ἔμαθον τὸν ἀναμάρτητον ἀποσμήχειν, ἀλλὰ τὰ ῥερυπωμένα σκεύη ἐκκαθαίρειν. Ἀκάνθας φλέγειν με ἁμαρτημάτων διδάσκει, ὁ ἐν ἐμοὶ βαπτιζόμενος Χριστός· ὁ Ἰωάννης συμμαρτυρεῖ μοι· ἡ Φωνὴ τοῦ Λόγου βοᾷ· ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν· ὁ ἐπιφανεὶς Θεός, εἰς τὴν ἡμῶν σωτηρίαν, δόξα σοι».
Το ιδιόμελο δοξαστικό της Στ´ Ώρας των Μεγάλων Ωρών της εορτής των Θεοφανίων « Τὶ ἀναχαιτίζεις σου τὰ ὕδατα ὦ Ἰορδάνη; » φέρεται να είναι ποίημα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου (ζ΄αι.). Η υπόθεσή του είναι απλή : Ο ποιητής απευθύνεται στον ποταμό Ιορδάνη ζητώντας του να εξηγήσει το φαινόμενο της υποχώρησης των υδάτων του και την δεδομένη ανατροπή των κανόνων της φυσικής τάξεως. Ο Ιορδάνης αποκαλύπτει ως αιτία αυτής της τροπής των φυσικών όρων το βάπτισμα του Χριστού στα νερά του˙ βάπτισμα, που οδηγεί στην ομολογία του Χριστού ως Σωτήρα του ανθρώπου και της κτίσεως. Το ποίημα καταλήγει με μία τυπική δοξολογική αποστροφή.
Το εικονολογικό κέντρο της ποιητικής του Σωφρονίου είναι ο ποταμός Ιορδάνης. Εδώ η διάκριση συμβολικού και πραγματικού είναι μετέωρη αλλ΄ όχι ασαφής : Μιλά ο ποταμός; Του προσδίδονται ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά; Αυτό που για τον χριστιανικό κόσμο ήταν παράλογο, για τον παλαιό κόσμο συνιστούσε το τακτό. Ο ποιητής ωστόσο ανακαλεί το σύμβολο του παλαιού κόσμου για να το τρέψει σε εικόνα της καινής κτίσεως. Ο Ιορδάνης παρασταίνεται με φωνή ως άνθρωπος, όπως όλες οι αρχαϊκές φυσικές δυνάμεις – ειδικά στην ρωμαϊκή θεολογία - που κατοικούνταν από ορισμένη μορφή λογικότητας. Πριν από όλα λοιπόν ο ποταμός είναι μία εικόνα, κάτι που αποκτά δεδομένες διαστάσεις κανόνα στην βυζαντινή ζωγραφική εκκλησιαστική τέχνη. Ο Κόντογλου σημείωνε για την εικόνα των Θεοφανίων : « Μέσα εἰς τὸν ποταμόν, κάτωθεν τοῦ Κυρίου, εἶναι ζωγραφισμένοι εἰς μικρὸν σχῆμα, μία γυναίκα καὶ ἕν γερόντιον. (…) Ὁ γέρων παριστάνει τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, καὶ κρατᾶ μίαν ὑδρίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν τρέχει τὸ νερόν » (Κόντογλου, σελ. 164). Και πιο κάτω : « εἰς παλαιὰς εἰκόνας τῆς Βαπτίσεως ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι καθισμένος ἐπάνω εἰς ἕνα δελφίνι ἢ ἄλλο ὑδρόβιον τέρας, καὶ εἰς τὴν κεφαλήν του φορεῖ ἓν ὄστρακον ἀπὸ κάβουραν μὲ τὰς δύο δαγκάνας τεντωμένας » (Κόντογλου, σελ. 419). Πριν από αυτά ο Διονύσιος της Φουρνάς είχε επισημάνει : «Ὑποκάτω τοῦ Προδρόμου μέσα εἰς τὸν Ἰορδάνην εἷς ἄνθρωπος γέρων γυμνὸς κείμενος δίπλα καὶ βλέπων ὄπισθεν αὐτοῦ τὸν Χριστὸν μετὰ φόβου καὶ βαστάζων στάμνον χύνει ἐξ αὐτῆς νερόν, καὶ γύρωθεν τοῦ Χριστοῦ ψάρια» (Διονύσιος, σελ. 89).
Όμως αυτή η παράσταση των ποταμών δεν ήταν εφεύρημα του χριστιανικού ζωγραφικού προγράμματος. Στον Δ΄ Λόγο Περὶ Βασιλείας (85-87) ο Δίων Χρυσόστομος σημειώνει τα εξής : « Φέρε οὖν καθάπερ οἱ κομψοὶ τῶν δημιουργῶν ἐπὶ πάντα ἔμβραχυ φέρουσι τὴν αὑτῶν ἐπίνοιαν καὶ τέχνην, οὐ μόνον τὰς τῶν θεῶν ἀπομιμούμενοι φύσεις ἀνθρωπίνοις εἴδεσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον, ποταμούς τε ἐνίοτε γράφοντες ἀνδράσιν ὁμοίους καὶ κρήνας ἔν τισι γυναικείοις εἴδεσι, (…) ὁποῖον καὶ Ὅμηρος ἐτόλμησεν ἐπιδεῖξαι Σκάμανδρον φθεγγόμενον ὑπὸ τῇ δίνῃ, κἀκεῖνοι φωνὰς μὲν οὐκ ἔχουσι προσθεῖναι τοῖς εἰδώλοις, εἴδη δὲ οἰκεῖα καὶ σημεῖα ἀπὸ τῆς φύσεως, οἷον τοὺς ποταμοὺς κατακειμένους γυμνοὺς τὸ πλέον, γένειον πολὺ καθεικότας, μυρίκην ἢ κάλαμον ἐστεφανωμένους ».
Ο Σωφρόνιος προσλαμβάνει συνειδητά αυτόν τον εικονολογικό τύπο ως μαρτυρία του παλαιού κόσμου, επιδιώκοντας ο τύπος αυτός - ως τέτοιος - να ακούγεται – να βλέπεται με σαφήνεια. Πρώτα το φυσικό παίρνει χαρακτήρα ανθρώπου, μα δεν αρκεί η μορφή για να΄ναι ανθρώπειο˙ του χρειάζεται κι λόγος. Μιλώ – «εγώ ο Ιορδάνης» - σημαίνει πως μετέχω στην λογικότητα όχι ως μέρος ενός θαύματος αλλά ως πρόβλημα της Καινής Κτίσεως, ως εμφάνεια δυνατοτήτων. Η κτίση αντικρύζει την ανατολή της Ογδόης Ημέρας. Στέκεται στο σημείο του « καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι καλόν ». Ετούτος είναι κι ο λειτουργικός λόγος για τον οποίο το Γενέσεως Α´, 1-13 διαβάζεται κατά τις ακολουθίες των Μεγάλων Ωρών των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων, της Μεγάλης Παρασκευής : Ορίζει η Οικονομία την Κτίση καινοπρεπώς ως προπτωτική καλοσύνη.
Η παλαιοδιαθηκική παράδοση δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Δείτε τα δαυϊτικά ψάλματα που συνδέονται με την γιορτή των Θεοφανίων : « Ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν* ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω* (…) Τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες,* καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπισώ; » (Ψλμ. ΡΙΓ´, 3-5). Ο ποιητής ρωτά μα απόκριση δεν δίνεται˙ πρέπει ο ίδιος να απαντήσει στο ερώτημά του – καθότι τα στοιχεία άψυχα - δοξολογώντας τον Θεό για την οδοποίηση των αβάτων και την Έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο.
Αυτός είναι ο κανόνας του Νόμου. Ο ελληνικός ιδιοπροσωπικός ρυθμός όμως θέλει τον άνθρωπο να αναμετριέται με τα στοιχεία αυτά στο ύψος του λόγου συμπεριλαμβανομένων λογικού και παρά - λόγου. Έτσι ο Σωφρόνιος φέρνει την εικόνα του Ιορδάνη απέναντι στον ιλιαδικό Σκάμανδρο. Ο Ιορδάνης υποδέχεται τον Χριστό τραβώντας πίσω τα νερά του. Προσφέρεται όμως για να καταστήσει τα ύδατα του βαπτίσματος απαρχή σωτηρίας. Η απλωσιά του είναι καταλλαγή. Από την άλλη ο ποιητής θέλει τον Σκάμανδρο στην Φ΄ Ραψωδία της Ιλιάδας τυφλωμένο από τον θυμό του με τον Αχιλλέα (ἄγη μ´ἔχει). Ο ποταμός μιλά, όπως μιλά κι ο Ιορδάνης του Σωφρονίου, αλλ´ ο ομηρικός ποταμός θέλει να αφανίσει από προσώπου της γης τον υβριστή κι αλαζόνα άνθρωπο που αιματοκυλά και παρασέρνει την ζωή στο πέρασμά του – όποια ζωή. Στην ουσία όμως η οργή του Σκάμανδρου είναι η υπεράσπιση του αναγκαίου και του αγαθού : της τάξεως της ροής του, της φυσικής τάξεως, της τάξεως του μέτρου. Με τούτον τον τρόπο προκύπτουν τα αποτελεστικά χαρακτηριστικά της Οικονομίας : Το τόπος του φυσικού δεν είναι πεδίο βασάνου αλλά δυνατότητα ελευθερίας. Ο Σκάμανδρος ως πόνος, ως σημείο θανάτου αποσυμβολοποιείται˙ ο ποιητής απιθώνει στις όχθες του κατάκοπο το ανθρώπινο ράκος. Από την άλλη ο Ιορδάνης, γέροντας ζωγραφισμένος με μια καβουρομάνα μπλεγμένη στα μαλλιά κι ολόγυρα ψάρια, συνομήλικος με την αμαρτία του κόσμου ομολογεί την συγκατάβαση και δέχεται στα νερά του Τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου.
Τέτοιος ο τρόπος με τον οποίο ο Σωφρόνιος καινοποιεί το παλαιό. Εάν έχω ωστόσο να πω κάτι ακόμα για την ποιητική του, αυτό θα΄ναι πως δουλεύει με απόλυτη συμμετρία το υλικό του : Η μορφή συμπίπτει με το ρωμαλέο περιεχόμενο δείχνοντας πως αυτό είναι που την διατρέχει και την εμπνέει. Όμως δεν είναι η «μυστική» ανάγνωση των γραφικών νοημάτων ή η διδακτική τους δυναμική το πρώτο που νοιάζει τον Σωφρόνιο, αλλά η βαθύτατη ανάγκη της ποιητικής αναγνώσεως της κατακερματισμένης ανθρώπινης συνθήκης και της αναπλάσεώς της.
Διονυσίου του εκ Φουρνά, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης, Ερμηνεία, Άγιον Όρος, 2007.
Φωτίου Κόντογλου, Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, Α΄, Παπαδημητρίου, Αθήνα, 2000.
* Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, Τεύχος 19ο, Δεκέμβριος 2023
