Ἡ μεταποίηση τῶν παθῶν σὲ ἀρετὲς ὡς πράξη λογοποίησης τοῦ κόσμου

5
1985

Ἡ κί­νη­ση ἀ­νή­κει στὴ φύ­ση τῶν κτι­στῶν, ὥ­στε δὲν εἶ­ναι στὴν εὐ­χέ­ρειά τους νὰ ἀ­κι­νη­τή­σουν ἀ­πὸ μό­να τους. Στὴν εὐ­χέ­ρεια ὅ­μως τῶν λο­γι­κῶν ὄν­των ἐ­να­πό­κει­ται ὁ τρό­πος τῆς κι­νή­σε­ως. Ἡ κα­τὰ φύ­σιν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ δε­δο­μέ­νο, στὸ ὀ­ποῖ­ο εἶ­ναι δέ­σμιος· ἐ­πα­φί­ε­ται στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­σή του ἂν θὰ ἐμ­μεί­νει στὴν κί­νη­ση πρὸς τὸ Θε­ὸ ἢ ἄν, ἐ­νάν­τια στὸ φυ­σι­κὸ προ­ο­ρι­σμό του, θὰ ἐ­κτρέ­ψει τὴν κί­νη­σή του πρὸς κτί­σμα­τα ἀ­πο­κομ­μέ­να ἀ­πὸ τοὺς λό­γους τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τους.

Ἐκτροπὴ τῆς κινήσεως τοῦ νοῦ

Ἡ ἕλ­ξη τῶν αἰ­σθη­τῶν ἐ­κτρέ­πει τὴν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸ ‘‘κα­τὰ φύ­σι­ν’’ στὸ ‘‘πα­ρὰ φύ­σι­ν’’. Καὶ ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐμ­μο­νὴ στὶς αἰ­σθή­σεις συ­σκο­τί­ζει τὴ θέ­α­ση τῆς φύ­σης· ἂν ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­κε­στεῖ στὴ δύ­να­μη τῶν αἰ­σθή­σε­ων (= ἂν ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν πα­θῶν καὶ τῆς πα­ρά­χρη­σης τῶν κτι­σμά­των) καὶ δὲν ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει τὴ γνω­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου, βυ­θί­ζε­ται στὸ σκό­τος τῆς ἀ­πό­λυ­της ἄ­γνοι­ας.

Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λει­τουρ­γί­α τῆς ‘‘αἴ­σθη­ση­ς’’ ἡ πε­ρι­πλα­νώ­με­νη ψυ­χὴ πα­ρα­πεί­θε­ται καὶ μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸ συγ­γε­νὲς ἀν­τι­κεί­με­νο (τὸ ‘‘προ­σφυ­ὲς αἰ­σθη­τό­ν’’) τῆς κα­θε­μιᾶς ἀ­πὸ τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις. Ἔ­τσι χά­νει τὸ δρό­μο της πρὸς τὸ Θε­ό. Ἐ­κτρο­πὴ τῆς κί­νη­σης ση­μαί­νει ἀ­πώ­λεια τοῦ στό­χου της, ὑ­πο­τα­γὴ στὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τῶν ἀν­τι­φα­τι­κῶν ἐ­πι­μέ­ρους κι­νή­σε­ων. Ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ λει­τουρ­γί­α, ἐν ᾗ τῆς ἀ­λο­γί­ας ὑ­πάρ­χει σα­φῶς ἡ κί­νη­σις, ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες γνω­στι­κὲς δυ­νά­μεις, τὸ λό­γο καὶ τὸ νοῦ, ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ λει­τουρ­γή­σει στὴν προ­ο­πτι­κὴ τῆς εὕ­ρε­σης τοῦ ‘‘τέ­λους’’. Ἄ­γνοι­α τοῦ τέ­λους συ­νε­πά­γε­ται καὶ ἄ­γνοι­α τῆς ‘‘ἀρ­χῆς’’, ἄ­γνοι­α τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ.

Καὶ ἂν ὁ ἄν­θρω­πος, μέ­σος ὢν Θε­οῦ καὶ ὕ­λης, δὲν κι­νη­θεῖ πρὸς τὸ Θε­ὸ ἀλ­λὰ πρὸς τὴν ὕ­λη, ἐγ­κλω­βί­ζει τὴν κί­νη­σή του στὰ ὅ­ρια τῆς δι­κῆς του ἀ­τε­λοῦς ὑ­πάρ­ξε­ως· πλα­νη­μέ­νος νο­μί­ζει ὅ­τι κα­τέ­χει τὴν τε­λει­ό­τη­τα, ἐ­νῶ βι­ώ­νει τὴν ἔκ­πτω­ση ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο τὸ εἶ­ναι. Εἰ­σά­γει ὁ ἴ­διος τὴ φθο­ρὰ στὴν ὕ­παρ­ξή του ὡς πλημ­με­λῆ καὶ ἀ­ναρ­μό­νιον πα­ρὰ τὴν τά­ξιν κί­νη­σιν τῆς φύ­σε­ως. Ἡ φθο­ρὰ καὶ ὁ θά­να­τος εἶ­ναι καρ­πὸς τῆς ἀ­πο­μά­κρυν­σης ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τῆς πτώ­σης. Ἡ πτώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἀ­φε­νὸς τὴν εὐ­χέ­ρεια καὶ ἄ­νε­ση στὴ ρο­πὴ τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὰ πά­θη, ἀ­φε­τέ­ρου τὴν ἀ­στά­θε­c­α καὶ ἀ­νω­μα­λί­α στὴν κτί­ση. Ἡ φθο­ρὰ καὶ ὁ θά­να­τος ἐ­πε­κτεί­νον­ται καὶ ἐ­κτὸς τοῦ πρω­ταί­τιου ἀν­θρώ­που· μὲ δι­κή του εὐ­θύ­νη εἰ­σά­γον­ται καὶ στὸν κό­σμο.

Ἡ φι­λαυ­τί­α ὄ­χι μό­νο δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ τὸν ὁ­δη­γεῖ σὲ πολ­λα­πλὴ κα­τά­τμη­ση τῆς φύ­σης του. Ἡ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη φύ­ση, ἀ­δυ­να­τών­τας νὰ κι­νη­θεῖ πρὸς ἕ­να τέ­λος ἐ­κτὸς τῆς ἴ­διας, ἐμ­πλέ­κε­ται στὴν ἀ­νω­μα­λί­α τῆς ἄ­λο­γης κί­νη­σης. Μό­νο τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο γνω­μι­κὸ θέ­λη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που – οἱ προ­σω­πι­κές του δυ­να­τό­τη­τες σὲ δι­α­μά­χη πλέ­ον πρὸς τὴ ρο­πὴ τῆς φύ­σης – μπο­ρεῖ νὰ συ­νερ­γή­σει στὴν ἐ­πα­νεύ­ρε­ση τοῦ δρό­μου πρὸς τὸ Θε­ό [1].

Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη γνώ­μη-βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μο­νά­χα ρό­λο συ­νερ­γί­ας ἔ­χει στὸν ἀ­να­προ­σα­να­το­λι­σμὸ τῆς φυ­σι­κῆς κί­νη­σης πρὸς τὸ Θε­ό. Ὁ ἴ­διος ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ὸς ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴ φυ­σι­κὴ τρο­χιά της τὴν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θὼς πρῶ­τος Αὐ­τὸς κι­νεῖ­ται καὶ γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, ἵ­να τὴν φύ­σιν τῶν ἀν­θρώ­πων πρὸς ἑ­αυ­τὸν συ­να­γά­γῃ, καὶ στή­σῃ τοῦ φέ­ρε­σθαι κα­κῶς, πρὸς ἑ­αυ­τήν, μᾶλ­λον δὲ κα­θ’ ἑ­αυ­τῆς στα­σι­ά­ζου­σάν τε καὶ με­με­ρι­σμέ­νην· καὶ μη­δε­μί­αν ἔ­χου­σαν στά­σιν, διὰ τὴν πε­ρὶ ἕ­κα­στον τῆς γνώ­μης ἀ­στάθ­μη­τον κί­νη­σιν.

Πάθη (ἐσφαλμένη χρῆσις νοημάτων – παράχρησις πραγμάτων)

Ἡ ἐ­κτρο­πὴ τῆς κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸν κα­τὰ φύ­σιν στό­χο της συ­νι­στᾶ νό­σο, δι­ό­τι ἡ πα­ρὰ φύ­σιν-πα­ρά­λο­γη κί­νη­ση, ἀ­στο­χών­τας ὡς πρὸς τὸ τέ­λος της, δου­λεύ­ει στὴ φθο­ρὰ μιᾶς ἄ­λο­γης πο­λυ­μορ­φί­ας. Ὅ­ταν ἡ κί­νη­ση τῶν ὄν­των παύ­ει νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ τρό­πο συ­νεύ­ον­τα τῷ λό­γῳ τῆς φύ­σε­ως, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο φθαρ­τι­κόν τοῦ λό­γου τῆς φύ­σε­ως, τὰ ὄν­τα πά­σχουν. Οἱ πολ­λὲς μορ­φὲς τῆς νο­ση­ρῆς κι­νή­σε­ως εἶ­ναι τὰ πά­θη. Πά­θος ἐ­στὶ ψε­κτόν, κί­νη­σις ψυ­χῆς πα­ρὰ φύ­σι­ν [2]. Ἡ κί­νη­ση τῆς πε­ρι­πλα­νώ­με­νης καὶ πλα­νη­μέ­νης ψυ­χῆς ἀ­πο­τε­λεῖ πά­θος καὶ νό­ση­μα, δι­ό­τι ἡ ψυ­χὴ τε­λι­κὰ τὴν ὑ­φί­στα­ται ὡς φθο­ρὰ καὶ θά­να­το.

Τὰ πά­θη συ­νι­στοῦν κα­ταρ­χὴν δυ­σαρ­μο­νί­α στὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν κό­σμο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐν­το­πί­ζον­ται κα­τε­ξο­χὴν στὶς λει­τουρ­γί­ες τοῦ νοῦ, τοῦ ὀρ­γά­νου ποὺ συγ­κε­φα­λαι­ώ­νει τὶς προ­σω­πι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες. Τὸ πρό­σω­πο, ἡ προ­αί­ρε­σις καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν στὴ λο­γο­ποί­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὅ­πως εἴ­δα­με, ὁ νοῦς στρέ­φε­ται στὸν κό­σμο καὶ ἀ­πο­κα­θι­στᾶ σχέ­ση μὲ αὐ­τόν· κα­τὰ τὴ φύ­ση του καὶ μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τῆς αἴ­σθη­σης νο­εῖ τὰ πράγ­μα­τα. Ὣς ἐ­δῶ λει­τουρ­γεῖ ἄ­μεμ­πτα, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας δυ­νά­μεις δο­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Τὸ νό­η­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς νο­η­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, ἐν­το­πι­σμέ­νο ὄ­χι πιὰ ὅ­πως τὸ πράγ­μα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νοῦ ἀλ­λὰ ἐν­τὸς αὐ­τοῦ, ἐν­δέ­χε­ται νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ μὲ τρό­πο κα­κό: τῇ γὰρ ἐ­σφαλ­μέ­νῃ τῶν νο­η­μά­των χρή­σει ἡ πα­ρά­χρη­σις τῶν πραγ­μά­των ἀ­κο­λου­θεῖ. Τὸ πά­θος ἑ­δρά­ζε­ται στὴν κα­κὴ χρή­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Ἡ ἄ­λο­γη χρή­ση (πα­ρά­χρη­σις ἢ κα­τά­χρη­σις) τῶν νο­η­μά­των, καὶ κα­τὰ προ­έ­κτα­ση τῶν πραγ­μά­των, γεν­νᾶ τὰ πά­θη, τὴν ἀ­κο­λα­σί­α, τὸ μί­σος, τὴν ἄ­γνοι­α· ἀν­τί­θε­τα, ἡ εὔ­λο­γη χρή­ση γεν­νᾶ τὴ σω­φρο­σύ­νη καὶ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴ γνώ­ση [3].

Κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται στὴ σύ­ζευ­ξη ἐ­νὸς αἰ­σθη­τοῦ πράγ­μα­τος (καὶ τῆς ἀν­τί­στοι­χης αἴ­σθη­σης) καὶ μιᾶς φυ­σι­κῆς ἀν­θρώ­πι­νης δύ­να­μης (πχ. τοῦ θυ­μοῦ, τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας, τοῦ λό­γου)· ἡ δύ­να­μη αὐ­τὴ ἔ­χει ἐ­κτρα­πεῖ ἀ­πὸ τὸ φυ­σι­κὸ στό­χο της, ἐ­ξυ­η­η­ρε­τών­τας, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ σύ­ζευ­ξή της μὲ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο αἰ­σθη­τὸ πράγ­μα, ἕ­να νέ­ο – κα­τὰ σύν­θε­σιν – τέ­λος. Ὁ νοῦς ἔ­χει τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­α­κρί­νει καὶ νὰ ἀ­πο­κό­ψει τὸ τέ­λος τοῦ αἰ­σθη­τοῦ πράγ­μα­τος (καὶ τῆς αἰ­σθή­σε­ως ποὺ τὸ προσ­λαμ­βά­νει) ἀ­πὸ τὸ τέ­λος τῆς φυ­σι­κῆς δυ­νά­με­ως, καὶ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρει ἔ­τσι τὸ κα­θέ­να στὸν οἰ­κεῖ­ο λό­γο του. Γιὰ νὰ τὸ πε­τύ­χει αὐ­τὸ ὁ νοῦς, πρέ­πει, πρῶ­τον, νὰ θε­ω­ρή­σει τὸ αἰ­σθη­τὸ πράγ­μα κα­θαυ­τό· πρέ­πει, ἀ­κό­μα, νὰ ἀ­πε­ξαρ­τή­σει τὴν ἀν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ τὸ αἰ­σθη­τὸ πράγ­μα καὶ ἔ­τσι νὰ τὴ θε­ω­ρή­σει ἀ­πρό­σβλη­τη ἀ­πὸ τὴν οἰ­κει­ό­τη­τα πρὸς τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της. Δεύ­τε­ρον, εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει ὁ νοῦς τὴ δι­ά­θε­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φυ­σι­κῆς δύ­να­μης πρὸς τὸ αἰ­σθη­τὸ καὶ τὴν αἴ­σθη­ση. Τρί­τον, ὀ­φεί­λει ὁ νοῦς νὰ ἀ­φα­νί­σει παν­τε­λῶς καὶ τὴν φαν­τα­σί­α τῶν πα­θῶν κα­θε­αυ­τά, τὴ φαν­τα­σί­α δη­λα­δὴ ποὺ γεν­νι­έ­ται ἀ­πόν­τος τοῦ αἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος τοῦ συμ­πλε­κο­μέ­νου στὸ πά­θος [4]. Ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ πο­ρεί­α ἔ­χει σα­φέ­στα­τα γνω­στι­κὸ-ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο, αὐ­τὸ τῆς συλ­λο­γῆς τῶν λό­γων τῆς φύ­σε­ως.

Ἡ ἐμ­μο­νὴ στὸ πά­θος ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­να­πη­ρί­α τῶν γνω­στι­κῶν δυ­νά­με­ων τῆς ψυ­χῆς. Ἀ­πο­μο­νώ­νον­τας ὁ ἄν­θρω­π­ος τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ λει­τουρ­γί­α τῆς αἴ­σθη­σης ἀ­πὸ τὸ λό­γο καὶ τὸ νοῦ, ἀ­πο­λυ­το­ποι­ών­τας δη­λα­δὴ τὴ γνώ­ση ποὺ αὐ­τὴ τοῦ προ­σφέ­ρει, μέ­νει δέ­σμιος μιᾶς αἴ­σθη­σης ἔγ­κλει­στης στὸν δι­κό της ἐ­πι­φα­νεια­κὸ καὶ πα­ρα­πλα­νη­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἐν­τὸς τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­να­φύ­ον­ται τὰ πά­θη:

τὰ τῶν αἰ­σθη­τῶν εἴ­δη καὶ σχή­μα­τα,

δι’ ὧν πέ­φυ­κε τὰ πά­θη δη­μι­ουρ­γεῖ­σθαι πε­ρὶ τὰς ἐ­πι­φα­νεί­ας τῶν ὁ­ρα­τῶν,

στά­σιν λαμ­βα­νού­σης διὰ τῆς μέ­σης αἰ­σθή­σε­ως τῆς πε­ρὶ τὰ νο­η­τὰ δι­α­βά­σε­ως

τῆς ἐν ἡ­μῖν λο­γι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας.

Ἂν οἱ αἰ­σθή­σεις δὲν εὐ­γε­νι­σθοῦν ἀ­πὸ τὸ λό­γο, ἂν δὲν ἐν­τα­χθοῦν στὴν εὐ­σε­βῆ λει­τουρ­γί­α τοῦ νοῦ ποὺ τεί­νει νὰ βρεῖ τὸ Δη­μι­ουρ­γὸ Νοῦ, γί­νον­ται δε­σμὰ καὶ φυ­λα­κὴ τῆς ψυ­χῆς. Ἡ γνω­στι­κὴ ἐμ­βέ­λεια τῶν αἰ­σθή­σε­ων φτά­νει μέ­χρι τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν πραγ­μά­των· χω­ρὶς τὴ λο­γι­κὴ ἐ­νέρ­γεια ἡ ψυ­χὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ μπεῖ στὴν τρο­χιὰ τῆς δι­ά­βα­σης πρὸς τὰ νο­η­τά, καὶ τό­τε ἡ αἴ­σθη­ση χά­νει τὴν ἔμ­φυ­τη γνω­στι­κή της δύ­να­μη.

Ὁ Μά­ξι­μος χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ δύ­ο ση­μα­σί­ες τὸν ὅ­ρο ‘‘πά­θο­ς’’. Πρῶ­τον θε­ω­ρεῖ πά­θη ψε­κτὰ ἢ δι­α­βε­βλη­μέ­να ὅ­λες τὶς πα­ρὰ φύ­σιν κι­νή­σεις τῆς ψυ­χῆς, ἐ­κτι­μών­τας πὼς ὑ­πεύ­θυ­νος γι’ αὐ­τὲς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος· αὐ­τὰ τὰ πά­θη ταυ­τί­ζον­ται μὲ τὶς κα­κί­ες. Δεύ­τε­ρον, ὀ­νο­μά­ζει πά­θη ἀ­δι­ά­βλη­τα κά­ποι­ες φυ­σι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες δο­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸ Θε­ό. Αὐ­τές, ὑ­πο­κεί­με­νες στὴν τρο­πὴ καὶ τὴν ἀλ­λοί­ω­ση τῆς κτι­στό­τη­τας, ἀ­νή­κουν στὴ ‘‘φύ­ση­’’ καὶ ὄ­χι στὸ ‘‘πρό­σω­πο­’’ τοῦ ἀν­θρώ­που, καὶ δὲν ση­μαί­νον­ται ἐ­ξαρ­χῆς ὡς κα­λὲς ἢ κα­κές · ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ τὶς χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὁ νοῦς (ὁ ἄν­θρω­πος ὡς ἐ­λεύ­θε­ρο πρό­σω­πο) θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­σει κα­λὲς ἢ κα­κές. […]

Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, τὸ ἐμ­πα­θὲς νό­η­μα εἶ­ναι λο­γι­σμὸς σύν­θε­τος ἀ­πὸ κά­ποι­ο πά­θος καὶ νό­η­μα, ἐ­πα­φί­ε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη θέ­λη­ση νὰ ἀ­πο­κό­ψει τὸ πά­θος ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα, ὥ­στε νὰ κα­θαρ­θεῖ ὁ λο­γι­σμός. Ἡ ἀ­πο­κο­πὴ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἐγ­κρά­τεια [5].

Τρόπος ὕπαρξης τῶν παθῶν

Ὁ νοῦς ἔ­χει τὴν ἐν­θύ­νη καὶ γιὰ τὴ σω­στὴ χρή­ση τοῦ νο­ή­μα­τος καὶ γιὰ τὴν πα­ρά­χρη­ση ἢ κα­τά­χρη­σή του. Γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐμ­πλο­κή του στὰ πά­θη, ὀ­φεί­λει νὰ θε­ω­ρεῖ στὴν κα­θα­ρό­τη­τά τους τοὺς λό­γους-τέ­λη ὄ­χι μό­νο τῶν ὄν­των ἀλ­λὰ καὶ τῶν αἰ­σθή­σε­ων καὶ τῶν ἄλ­λων φυ­σι­κῶν δυ­νά­με­ων τοῦ ἀν­θρώ­που. Μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα ὁ ἅ­γιος Μά­ξι­μος ἐ­πε­ξη­γεῖ πῶς ὁ νοῦς μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὰ πά­θη, δι­δά­σκον­τάς μας μὲ ποι­όν τρό­πο ὑ­πάρ­χουν αὐ­τά: κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται ἀ­πὸ τὴ ‘‘συμ­πλο­κὴ­’’ δύ­ο πα­ρα­γόν­των : ἀ­φε­νὸς κά­ποι­ου αἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος καὶ τῆς ἀν­τί­στοι­χής του αἰ­σθή­σε­ως (θε­ω­ρεῖ­ται δε­δο­μέ­νη μί­α συμ­πλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα καὶ οἰ­κει­ό­τη­τα ἀ­νά­με­σα στὰ αἰ­σθη­τὰ καὶ στὶς αἰ­σθή­σεις), ἀ­φε­τέ­ρου κά­ποι­ας ἔμ­φυ­της δύ­να­μης, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ θυ­μὸς καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Αὐ­τὰ τὰ ἀρ­χι­κὰ συ­στα­τι­κὰ τοῦ πά­θους, δη­λα­δὴ τὸ αἰ­σθη­τὸ ὄν (καὶ ἡ ἀν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση) καὶ ἡ ἔμ­φυ­τη δύ­να­μη, ἐμ­πε­ρι­έ­χον­ται ἀ­ναμ­φί­βο­λα στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς λί­αν κα­λῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἡ νο­ση­ρὴ κα­τά­στα­ση τοῦ πά­θους δὲν γεν­νι­έ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ὄν­τα οὔ­τε ἀ­πὸ αἰ­σθή­σεις οὔ­τε ἀ­πὸ ἔμ­φυ­τες δυ­νά­μεις · ἐ­πί­σης, ἡ νο­ση­ρὴ κα­τά­στα­ση τοῦ πά­θους δὲν γεν­νι­έ­ται ἀ­πὸ μό­νη τὴ ‘‘δι­πλὴ συμ­πλο­κή­’’, πρῶ­τον, τοῦ αἰ­σθη­τοῦ καὶ τῆς αἰ­σθή­σε­ως, δεύ­τε­ρον τοῦ συμ­πλέγ­μα­τος αἰ­σθη­τοῦ-αἴ­σθη­σης μὲ τὴν ἀν­τί­στοι­χη ἔμ­φυ­τη δύ­να­μη. Ἡ νο­ση­ρό­τη­τα τοῦ πά­θους γεν­νι­έ­ται:

• εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ σύγ­χυ­ση τε­λῶν ποὺ ἐμ­φι­λο­χω­ρεῖ στὴ συμ­πλο­κὴ αἰ­σθη­τοῦ καὶ αἰ­σθή­σε­ως,

• εἴ­τε ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτρο­πὴ τῆς ἔμ­φυ­της δύ­να­μης ἀ­πὸ τὸν κα­τὰ φύ­σιν λό­γο-τέ­λος της.

Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, θε­μέ­λιο τοῦ πά­θους καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις εἶ­ναι ἡ ἀ­στο­χί­α τῆς κί­νη­σης, ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ φυ­σι­κοῦ της τέ­λους : ἂν ἡ κί­νη­ση τοῦ αἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος κα­τευ­θυν­θεῖ πρὸς τὴν ἀν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­γνο­ών­τας τὸν ἐ­νυ­πάρ­χον­τα στὸ Θε­ὸ λό­γο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας του, γεν­νι­έ­ται τὸ πά­θος. Κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ἂν ἡ κί­νη­ση τῆς αἴ­σθη­σης ἐγ­κλω­βι­στεῖ στὴν οἰ­κει­ό­τη­τα ποὺ τὰ αἰ­σθη­τὰ ἔ­χουν γι’ αὐ­τήν, ἂν μὲ ἄλ­λα λό­για πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἡ λει­τουρ­γι­κό­τη­τα τῆς αἴ­σθη­σης στὴν πρόσ­λη­ψη τῶν αἰ­σθη­τῶν ὄν­των, χω­ρὶς τὴν ἀ­να­γω­γὴ τῆς αἰ­σθη­τη­ρια­κῆς λει­τουρ­γί­ας στὶς ἀ­νώ­τε­ρες γνω­στι­κὲς βαθ­μί­δες τοῦ λό­γου καὶ τῆς νό­η­σης, καὶ πά­λι γεν­νι­έ­ται τὸ πά­θος. Τὰ πά­θη ἀ­να­φύ­ον­ται ὅ­πο­τε τὸ αἰ­σθη­τὸ καὶ ἡ αἴ­σθη­ση συρ­ρι­κνώ­νουν (καὶ ἐ­ξαν­τλοῦν) τὰ τέ­λη τους σὲ μιὰ ‘‘ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα­’’, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τὸ λό­γο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τους σὲ μιὰ ἀ­μοι­βαί­α σκο­πι­μό­τη­τα : ὁ­σά­κις τὸ αἰ­σθη­τὸ ὑ­πάρ­χει γιὰ τὴν αἴ­σθη­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση γιὰ τὸ αἰ­σθη­τό, ἐγ­κλω­βί­ζουν καὶ τὸν ἄν­θρω­πο στὸ πά­0­ος. Τὸ πά­θος εἶ­ναι τε­λι­κὰ θέ­μα προ­ο­πτι­κῆς: πρὸς τὰ ποῦ κι­νεῖ­ται ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που, πρὸς τὴν ὕ­λη ἢ πρὸς τὸν Θε­ό.

Τὸ κακὸ ὡς παρυπόστασις

Στὴ ρί­ζα τῶν πα­ρα­πά­νω θε­ω­ρή­σε­ων βρί­σκε­ται ἡ βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ καὶ τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πα­ρά­δο­σης πὼς τὸ κα­κὸν δὲν ὑ­φί­στα­ται ὡς ὀν­τό­της-ὕ­παρ­ξη, δὲν ἀ­νή­κει στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ Θε­οῦ· ἀλ­λὰ τὸ κα­κὸ ὡς στέ­ρη­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ, ὡς ἀ­δυ­να­μί­α καὶ ἀ­σθέ­νεια, ὡς ἀ­τευ­ξί­α καὶ ἀ­πό­πτω­ση ἀ­πὸ τὸ ἀ­γα­θό, ὡς πα­ρυ­πό­στα­σις, ὑ­πάρ­χει καὶ συ­ναν­τᾶ­ται σὲ ὅ­λη τὴν κλί­μα­κα τῶν ὄν­των.

Στὸ χω­ρί­ο ποὺ πα­ρα­θέ­του­με, συ­νο­ψί­ζον­ται μὲ πλη­ρό­τη­τα καὶ ἀ­με­σό­τη­τα οἱ θέ­σεις τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου σχε­τι­κὰ μὲ τὸ τί δὲν εἶ­ναι καὶ τί εἶ­ναι τὸ κα­κόν:

Ὅ­ρος κα­κοῦ.

Τὸ κα­κὸν οὔ­τε ἦν, οὔ­τε ἔ­σται κα­τ’ οἰ­κεί­αν φύ­σιν ὑ­φε­στώς·

οὔ­τε γὰρ ἔ­χει κα­θ’ ὁ­τιοῦν οὐ­σί­αν,

ἢ φύ­σιν, ἢ ὑ­πό­στα­σιν, ἢ δύ­να­μιν, ἢ ἐ­νέρ­γειαν ἐν τοῖς οὖ­σιν·

οὔ­τε ποι­ό­της ἐ­στίν, οὔ­τε πο­σό­της, οὔ­τε σχέ­σις, οὔ­τε τό­πος, οὔ­τε χρό­νος,

οὔ­τε θέ­σις, οὔ­τε ποί­η­σις, οὔ­τε κί­νη­σις, οὔ­τε ἕ­ξις, οὔ­τε πά­θος,

φυ­σι­κῶς τι­νι τῶν ὄν­των ἐν­θε­ω­ρού­με­νον,

οὔ­τε μὴν ἐν τού­τοις πᾶ­σιν τὸ πα­ρά­παν κα­τ’ οἰ­κεί­ω­σιν φυ­σι­κὴν ὑ­φέ­στη­κεν·

οὔ­τε ἀρ­χή, οὔ­τε με­σό­της, οὔ­τε τέ­λος ἐ­στίν·

ἂλ­λ’ ἵ­να ὡς ἐν ὅ­ρῳ πε­ρι­λα­βὼν εἴ­πω,

τὸ κα­κὸν τῆς πρὸς τὸ τέ­λος τῶν ἐγ­κει­μέ­νων τῇ φύ­σει δυ­νά­με­ων ἐ­νερ­γεί­ας ἐ­στὶν ἔλ­λει­ψις,

κa­ι ἄλ­λο κα­θά­παξ οὐ­δέν.

Κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ὄν­τος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ στὸ κα­κόν· καὶ κα­μί­α φυ­σι­κό­τη­τα δὲν προ­σι­διά­ζει σὲ αὐ­τό. Τὸ κα­κόν, ὡς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση καὶ ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση, ἐκ­φαί­νε­ται ὡς ἔλ­λε­ψη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­νέρ­γειας τῶν κτι­σμά­των ποὺ θὰ τὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ φυ­σι­κό τους τέ­λος, τὸν Δη­μι­ουρ­γό. Εἴ­τε ὡς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση εἴ­τε ὡς ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση εἴ­τε ὡς ἄ­γνοι­α τῆς αἰ­τί­ας τῶν ὄν­των, ἡ πα­ρυ­πό­στα­σις τοῦ κα­κοῦ εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Οἱ πρά­ξεις τοῦ ἀν­θρώ­που προ­σφέ­ρουν στὸ κα­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­νά­δυ­σης στὸ γί­γνε­σθαι τῆς κτι­στῆς φύ­σης, ἐ­νῶ τὸ κα­κὸ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πό­στα­το­ν [6].

Μεταποίηση τῶν παθῶν σὲ ἀρετές

Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πάν­τα τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ με­τα­ποι­ή­σει τὰ πά­θη τῆς κα­κί­ας σὲ ἀ­ρε­τές. Καὶ τε­λι­κὰ τὰ πά­θη εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που· καὶ αὐ­τό, χω­ρὶς νὰ κα­ταρ­γη­θοῦν, ἀλ­λὰ ἔ­χον­τας μὲ σο­φί­α ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴ σύν­δε­σή τους πρὸς τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ κτή­ση τῶν πα­θῶν ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ ἐ­κεί­νη τὴ χρή­ση τους ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὰ οὐ­ρά­νια:

Πλὴν κα­λὰ γί­νε­ται καὶ τὰ πά­θη ἐν τοῖς σπου­δαί­οις,

ὁ­πη­νί­κα σο­φῶς αὐ­τὰ τῶν σω­μα­τι­κῶν ἀ­πο­στή­σαν­τες,

πρὸς τὴν τῶν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν.

Ἡ ἐ­νά­ρε­τη χρή­ση τῶν πα­θῶν πραγ­μα­τώ­νε­ται ἐν τοῖς σπου­δαί­οις, σὲ ὅ­σους ὑ­πο­τάσ­σουν κά­θε νό­η­μα στὴν ὑ­πα­κο­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ [7].

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Τὰ ἑ­πό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ γρα­φὲς τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου θὰ μπο­ροῦ­σαν, ἄ­ρι­στα, νὰ ἀ­να­γνω­σθοῦν αὐ­το­τε­λῶς. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­πο­τε­λεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρα­πομ­πὴ ἐκ μέ­ρους τοῦ κει­μέ­νου τοῦ Βασ. Μπε­τσά­κου.

1. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα..., PG 90, 1196Β-C: Ἡ τῶν ἀν­θρώ­τε­ων φι­λαυ­τί­α καὶ σύ­νε­σις, ἀλ­λή­λους καὶ τὸν νό­μον, ἢ ἀ­πω­σα­μέ­νη, ἢ σο­φι­σα­μέ­νη, εἰς πολ­λὰς μοί­ρας τὴν μί­αν φύ­σιν κα­τέ­τε­με· καὶ τὴν νῦν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν αὐ­τῆς ἀ­ναλ­γη­σί­αν εἰ­ση­γη­σα­μέ­νη, αὐ­τὴν κα­θ’ ἑ­αυ­τῆς τὴν φύ­σιν διὰ τῆς γνώ­μης ἐ­ξώ­πλι­σε. Διά τοι τοῦ­το, πᾶς ὅ­στις σώ­φρο­νι λο­γι­σμῷ καὶ φρο­νή­σε­ως εὐ­γε­νεί­ᾳ, ταύ­την λῦ­σαι δε­δύ­νη­ται τῆς φύ­σε­ως τὴν ἀ­νω­μα­λί­αν, ἑ­αυ­τὸν πρὸ τῶν ἄλ­λων ἐ­λέ­η­σε, τὴν γνώ­μην κα­τὰ τὴν φύ­σιν δη­μι­ουρ­γή­σας, καὶ Θε­ῷ κα­τὰ τὴν γνώ­μην διὰ τὴν φύ­σιν προ­σχω­ρή­σας...

2. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 968Α καὶ 988D-989A: Πά­θος ἐ­στὶ κί­νη­σις ψυ­χῆς πα­ρὰ φύ­σιν, ἢ ἐ­πὶ φι­λί­αν ἄ­λο­γον, ἢ ἐ­πὶ μῖ­σος ἄ­κρι­τον, ἤ τι­νος, ἢ διά τι τῶν αἰ­σθη­τῶν.

3. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1008Β, 988C-D: Τί οὖν ἐ­στι τὸ κα­κόν; Δῆ­λον ὅ­τι τὸ πά­θος τοῦ κα­τὰ φύ­σιν νο­ή­μα­τος, ὅ­περ δύ­να­ται μὴ εἶ­ναι ἐν τῇ τῶν νο­η­μά­τι­υν χρή­σει, ἐ­ὰν ὁ νοῦς γρη­γο­ρῇ. 

4. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα..., PG 90, 1201B-C: Πᾶν πά­θος κα­τὰ συμ­πλο­κὴν πάν­τως αἰ­σθη­τοῦ τι­νος καὶ αἰ­σθή­σε­ως, καὶ φυ­σι­κῆς δυ­νά­με­ως, θυ­μοῦ λέ­γω τυ­χόν, ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ας, ἢ λό­γου πα­ρα­τρα­πέν­τος τοῦ κα­τὰ φύ­σιν, συ­νί­στα­ται. Ἐ­ὰν οὖν τὸ πρὸς ἄλ­λη­λα κα­τὰ σύν­θε­σιν τέ­λος, τοῦ τε αἰ­σθη­τοῦ καὶ τῆς αἰ­σθή­σε­ως, καὶ τῆς ἐ­π’ αὐ­τῇ φυ­σι­κῆς δυ­νά­με­ως θε­ω­ρή­σας ὁ νοῦς, δυ­νη­θῇ πρὸς τὸν οἰ­κεῖ­ον φύ­σει λό­γον, τού­των ἕ­κα­στον δι­α­κρί­νας ἐ­πα­να­γα­γεῖν, καὶ θε­ω­ρή­σας κα­θ’ ἑ­αυ­τὸ τὸ αἰ­σθη­τόν, ἄ­νευ τῆς πρὸς αὐ­τὸ τῆς αἰ­σθή­σε­ως σχέ­σε­ως, καὶ τὴν αἴ­σθη­σιν δί­χα τῆς τοῦ αἰ­σθη­τοῦ πρὸς αὐ­τὴν οἰ­κει­ό­τη­τος· καὶ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­αν, φέ­ρε εἰ­πεῖν, ἢ ἄλ­λην τι­νὰ τῶν κα­τὰ φύ­σιν δυ­νά­με­ων χω­ρὶς τῆς ἐμ­πα­θοῦς ἐ­π’ αἰ­σθή­σει τε καὶ αἰ­σθη­τῷ δι­α­θέ­σε­ως· ὡς ἡ τοῦ πά­θους ποι­ὰ πα­ρα­σκευά­ζειν τὴν θε­ω­ρί­αν γί­νε­σθαι κί­νη­σις, δι­ε­σκέ­δα­σε καὶ ἐ­λέ­πτυ­νε, κα­τὰ τὸν πά­λαι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ μό­σχον, τοῦ οἱ­ου­δή­πο­τε συμ­βαί­νον­τος πά­θους τὴν σύ­στα­σιν, καὶ ὑ­πὸ τὸ ὕ­δωρ τῆς γνώ­σε­ως ἔ­σπει­ρεν, ἀ­φα­νί­σας παν­τε­λῶς καὶ αὐ­τὴν τῶν πα­θῶν τὴν ψι­λὴν φαν­τα­σί­αν, διὰ τῆς πρὸς ἑ­αυ­τὰ τῶν ἀ­πο­τε­λούν­των αὐ­τὸ κα­τὰ φύ­σιν πραγ­μά­των ἀ­πο­κα­τα­στά­σε­ως.

5. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1029Β: Νό­η­μά ἐ­στι ἐμ­πα­θές, λο­γι­σμὸς σύν­θε­τος ἀ­πὸ πά­θους καὶ νο­ή­μα­τος. Χω­ρί­σω­μεν τὸ πά­θος ἀ­πὸ τοῦ νο­ή­μα­τος, καὶ ἀ­πο­μέ­νει ὁ λο­γι­σμὸς ψι­λός. Χω­ρί­ζο­μεν δὲ δι’ ἀ­γά­πης πνευ­μα­τι­κῆς καὶ ἐγ­κρα­τεί­ας, ἐ­ὰν θέ­λω­μεν.

6. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, ΡG 90, 1052A: Οὐ πε­ρὶ τὴν οὐ­σί­αν τῶν γε­γο­νό­των τὸ κα­κὸν θε­ω­ρεῖ­ται, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νην καὶ ἀ­λό­γι­στον κί­νη­σιν. Πεύ­σεις καὶ Ἀ­πο­κρl­σεις..., Qu, 9, 20-23: Ὁ δι’ ἀ­ρε­τῆς καὶ γνώ­σε­ως τὸ τῆς ψυ­χῆς ὀ­πτι­κὸν ἀ­να­κα­θή­ρας γι­νώ­σκει σα­φῶς ὅ­τι ἡ κα­κί­α ἀ­νυ­πό­στα­τός ἐ­στιν καὶ ἐν οὐ­δε­νὶ τῶν ὄν­των ὑ­πάρ­χου­σα εἰ μὴ μό­νον ἐν τῷ πράτ­τε­σθαι.

7. Πρὸς Θα­λάσ­σιον..., PG 90, 269B-C: Πλὴν κα­λὰ γί­νε­ται καὶ τὰ πά­θη ἐν τοῖς σπου­δαί­οις, ὁ­πη­νί­κα σο­φῶς αὐ­τὰ τῶν σω­μα­τι­κῶν ἀ­πο­στή­σαν­τες, πρὸς τὴν τῶν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν· οἷ­ον, τὴν μὲν ἐ­πι­θυ­μί­αν τῆς νο­ε­ρᾶς τῶν θεί­ων ἐ­φέ­σε­ως ὀ­ρε­κτι­κὴν ἐρ­γά­ζον­ται κί­νη­σιν, τὴν ἡ­δο­νὴν δὲ τῆς ἐ­πὶ τοῖς θεί­οις χα­ρί­σμα­σι τοῦ νοῦ θελ­κτι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας εὐ­φρο­σύ­νην ἀ­πή­μο­να, τὸν δὲ φό­βov τῆς μελ­λού­σης ἐ­πὶ πλημ­με­λή­μα­σι τι­μω­ρί­ας προ­φυ­λα­κτι­κὴν ἐ­πι­μέ­λειαν, τὴν δὲ λύ­πην δι­ορ­θω­τι­κὴν ἐ­πὶ πα­ρόν­τι κα­κῷ με­τα­μέ­λειαν. Καὶ συν­τό­μως εἰ­πεῖν, κα­τὰ τοὺς σο­φοὺς τῶν ἰα­τρῶν, σώ­μα­τι φθαρ­τι­κοῦ θη­ρὸς τῆς ἐ­χίδ­νης τὴν οὖ­σαν ἢ με­λε­τω­μέ­νην ἀ­φαι­ρου­μέ­νους λώ­βω­σιν, τοῖς πά­θε­σι τού­τοις πρὸς ἀ­ναί­ρε­σιν χρώ­με­νοι πα­ρού­σης κα­κί­ας ἢ προσ­δο­κω­μέ­νης, καὶ κτῆ­σιν καὶ φυ­λα­κὴν ἀ­ρε­τῆς τε καὶ γνώ­σε­ως. Κα­λὰ οὖν, ὡς ἔ­φην, ταῦ­τα τυγ­χά­νει διὰ τὴν χρῆ­σιν ἐν τοῖς πᾶν νό­η­μα αἰχ­μα­λω­τί­ζου­σιν εἰς τὴν ὑ­πα­κο­ὴν τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΣΤΑΣΙΣ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ  – Ἡ ἀνακαίνιση τῆς ἀριστοτελικῆς κινήσεως στὴ θεολογία Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ», ἐκδ. ‘‘Ἀρμός’’ Ἰούλιος 2006, σελ.176-186.

Ρωσική εικόνα (β΄ μισό 17ου αι.) του οσίου Μαξίμου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

5 Σχόλια

  1. Αν όπως μας λέει ο αρθρογράφος
    “Ὁ ἴ­διος ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ὸς ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴ φυ­σι­κὴ τρο­χιά της τὴν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θὼς πρῶ­τος Αὐ­τὸς κι­νεῖ­ται καὶ γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, ἵ­να τὴν φύ­σιν τῶν ἀν­θρώ­πων πρὸς ἑ­αυ­τὸν συ­να­γά­γῃ”
    τότε ο Προφήτης Ηλίας ή ο Μωυσής κι όλοι οι άγιοι των αρχαίων χρόνων πώς ξαναβρήκαν τη φυσική κίνησή τους προς τον Θεό; ;
    Ή επειδή δεν είχε γίνει ακόμη άνθρωπος ο Θεός δεν την βρήκαν την φυσική τους τροχιά;! Ρητορικό το ερώτημα.
    Απλό το πρώτο ερώτημα κι ελπίζω να υπάρχει και ανάλογη απάντηση.

    Λεωνίδας Γρηγοριάδης

    • Κατά την πατερική θεολογία, ο Λόγος, πριν σαρκωθεί, εμφανιζόταν στους Προφήτες και Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης ως Άγγελος: «άγγελος του Θεού», «Άγγελος της Μεγάλης Βουλής», «Κύριος της Δόξης», «Γιαχβέ Σαβαώθ» (βλ. και την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην παραδοσιακή εικονογράφησή της ως φιλοξενία του Αβραάμ: και τα τρία πρόσωπα παρουσιάζονται στον Αβραάμ με μορφή Αγγέλων).

  2. Και; Αν και εμφανιζόταν χωρίς ανθρώπινη σάρκα δεν έβρισκαν οι άνθρωποι τη φυσική τους τροχιά προς τον Θεό κι έτσι τρόπον τινά, ήταν απαραίτητη η ενανθρώπιση ; ;
    Δε νομίζω!
    Μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε αλλά απάντηση δεν πήρα!

    Ταπεινά φρονώ πως δε μπορεί να σταθεί ως αιτία της ενανθρωπίσεως η επαναφορά των ανθρώπων στη φυσική τους τροχιά προς τον Θεό!
    Είχαμε επαναφορά και χωρίς την ενανθρώπιση!

  3. Σας απάντησα αυτό που διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με τις εμφανίσεις του Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη.

    Ναι, χρειαζόταν η ενανθρώπηση για την επαναφορά στο κατά φύσιν αλλ’ ο Θεός δεν υποτάσσεται σε καμία αναγκαιότητα και μπορεί να δρα όπως θέλει, χωρίς να συμμορφώνεται με τις δικές μας περιορισμένες νόρμες στις οποίες επιχειρούμε να τον εντάξουμε και χωρίς να μας δίνει λογαριασμό.

  4. Κύριε Λεωνίδα Γρηγοριάδη,

    Βρήκατε εδώ ένα εξαίρετο απόσπασμα διατριβής, σχετικό με την χριστιανική ανθρωπολογία. Αλλά εσάς δεν ενδιαφέρει το κρίσιμο “κλειδί” που το κείμενο αυτό μας προσφέρει, πάνω στο καίριο δίπολο των Παθών και των Αρετών.
    Σας ενδιαφέρει απλώς να κηρύξετε την προχριστιανική πίστη, ως – κατ’ εσάς – πληρέστερη από την χριστιανική.

    Άποψή σας.

    Η φορτικότητα όμως με την οποία επανέρχεστε, ξανά και ξανά, προς επανάληψη ενός και του αυτού ισχυρισμού σας, ισοδυναμεί μάλλον με κατάχρηση φιλοξενίας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ