Ἡ μεταποίηση τῶν παθῶν σὲ ἀρετὲς ὡς πράξη λογοποίησης τοῦ κόσμου

5
1932

κί­νη­ση ἀ­νή­κει στφύ­ση τν κτι­στν, ὥ­στε δν εἶ­ναι στν εὐ­χέ­ρειά τους νὰ ἀ­κι­νη­τή­σουν ἀ­πμό­να τους. Στν εὐ­χέ­ρεια ὅ­μως τν λο­γι­κν ν­των ἐ­να­πό­κει­ται τρό­πος τς κι­νή­σε­ως. κα­τφύ­σιν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δν εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­στι­κδε­δο­μέ­νο, στὸ ὀ­ποῖ­ο εἶ­ναι δέ­σμιος· ἐ­πα­φί­ε­ται στν ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­σή του ν θὰ ἐμ­μεί­νει στν κί­νη­ση πρς τΘε­ὸ ἢ ἄν, ἐ­νάν­τια στφυ­σι­κπρο­ο­ρι­σμό του, θὰ ἐ­κτρέ­ψει τν κί­νη­σή του πρς κτί­σμα­τα ἀ­πο­κομ­μέ­να ἀ­πτος λό­γους τς δη­μι­ουρ­γί­ας τους.

κτροπτς κινήσεως τονο

Ἡ ἕλ­ξη τν αἰ­σθη­τν ἐ­κτρέ­πει τν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πτ‘‘κα­τφύ­σι­ν’’ στ‘‘πα­ρφύ­σι­ν’’. Καὶ ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κμ­μο­νστς αἰ­σθή­σεις συ­σκο­τί­ζει τθέ­α­ση τς φύ­σης· ν ὁ ἄν­θρω­πος ρ­κε­στεστδύ­να­μη τν αἰ­σθή­σε­ων (= ν ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­να τρό­πο ζω­ς στν ὑ­πη­ρε­σί­α τν πα­θν κατς πα­ρά­χρη­σης τν κτι­σμά­των) καδν ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει τγνω­στι­κδύ­να­μη τολό­γου, βυ­θί­ζε­ται στσκό­τος τς ἀ­πό­λυ­της ἄ­γνοι­ας.

Μέ­σα ἀ­πτλει­τουρ­γί­α τς ‘‘αἴ­σθη­ση­ς’’ πε­ρι­πλα­νώ­με­νη ψυ­χπα­ρα­πεί­θε­ται καμέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νη στσυγ­γε­νς ν­τι­κεί­με­νο (τ‘‘προ­σφυ­ς αἰ­σθη­τό­ν’’) τς κα­θε­μις ἀ­πτς πέν­τε αἰ­σθή­σεις. Ἔ­τσι χά­νει τδρό­μο της πρς τΘε­ό. Ἐ­κτρο­πτς κί­νη­σης ση­μαί­νει ἀ­πώ­λεια τοστό­χου της, ὑ­πο­τα­γστν πα­ρα­λο­γι­σμτν ν­τι­φα­τι­κν ἐ­πι­μέ­ρους κι­νή­σε­ων. Ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κλει­τουρ­γί­α, ν τς ἀ­λο­γί­ας ὑ­πάρ­χει σα­φς κί­νη­σις, ἀ­πτς λ­λες γνω­στι­κς δυ­νά­μεις, τλό­γο κατνο, ἀ­δυ­να­τενλει­τουρ­γή­σει στν προ­ο­πτι­κτς εὕ­ρε­σης το‘‘τέ­λους’’. Ἄ­γνοι­α τοτέ­λους συ­νε­πά­γε­ται καὶ ἄ­γνοι­α τς ‘‘ρ­χς’’, ἄ­γνοι­α τοῦ ἴ­διου τοΘε­ο.

Καὶ ἂν ὁ ἄν­θρω­πος, μέ­σος ν Θε­οκαὶ ὕ­λης, δν κι­νη­θεπρς τΘε­ὸ ἀλ­λπρς τν ὕ­λη, γ­κλω­βί­ζει τν κί­νη­σή του στὰ ὅ­ρια τς δι­κς του ἀ­τε­λος ὑ­πάρ­ξε­ως· πλα­νη­μέ­νος νο­μί­ζει ὅ­τι κα­τέ­χει τν τε­λει­ό­τη­τα, ἐ­νβι­ώ­νει τν κ­πτω­ση ἀ­πτὸ ἴ­διο τεἶ­ναι. Εἰ­σά­γει ὁ ἴ­διος τφθο­ρστν ὕ­παρ­ξή του ς πλημ­με­λκαὶ ἀ­ναρ­μό­νιον πα­ρτν τά­ξιν κί­νη­σιν τς φύ­σε­ως. φθο­ρκαὶ ὁ θά­να­τος εἶ­ναι καρ­πς τς ἀ­πο­μά­κρυν­σης ἀ­πτΘε­ό, τς πτώ­σης. πτώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἀ­φε­νς τν εὐ­χέ­ρεια καὶ ἄ­νε­ση στρο­πτοῦ ἀν­θρώ­που πρς τπά­θη, ἀ­φε­τέ­ρου τν ἀ­στά­θε­c­α καὶ ἀ­νω­μα­λί­α στν κτί­ση. φθο­ρκαὶ ὁ θά­να­τος ἐ­πε­κτεί­νον­ται καὶ ἐ­κτς τοπρω­ταί­τιου ν­θρώ­που· μδι­κή του εὐ­θύ­νη εἰ­σά­γον­ται καστν κό­σμο.

φι­λαυ­τί­α ὄ­χι μό­νο δν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τν ν­θρω­πο, λ­λτν ὁ­δη­γεσπολ­λα­πλκα­τά­τμη­ση τς φύ­σης του. κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη φύ­ση, ἀ­δυ­να­τών­τας νκι­νη­θεπρς ἕ­να τέ­λος ἐ­κτς τς ἴ­διας, μ­πλέ­κε­ται στν ἀ­νω­μα­λί­α τς ἄ­λο­γης κί­νη­σης. Μό­νο τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο γνω­μι­κθέ­λη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που – οπρο­σω­πι­κές του δυ­να­τό­τη­τες σδι­α­μά­χη πλέ­ον πρς τρο­πτς φύ­σης – μπο­ρενσυ­νερ­γή­σει στν ἐ­πα­νεύ­ρε­ση τοδρό­μου πρς τΘε­ό [1].

λ­λκαὶ ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη γνώ­μη-βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μο­νά­χα ρό­λο συ­νερ­γί­ας ἔ­χει στν ἀ­να­προ­σα­να­το­λι­σμτς φυ­σι­κς κί­νη­σης πρς τΘε­ό. Ὁ ἴ­διος φι­λάν­θρω­πος Θε­ς ἐ­πα­να­φέ­ρει στφυ­σι­κτρο­χιά της τν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θς πρῶ­τος Αὐ­τς κι­νεῖ­ται καγί­νε­ται ν­θρω­πος, ἵ­να τν φύ­σιν τν ν­θρώ­πων πρς ἑ­αυ­τν συ­να­γά­γ, καστή­στοφέ­ρε­σθαι κα­κς, πρς ἑ­αυ­τήν, μλ­λον δκα­θ’ ἑ­αυ­τς στα­σι­ά­ζου­σάν τε καμε­με­ρι­σμέ­νην· καμη­δε­μί­αν ἔ­χου­σαν στά­σιν, διτν πε­ρὶ ἕ­κα­στον τς γνώ­μης ἀ­στάθ­μη­τον κί­νη­σιν.

Πάθη (σφαλμένη χρσις νοημάτων – παράχρησις πραγμάτων)

Ἡ ἐ­κτρο­πτς κί­νη­σης ἀ­πτν κα­τφύ­σιν στό­χο της συ­νι­στνό­σο, δι­ό­τι πα­ρφύ­σιν-πα­ρά­λο­γη κί­νη­ση, ἀ­στο­χών­τας ς πρς ττέ­λος της, δου­λεύ­ει στφθο­ρμις ἄ­λο­γης πο­λυ­μορ­φί­ας. Ὅ­ταν κί­νη­ση τν ν­των παύ­ει νλει­τουρ­γεμτρό­πο συ­νεύ­ον­τα τλό­γτς φύ­σε­ως, λ­λμτρό­πο φθαρ­τι­κόν τολό­γου τς φύ­σε­ως, τὰ ὄν­τα πά­σχουν. Οπολ­λς μορ­φς τς νο­ση­ρς κι­νή­σε­ως εἶ­ναι τπά­θη. Πά­θος ἐ­στψε­κτόν, κί­νη­σις ψυ­χς πα­ρφύ­σι­ν [2].κί­νη­ση τς πε­ρι­πλα­νώ­με­νης καπλα­νη­μέ­νης ψυ­χς ἀ­πο­τε­λεπά­θος κανό­ση­μα, δι­ό­τι ψυ­χτε­λι­κτν ὑ­φί­στα­ται ς φθο­ρκαθά­να­το.

Τπά­θη συ­νι­στον κα­ταρ­χν δυ­σαρ­μο­νί­α στσχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μτν κό­σμο, γι’ αὐ­τκαὶ ἐν­το­πί­ζον­ται κα­τε­ξο­χν στς λει­τουρ­γί­ες τονο, τοῦ ὀρ­γά­νου ποσυγ­κε­φα­λαι­ώ­νει τς προ­σω­πι­κς δυ­να­τό­τη­τες. Τπρό­σω­πο, προ­αί­ρε­σις καὶ ὁ νος τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν στλο­γο­ποί­η­ση τοκό­σμου.

Ὅ­πως εἴ­δα­με, νος στρέ­φε­ται στν κό­σμο καὶ ἀ­πο­κα­θι­στσχέ­ση μαὐ­τόν· κα­ττφύ­ση του καμτσυν­δρο­μτς αἴ­σθη­σης νο­ετπράγ­μα­τα. ς ἐ­δλει­τουρ­γεῖ ἄ­μεμ­πτα, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας δυ­νά­μεις δο­σμέ­νες ἀ­πτΘε­ό. Τνό­η­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τς νο­η­τι­κς ἐ­νέρ­γειας, ν­το­πι­σμέ­νο ὄ­χι πιὰ ὅ­πως τπράγ­μα ἔ­ξω ἀ­πτνοῦ ἀλ­λν­τς αὐ­το, ν­δέ­χε­ται νχρη­σι­μο­ποι­η­θεμτρό­πο κα­κό: τγρ ἐ­σφαλ­μέ­ντν νο­η­μά­των χρή­σει πα­ρά­χρη­σις τν πραγ­μά­των ἀ­κο­λου­θε. Τπά­θος ἑ­δρά­ζε­ται στν κα­κχρή­ση τονο­ή­μα­τος. Ἡ ἄ­λο­γη χρή­ση (πα­ρά­χρη­σις κα­τά­χρη­σις) τν νο­η­μά­των, κακα­τπρο­έ­κτα­ση τν πραγ­μά­των, γεν­ντπά­θη, τν ἀ­κο­λα­σί­α, τμί­σος, τν ἄ­γνοι­α· ν­τί­θε­τα, εὔ­λο­γη χρή­ση γεν­ντσω­φρο­σύ­νη κατν ἀ­γά­πη κατγνώ­ση [3].

Κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται στσύ­ζευ­ξη ἐ­νς αἰ­σθη­τοπράγ­μα­τος (κατς ν­τί­στοι­χης αἴ­σθη­σης) καμις φυ­σι­κς ν­θρώ­πι­νης δύ­να­μης (πχ. τοθυ­μο, τς ἐ­πι­θυ­μί­ας, τολό­γου)· δύ­να­μη αὐ­τὴ ἔ­χει ἐ­κτρα­πεῖ ἀ­πτφυ­σι­κστό­χο της, ἐ­ξυ­η­η­ρε­τών­τας, ὕ­στε­ρα ἀ­πτσύ­ζευ­ξή της μτσυγ­κε­κρι­μέ­νο αἰ­σθη­τπράγ­μα, ἕ­να νέ­ο – κα­τσύν­θε­σιν – τέ­λος. νος ἔ­χει τν εὐ­θύ­νη νδι­α­κρί­νει κανὰ ἀ­πο­κό­ψει ττέ­λος τοαἰ­σθη­τοπράγ­μα­τος (κατς αἰ­σθή­σε­ως ποτπροσ­λαμ­βά­νει) ἀ­πττέ­λος τς φυ­σι­κς δυ­νά­με­ως, κανὰ ἐ­πα­να­φέ­ρει ἔ­τσι τκα­θέ­να στν οἰ­κεῖ­ο λό­γο του. Γιντπε­τύ­χει αὐ­τὸ ὁ νος, πρέ­πει, πρῶ­τον, νθε­ω­ρή­σει ταἰ­σθη­τπράγ­μα κα­θαυ­τό· πρέ­πει, ἀ­κό­μα, νἀ­πε­ξαρ­τή­σει τν ν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­πταἰ­σθη­τπράγ­μα καὶ ἔ­τσι ντθε­ω­ρή­σει ἀ­πρό­σβλη­τη ἀ­πτν οἰ­κει­ό­τη­τα πρς τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της. Δεύ­τε­ρον, εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει νος τδι­ά­θε­ση τς ν­θρώ­πι­νης φυ­σι­κς δύ­να­μης πρς ταἰ­σθη­τκατν αἴ­σθη­ση. Τρί­τον, ὀ­φεί­λει νος νὰ ἀ­φα­νί­σει παν­τε­λς κατν φαν­τα­σί­α τν πα­θν κα­θε­αυ­τά, τφαν­τα­σί­α δη­λα­δπογεν­νι­έ­ται ἀ­πόν­τος τοαἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος τοσυμ­πλε­κο­μέ­νου στπά­θος [4]. Ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ πο­ρεί­α ἔ­χει σα­φέ­στα­τα γνω­στι­κ-ἐ­πι­στη­μο­νι­κπε­ρι­ε­χό­με­νο, αὐ­ττς συλ­λο­γς τν λό­γων τς φύ­σε­ως.

Ἡ ἐμ­μο­νστπά­θος ἀ­πο­τε­λεστν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­να­πη­ρί­α τν γνω­στι­κν δυ­νά­με­ων τς ψυ­χς. Ἀ­πο­μο­νώ­νον­τας ὁ ἄν­θρω­π­ος τν πρω­ταρ­χι­κλει­τουρ­γί­α τς αἴ­σθη­σης ἀ­πτ λό­γο κατ νο, ἀ­πο­λυ­το­ποι­ών­τας δη­λα­δτγνώ­ση ποαὐ­ττοπρο­σφέ­ρει, μέ­νει δέ­σμιος μις αἴ­σθη­σης γ­κλει­στης στν δι­κό της ἐ­πι­φα­νεια­κκαπα­ρα­πλα­νη­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Αὐ­τς εἶ­ναι ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ν­τς τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­να­φύ­ον­ται τπά­θη:

ττν αἰ­σθη­τν εἴ­δη κασχή­μα­τα,

δι’ ν πέ­φυ­κε τπά­θη δη­μι­ουρ­γεῖ­σθαι πε­ρτς ἐ­πι­φα­νεί­ας τν ὁ­ρα­τν,

στά­σιν λαμ­βα­νού­σης διτς μέ­σης αἰ­σθή­σε­ως τς πε­ρτνο­η­τδι­α­βά­σε­ως

τς ν ἡ­μν λο­γι­κς ἐ­νερ­γεί­ας.

ν οαἰ­σθή­σεις δν εὐ­γε­νι­σθον ἀ­πτλό­γο, ν δν ν­τα­χθον στν εὐ­σε­βλει­τουρ­γί­α τονοποτεί­νει νβρετΔη­μι­ουρ­γΝο, γί­νον­ται δε­σμκαφυ­λα­κτς ψυ­χς. γνω­στι­κὴ ἐμ­βέ­λεια τν αἰ­σθή­σε­ων φτά­νει μέ­χρι τν ἐ­πι­φά­νεια τν πραγ­μά­των· χω­ρς τλο­γι­κὴ ἐ­νέρ­γεια ψυ­χδν μπο­ρενμπεστν τρο­χιτς δι­ά­βα­σης πρς τνο­η­τά, κατό­τε αἴ­σθη­ση χά­νει τν μ­φυ­τη γνω­στι­κή της δύ­να­μη.

Μά­ξι­μος χρη­σι­μο­ποι­εμδύ­ο ση­μα­σί­ες τν ὅ­ρο ‘‘πά­θο­ς’’. Πρῶ­τον θε­ω­ρεπά­θη ψε­κτδι­α­βε­βλη­μέ­να ὅ­λες τς πα­ρφύ­σιν κι­νή­σεις τς ψυ­χς, ἐ­κτι­μών­τας πς ὑ­πεύ­θυ­νος γι’ αὐ­τς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος· αὐ­ττπά­θη ταυ­τί­ζον­ται μτς κα­κί­ες. Δεύ­τε­ρον, ὀ­νο­μά­ζει πά­θη ἀ­δι­ά­βλη­τα κά­ποι­ες φυ­σι­κς ἰ­δι­ό­τη­τες δο­σμέ­νες ἀ­πτν ἴ­διο τΘε­ό. Αὐ­τές, ὑ­πο­κεί­με­νες στν τρο­πκατν λ­λοί­ω­ση τς κτι­στό­τη­τας, ἀ­νή­κουν στ‘‘φύ­ση­’’ καὶ ὄ­χι στ‘‘πρό­σω­πο­’’ τοῦ ἀν­θρώ­που, καδν ση­μαί­νον­ται ἐ­ξαρ­χς ς κα­λς κα­κές · τρό­πος μτν ὁ­ποῖ­ο θτς χρη­σι­μο­ποι­ή­σει νος (ὁ ἄν­θρω­πος ς ἐ­λεύ­θε­ρο πρό­σω­πο) θτς χα­ρα­κτη­ρί­σει κα­λς κα­κές. […]

Ἀ­φο, λοι­πόν, τμ­πα­θς νό­η­μα εἶ­ναι λο­γι­σμς σύν­θε­τος ἀ­πκά­ποι­ο πά­θος κα νό­η­μα, ἐ­πα­φί­ε­ται στν ν­θρώ­πι­νη θέ­λη­ση νὰ ἀ­πο­κό­ψει τπά­θος ἀ­πτνό­η­μα, ὥ­στε νκα­θαρ­θεῖ ὁ λο­γι­σμός. Ἡ ἀ­πο­κο­πὴ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μτν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἐγ­κρά­τεια [5].

Τρόπος παρξης τν παθν

νος ἔ­χει τν ν­θύ­νη καγιτσω­στχρή­ση τονο­ή­μα­τος καγιτν πα­ρά­χρη­ση κα­τά­χρη­σή του. Γινὰ ἀ­πο­φύ­γει τν μ­πλο­κή του στπά­θη, ὀ­φεί­λει νθε­ω­ρεστν κα­θα­ρό­τη­τά τους τος λό­γους-τέ­λη ὄ­χι μό­νο τν ν­των λ­λκατν αἰ­σθή­σε­ων κατν λ­λων φυ­σι­κν δυ­νά­με­ων τοῦ ἀν­θρώ­που. Μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κδι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα ὁ ἅ­γιος Μά­ξι­μος ἐ­πε­ξη­γεπς νος μπο­ρενὰ ἀ­πο­φύ­γει τπά­θη, δι­δά­σκον­τάς μας μποι­όν τρό­πο ὑ­πάρ­χουν αὐ­τά: κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται ἀ­πτ‘‘συμ­πλο­κὴ­’’ δύ­ο πα­ρα­γόν­των : ἀ­φε­νς κά­ποι­ου αἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος κατς ν­τί­στοι­χής του αἰ­σθή­σε­ως (θε­ω­ρεῖ­ται δε­δο­μέ­νη μί­α συμ­πλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα καοἰ­κει­ό­τη­τα ἀ­νά­με­σα σταἰ­σθη­τκαστς αἰ­σθή­σεις), ἀ­φε­τέ­ρου κά­ποι­ας μ­φυ­της δύ­να­μης, ὅ­πως εἶ­ναι θυ­μς καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Αὐ­ττὰ ἀρ­χι­κσυ­στα­τι­κτοπά­θους, δη­λα­δταἰ­σθη­τὸ ὄν (καὶ ἡ ἀν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση) καὶ ἡ ἔμ­φυ­τη δύ­να­μη, μ­πε­ρι­έ­χον­ται ἀ­ναμ­φί­βο­λα στν πε­ρι­ο­χτς λί­αν κα­λς δη­μι­ουρ­γί­ας. νο­ση­ρκα­τά­στα­ση τοπά­θους δν γεν­νι­έ­ται οὔ­τε ἀ­πν­τα οὔ­τε ἀ­παἰ­σθή­σεις οὔ­τε ἀ­πμ­φυ­τες δυ­νά­μεις · ἐ­πί­σης, νο­ση­ρκα­τά­στα­ση τοπά­θους δν γεν­νι­έ­ται ἀ­πμό­νη τ‘‘δι­πλσυμ­πλο­κή­’’, πρῶ­τον, τοαἰ­σθη­τοκατς αἰ­σθή­σε­ως, δεύ­τε­ρον τοσυμ­πλέγ­μα­τος αἰ­σθη­τοἴ­σθη­σης μτν ν­τί­στοι­χη μ­φυ­τη δύ­να­μη. νο­ση­ρό­τη­τα τοπά­θους γεν­νι­έ­ται:

• εἴ­τε ἀ­πτσύγ­χυ­ση τε­λν ποὺ ἐμ­φι­λο­χω­ρεστσυμ­πλο­καἰ­σθη­τοκααἰ­σθή­σε­ως,

• εἴ­τε ἀ­πτν ἐ­κτρο­πτς μ­φυ­της δύ­να­μης ἀ­πτν κα­τφύ­σιν λό­γο-τέ­λος της.

Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, θε­μέ­λιο τοπά­θους καστς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις εἶ­ναι ἀ­στο­χί­α τς κί­νη­σης, ἡ ἀ­πώ­λεια τοφυ­σι­κοτης τέ­λους : ν κί­νη­ση τοαἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος κα­τευ­θυν­θεπρς τν ν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­γνο­ών­τας τν ἐ­νυ­πάρ­χον­τα στΘε­λό­γο τς δη­μι­ουρ­γί­ας του, γεν­νι­έ­ται τπά­θος. Κα­ττν ἴ­διο τρό­πο, ν κί­νη­ση τς αἴ­σθη­σης γ­κλω­βι­στεστν οἰ­κει­ό­τη­τα ποταἰ­σθη­τὰ ἔ­χουν γι’ αὐ­τήν, ν μὲ ἄλ­λα λό­για πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἡ λει­τουρ­γι­κό­τη­τα τς αἴ­σθη­σης στν πρόσ­λη­ψη τν αἰ­σθη­τν ν­των, χω­ρς τν ἀ­να­γω­γτς αἰ­σθη­τη­ρια­κς λει­τουρ­γί­ας στς ἀ­νώ­τε­ρες γνω­στι­κς βαθ­μί­δες τολό­γου κατς νό­η­σης, καπά­λι γεν­νι­έ­ται τπά­θος. Τπά­θη ἀ­να­φύ­ον­ται ὅ­πο­τε ταἰ­σθη­τκαὶ ἡ αἴ­σθη­ση συρ­ρι­κνώ­νουν (καὶ ἐ­ξαν­τλον) ττέ­λη τους σμι‘‘ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα­’’, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τλό­γο τς δη­μι­ουρ­γί­ας τους σμιὰ ἀ­μοι­βαί­α σκο­πι­μό­τη­τα : ὁ­σά­κις ταἰ­σθη­τὸ ὑ­πάρ­χει γιτν αἴ­σθη­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση γιταἰ­σθη­τό, γ­κλω­βί­ζουν κατν ν­θρω­πο στπά­0­ος. Τπά­θος εἶ­ναι τε­λι­κθέ­μα προ­ο­πτι­κς: πρς τποκι­νεῖ­ται νος τοῦ ἀν­θρώ­που, πρς τν ὕ­λη πρς τν Θε­ό.

Τκακὸ ὡς παρυπόστασις

Στρί­ζα τν πα­ρα­πά­νω θε­ω­ρή­σε­ων βρί­σκε­ται βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοκατς κ­κλη­σι­α­στι­κς πα­ρά­δο­σης πς τκα­κν δν ὑ­φί­στα­ται ς ν­τό­της-ὕ­παρ­ξη, δν ἀ­νή­κει στδη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοΘε­ο· λ­λτκα­κὸ ὡς στέ­ρη­ση τοῦ ἀ­γα­θο, ς ἀ­δυ­να­μί­α καὶ ἀ­σθέ­νεια, ς ἀ­τευ­ξί­α καὶ ἀ­πό­πτω­ση ἀ­πτὸ ἀ­γα­θό, ς πα­ρυ­πό­στα­σις, ὑ­πάρ­χει κασυ­ναν­τᾶ­ται σὲ ὅ­λη τν κλί­μα­κα τν ν­των.

Στχω­ρί­ο ποπα­ρα­θέ­του­με, συ­νο­ψί­ζον­ται μπλη­ρό­τη­τα καὶ ἀ­με­σό­τη­τα οθέ­σεις τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου σχε­τι­κμττί δν εἶ­ναι κατί εἶ­ναι τκα­κόν:

Ὅ­ρος κα­κο.

Τκα­κν οὔ­τε ν, οὔ­τε ἔ­σται κα­τ’ οἰ­κεί­αν φύ­σιν ὑ­φε­στώς·

οὔ­τε γρ ἔ­χει κα­θ’ ὁ­τιον οὐ­σί­αν,

φύ­σιν, ἢ ὑ­πό­στα­σιν, δύ­να­μιν, ἢ ἐ­νέρ­γειαν ν τος οὖ­σιν·

οὔ­τε ποι­ό­της ἐ­στίν, οὔ­τε πο­σό­της, οὔ­τε σχέ­σις, οὔ­τε τό­πος, οὔ­τε χρό­νος,

οὔ­τε θέ­σις, οὔ­τε ποί­η­σις, οὔ­τε κί­νη­σις, οὔ­τε ἕ­ξις, οὔ­τε πά­θος,

φυ­σι­κς τι­νι τν ν­των ν­θε­ω­ρού­με­νον,

οὔ­τε μν ν τού­τοις πᾶ­σιν τπα­ρά­παν κα­τ’ οἰ­κεί­ω­σιν φυ­σι­κν ὑ­φέ­στη­κεν·

οὔ­τε ρ­χή, οὔ­τε με­σό­της, οὔ­τε τέ­λος ἐ­στίν·

λ­λ’ ἵ­να ς ν ὅ­ρπε­ρι­λα­βν εἴ­πω,

τκα­κν τς πρς ττέ­λος τν γ­κει­μέ­νων τφύ­σει δυ­νά­με­ων ἐ­νερ­γεί­ας ἐ­στν λ­λει­ψις,

κa­ι λ­λο κα­θά­παξ οὐ­δέν.

Κα­μί­α ἀ­πτς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ὄν­τος δν μπο­ρενὰ ἀ­πο­δο­θεστκα­κόν· κακα­μί­α φυ­σι­κό­τη­τα δν προ­σι­διά­ζει σαὐ­τό. Τκα­κόν, ς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση καὶ ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση, κ­φαί­νε­ται ς λ­λε­ψη ἐ­κεί­νης τς ἐ­νέρ­γειας τν κτι­σμά­των ποθτὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στφυ­σι­κό τους τέ­λος, τν Δη­μι­ουρ­γό. Εἴ­τε ς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση εἴ­τε ς ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση εἴ­τε ς ἄ­γνοι­α τς αἰ­τί­ας τν ν­των, πα­ρυ­πό­στα­σις τοκα­κοεἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Οπρά­ξεις τοῦ ἀν­θρώ­που προ­σφέ­ρουν στκα­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­νά­δυ­σης στγί­γνε­σθαι τς κτι­στς φύ­σης, ἐ­ντκα­κπα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πό­στα­το­ν [6].

Μεταποίηση τν παθν σὲ ἀρετές

Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πάν­τα τδυ­να­τό­τη­τα νμε­τα­ποι­ή­σει τπά­θη τς κα­κί­ας σὲ ἀ­ρε­τές. Κατε­λι­κτπά­θη εἶ­ναι δυ­να­τν νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν τσω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που· κααὐ­τό, χω­ρς νκα­ταρ­γη­θον, λ­λὰ ἔ­χον­τας μσο­φί­α ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πτσύν­δε­σή τους πρς τσω­μα­τι­κό­τη­τα. κτή­ση τν πα­θν ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ ἐ­κεί­νη τχρή­ση τους ποὺ ὁ­δη­γεστοὐ­ρά­νια:

Πλν κα­λγί­νε­ται κατπά­θη ν τος σπου­δαί­οις,

ὁ­πη­νί­κα σο­φς αὐ­ττν σω­μα­τι­κν ἀ­πο­στή­σαν­τες,

πρς τν τν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν.

Ἡ ἐ­νά­ρε­τη χρή­ση τν πα­θν πραγ­μα­τώ­νε­ται ν τος σπου­δαί­οις, σὲ ὅ­σους ὑ­πο­τάσ­σουν κά­θε νό­η­μα στν ὑ­πα­κο­τοΧρι­στο [7].

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Τὰ ἑ­πό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πγρα­φς τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου θμπο­ροῦ­σαν, ἄ­ρι­στα, νὰ ἀ­να­γνω­σθον αὐ­το­τε­λς. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θέ­να ἀ­παὐ­τὰ ἀ­πο­τε­λεσυγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρα­πομ­πκ μέ­ρους τοκει­μέ­νου τοΒασ. Μπε­τσά­κου.

1. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα..., PG 90, 1196Β-C: τν ν­θρώ­τε­ων φι­λαυ­τί­α κασύ­νε­σις, λ­λή­λους κατν νό­μον, ἢ ἀ­πω­σα­μέ­νη, σο­φι­σα­μέ­νη, ες πολ­λς μοί­ρας τν μί­αν φύ­σιν κα­τέ­τε­με· κατν νν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν αὐ­τς ἀ­ναλ­γη­σί­αν εἰ­ση­γη­σα­μέ­νη, αὐ­τν κα­θ’ ἑ­αυ­τς τν φύ­σιν διτς γνώ­μης ἐ­ξώ­πλι­σε. Διά τοι τοῦ­το, πς ὅ­στις σώ­φρο­νι λο­γι­σμκαφρο­νή­σε­ως εὐ­γε­νεί­, ταύ­την λῦ­σαι δε­δύ­νη­ται τς φύ­σε­ως τν ἀ­νω­μα­λί­αν, ἑ­αυ­τν πρτν λ­λων ἐ­λέ­η­σε, τν γνώ­μην κα­ττν φύ­σιν δη­μι­ουρ­γή­σας, καΘε­κα­ττν γνώ­μην διτν φύ­σιν προ­σχω­ρή­σας...

2. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 968Α κα988D-989A: Πά­θος ἐ­στκί­νη­σις ψυ­χς πα­ρφύ­σιν, ἢ ἐ­πφι­λί­αν ἄ­λο­γον, ἢ ἐ­πμῖ­σος ἄ­κρι­τον, τι­νος, διά τι τν αἰ­σθη­τν.

3. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1008Β, 988C-D: Τί ον ἐ­στι τκα­κόν; Δῆ­λον ὅ­τι τπά­θος τοκα­τφύ­σιν νο­ή­μα­τος, ὅ­περ δύ­να­ται μεἶ­ναι ν ττν νο­η­μά­τι­υν χρή­σει, ἐ­ὰν νος γρη­γο­ρ

4. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα..., PG 90, 1201B-C: Πν πά­θος κα­τσυμ­πλο­κν πάν­τως αἰ­σθη­τοτι­νος κααἰ­σθή­σε­ως, καφυ­σι­κς δυ­νά­με­ως, θυ­μολέ­γω τυ­χόν, ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ας, λό­γου πα­ρα­τρα­πέν­τος τοκα­τφύ­σιν, συ­νί­στα­ται. Ἐ­ὰν ον τπρς λ­λη­λα κα­τσύν­θε­σιν τέ­λος, τοτε αἰ­σθη­τοκατς αἰ­σθή­σε­ως, κατς ἐ­π’ αὐ­τφυ­σι­κς δυ­νά­με­ως θε­ω­ρή­σας νος, δυ­νη­θπρς τν οἰ­κεῖ­ον φύ­σει λό­γον, τού­των ἕ­κα­στον δι­α­κρί­νας ἐ­πα­να­γα­γεν, καθε­ω­ρή­σας κα­θ’ ἑ­αυ­τταἰ­σθη­τόν, ἄ­νευ τς πρς αὐ­ττς αἰ­σθή­σε­ως σχέ­σε­ως, κατν αἴ­σθη­σιν δί­χα τς τοαἰ­σθη­τοπρς αὐ­τν οἰ­κει­ό­τη­τος· κατν ἐ­πι­θυ­μί­αν, φέ­ρε εἰ­πεν, ἢ ἄλ­λην τι­ντν κα­τφύ­σιν δυ­νά­με­ων χω­ρς τς μ­πα­θος ἐ­π’ αἰ­σθή­σει τε κααἰ­σθη­τδι­α­θέ­σε­ως· ς τοπά­θους ποι­πα­ρα­σκευά­ζειν τν θε­ω­ρί­αν γί­νε­σθαι κί­νη­σις, δι­ε­σκέ­δα­σε καὶ ἐ­λέ­πτυ­νε, κα­ττν πά­λαι τοῦ Ἰσ­ρα­λ μό­σχον, τοοἱ­ου­δή­πο­τε συμ­βαί­νον­τος πά­θους τν σύ­στα­σιν, καὶ ὑ­πτὸ ὕ­δωρ τς γνώ­σε­ως ἔ­σπει­ρεν, ἀ­φα­νί­σας παν­τε­λς κααὐ­τν τν πα­θν τν ψι­λν φαν­τα­σί­αν, διτς πρς ἑ­αυ­ττν ἀ­πο­τε­λούν­των αὐ­τκα­τφύ­σιν πραγ­μά­των ἀ­πο­κα­τα­στά­σε­ως.

5. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1029Β: Νό­η­μά ἐ­στι μ­πα­θές, λο­γι­σμς σύν­θε­τος ἀ­ππά­θους κανο­ή­μα­τος. Χω­ρί­σω­μεν τπά­θος ἀ­πτονο­ή­μα­τος, καὶ ἀ­πο­μέ­νει λο­γι­σμς ψι­λός. Χω­ρί­ζο­μεν δδι’ ἀ­γά­πης πνευ­μα­τι­κς καὶ ἐγ­κρα­τεί­ας, ἐ­ὰν θέ­λω­μεν.

6. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, ΡG 90, 1052A: Οπε­ρτν οὐ­σί­αν τν γε­γο­νό­των τκα­κν θε­ω­ρεῖ­ται, λ­λπε­ρτν ἐ­σφαλ­μέ­νην καὶ ἀ­λό­γι­στον κί­νη­σιν. Πεύ­σεις καὶ Ἀ­πο­κρl­σεις..., Qu, 9, 20-23: δι’ ἀ­ρε­τς καγνώ­σε­ως ττς ψυ­χς ὀ­πτι­κν ἀ­να­κα­θή­ρας γι­νώ­σκει σα­φς ὅ­τι κα­κί­α ἀ­νυ­πό­στα­τός ἐ­στιν καὶ ἐν οὐ­δε­ντν ν­των ὑ­πάρ­χου­σα εμμό­νον ν τπράτ­τε­σθαι.

7. Πρς Θα­λάσ­σιον..., PG 90, 269B-C: Πλν κα­λγί­νε­ται κατπά­θη ν τος σπου­δαί­οις, ὁ­πη­νί­κα σο­φς αὐ­ττν σω­μα­τι­κν ἀ­πο­στή­σαν­τες, πρς τν τν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν· οἷ­ον, τν μν ἐ­πι­θυ­μί­αν τς νο­ε­ρς τν θεί­ων ἐ­φέ­σε­ως ὀ­ρε­κτι­κν ρ­γά­ζον­ται κί­νη­σιν, τν ἡ­δο­νν δτς ἐ­πτος θεί­οις χα­ρί­σμα­σι τονοθελ­κτι­κς ἐ­νερ­γεί­ας εὐ­φρο­σύ­νην ἀ­πή­μο­να, τν δφό­βov τς μελ­λού­σης ἐ­ππλημ­με­λή­μα­σι τι­μω­ρί­ας προ­φυ­λα­κτι­κν ἐ­πι­μέ­λειαν, τν δλύ­πην δι­ορ­θω­τι­κν ἐ­ππα­ρόν­τι κα­κμε­τα­μέ­λειαν. Κασυν­τό­μως εἰ­πεν, κα­ττος σο­φος τν α­τρν, σώ­μα­τι φθαρ­τι­κοθη­ρς τς ἐ­χίδ­νης τν οὖ­σαν με­λε­τω­μέ­νην ἀ­φαι­ρου­μέ­νους λώ­βω­σιν, τος πά­θε­σι τού­τοις πρς ἀ­ναί­ρε­σιν χρώ­με­νοι πα­ρού­σης κα­κί­ας προσ­δο­κω­μέ­νης, κακτῆ­σιν καφυ­λα­κν ἀ­ρε­τς τε καγνώ­σε­ως. Κα­λον, ς ἔ­φην, ταῦ­τα τυγ­χά­νει διτν χρῆ­σιν ν τος πν νό­η­μα αχ­μα­λω­τί­ζου­σιν ες τν ὑ­πα­κο­ν τοΧρι­στο.

πτβιβλίο «ΣΤΑΣΙΣ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ  Ἡ ἀνακαίνιση τς ριστοτελικς κινήσεως στθεολογία Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητο», κδ. ‘‘ρμός’’ ούλιος 2006, σελ.176-186.

Ρωσική εικόνα (β΄ μισό 17ου αι.) του οσίου Μαξίμου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

5 Σχόλια

  1. Αν όπως μας λέει ο αρθρογράφος
    “Ὁ ἴ­διος ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ὸς ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴ φυ­σι­κὴ τρο­χιά της τὴν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θὼς πρῶ­τος Αὐ­τὸς κι­νεῖ­ται καὶ γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, ἵ­να τὴν φύ­σιν τῶν ἀν­θρώ­πων πρὸς ἑ­αυ­τὸν συ­να­γά­γῃ”
    τότε ο Προφήτης Ηλίας ή ο Μωυσής κι όλοι οι άγιοι των αρχαίων χρόνων πώς ξαναβρήκαν τη φυσική κίνησή τους προς τον Θεό; ;
    Ή επειδή δεν είχε γίνει ακόμη άνθρωπος ο Θεός δεν την βρήκαν την φυσική τους τροχιά;! Ρητορικό το ερώτημα.
    Απλό το πρώτο ερώτημα κι ελπίζω να υπάρχει και ανάλογη απάντηση.

    Λεωνίδας Γρηγοριάδης

    • Κατά την πατερική θεολογία, ο Λόγος, πριν σαρκωθεί, εμφανιζόταν στους Προφήτες και Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης ως Άγγελος: «άγγελος του Θεού», «Άγγελος της Μεγάλης Βουλής», «Κύριος της Δόξης», «Γιαχβέ Σαβαώθ» (βλ. και την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην παραδοσιακή εικονογράφησή της ως φιλοξενία του Αβραάμ: και τα τρία πρόσωπα παρουσιάζονται στον Αβραάμ με μορφή Αγγέλων).

  2. Και; Αν και εμφανιζόταν χωρίς ανθρώπινη σάρκα δεν έβρισκαν οι άνθρωποι τη φυσική τους τροχιά προς τον Θεό κι έτσι τρόπον τινά, ήταν απαραίτητη η ενανθρώπιση ; ;
    Δε νομίζω!
    Μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε αλλά απάντηση δεν πήρα!

    Ταπεινά φρονώ πως δε μπορεί να σταθεί ως αιτία της ενανθρωπίσεως η επαναφορά των ανθρώπων στη φυσική τους τροχιά προς τον Θεό!
    Είχαμε επαναφορά και χωρίς την ενανθρώπιση!

  3. Σας απάντησα αυτό που διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με τις εμφανίσεις του Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη.

    Ναι, χρειαζόταν η ενανθρώπηση για την επαναφορά στο κατά φύσιν αλλ’ ο Θεός δεν υποτάσσεται σε καμία αναγκαιότητα και μπορεί να δρα όπως θέλει, χωρίς να συμμορφώνεται με τις δικές μας περιορισμένες νόρμες στις οποίες επιχειρούμε να τον εντάξουμε και χωρίς να μας δίνει λογαριασμό.

  4. Κύριε Λεωνίδα Γρηγοριάδη,

    Βρήκατε εδώ ένα εξαίρετο απόσπασμα διατριβής, σχετικό με την χριστιανική ανθρωπολογία. Αλλά εσάς δεν ενδιαφέρει το κρίσιμο “κλειδί” που το κείμενο αυτό μας προσφέρει, πάνω στο καίριο δίπολο των Παθών και των Αρετών.
    Σας ενδιαφέρει απλώς να κηρύξετε την προχριστιανική πίστη, ως – κατ’ εσάς – πληρέστερη από την χριστιανική.

    Άποψή σας.

    Η φορτικότητα όμως με την οποία επανέρχεστε, ξανά και ξανά, προς επανάληψη ενός και του αυτού ισχυρισμού σας, ισοδυναμεί μάλλον με κατάχρηση φιλοξενίας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ