Tὸ «ὁρόσημο» Διονύσης Σαββόπουλος

2
766

Ἡ ἑλληνικὴ μουσικὴ δημιουργία εἶχε εὐλογηθεῖ νὰ παρουσιάσει θαυμαστὰ μορφώματα, ἤδη, πρὶν ἐνταχθεῖ στὶς τάξεις της τὸ ὄνομα τοῦ Διονύση Σαββόπουλου: Τσιτσάνης/Βαμβακάρης, πρωτογενῶς, καὶ Θεοδωράκης/Χατζιδάκις, σὲ δεύτερο χρόνο ἀξιοποίησαν ὑποβλητικὰ τὴν ἐκπληκτικὴ παρακαταθήκη τῶν βυζαντινῶν μελωδικῶν δρόμων, χαρίζοντας στοὺς ὁμοεθνεῖς τους μιὰ πολιτιστικὴ τροφὴ ποὺ ἀνταποκρινόταν μὲ ὑπερ-επάρκεια στὶς ἀνἀγκες τῶν νέων καιρῶν τοῦ αἰσθήματος.

Σήμαινε αὐτὸ ὅτι δὲν προέκυπτε, πιά, ἀνάγκη γιὰ ὁ,τιδήποτε ἄλλο;

Θὰ μποροῦσαν, ναί, καὶ νἆταν τὰ πράγματα ἔτσι. Παρὰ ταῦτα ἐμφανίστηκε ἔγκαιρα μία τότε ἐπιπλέον – μιά... ἀπρόβλεπτη πρόταση: Ἡ ἰδέα ὅτι οἱ δρόμοι τῆς ἁρμονίας θὰ ἐμπλουτίζονταν ἀκόμη ἐμφατικώτερα ὅταν παρεμβάλονταν, ἀνάμεσά τους, καὶ μερικὲς αὐτοσυγκρατημένες, σοβαρές, ἀπείθαρχες μὰ ἐπ’ οὐδενὶ ἀλαζονικές, πινελιές... δυσαρμονίας. 1

Τοῦτος ὁ «ἀλληλοσεβαμὸς» ἀνάμεσα στὸ τακτικὸ καὶ στὸ ἄτακτο μέρος τοῦ «εἶναι» μας βρίσκεται νομίζω στὸν πυρήνα τῆς ἔκπληξης ποὺ ἀποτέλεσε, ἀπ’ τὴν πρώτη του νότα, ὁ ἦχος τοῦ Διονύση Σαββόπουλου. Μιᾶς ἔκπληξης ποὺ δὲν ἀντιστρατευόταν, κἂν στὸ ἐλάχιστο, τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀμέσως προγενέστερης μουσικῆς μας παράδοσης. Τὸ ἐλευθέρωνε ὡστόσο! Δηλαδή, τὸ διάνοιγε πρὸς μιὰ ἀειθαλῆ προοπτικὴ ἀνανεώσεων.

Αὐτὸς εἶναι κι ὁ λόγος πού, ἐνῷ οἱ – λυρικὲς ἢ ἐπικές – μουσικὲς κατακτήσεις μας (μὴν ἀρνηθοῦμε τὴ λέξη:) ὡς ἔθνους, ἔφταναν ἤδη στὸν συγκλονισμό, ἡ παραγωγὴ τοῦ Δ.Σ. μᾶς ἀνήγαγε πλέον στὴν ἔκσταση.

Εἶναι ἄλλωστε ὁ ἴδιος ἀκριβῶς λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ πρόταση, τούτη, δὲν κατόρθωνε καὶ νὰ ἀγκαλιάσει τοὺς πάντες... Ὁπότε εἴδαμε ἀρκετοὺς συμπολίτες μας, τὶς ἡμέρες ἀμέσως μετὰ τὴν θανή του, νὰ ὁμολογοῦν – εἴτε μὲ συστολή, εἴτε μὲ ἔπαρση: «Τα τραγούδια του ποτὲ δὲν μὲ ἄγγιξαν.» Ἡ ἀλήθεια ὅμως (πρεσβεύω) δὲν εἶναι ὅτι τὰ συγκεκριμένα τραγούδια ἀποτύγχαναν νὰ μᾶς μιλήσουν. Εἶναι ὅτι ἐμεῖς, στὴν περίπτωση αὐτή, δὲν ἀξιωνόμασταν νὰ τὰ ἀκούσουμε.

Ἐπιβάλλεται νὰ ὑπογραμμίσουμε, μάλιστα, ὅτι ὁ πειραματισμὸς τοῦ Σαββόπουλου – ἐπὶ μουσικοῦ, εἰδικά, πεδίου σχολιάζοντας – εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε τὴν ἐντυπωσιακὴ μουσικὴ ἄνθηση ποὺ ἐκδηλώθηκε, στὸν χῶρο τοῦ ἑλληνικοῦ τραγουδιοῦ, στὴ διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ ’90: «Δυνάμεις τοῦ Αἰγαίου», Παπάζογλου, Κατσιμιχαῖοι, Λουδοβῖκος Ἀνωγείων, Περίδης, Ζερβουδάκης, Θαλασσινός, Πασχαλίδης, Μάλαμας, Ἀνδρέου, Τανάγρη, Ταμπούρης καὶ πλῆθος πολὺ ἄλλων, ἀπὸ κοινοῦ μὲ ὁρισμένους χαρισματικοὺς ἑρμηνευτές (ἂς ποῦμε, Ἰωαννίδης, Παπακωνσταντίνου, Ἀρβανιτάκη) ἀξιοποιώντας τὴν εὑρηματικότητα τοῦ «πατριάρχη» τους, ἀνέδειξαν ἀμεταχείριστες ἀτραποὺς τῆς συναρπαγῆς καὶ κατέδειξαν – θεωρῶ – τοὺς ἡμεδαποὺς ἐκφραστικοὺς δρόμους ἱκανοὺς νὰ αναγεννῶνται στὸ διηνεκές!

 

Πέραν τοῦ μουσικοῦ σκέλους τῆς δημιουργίας τοῦ Σαββόπουλου, ὑπῆρξαν ἀσφαλῶς καὶ οἱ στῖχοι του. Ἂς σημειώσω, παρενθετικά, ὅτι προβαίνει περίεργο ποὺ κάποιοι συμπατριῶτες μας ἐνοχλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ αὐτοκριτικὴ ἐκ μέρους τοῦ βάρδου μας («παλιοἐλληνες»): Θὰ ἔπρεπε λέω, ἴσα ἴσα, νὰ εἶχαν ἐπαινέσει τὴν παρρησία του. Τὸ μόνο πραγματικὸ πρόβλημα, ὡστόσο, ἔγκειται στὴν περιστασιακὴ ἀντιθρησκευτικότητα τῆς πρώτης ἐσοδείας τραγουδιῶν του. Μιὰ ἀντιθρησκευτικότητα ὅμως ὑπονομευμένη, ἤδη τότε, ἀπὸ τὴν κατὰ πολὺ ριζικώτερη κατάφαση στὶς ἀξίες τοῦ χριστιανικοῦ εὐαγγελίου... («Ἐγὼ τὸν ἀγαποῦσα κι ἀπ’ τοὺς ἐχθρούς μας πιὸ πολύ.») Μιὰ κατάφαση, ὁπότε, ἡ ὁποία προοριζόταν, σὲ βάθος χρόνου, νὰ ὑπερισχύσει! Ὅπως ὄντως συνέβη, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 καὶ ἐντεῦθεν.

Οἱ παλιὲς μηδενιστικὲς νύξεις του, ἐν τέλει, ἀπομένουν μόνο νὰ ἐπικυρώνουν σήμερα ὅτι σέ – ἀποκλειστικά – ρηχότατο ἐπίπεδο ἦταν/εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑποστηριχτεῖ ἡ ἄρνηση: Ἰδοὺ ἀκόμη καὶ ἕνας Σαββόπουλος, χρειαζόταν νὰ καταρρίπτει πρὸς στιγμὴν τὴν τέχνη του στὰ τάρταρα (π.χ.: «ἡ Ζωζώ», ἢ: ἡ «σωματικὴ ἀνάγκη») προκειμένου νὰ τὴν ἀποχριστιανίσει!

Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ μετά, φυσικά, ὁ Δ.Σ. εἰσφέρει μιὰ ποιητικὴ δημιουργία πανάξια τῆς ὑπέρτατης ὑφήλιας ἐπιβράβευσης: Ὅσο σύστοιχο ἑνὸς βραβείου «Νόμπελ» ἐκτιμήθηκε – γιὰ παράδειγμα – τὸ στιχουργικὸ σκέλος τῶν τραγουδιῶν τοῦ Μπὸμπ Ντύλαν, ἄλλο τόσο (ἂν μή, εἰσέτι περισσότερο) δίκαιη θὰ ἦταν ἡ ἀπονομὴ τῆς ἴδιας ἀκριβῶς τιμῆς στήν... ἀδιανόητη χαρισματικότητα τῶν ἐμπνεύσεων τοῦ ἡμέτερου ἰδιοφυοῦς τραγουδοποιοῦ. 2

 

Ἂς διακρίνουμε κάτι ἐπὶ πλέον, ὡστόσο: Ὅσο ἐπιβλητικὴ εἶναι ἡ μουσικὴ ἀλλὰ καὶ ἡ ποιητικὴ διάσταση τῆς προσφορᾶς του, ἄλλο τόσο κυριαρχικὴ ὑπῆρξε ἡ σκηνικὴ παρουσία του: Μιὰ παρουσία ποὺ κατέκλυζε τὸν συναισθηματικό – ἂν ὄχι, μαζί, τὸν νοητικό – ὁρίζοντα τῶν θεατῶν/ἀκροατῶν του, καὶ χειραγωγοῦσε σὲ μιὰ πάλλουσα εὐδαιμονία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὅλες τους (ὅλες μας) οἱ ἐσωτερικὲς ποιότητες ὑψώνονταν πρὸς τὴν αὐθεντικώτερη ἀπὸ τὶς ἐκδοχές τους!

Ἦταν εὔκολο, λέω, νὰ γίνεις πιὸ γενναιόδωρος ἄνθρωπος ἀμέσως μόλις εἶχες δεῖ ἐμπρός σου, ζωντανό, τὸν Σαββόπουλο – ἐνῷ ἀπέβαινε ἴσως πολὺ δυσκολώτερο, αὐτό, στὴν περίπτωση πού... τυφλωνόσουν ἀπέναντί του.

(Γεγονός, ὁ ἀπόηχος τοῦ ὁποίου κατέστη πασίδηλος, ἄλλωστε, τὶς ἡμέρες ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἐκδημία του. Κι ἐξηγεῖ στὸ ἀκέραιο – διατείνομαι – τὴ διαφορὰ ἤθους μεταξὺ τῆς ἑκατέρωθεν ἐκφραστικῆς.)

 

Ἕνα κεφάλαιο συναφὲς μὲ τὴ σκηνικὴ παρουσία του, εἶναι βέβαια τὸ ζήτημα τῶν, κατὰ καιρούς, δηλώσεων τοῦ Διονύση Σαββόπουλου.

Ἀντιλεγόμενο ζήτημα!

Θὰ καταθέσω ὁπότε ἐδῶ τὴν προσωπική μου, ἐπὶ τούτου, ἀνάγνωση.

Μιὰ ἀνάγνωση τὴν ὁποία θὰ ξεκινήσω ἀπὸ «ἕνα βῆμα» νωρίτερα: Ποιά ἦταν ἠ συνολικὴ θέαση, ἐκ μέρους του, πρὸς τὸν κόσμο;

Εἴδαμε πρὶν ὅτι, ἀπὸ ἕνα χρονικὸ σημεῖο καὶ μετά, ἡ θέαση αὐτὴ ἔγινε ἀποφασισμένα χριστιανική. Ἀμιγῶς ὅμως;

Ἂν κοιτάξουμε τοὺς προγενέστερους στίχους του, θὰ τὸν δοῦμε νὰ φλερτάρει τότε “θαρραλέα” (ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἀριστερά: τὴν «κρυφή» του «ἀγάπη») «καὶ» μὲ τὸν παγανισμό (μικρὸ παράδειγμα: «λαμπεροὶ τοξότες τῆς Πυθίας μὲ κοιτάζουν μέσ’ ἀπὸ εἰκόνες Παναγίας»).

Στὴ διάρκεια τῆς χριστιανικῆς του ἐπιστροφῆς, τώρα, οἱ ἐπιρροὲς ἐκεῖνες εἶχαν ἄραγε ξεπεραστεῖ ὅλως δι’ ὅλου; Συγχωρέστε με νὰ διατηρήσω κάποια ἀμφιβολία...

Μιὰ ἀμφιβολία ἡ ὁποία μοῦ παρέχει τὸ “κλειδί”, πάντως, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἑρμηνεύσω τὶς ἐριστικές (ἤ, καὶ προκλητικὲς κάποτε) ἀπὸ τὶς πτυχὲς τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων συμπεριφορᾶς του. Νά, ὅπως τὴ διατράνωση, ἐν ἔτει 1996, μπροστὰ στὴν ἐκλογὴ νέου ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνώσας τότε παράταξης: «Ὑποστηρίζω τὸν Κώστα Σημίτη, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νά... μὴν ἐπανέλθει τὸ ΠΑΣΟΚ στῆν ἐξουσία»! Ἤ, ὅπως τήν – ἀκόμη ἐμπρηστικώτερη  πάλι – δήλωση, ἐν ἔτει 1990 (δηλ, καταμεσῆς συγκυβέρνησης Ν.Δ. - Συνασπισμοῦ - Κ.Κ.Ε.): «Ἦταν πιὰ καιρὸς νὰ συνεργαστοῦν τὰ δυὸ μεγἀλα σπίτια [= ἡ Ἀριστερὰ & ἡ Δεξιά] γιὰ νὰ διώξουν τοὺς ἐνδιάμεσους γύφτους [= τὸ ΠΑΣΟΚ τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου].»

Ὑπὸ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς (παλαιο-παγανιστικό) ἑρμηνευτικὸ πρῖσμα, λοιπόν, εἰσηγοῦμαι νὰ ἀναγνωσθεί καὶ πᾶσα ἡ μεταγενέστερη – ἐκφραστικὰ ἠπιώτερη, ἀλλὰ πάντα μεροληπτική – προχειρολογοῦσα πολιτικολογία του.

 

Τὸ πραγματικὰ σημαῖνον, ἐν τούτοις, στοιχεῖο τῶν ἀπόψεων Σαββόπουλου ἔγκειται σὲ ἕνα πολὺ ριζικώτερο δίλημμα: Τὴ στάση του πάνω στὸ θέμα τῆς μεταφυσικῆς πίστης.

Ὅπως εἴδαμε, ἤδη, ἡ ἀφετηρία τῆς ἐνήλικης ζωῆς του ὑπῆρξε ἐπιθετικὰ ἀθεϊστική. Σὲ ὡριμότερη φάση, ὅμως, δὲν ἄργησε νὰ ἐπαναθεωρήσει τὴ στάση του καί (ὅπως κάθε συνείδηση ποὺ ἀνα-κρίνει τὸ πρωταρχικὸ αὐτὸ θέμα μὲ εἰλικρίνεια) νὰ κατανοήσει τὴν ἀστοχία του. Τὸ ἐπιπλέον, ἐδῶ, βῆμα, τοῦ Δ.Σ. ἦταν ὅτι τὴν ἐπανεξέταση, αὐτή, βρῆκε παρρησία (εἴτε μέσα ἀπὸ συνεντεύξεις, εἴτε εὐθέως μέσ’ στὰ τραγούδια του) καὶ νὰ τὴν κηρύξει δημόσια.

Τὸ πόσο πολὺ λοιπόν, πόσο βαρειά, πόσο ἐξακολουθητικὰ τιμωρήθηκε γιὰ αὐτὴν εἰδικὰ τὴν ἐπιλογή του, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ τὸ ἱστορήσει κανείς. (Ἂν καί, μιὰ συμπυκνωμένη ἀνακεφαλαίωση τῆς ἴδιας ἀκριβῶς ἐμπάθειας εἰς βάρος του εἴδαμε νὰ ἐκδιπλώνεται, ἐπίσης, κατὰ τὶς ἀμέσως ἑπόμενες ἡμέρες τῆς ἐκδημίας του.) Θὰ συνοψίσω μόνο ὅτι εἶχε γίνει δέκτης ἀκόμα περισσότερης βαναυσότητας ἀπὸ ὅση... ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, τὸν καιρὸ ποὺ πρωταγωνιστοῦσε ἐκεῖνος στὸν «χριστιανομαρξιστικὸ διάλογο»!

(Μιὰ ἐκδικητικότητα τὴν ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ξεπεράσει, μονάχα, τὸ παράφρον πιὰ μίσος ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, σχεδὸν εἴκοσι χρόνια ἀργότερα – ἀκατάπαυστο κιόλας ὣς τὴ θανή του.)

Εἶναι ἕνα μένος τὸ ὁποῖο δὲν ὁμολογεῖ (μιλῶ ἐδῶ σὲ ἑνεστώτα χρόνο, καθὼς θὰ συνεχίσει νὰ ἐκδηλώνεται ἀσφαλῶς... ἀχρόνως) ὅτι ἀφορᾶ, συστημένα, τὴν συνειδησιακὴ ἐπιλογὴ τοῦ βαλλόμενου προσώπου, νὰ γίνει χριστιανός: Ὀφείλει νά... παραλαχθεῖ ἐπικαλούμενο δῆθεν λόγους ἀντικειμενικούς – ἐν προκειμένῳ, π.χ., καλλιτεχνικούς. Νὰ βρεθεῖ, συγκεκριμένα, ἕνας τρόπος γιὰ νὰ διαγραφεῖ ἡ ἴδια ἡ τέχνη του!

Ἐπ’ αὐτοῦ, λοιπόν, εἶναι ποὺ “παιανίζεται”, ἀπὸ ὁρισμένους, ἡ καταγγελία ὅτι τὸ ἔργο του... ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ συστατικά... ὑπεξαιρέσεων.

Ἂς προσέξουμε ὅτι ἡ ἐκτόξευση μιᾶς τέτοιας κατηγορίας δὲν κοινοποιεῖ τήν... ἁπλὴ ἀφέλεια (λὲς καὶ δὲν θά ’χε ἀπομείνει, πᾶσα μας τέχνη, στὴν ἐποχὴ τῶν σπηλαίων ἂν τυχὸν ἀπαγορεύονταν, ἔκτοτε, οἱ ἐπιδράσεις) τῶν κατηγόρων: Ὁμολογεῖ τὴν παντελῆ ἀδυναμία, τῆς ἐθελοτυφλίας τους, νὰ διακρίνει πιὰ ἀνάμεσα στὴ δημιουργικότητα καὶ στὴν πλήξη – νὰ ἀξιωθεῖ ἐν τέλει τὴ συναρπαγή, ἀκόμα κι ὅταν ἕνας ὠκεανὸς τῆς ἔμπνευσης ἔχει συνεπάρει “ὅλον τὸν κόσμο”, γύρω της, σὲ μιὰ αἰωνία μνήμη μόνο εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστιῶν.

 

Τὶ ἄραγε θ’ ἀγνοοῦσε, ἐν τέλει, τὸ νεοελληνικό μας στερέωμα ἂν τυχὸν εἶχε ἀπουσιάσει ἀπ’ αὐτὸ ἡ κατακλυσμικὴ δημιουργικότητα ἑνὸς Διονύση Σαββόπουλου;

Δὲν θὰ τὸ πιστεύαμε, τότε, μὲ πόσο ἀνεξάντλητους τρόπους θά ’ταν – πάντοτε, παντοῦ – δυνατὸν νὰ ἰχηλατηθεῖ (μιὰ ἀνάσα ἐγγύς μας) ἡ ἠχὼ τοῦ ἀσύλληπτου μέσα στὸ βυθό, ἐδῶ, τῶν κατεστραμμένων εὐκαιριῶν.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1: Κατανόηση, τὴν ὁποία ὀφείλω/ὀφείλουμε στὸ ἐκτενὲς ἄρθρο τοῦ π. Σταμάτη Σκλήρη «Ὁ Διονύσης πλαγιάζων καὶ διονυσιάζων», ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 1984 σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα τεύχη τῆς Σύναξης.

 

2: Μιὰ μικρὴ κορφολόγηση ἐδῶ, ποὺ στοιχειοθετεῖ ὅτι μέσα, μόνο, στοὺς στίχους τῆς μεγάλης μας ποίησης γίνεται μπορετό, ἡ ἐλάχιστη ἔκφραση νὰ ἱστορήσει τὸν μέγιστο πόθο:

 

«Ἡ πλατεία ἦταν γεμάτη μὲ τὸ νόημα πού ’χει κάτι ἀπ’ τὶς φωτιές»

……………………

«Τόση ὀμορφιὰ δὲν εἶδες πουθενά»

…………………..

«Σὰν βγῶ απ’ αὐτὴ τὴ φυλακὴ

κανεὶς  δὲν θὰ μὲ περιμένει

οἱ δρόμοι θά ‘ναι ἀδειανοὶ

κι ἡ πολιτεία μου πιὸ ξένη»

…………………..

«Χθὲς ἦταν ἔρωτας, χθὲς ἦταν σύννεφο, χρυσὴ βροχὴ
χθὲς ἦταν θάλασσα, γλάρος ποὺ χόρευε μὲ τὸ πρωί
Τώρα εἶναι ἡ σιωπή, τώρα εἶναι ἡ λησμονιὰ κι ὁ χωρισμός
κι ὅλα τ’ ἀστέρια του θαρρεῖς πὼς ἔσβησε ὁ οὐρανός»

…………………..

«Ποῦ πᾶς παληκάρι / ὡραῖο σὰν μύθος;

κι ὁλόισα πρὸς τὸν θάνατο κολυμπᾶς.»

……………………

«Εἴμαστ’ οἱ πρῶτοι κι ἀκολουθᾶνε / ἀναστημένοι χίλιοι νεκροί.

Νέοι καιροὶ ξημερώνουνε πάλι / Νὰ ἡ φωτιά! Νὰ ἡ ζωή!»

…………………..

«Τὰ πιὸ ὡραῖα παραμύθια, ἀπ’ ὅσα μοῦ ’χεις διηγηθεῖ

ἄχ, εἶν’ ἐκεῖνα ποὺ μικούσαν γιὰ τὰ παιδιὰ πού ’χουν χαθεί.

»Γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ χάθηκαν στοῦ δράκου τὸ πηγάδι

στῆς στρίγγλας τὴ σπηλιά.»

…………………….

«Ἀπόπειρα ἐναντίον μου μὲ μαχαίρι.

Δὲν ἤμουν ἐκεῖ / χτύπαε τὸν ἀέρα.

Τὸν συγχωρώ»

…………………….

«Τὸ γράμμα σου δέκα σελίδες / πάλι ἡ ἴδια συμβουλή

μοῦ λὲς στὸ σπίτι νὰ γυρίσω / μοῦ λὲς ν’ ἀλλάξω πιὰ ζωή.»

……………………

«Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας; / εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα.

Ταιριάζουν γιὰ σοκολατόπαιδα / μὰ δὲν ταιριάζουνε γιὰ μένα»

……………………

«Ἀμέσως καταλάβαμε τί πήγαινε νὰ πεῖ, καὶ τοῦ ’παμε νὰ φύγει μουδιασμένα:

Ἀφοῦ δὲν εἶχε νέα εὐχάριστα νὰ πεῖ, καλύτερα νὰ μὴ μᾶς πεῖ κανένα»

……………………..

«Σὰν τὸ παράπονο στὴ φράση “ἐδῶ καὶ τώρα”»

……………………..

«Οἰ μέρες ποὺ λαχτάρησα θὰ ’ρθοῦν»

……………………..

«Δέκα λογιῶ οἱ παληκαριές / οἱ ἐννιὰ νὰ δραπετεύεις

καὶ οἱ ἀγάπες δυὸ λογιῶν / στὴ μιὰ καλογερεύεις»

…………………….

«Σ’ αυτὸ τὸν τόπο ὅσοι ἀγαπᾶνε τρῶνε βρώμικο ψωμὶ

κι οἱ πόθοι τους ακολουθᾶνε ὑπό­γεια διαδρομή

……………………

«Ὅταν ὁ κόσμος σας θὰ καίγεται / ὅταν τὰ γεφύρια πίσω σας θὰ κόβονται

ἐγὼ θά εἶμ’ ἐδῶ νὰ σᾶς θυμίζω / τὶς μέρες τὶς παλιές»

…………………….

«Ὅσα πουλιὰ κι ἂν μοῦ χαρίσετε, ἐγὼ θὰ φύγω πάλι.

Γιατὶ ἀγαπῶ κάτι πουλιά, μαῦρα πουλιά, πουλιὰ πικρά

πουλιὰ τῆς δυστυχίας»

……………………...

«Πολέμησα πολὺ σὲ ὅλα τὰ πεδία

καὶ μὲ κρυφὴ μανία ξέσκιζα τὸν ἐχθρό

Τώρα μὲ χειρουργεῖ ἡ ἀλήθωρη νεολαία

μιὰ τσογλανοπαρέα ποὺ κάνει κριτική»

……………………

«Φιλότεχνοι κι ἀλλήθωροι πρὸς κάποια Δύση πάντα

ποὺ παραμόρφωσε γενιές, παλιὰ κι ἀπ' τὸ τριάντα

Τὴν ὥρα ποὺ τὸ μέσα μας κοβόταν σὰν διαμάντι

στοῦ Καζαντζίδη τὸ λυγμὸ καὶ στοῦ Παπαδιαμάντη.»

……………………..

«Κι ἐμεῖς ποὺ ἀριστερίσαμε, ποιό τάχα ἦταν τὸ λάθος;

Ἐφιάλτης ἦταν τ’ ὄνειρο / ἀλήθεια ὅμως τὸ πάθος»

 

Ταπεινή μου εἰσήγηση: Θὰ μᾶς χρειαζόταν μιὰ Πραγματεία γιὰ ΚΑΘΕΝΑ ἀπὸ αὐτὰ τά... στιχάκια.

 

Μία πρώτη, σύντομη, μορφὴ αὐτοῦ τοῦ κειμένου πρόκειται νὰ δημοσιευθεῖ στὸ τχ 384 (Δεκέμβριος 2025) τοῦ περιοδικοῦ “Πειραϊκὴ Ἐκκλησία”.

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, χαρακτικό έργο του Φώτη Βάρθη: «Διονύσης Σαββόπουλος»

2 Σχόλια

  1. Σ όλα αυτά τα καλά ειπωμένα, χρήσιμο μου φαίνεται να τονίσω το εξής: Ο Σαββόπουλος θαρραλέα στάθηκε εκεί που του έδειχναν τα προτάγματα των καιρών και η επίγνωσή του. Χωρίς εγκλωβισμούς και ισχυρογνωμοσύνη. Γι αυτό και μισήθηκε από πολλούς εξ εκείνων που δεν έκαναν αυτή την υπέρβαση. Σεβαστό δικαίωμά τους να μην την κάνουν. Ακόμα και χρήσιμο μ έναν τρόπο. Το μίσος όμως περιττεύει. Κσι βλάπτει. Και τον μισούντα.

  2. Χωρίς τον Σαββόπουλο, ζωή για μένα που στα 63 μου πορεύομαι όχι χαζοχαρούμενα αλλά πανηγυρικά θέλω να πιστεύω, δεν θα υπήρχε. Τα αθώα 13 συναντούν τα από δω και μπρος μου με την ίδια λειτουργικότητα, μα και των παιδιών μου. Του το οφείλω.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ