Η Οντο-Θεολογία του Χάιντεγκερ και ο Ορθόδοξος Ησυχασμός

7
1827

Ο Μ. Χάιντεγκερ κρίνει αυστηρά στο έργο του την Μεταφυσική και την λεγόμενη Οντο-θεολογία, τις οποίες προσπαθεί να αναιρέσει στο βασικό του σύγγραμμα «Είναι και Χρόνος». «Μεταφυσική» για αυτόν σημαίνει την λήθη του «Είναι», το να ταυτίζει κανείς το «Είναι» με ένα Υπέρτατο Ον (π.χ. Θεός, πλατωνική Ιδέα, αριστοτελικό «ενεργεία ον», καρτεσιανό Υποκείμενο κ.λπ.). Η Μεταφυσική για τον Γερμανό φιλόσοφο είναι εξ ορισμού οντο-θεολογική: προσπαθεί δηλαδή να εξηγήσει τα όντα στο σύνολό τους και να αναγάγει την αιτία τους σε ένα πρώτο, θείο θεμέλιο.

Αντιμετωπίζοντας τον Χάιντεγκερ ο γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Jean-Luc Marion λέγει (στο έργο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι», που έχει μεταφρασθεί και στα ελληνικά) ότι μπορούμε να σκεφθούμε τον Θεό χωρίς το Είναι. Από ορθόδοξη άποψη αυτό είναι απολύτως σωστό, γιατί ο Θεός δεν είναι ένα από τα «Όντα», έστω και το υπέρτατο, αλλά πάνω από το ίδιο το Είναι. Το Είναι, γράφει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, εκπορεύεται  από τον ίδιο τον Θεό.

Πώς λοιπόν να σκεφθούμε τον Θεό έξω από τα όρια της Οντοθεολογίας, έξω από το Είναι; Ο Θεός είναι Πρόσωπο, και μπορούμε να τον γνωρίσουμε, λέγει ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος Λεβινάς, έξω από κάθε «θεματοποίηση». Αυτό θα πει ότι δεν μπορούμε να εξαντικειμενίσουμε εννοιολογικά τον άλλον, δεν μπορούμε καν να τον περιγράψουμε «εξαντλητικά». Ο Μαριόν προχωρεί περισσότερο και λέγει ότι μπορούμε να γνωρίσουμε και να προσεγγίσουμε τον Άλλο μόνο μέσα από την αγάπη, η οποία είναι γνώση. Πώς όμως θα θεολογήσουμε, έστω και μέσω της αγάπης; Η απάντηση της ορθόδοξης ησυχαστικής και ασκητικής παράδοσης- που βέβαια αφορά σύνολη την ορθόδοξη Θεολογία- είναι ότι ο Θεός «εικονίζεται»: δεν μπορεί να περιγραφεί, αλλά μπορούμε να έχουμε μια «εικόνα» Αυτού, που θα μας βοηθήσει, όντας ακριβώς «εικόνα», να κοιτάξουμε παραπέρα, να δούμε και πίσω από αυτήν. «Εικόνα» για παράδειγμα του άλλου είναι το πρόσωπό του: δεν πρόκειται για είδωλο. Το είδωλο, λέγει ο Μαριόν, σε καθηλώνει, δεν σε αφήνει να δεις παραπέρα, σε καταδικάζει σε μια θέα δίχως ορίζοντα. Η εικόνα- και ο Μαριόν κάνει ρητή αναφορά στην βυζαντινή, ορθόδοξη δηλαδή, εικόνα- διανοίγει την θέα.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μια εικόνα του Θείου, αν θέλουμε να τον προσεγγίσουμε. Μια εικόνα που δεν θα «θεματοποιεί», όπως λέγει ο Λεβινάς, δεν θα «εξαντικειμενίζει», δεν θα εξαντλεί νοηματικά τον άλλο. Και κατά την ορθόδοξη άσκηση αυτή είναι ο Άνθρωπος-Χριστός. Γίνεται το Άπειρο όχι να περιγραφεί, αλλά να εικονιστεί. Και μπορούμε να μιλήσουμε για τον Θεό μόνο διά μέσου του Ανθρώπου-Χριστού, που συνιστά μια «κένωση»- την μεγαλύτερη- του αληθινού Θεού. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, χωρίς να χάσει την Θεότητά Του. Για τον Θεό, λέγει η ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση, και ιδίως ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, δεν πρέπει να σχηματίζουμε καμία έννοια, όταν απευθυνόμαστε σε Αυτόν με την προσευχή μας. Ανέκαθεν υπήρχε ισχυρή αποφατική παράδοση στην Ορθόδοξη Θεολογία, ιδίως με τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, αλλά με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, και γενικά τους ησυχαστές πατέρες, η λεγόμενη «νοερά» προσευχή - η πιο βαθιά και «επιστημονική» μέθοδος προσευχής- πρέπει να γίνεται, όπως λέγουν, «αφαντάστως». Δεν πρέπει καν να σχηματίζουμε με τον νου μας ούτε καν την εικόνα του Χριστού, γιατί ο Θεός είναι παντελώς απερινόητος, έξω από οποιαδήποτε έννοια, περιγραφή, ιδέα (μια καλή εισαγωγή σε όλα αυτά είναι το βιβλίο του Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους»).

Ο ασκητής στέκεται ευλαβικά μπροστά στην εικόνα του Χριστού, επαναλαμβάνοντας, όπως είπαμε την «μονολόγιστη ευχή», το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δίχως καμιά φαντασία. Προχωρεί τηρώντας τις εντολές, ακολουθώντας την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, και κάποια στιγμή, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει, του «εμφανίζεται» ο ίδιος ο Θεός, όπως ακριβώς είναι. Του εμφανίζεται, κατά την φιλοκαλική θεολογία, ως «άκτιστον φως», το οποίο είναι «ανείδεο» και «ασχημάτιστο», δίχως δηλαδή «είδος», «σχήμα», «σχηματισμένη μορφή», πέρα εντελώς από οτιδήποτε μπορεί η ανθρώπινη γλώσσα να εκφράσει. Το πρωτοείπε ο Απόστολος Παύλος, όταν «ηρπάγη» στους ουρανούς. Είδε και άκουσε «άρρητα ρήματα α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Ωστόσο, προϋπόθεση για να προσευχηθεί κανείς «νοερά», είναι μεν να μένει ο νους του «αφάνταστος», αλλά παράλληλα να επικαλείται τον Θεό με αγαπητική, ερωτική διάθεση. Όπως θα μας έλεγε ο Μαριόν, όταν απελευθερώσουμε τον Θεό από τις αναγκαιότητες του «Είναι», από τα είδωλα της σκέψης μας, αυτό που μένει είναι η θέση του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη ότι το κύριο όνομα του Θεού είναι «Αγάπη» (ή «Έρως», που είναι το ίδιο). Ο Θεός μας καλεί ακριβώς στην ύπαρξη διά της Αγάπης Του, δεν μπορώ να «είμαι» αν δεν με αγαπούν (για παράδειγμα, το βρέφος, αν δεν το αγγίζει κανείς τρυφερά, αρνείται να φάει και πεθαίνει). Και ακριβώς όλος ο ησυχασμός έγκειται στο πώς θα γεννηθεί εντός μας ο «θείος έρωτας». Έχουμε μια πολύτιμη σύγχρονη μαρτυρία για αυτό, το βιβλίο «Χριστοκεντρικές εμπειρίες ενός Ερημίτου» (επιμέλεια π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1991). Πρόκειται για κάποιον ορθόδοξο ερημίτη, που, ζώντας στις ακρώρειες του Άθωνα, αρχές του 20ου αιώνα, περιέγραψε τον τρόπο που αναπτύσσεται ακριβώς η «σχέση» με τον Θεό. Γιατί, αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό, θα πρέπει να τον αγαπήσουμε –η Αγάπη είναι Γνώση. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα από τα καλυτέρα βιβλία φιλοκαλικής θεολογίας του 20ου αιώνα, που μας εισάγει στην καρδιά της ορθόδοξης θεολογίας, από κάθε άποψη.

Εν πρώτοις, λοιπόν, ο Ερημίτης αυτός μιλά διαρκώς για την «κένωση» του Θεού-Λόγου, του Χριστού, δηλαδή την Ενανθρώπησή Του. Το να μιλά κανείς για την «ενσάρκωση», το γεγονός δηλαδή ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, είναι ο θάνατος της Οντο-θεολογίας. Και διαρκώς μελετά αυτό το «μυστήριο», που είναι, όπως λέγει, η σπουδαιότερη θεία «ενέργεια». Πρέπει να πούμε ότι στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση έχουμε και τα λεγόμενα «δόγματα», που φαίνεται σαν να αποτελούν την επιβίωση της Οντο-θεολογίας εντός της Εκκλησίας. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι στην πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει «καταγεγραμμένο» το δόγμα, ωστόσο η ζώσα δογματική συνείδηση είναι αυτή των θεοπτών. Για παράδειγμα, ο Μέγας Αθανάσιος δογμάτισε ότι «ο Χριστός είναι αληθής Θεός, ομοούσιος με τον Πατέρα». Ωστόσο αυτή η διατύπωση δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων συλλογισμών, αλλά, όπως λέγει στις μέρες μας ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ για τον Γέροντά του άγιο Σιλουανό, όταν ο Σιλουανός είδε τον ζώντα Χριστό σε όλη του την δόξα αμέσως τον αναγνώρισε ως Θεό και μάλιστα «εν Πνεύματι Αγίω». Παρομοίως, και όλοι οι μεγάλοι δογματολόγοι άγιοι, π.χ. ο Μέγας Αθανάσιος που αναφέραμε, είχε ζώσα πείρα της Θεότητας του Χριστού, η οποία και κατεγράφη «δογματικά» στο Σύμβολο της Νίκαιας. Ωστόσο, πρέπει να ξέρουμε ότι το δόγμα είναι μεν αναγκαίο, αλλά δεν μπορεί να εξαντλήσει την περιγραφή της πραγματικότητας. Το δόγμα στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται «όρος», που σημαίνει ότι απλώς καταγράφει το σημείο πέρα από το οποίο αρχίζει η λεγομένη «αίρεση», δηλαδή η ζωή μακριά από τον Θεό και την ζωή εν Πνεύματι.

Γενικώς, τίθεται το πρόβλημα της χρήσης της Γλώσσας στην εκκλησιαστική ζωή. Η προσωπική εμπειρία και σχέση με τον άλλον εκφράζεται, αλλά όχι σε Γλώσσα. Γλώσσα σημαίνει ότι γνωρίζεις κάτι, το έχεις ταυτίσει, σου είναι γνωστό. Για παράδειγμα, βλέπεις ένα μπουκάλι και λες «ένα μπουκάλι νερό υπάρχει εδώ πέρα». Ωστόσο, όταν πίνεις ένα ποτήρι δροσερό νερό, τότε δεν μιλάς μάλλον, αλλά αφήνεις ένα επιφώνημα: «Αααα!». Αυτές οι λεγόμενες «προγλωσσικές εκφράσεις», που είναι τα επιφωνήματα, συνιστούν την αληθινή προσωπική «έκφραση», ενώ το ακριβώς αντίθετο, η αποθέωση της ταυτιστικότητας είναι η επιστημονική «ορολογία». Στην Εκκλησιαστική Λατρεία εκφραζόμαστε πολύ περισσότερο με επιφωνήματα, π.χ. «Ωσαννά», «Αλληλούια» κ.λπ., και στίχους που αποτελούν ανάπτυγμα αυτών των επιφωνημάτων, δηλαδή της Δοξολογίας. Αντί να μιλάμε, «αινούμε», «δοξολογούμε». Και φυσικά, δεν χρειάζεται να πούμε ότι στην Εκκλησιαστική Λατρεία κυριαρχεί η Ποίηση, που είναι και αυτή κυρίως έκφραση, «δοξολογικοποίηση», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο, της Γλώσσας. Και αυτό φαίνεται πάρα πολύ καλά στο βιβλίο που μνημονεύσαμε, τις «Χριστοκεντρικές Εμπειρίες ενός Ερημίτου».

Θα περάσουμε τώρα σε αυτό το βιβλίο. Όπως είπαμε και πιο πάνω, το βασικό στοιχείο της ορθόδοξης ασκητικής ζωής -αυτά όλα αφορούν στην πραγματικότητα τον κάθε πιστό- είναι ο «θείος έρως» (σ. 17), ο εκστατικός έρωτας για τον Θεό- αυτό, όπως απέδειξε ο Μαριόν, καταργεί πλήρως την Οντο-θεολογία. Ο Ερημίτης για τον οποίο μιλάμε γράφει ότι χρειάζεται, πέρα από οποιαδήποτε ορθολογιστική σχολαστική επιχειρηματολογία τύπου Ακινάτη, «φωτισμός νοός». Μόνο έτσι μπορεί να προσεγγιστεί το Μυστήριο της Κένωσης του Λόγου, η Ενσάρκωση- και όλη η ζωή του Χριστού είναι μια διαρκής, ολοένα και βαθύτερη, Κένωση. Απαιτείται «ταπείνωση» (σ.19) ενώπιον του Μυστηρίου- η «ταπείνωση», σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακας, δεν έχει ορισμό, μπορούμε ωστόσο να την γνωρίσουμε εμπειρικά, όταν βρεθούμε δίπλα σε έναν αληθινά ταπεινό άνθρωπο. Όλη η ουσία της ησυχαστικής ζωής έγκειται, κατά τον Ερημίτη, στο να μας δίνει ο Χριστός «πνευματική αίσθηση» για να θαυμάζουμε την Κένωσή Του, κατάνυξη στο να κλαίμε για τις αμαρτίες μας, «γλυκά δάκρυα» για να δοξάζουμε τον Ιησού και να τον υμνούμε. Βλέπουμε ότι μελετώντας κανείς το Μυστήριο της Κένωσης του Λόγου, ότι π.χ. ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός και ταπεινός και χρειάστηκε να μεταναστεύσει στην Αίγυπτο για να γλιτώσει από την μανία του Ηρώδη, δεν εκφράζεται με την Γλώσσα, αλλά με τον «θείο έρωτα», την «πνευματική αίσθηση», την κατάνυξη, την ταπείνωση, τα δάκρυα κ.λπ. Πουθενά δεν γίνεται μια προσπάθεια εξορθολογισμού του δόγματος, όπως στον σχολαστικισμό, αν και δεν λείπουν οι πνευματικές απορίες. Ο Ερημίτης χρησιμοποιεί και τον όρο «μετουσίωση»: λέγει ότι όλα στον Θεό είναι άπειρα, υπερβαίνουν την αντίληψή μας και μας προκαλούν «γαλήνιο και κατανυκτικό θαυμασμό και έκπληξη», που «μετουσιώνονται» σε θείο έρωτα.

Η διάνοια, γράφει ο Ερημίτης, είναι γεμάτη από τους δικούς της «πειρασμούς»: πώς γίνεται ο Θεός να γεννάται από άνθρωπο, να θηλάζει (σ.32), να νηπιάζει, να παίζει σαν τα άλλα παιδιά, να τρώγει, να κοιμάται, να χαίρεται, να κλαίει; Όλα αυτά είναι «ανθρώπινα», και όμως τα κάνει ο Θεός! Η Ενσάρκωση, γράφει ο Ερημίτης, είναι μια λογική αντινομία: αντί όμως να προσπαθήσει να την επιλύσει με κάποια σχολαστική Θεολογία, «γεννιέται ύμνος και αίνος στην ψυχή από την Ενανθρώπηση». Και ο Ερημίτης προσθέτει ότι τα μεν σχετικώς γνωστά και κατανοητά έργα του Χριστού μας ανάγουν στην γνώση του Θεού «μερικώς» (σ. 41), τα δε «απρόσιτα» στο νου μας «μεταποιούνται» σε «ύλη εκστατικών αποφατικών αναβάσεων», που θυμίζουν τα συμβολικά ζώα της Αποκάλυψης, που «ανάπαυσιν ουκ έχουσιν… λέγοντες∙ άγιος, άγιος, άγιος Κύριος…».

Αυτές οι έννοιες «μεταποίησις» και «μεταστοιχείωσις» είναι πολύ σημαντικές για την ησυχαστική ζωή- όπως είπαμε και για την ζωή στην πραγματικότητα κάθε χριστιανού. Είναι τόσο θαυμαστό το Μυστήριο της Κένωσης του Λόγου, αυτό το πιο θαυμαστό έργο του Τριαδικού Θεού, ώστε έχουμε ανάγκη για «θείο φως», προκειμένου να ατενίσουμε τα μεγαλεία της «Δόξας» -επιστροφή πάλι σε μια Θεολογική Αισθητική- του Θεού (σ. 42).

                       ********************

Έχουμε τον «Θεό» της Οντο-θεολογίας, τον Σχολαστικό Θεό του Ορθολογισμού, έχουμε όμως και τον Θεό που κενώνεται γιγνόμενος Άνθρωπος, στην συνέχεια φεύγει κυνηγημένος από τον Ηρώδη, στην συνέχεια, όπως λέγει ο Ερημίτης, κενώνεται περισσότερο πειραζόμενος από τον διάβολο στην έρημο, που ξανακενώνεται στον εν Κανά γάμο ανακατευόμενος με τον πλήθος και συζητώντας μαζί του, που φυσικά κενώνεται έως εσχάτων στο μέγα μυστήριο του Σταυρού και του Πάθους Του, που κατεβαίνει ακόμη και στον Άδη νικώντας τον θάνατο, που διανέμει στους πιστούς την Σάρκα και το Αίμα Του, που γεννιέται μυστικά και αναπτύσσεται στις καρδιές όσων τηρούν τις εντολές Του. Η Εκκλησία γνωρίζει έτσι τον Ζώντα Θεό, τον Απερινόητο Θεό, που υπερβαίνει και αυτό το Είναι- δύναται όμως, όπως λέγει και ο Μαριόν, να απευθύνεται όχι μόνο στα «όντα» αλλά και στα «μη όντα» και να τα μεταβάλλει σε όντα. Είναι ο Κύριος της Δόξης.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Ιωάννη Μητράκα.

7 Σχόλια

  1. Γιατί χρειαζόταν ο Μαριόν για να μιλήσουμε για κένωση; Στην βάση της χριστιανικής Παράδοσης και Θεολογίας-δηλαδή στο Ευαγγέλιο-δεν είναι καταγραμμένη η κένωση; Ο Σταυρός είναι η κένωση. “Το “εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών” του Παύλου. Όλα βρίσκονται μέσα στα Ευαγγέλια και στις επιστολές των Αποστόλων. Αυτοί δίνουν την μαρτυρία. Αυτοί και ο Αρεοπαγίτης για τον οποίο ο άγιος Μάξιμος λέει ότι είναι ο ανώτερος. Πίσω και μέσα στην διάσταση της κένωσης υπάρχει η σταυρωμένη Αγάπη, ο Χριστός ως Υιός και Λόγος. Αυτός που λέει στην Γεθσημανή: όχι το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου (εννοώντας τον Πατέρα). Κάποτε-όσο είναι καιρός- θα πρέπει οι χριστιανοί να αναρωτηθούμε: μήπως εμείς βάζουμε πρώτα το δικό μας θέλημα, γι’ αυτό η χριστιανική Παράδοση παρουσιάζει τέτοια παραμόρφωση, ειδικά στον δυτικό κόσμο με αποτέλεσμα να έχουν παρασυρθεί και οι ορθόδοξοι;

  2. Αγαπητέ κύριε Γουνελά, συστέλλομαι να σας απαντήσω, γιατί είστε πραγματικός “δάσκαλος” ημών των πολλών. Ας πω όμως δυο λόγια, πάντα ειπωμένα με αγάπη. Ας πάρουμε την ψυχανάλυση. Είπαν τόσα και τόσα ο Φρόυντ και οι λοιποί. Αν είμαστε θεοφώτιστοι Πατέρες, θα καταλαβαίναμε ότι έτσι ή αλλιώς όλα αυτά τα λένε οι Πατέρες, αλλά με τον τρόπο που τα είπαν οι ψυχαναλυτές ακουστηκαν για πρώτη φορά. Η λυση δεν θα ήταν να αντιτάξουμε σε όλα αυτά μια “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, που να χει συλλέξει πχ για τον πόλεμο κατά των παθών ή και των ψυχικών παθήσεων καλοβαλμένο και σε καλή σειρά όλο το σχετικό πατερικο υλικό, αλλά να αποδεχθούμε αυτό που έκανε ο νέος πατήρ της Εκκλησίας π. Συμεών Κραγιοπουλος: να αποδεχθούμε ότι πολλά από αυτά που είπε ο Φρόυντ είναι όντως σωστά (π.χ. το ασυνείδητο), ενώ άλλα να τα απορρίψουμε. Αυτό βέβαια απαιτεί αγιοπνευματικη εμπειρία. Προς επίρρωσιν αυτών θα αναφέρω αυτό που είπε ο Άγιος Πορφύριος: μην πολεμάτε τα πάθη, ούτε να προσεέχεσθε στον Θεό να σας τα πάρει. Κάτι γίνεται και τα πάθη δεν φεύγουν. Αυτό δηλαδή που χρειαζόταν δεν ήταν να διαβάσουμε την Φιλοκαλία, αλλά μια ριζική επικαιροποίηση αυτής, που βέβαια μόνο ένας Άγιος μπορεί να την κάνει. Αυτή η δουλειά έγινε. Ερχόμαστε τώρα στα της σύγχρονης γλώσσας και πώς συνεννοούμαστε με αυτήν. Διαβάζουμε πχ. στον Απόστολο Παύλο: “μιμηταί μου γίγνεσθε καθώς καγω Χριστού”. Υπάρχει η αντωνυμία “εγώ”, που φυσικά χρησιμοποιούνται αμέτρητες φορές από την πατερική γραμματεία, παλαιά και σύγχρονη. Αμέσως το μυαλό του δυτικού ανθρώπου, μαζί και του σύγχρονου αλλοτριωμένου Έλληνα, σκέπτεται το καρτεσιανό “Ego”, ή καντράν: πρόκειται για το αυτοθεμελιωνομένο, αυτοδύναμο ” Εγώ ” , που αυτοαναδύεται διά της Γνώσεως (cogito ergo sum). Και όπως χρωστάμε χάρη στους ψυχαναλυτές για όσα ανακάλυψαν – δεν στερείται η Δυση το δικαίωμα να ανακαλύπτει-, έτσι χρωστάμε χάρη και στους διανοητές εκείνους, που σιγά σιγά βοήθησαν να καταλάβουμε ότι ο εαυτός είναι μια δωρεά. Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια του εαυτού: η σύγχρονη νευροβιολογία λέγει ότι είναι ένα μύθευμα, μέρος της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, μαζί και ο Βιτγκενστάιν, λένε το ίδιο. Χρωστάμε χάρη σε αυτούς που επανεισήγαγαν την έννοια του “εαυτού”, στη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη. Μια σχολή στην οποία οφείλουμε πολλά είναι η Φαινομενολογια. Διαβάζουμε στην Φιλοκαλια: ” Ο νους γεννά τον λόγο, ο οποίος φυσει κατευθύνεται προς την αλήθεια “. Αυτο ηχεί στον συγχρονο άνθρωπο σαν καθαρή, εντελώς ξεπερασμένη, μεταφυσική. Η αναλυτική φιλοσοφία θα το απέρριπτε (απορρίπτει ακόμα και την πραγματικότητα του “λόγου”, που δεν μπορεί να την ξεχωρίσει από την σχολαστική “ratio”), ενώ η νευροβιολογια δεν θα ήθελε ούτε να το ακούσει (δεν υπάρχει στον εγκέφαλο κέντρο συνείδησης). Η μόνη σχολή φιλοσοφίας που μπορεί να το καταλάβει είναι η Φαινομενολογία. Εξ ου και ο δικός μας Χρ. Γιανναράς επηρεάστηκε πολυ από την Φαινομενολογία (Χάιντεγκερ και Σαρτρ, π. χ. “προηγούμαι της ουσίας μου”). Μάλιστα έχει γραφτεί και μελέτη για τις σχέσεις Γιανναρά-Μαριον). Τέλος, θέλω να πω ότι κατεπλάγην τα μέγιστα όταν είδα ότι το βασικό μέρος της δουλειάς μου, για την σχέση Χάιντεγκερ- Μαριόν- Ορθοδοξίας, τηρουμένων των αναλογιών-μεγεθων, είδα να υπάρχει σχεδόν αυτούσιο στον π. Ιωάννη- Παντελεήμονα Μανουσσακη, κληρικό και καθηγητή στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, του οποίου και ένα έργο είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά – δυστυχώς εξαντλημένο πια και δυσεύρετο. Αυτά επί του παρόντος. Θα επιστρέψω, συν Θεώ, για την Φαινομενολογια. Σας ευχαριστώ για την αφορμή διαλόγου που μου δώσατε. Με ευγνωμοσύνη για την πολύτιμη προσφορά τόσα χρόνια τώρα στην πνευματική ζωή του τόπου.

    • Όταν υπάρχει ένας Αββάς Ισαάκ τι χρειαζόμεθα τα φληναφήματα του Φρόυντ; Εν πολλοίς αναιρεθέντα κι απ’ αυτήν την μετέπειτα θύραθεν ψυχολογία.
      “Πνεύμα θείον υπερορά μικρολογίαν συγγραφικήν”.*
      Και τα διαχρονικά κείμενα δεν χρειάζονται επικαιροποίηση. Η αλήθεια δεν χρειάζεται επικαιροποίηση. Πάντα κάτι νέο μπορεί βέβαια να ειπωθεί. Μηδέποτε απολήγουσα η οδός. Αλλά, από ποιόν; Με ποιό βίωμα; ποιά βιωτή;
      Και δεν εγκαταλείπουμε εκείνα για τούτα.
      Όλ’ αυτά που λέμε τα λέμε έτσι για να τα λέμε ή για την ωφέλειά τους;
      Πιστεύουμε στην ενδεχόμενη ωφέλεια; στην όντως πρόοδο;
      Ο Αββάς Ισαάκ δείχνει με συγκλονιστική εμβάθυνση και ενάργεια τις κινήσεις της ψυχής και του νου, την οδό της λύτρωσης, της πνευματικής ανέλιξης, της θέωσης. Αυτό που ο άνθρωπος χρειάζεται.
      Αυτό το βιβλίο, γι αυτό το σκοπό, φθάνει. Εκεί μπορεί να δει κανείς “τι γίνεται και τα πάθη δεν φεύγουν”. Και πως φεύγουν.
      Η δε θύραθεν ψυχολογία έχει πολλά να μάθει απ αυτόν. Και πράγματι και ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια μαθαίνει. Κι είναι αυτή μια συνάντηση υπόσχεσης και ελπίδας.
      Αυτά ως συγκριτικό παράδειγμα πατερικού λόγου.
      Μας έχει δοθεί το φως, αλλά επιμένομε να τρεφόμεθα με σκύβαλα.
      Ας δώσει πια η νέμεση τόπο στην λύτρωση.

      * Συνέσιος Επίσκοπος Πτολεμαίδος

  3. Ευχαριστώ τον κ. Παρίση για τις παρεμβάσεις του και ξαναπιάνω τα σχετικά με τον αγαπητό Δημήτρη. Επειδή όμως δουλειά δεν γίνεται ανταλλάσσοντας σχόλια, παραθέτω απλώς αντί άλλης απαντήσεως το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, Αρχαίοι κριτικοί:
    “Μήτε άλλωστε ακολουθάμε καμιά φιλοσοφία. Η δικιά μας η φιλοσοφία -si philosophie il y a- βρίσκεται χωνεμένη ή περιέχεται μέσα στην πίστη μας και δεν αποβλέπει μήτε να εξηγήσει τον κόσμο (interpretieren)-από τις πασίγνωστες “Θέσεις για τον Feuerbach” (1845) του Μαρξ-μήτε να αλλάξει τον κόσμο (verandern) και να τον κρίνει ή άλλο τίποτα, αλλά σκοπεύει σταθερά στον τρόπο ζωής που ευαγγελίζεται ο Ιωάννης για να σωθεί ο κόσμος: Και εάν τις μου ακούση των ρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν. ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον (Μελέτες Β΄ σ.210, Δόμος).
    Νομίζω πως όλο το ζήτημα είναι αυτό. Πώς να πλησιάσουμε όσο γίνεται πιο κοντά στη θεανθρωπία που προτείνει το Ευαγγέλιο και ο σαρκωμένος Λόγος.
    Τα υπόλοιπα άλλη φορά.

  4. Κυριε Γουνελα, όπως σας είπα, σας θεωρώ δάσκαλο μου. Εργαστήκατε όσο λίγοι για την νεοελληνική θεολογία, και την βοηθήσατε να ανθίσει. Κεντρική μορφή, που σας απασχολούσε και σας απασχολεί ακόμα, είναι ο Χρήστος Γιανναράς. Πολύ νωρίς, στην εφηβεία, συνέβη και σε μένα το ίδιο. Ο Γιανναράς όμως με παρέπεμψε αυτομάτως στον Χάιντεγκερ και άρχισα να συγκρίνω το έργο τους. Δεν γίνεται αλλά αναγκαστικά θα πω δυο λόγια για αυτόν τον φιλόσοφο, που θα μας παραπέμπουν άμεσα στην θεολογία. Αυτό που θα ήθελα εδώ να σχολιάσω είναι η σχέση “Εγώ- Συ” στο έργο του. Λοιπόν, δεν έχει τίποτα γιανναρικο η σκέψη του. Ο Χάιντεγκερ πρώτα από όλα δεν πιστευει ότι υπάρχει στο λεγόμενο “Da- sein” πρωτευοντως το Εγώ, και μαζί ακυρώνει όλα τα της “θεωρίας” των Πατέρων. Ενα θέμα βασικό στον φιλόσοφο είναι αυτό του “Συνειναι”, δηλαδή της σχέσης με τον ” Συνάνθρωπο “. Κατά τον Χάιντεγκερ δεν μπορούμε να συναντήσουμε ” άμεσα ” τον άλλο, γιατί ο άλλος, όπως κι εμείς, είναι “ήδη- εμπλεκόμενος- στον – κόσμο”. Αυτό είναι βαθιά αντιγιανναρικο. Βέβαια, λέγει ο Χάιντεγκερ, το ζευγάρι πετά τα ρούχα, και στέκεται γυμνός, ο ένας μπροστά στον άλλο, πιστεύοντας επιτέλους ότι συναντήθηκε άμεσα ο ένας με τον άλλο. Γι αυτό επέρχεται αμέσως η απογοήτευση. Τι γίνεται τελικά με την ” σχέση ” και τον ” έρωτα “, αυτά τα κεντρικοτατα στοιχεία της σκέψης του Γιανναρά; Κατάλαβα ότι ήταν αδυνατον να αποφύγω την φιλοσοφία, προπαντός όσα ειπώθηκαν μετά τον λεγόμενο “θάνατο του Θεού”. Ακόμα θυμάμαι ένα παλιό σας, πολυ ωραίο κείμενο, για τις σχέσεις Γιανναρά- π. Θεοκλητου Διονυσιατη. Τέτοια κείμενα άνοιξαν τον δρόμο στον στοχασμό. Ωστόσο, υπήρξαν και άνθρωποι που μπόρεσαν να σταθούν πάνω από όλα αυτά και φώτισαν την θεολογία με το αγιοπνευματικό τους έργο. Νομίζω ότι ένα κλασικό παράδειγμα, σπουδαγμένος βέβαια στην Ευρώπη, μέσα στο έργο του οποίου πιστεύω ότι μιλάει το Άγιο Πνεύμα, είναι ο π. Βασίλειος Γοντικακης. Και τα δικά σας κείμενα δεν είναι καθόλου νοησιαρχικα, θέτουν όμως ερωτήματα για απάντηση. Και τι θα γίνει; Θα βάλουμε την Φαινομενολογια να ερμηνεύσει το Ευαγγέλιο; Φυσικά και όχι. Αλλά το Ευαγγέλιο θα κρίνει την Φαινομενολογια. ” Πνευματικός άνθρωπος ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενος ανακρίνεται “. Προσωπικά θεωρώ μεγάλο κέρδος ότι από αυτήν την Σχολή ανακάλυψα τον Άγιο Αυγουστίνο. Τέλος, θα ήθελα να πω ότι αυτά που γράφω είναι προϊόν μακρών συζητήσεων με συναδέλφους σας, θεολόγους αλλά μαζί και φιλοσόφους, που κι αυτοί με μια έννοια είναι δικά σας παιδιά. Παραπονιούνται ωστόσο ότι τα χρόνια που εισαστε εσείς στην Σύναξη, υπήρχαν θεολογικά ρεύματα, γίνονταν ζυμώσεις, διαφωνίες, που κι αυτές καλές ήταν κλπ. Σήμερα δυστυχώς βλέπει εν πολλοίς κανείς μια στασιμότητα. Τελειώνω λέγοντας ότι από τουδε και στο εξής θα αρχίσω να μελετώ πιο συστηματικά το έργο σας. Ο Κύριος μας να ευλογεί εσάς και τους μαθητές σας.

  5. Και πάλι σ’ ευχαριστώ Δημήτρη. Μακάρι να έχω συμβάλλει σε όσα λες. Αυτόν τoν καιρό εκδόθηκε το βιβλίο μου για τον Χρ. Γιανναρά ‘Κείμενα πριν και μετά την εκδημία” (Ίκαρος). Επιχειρώ μια εκ νέου ανάγνωση μαζί με τα παλαιότερα κείμενα. Όσο για τον Χάιντεγγερ, έχω ένα κείμενο στο βιβλίο μου για τον Χρ. Μαλεβίτση, ο οποίος έχει γράψει την “Φιλοσοφία του Χάιντεγγερ’ Πολύ καλή δουλειά.
    Κατά βάθος τίποτα δεν χρειάζεται πλην του Ευαγγελίου, της εκκλησιαστικής θεολογίας και της συμμετοχής στα μυστήρια. Μαζί με σταθερή αυτοκριτική. Αλλά καθώς λέει ο Παύλος χωρίς την Αγάπη τι νόημα έχουν τα άλλα;
    Καλή συνέχεια σε όλα.
    Σ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ