
μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης
«Καλὸν χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν». Μὲ αὐτὴ τὴ φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ἑβρ. 13,9) ἀρχίζει ἡ πρώτη Τριάδα τῶν λόγων ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, τοῦ σπουδαιότερου ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Στὸ πρόσωπο τοῦ μοναχοῦ Βαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ, τοῦ κυριότερου ἀντιπάλου του, ἀντιμετωπίζει ὁ Ἅγιος ἕναν ἄθεο οὐσιαστικὰ οὑμανισμὸ ποὺ κυριάρχησε στὸν Δυτικὸ κόσμο μὲ τὴν Ἀναγέννηση (ὁ Βαρλαὰμ ἔζησε στὴν ἀνατολή της καὶ δίδαξε ἑλληνικὰ τὸν Πετράρχη). Ἀντιμετωπίζει μιὰ αἵρεση, μιὰ ἀρρωστημένη νοοτροπία ποὺ βρίσκεται στὴ ρίζα τῶν δεινῶν τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ ἐπικρατεῖ παγκόσμια σήμερα.
Ὁ Βαρλαάμ, ὄντας ἀλλότριος τῆς θείας χάριτος καὶ «μηδέποτε προσευχόμενος», ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Ἅγιος (Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,2,31· στὸ ἑξῆς, παραπέμπουμε σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο μόνο μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν τριάδων, λόγων και κεφαλαίων), δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὴ συμμετοχὴ τοῦ σώματος τῶν ἡσυχαζόντων στὴν προσευχή. Ἐπειδὴ εἶχε ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ στὶς γνώσεις του, θέλησε νὰ ἐλέγξει τοὺς ἐν λόγῳ μοναχούς, τοὺς ὁποίους παρομοίασε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Βογόμιλους. «Δὲν ἀποκλείεται διόλου νὰ μὴν ἄνθεξε ὁ διανοητικὸς νοῦς τοῦ Βαρλαὰμ στὸν καθαρὰ θεωρητικὸ πειρασμὸ νὰ χτυπήσει ὅ,τι ἔκρινε ἀδιανόητο», σημειώνει ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος στὴν Ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος (τ. α'1, σ. 451).
Εἶχαν προηγηθεῖ οἱ δύο λόγοι τοῦ Βαρλαὰμ κατὰ Λατίνων, ὅπου ἰσχυριζόταν ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει γνωστός, οἱ διαφορὲς μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν μποροῦσαν εὔκολα νὰ γεφυρωθοῦν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, στοὺς δύο Ἀποδεικτικούς του Λόγους περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπάντησε ὅτι ναὶ μὲν ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ γίνει γνωστὸς διανοητικά, ἀποκαλύπτεται ὅμως ὑπερφυσικὰ στοὺς ἀξίους. Κι ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὴν παραδομένη ἐμπειρία τῶν ἐν Θεῷ τελείων, ὅπως καταγράφεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὰ ἁγιοπατερικὰ συγγράμματα, εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα μόνο.
Ἡ ἐπίθεση ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὸν Ἅγιο νὰ προβάλλει τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ γνώσεως, προσευχῆς, κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ συμμετοχῆς τοῦ σώματος σὲ αὐτὴν καὶ περὶ διακρίσεως ἀκτίστου θείας οὐσίας καὶ ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Ἔτσι, θωράκισε τοὺς Ὀρθοδόξους ἀπέναντι σὲ κάθε ἰδεολογικὴ καὶ διανοητικὴ ἀμφισβήτηση στὸ μέλλον.
Τὰ προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο δὲν ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ αὐτὰ τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα. Στὴ συνέχεια ἐπισημαίνουμε μερικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὶς κακοδοξίες τοῦ Βαρλαὰμ κι ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τοῦ Ἁγίου πρὸς αὐτὸν ὅσον ἀφορᾶ τὴ γνώση, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦμε πόσο θαυμαστὰ ἐπίκαιρος καὶ σύγχρονος παραμένει ὁ λόγος του.
Ὁ Βαρλαὰμ ὑποστήριζε ὅτι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν θεϊκῶν πραγματικοτήτων διαφεύγει άπὸ τὴν ἀνθρώπινη γνώση (χφ. Parisinus Gr. 1278, φ. 137), ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὅτι μόνο διὰ τῆς γνώσεως τῶν κτισμάτων μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔλθει σὲ κατανόηση τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅτι τὶς ἀλήθειες ποὺ δέχεται διὰ τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ τὶς κατανοήσει, διερευνώντας τις λογικά. Ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀποκαλύφθηκε στοὺς Ἀποστόλους καὶ τὰ πορίσματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἐπιστημῶν ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο σκοπὸ (2,1,17), δηλαδὴ στὴν ἀναγωγὴ ἀπὸ τὰ ἱερὰ σύμβολα «πρὸς τὰς ἀύλους ἀρχετυπίας» (2,1,7)· ὅτι γιὰ νὰ ἐπιστρέψει κανεὶς στὸ κατ᾿ εἰκόνα, ἀρκεῖ διὰ τῆς φυσικῆς φιλοσοφίας νὰ γνωρίσει τὶς εἰκόνες τοῦ δημιουργικοῦ νοῦ, ποὺ εἶναι ἐγκατεσπαρμένες μέσα μας (1,1,3). Ἔτσι, προβάλλει τὴν κατὰ κόσμον σοφία καὶ τὴ σπουδὴ τῶν κλασικῶν συγγραφέων ὡς προϋποθέσεις ἀπαραίτητες γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεὸ καὶ νὰ κατανοήσει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ κατηγορεῖ τὸν Ἅγιο ὅτι ἀποστερεῖ τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν κοσμικὴ σοφία. Παρουσιάζεται δηλαδὴ ὡς ὀπαδὸς τῆς «ἑλληνοχριστιανικῆς» συνθέσεως.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διακρίνει τὸν κίνδυνο οἱ ἀντιλήψεις τοῦ «φιλοσόφου» (ὅπως τὸν ὀνομάζει) νὰ παρασύρουν στὴν πλάνη τὸ εὐσεβὲς πλήρωμα. Ἀναγνωρίζει σ᾿ αὐτὲς τὴν αἵρεση τὴν ὁποία πρὸ καιροῦ προφήτευσαν οἱ Ἅγιοι (ἁγίου Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου, Βίος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, §43, ἐκδ. Δ. Τσάμη, σσ. 74-75). Ἔχει ἀπέναντί του ἕνα δυνατὸ ἀντίπαλο μὲ μεγάλη διανοητικὴ εὐστροφία καὶ γνώση τῶν Πατέρων καὶ τῆς θύραθεν παιδείας. Καὶ ὁ ἴδιος εἶναι σοφὸς κατὰ κόσμον (δεκαεπτάχρονος ἤδη, ἑρμήνευε τὸν Ἀριστοτέλη). Δὲν στηρίζεται ὅμως σὲ αὐτὴ τὴ σοφία. Μὲ βάση τὴν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία του καὶ τὴ συναίνεση καὶ τὶς προσευχὲς τῶν συμμοναστῶν του, Ἁγιορειτῶν καὶ Θεσσαλονικέων, ἀναπτύσσει τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, προβάλλοντας τὴ θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων σὲ μιὰ θαυμαστὴ σύνθεση. Δὲν εἶναι φανατικὸς πολέμιος τῆς γνώσεως. Τῆς δίνει τὴν κατάλληλη θέση, ὅπως ἔκαναν καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ Πατέρες.
Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπὸ ξεχείλισμα ἀγάπης («ἔδει χεθῆναι τὸ ἀγαθὸν καὶ ὁδεῦσαι, ὡς πλείονα εἶναι τὰ εὐεργετούμενα», μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Λόγος 38, 9, PG 36, 320C). Ἡ Ἀγάπη τοῦ ἐπιβάλλει τὸν μόνο του προορισμό, τὴ θέωση, τὴν κοινωνία μὲ Αὐτόν. Αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται ὅταν τὸ σῶμα καὶ ὅλες οἱ ψυχικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου στραφοῦν πρὸς τὸν Θεό. Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι «πνευματική», διανοητικὴ ὑπόθεση. Ἀφορᾶ τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πόθος τῆς γνώσεως φυσιολογικὰ τὸν ὠθεῖ στὸ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Ὁ ἐγωισμὸς ὅμως διαστρέφει τὸ ἀνθρώπινο εἶναι καὶ τὸ ὁδηγεῖ σὲ ἔρωτα γνώσεως μακριὰ ἀπ᾿ Αὐτόν. Ὅπως διαπιστώνει ὁ Ἅγιος, «δεινὸν ὄντως ἄνδρα κλέψαι φιλομαθῆ ... αὕτη γὰρ [ἡ ἔφεση τῆς φιλομάθειας] καὶ τῷ Ἀδὰμ τῆς ἰσοθεΐας τὸν ἔρωτα ἐνεποίησε» (2,1,41). Ἡ χωρὶς Θεὸ φιλομάθεια γίνεται αἱτία τῆς πτώσεως. Αὐτὸ κάνει πάντα ἡ ἁμαρτία. Ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο. Διαστρέφει κάθε ψυχική του ἔφεση. Κάθε δῶρο τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ τὸ μεταβάλλει σὲ πονηρό.
Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος χάνει τὸν προσανατολισμό του. Ὁ νοῦς, «ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς» κατὰ τοὺς Πατέρες, πλάστηκε γιὰ νὰ βλέπει τὸν Θεό· ἀλλ᾿ ἡ ἁμαρτία τὸν στρέφει πρὸς τὰ κτίσματα. Κι ὅταν προσπαθεῖ δι᾿ αὐτῶν νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, παγιδεύεται κι ἀποκτᾶ πλανεμένες ἰδέες περὶ Αὐτοῦ. Ἡ λογική, ἡ δύναμη ποὺ ἐκφράζει τὶς ἐμπειρίες τοῦ νοῦ, ἀπὸ ὄργανο ἐκφράσεως γίνεται κριτήριο τῆς ἀλήθειας.
Χωρὶς τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἀνασφαλής. Κάτι τοῦ λείπει καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀναπληρώσει. Βλέπει ὅτι κάτι καταφέρνει μὲ τὴ λογικὴ στὴν καθημερινὴ ζωή του καὶ τὴ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ὀργανώσει τὸν αἰσθητὸ κόσμο γύρω του, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπεραισθητὸ κάποιες φορές. Δὲν ἀνοίγεται στὸν Θεό, ὥστε νὰ δεχτεῖ τὴ γνώση Του «τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» (πρβλ. Φιλιπ. 4,7), ἀλλὰ δημιουργεῖ ἕνα μικρὸ καὶ μίζερο σύμπαν μὲ κέντρο τὸν ἑαυτό του, ὅπου ταξινομεῖ καὶ τὸν Θεό, σὰν ἕνα ὁποιοδήποτε στοιχεῖο. Λατρεύει διάφορα εἴδωλα, δηλαδὴ τὶς ἰδέες ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο. Ἔτσι ὅμως, ἀπὸ μόνος του ἔχει φυλακιστεῖ ἀσφυκτικά. Γιὰ νὰ σωθεῖ, προσπαθεῖ νὰ ἀνακαλύψει νέες μεθόδους, νέους τρόπους ὀργανώσεως. Καὶ διέξοδος δὲν ὑπάρχει.
Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τῆς ἄγονης θύραθεν παιδεύσεως καὶ γνώσεως, τῆς «ἀεὶ ὠδινούσης καὶ μηδέποτε ζωογονούσης» (φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ποὺ τὴν ἐπαναλαμβάνει ὁ Παλαμᾶς, 2,1,16). Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἀπορρίπτει ὁ Ἅγιος τὴ σοφία τοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι καθαρός, ὅταν προσπαθεῖ δι᾿ αὐτῆς νὰ ἑρμηνεύσει ὄχι μόνο τὴ φύση, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὲρ φύσιν, εἶναι μωρὸς καὶ ἡ σοφία του μωρία, σαρκική, ψυχική, δαιμονιώδης... Ὁ νοῦς ποὺ τὴν ἐφεῦρε προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὴ ὅμως ἐξέπεσε καὶ κατάντησε «ψευδώνυμος» σοφία (1,1,12). Καὶ ἂν ἀκόμα ἦταν ἀληθινή, διδάσκει ὁ Ἅγιος, δὲν θὰ ἦταν ἀπαραίτητη: «Καὶ τούτου γὰρ ἀπόντος τοῦ μέρους τῆς ἀληθείας, ἡ ἀληθὴς μακαριότης ἀνύσιμος» (2,1,18).
«Καλὸν χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν». Τὸ μόνο ἀπαραίτητο εἶναι ἡ μετοχὴ στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν φτάσει κανεὶς σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὅταν ἀποκτήσει κοινωνία μὲ τὸν Θεό, τότε «ἐν τῷ ὄντως ἀγαθῷ καὶ τὸ μὴ ὄντως ἀγαθὸν ἀγαθύνεται» (2,1,6). Μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως (βλ. 1,1,21) μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀξιοποιήσει καὶ τὴν κοσμικὴ σοφία. Νὰ γυμνάσει μὲ αὐτὴν «πρὸς ὀξυωπίαν τὸν τῆς ψυχῆς ὀφθαλμὸν» (1,1,6). Μὲ τὰ καλά της στοιχεῖα, σὰν «σκιαγραφίαν τινὰ τῆς ἀρετῆς» νὰ βοηθήσει τοὺς νέους νὰ προγυμνασθοῦν πρὸς τὸν εὐσεβὴ βίο (Μ. Βασιλείου, Πρὸς τοὺς νέους, 8, PG 31, 588B). Νὰ μεταχειρισθεῖ τὸ «ἐξεταστικόν» της καὶ τὴ μάθηση «πρὸς τὴν τῶν λογίων σαφήνειαν» γιὰ τὴ μελέτη τῆς Γραφῆς μὲ πολλὴ προσοχή, ἔχοντας ὁδηγὸ τὴν «μόνην κλεῖν τῶν ἱερῶν Γραφῶν ... τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος» (2,1,6).
Πάντως ἂν καὶ γίνεται χρήσιμη ἡ σοφία τοῦ κόσμου, ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ διάκριση, εἶναι πλάνη νὰ τὴν ἐξισώνει κανεὶς μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τόσο διαφέρει ἡ θεία Γραφὴ ἀπὸ τὴ θύραθεν γνώση, «ὁπόσον καὶ τὰ θεῖα τῶν ἀνθρωπίνων διενήνοχεν» (2,1,17). Μόνοι διδάσκαλοι στὴν κατὰ Θεὸν ζωὴ εἶναι οἱ Ἅγιοι, ὅσοι δηλαδὴ μετέχουν στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν μερικὲς φορὲς τὰ λόγια τους φαίνονται νὰ συμφωνοῦν μὲ αὐτὰ τῶν φιλοσόφων, αὐτὸ συμβαίνει μόνο ἐξωτερικά. «Κἄν τις τῶν πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν ῥημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ (1,1,11). Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανεὶς σωστά, πρέπει νὰ ἔχει «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2, 16).
Ἀληθινὸς φιλόσοφος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ζητᾶ καὶ ποιεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ «λόγον ἔχων ἔμπρακτον καὶ πρᾶξιν ἐλλόγιμον» (2,1,9). Χωρὶς καθαρότητα, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἂν ἀκόμα μάθει ὅλη τὴ φυσικὴ φιλοσοφία, γίνεται μωρὸς μᾶλλον κι ὄχι σοφός. Ὅταν ὅμως κανεὶς ─ἀκόμα κι ὅταν δεν γνωρίζει τὴ φυσικὴ φιλοσοφία─ καθαρθεῖ καὶ ἀπαλλάξει τὴν ψυχή του ἀπὸ τὶς πονηρὲς συνήθειες καὶ πεποιθήσεις, τότε ἀποκτᾶ τὴν «νικῶσαν τὸν κόσμον» σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ ζεῖ μὲ πνευματικὴ εὐφροσύνη μὲ τὸν μόνο σοφὸ Θεὸ (βλ. 1,1,3). Μὲ τὴν πράξη φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν καθαρότητα. «Ἐγκρατείᾳ δέ τις τὸ σῶμα καθάρας ἑαυτοῦ, θυμόν τε καὶ ἐπιθυμίαν ἀφορμὴν ἀρετῶν δι᾿ ἀγάπης θείας ποιησάμενος καὶ νοῦν ἀπειλικρινημένον δι᾿ εὐχῆς παραστήσας τῷ Θεῷ, κτᾶται καὶ ὁρᾷ ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐπηγγελμένην χάριν τοῖς κεκαθαρμένοις τὴν καρδίαν» (1,2,2). Ὁ φόβος, ἀρχὴ τῆς σοφίας (βλ. Παροιμ. 9,10) καὶ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, μεταβάλλεται σὲ ἀγάπη, «τὸ ὀδυνηρὸν τῆς εὐχῆς» ἀνατέλλει «τοῦ φωτισμοῦ τὸ ἄνθος», κι αὐτὸ ἀναπέμπει σὰν ὀσμὴ τὴ γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ (βλ. 1,1,7). Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν ὁδηγεῖ στὴν καθαρότητα· τὰ διάφορα εἴδη προσευχῆς, στὴν καθαρὴ προσευχή· οἱ λόγοι, στὸν λόγο τὸν «ὑπερανιδρυμένον καὶ ἀπολελυμένον τοῦ παντός»· ὁ φωτισμός, στὸν ὑπερφαῆ γνόφο· ἡ γνώση, στὴν «ὑπὲρ γνῶσιν» ἀγνωσία (βλ. 1,3,18). Ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται σὲ ἄλλη σφαίρα. Ὁ νοῦς καὶ οἱ αἰσθήσεις του μεταποιοῦνται· καὶ τότε, μὲ τὴ χάρη καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ, οἱ «κατηξιωμένοι» βλέπουν «αἰσθήσει τε καὶ νῷ τὰ ὑπὲρ πᾶσαν αἴσθησιν καὶ πάντα νοῦν» (Ἁγιορειτικὸς τόμος §6).
Σημασία ἔχει ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν αἰώνια ζωή· «καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν» (Ἰω. 17,3). Γι᾿ αὐτό, ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεωρεῖ ὅτι ἀρκοῦν μὲν γιὰ τοὺς μοναχοὺς οἱ σπουδές ποὺ ἔκαναν πρὶν νὰ ἔλθουν στὸ μοναστήρι (2,1,35), σὲ ὅσους δὲ ζοῦν στὸν κόσμο δὲν ἀπαγορεύει τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση, συνιστᾶ ὅμως νὰ μὴν προσκολλῶνται σὲ αὐτὴν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς τους (βλ. 1,1,6).
Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι γνωσιολογικό, ἀλλὰ ζήτημα μετάνοιας· ἀλλαγῆς τρόπου ζωῆς καὶ σκέψεως, ἀποβολῆς τοῦ ἐγωιστικοῦ θελήματος, ἀποδοχῆς καὶ ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ πίστη δὲν εἶναι ἁπλῶς θέμα διανοητικῆς ἀποδοχῆς (καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουν στὸ Θεό, ὅμως δὲν μετανοοῦν), ἀλλά, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, εἶναι ἄλλου εἴδους γνώση, δηλαδὴ μιὰ ὑπὲρ φύσιν σχέση «δι᾿ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ, κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν» (Πρὸς Θαλάσσιον, PG 90, 376B). Προϋποθέτει γεύση τῆς Χάριτος μέσῳ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὄχι μὲ μόνη τὴ λογική του.
Ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, φόβο Θεοῦ καὶ προσευχή, τότε τρέφει τὴν ψυχὴ καὶ φωτίζει τὸν νοῦ, ὥστε νὰ ἀνακαινισθεῖ «ἡ πρὸς τὸ ἀγαθὸν κίνησις» καὶ νὰ φυλαχθεῖ ἡ ψυχὴ «ἐκ τῆς λεπτότητος τῶν ὁδῶν τῆς ἁμαρτίας» (ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, Λόγος 6, ἔκδ. M. Pirard, σ. 217).
Ὅταν ὅμως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀντιμετωπίζεται διανοητικά, «διὰ γνῶσιν καὶ μὴ διὰ κατάνυξιν», ἔρχεται ἡ οἴηση (2,1,11). Ὅταν κανεὶς ἑρμηνεύει μὲ ἀκάθαρτο νοῦ καὶ μὲ τὴν κοσμικὴ σοφία ὅσα ἔχουν κοινοποιηθεῖ δι᾿ ἀποκαλύψεως στὸν καθαρὸ νοῦ τῶν Ἁγίων, ὅταν ἀντιμετωπίζει τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας σὰν κώδικα ἠθικῆς, τότε καταντᾶ νὰ ζεῖ τὸ χριστιανισμὸ ἰουδαϊκά. Μένει προσκολλημένος στὸ γράμμα τοῦ Νόμου. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ Χάρη. Ἂν εἶχε ταπείνωση θὰ ἔδειχνε εὐλάβεια, ἀκόμα «καὶ πρὸς τὰ τούτων ἀμφισβητήσιμα» (1,3,48). Ἂν εἶχε τὴν ἐπίγνωση ὅτι ἦταν νήπιος πνευματικά, οὔτε θὰ τὰ δεχόταν, ἀπὸ φόβο μήπως πέσει σὲ πλάνη, οὔτε θὰ τά ἀναθεμάτιζε. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔχει ἔπαρση, τὸν σκανδαλίζουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς Χάριτος καὶ δὲν διακρίνει ὅσους ἐνεργοῦνται ἀπὸ Αὐτήν. Σὰν τὸν Βαρλαάμ, περιγελᾶ τυχὸν καὶ κατακρίνει τοὺς Ἁγίους. Περιφρονεῖ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἡσυχία. Μελετᾶ ἴσως καὶ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρες καὶ τοὺς ἐκθειάζει, ἡ ζωή του ὅμως δὲν ἀποπνέει τὴν εὐωδία τοῦ Πνεύματος καὶ τὰ γραπτά του εἶναι ἁπλῶς περίτεχνες διανοητικὲς συλλήψεις. Δὲν βάζει τὸν αὐχένα του ὑπὸ τὸν ἐλαφρὸ καὶ χρηστὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ (βλ. Μτ. 11,30), ὥστε ν᾿ ἀποκτήσει τὴν ἀληθινὴ γνώση, ἀλλὰ κατασκευάζει ἐθελοθρησκεία κι ἐγκλωβίζεται σὲ ψεύτικα σχήματα καὶ ψεύτικη γνώση. Δίνει ψεύτικη εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας στοὺς ἄλλους, κι ἔτσι ἀπωθεῖ ἀπὸ τὸ νὰ προσεγγίσουν τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ζωὴ ὅσους διψοῦν γιὰ κάτι τὸ οὐσιαστικό.
Ἡ μόνη ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, ὑπερβαίνει τὴ διάνοια καὶ τὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνήκει σὲ ἄλλο χῶρο, καὶ ἡ λογικὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει. Σώζει ὅμως τὸν ὅλο ἄνθρωπο, ἀνεβάζοντάς τον πάνω ἀπὸ κτιστὰ καὶ αἰσθητὰ σχήματα καὶ κατηγορίες. Δι᾿ αὐτῆς κανεὶς γνωρίζει πραγματικὰ τὸν Θεό, τὸν ἄνθρωπο, τὸν κόσμο... Οἱ Ἅγιοι ποὺ τὴν ἔχουν ἀποκτήσει εἶναι οἱ μόνοι ἀπλανεῖς ὁδηγοὶ πρὸς τὴ θέωση.
Οἱ βαθύτεροι λόγοι τῶν ὄντων (οἱ αἱτίες δημιουργίας τοῦ κάθε κτίσματος) ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς καθαρούς: «Ὅτε νοῦς τελείως τῶν παθῶν ἐλευθερωθῇ, τότε καὶ ἐπὶ τὴν θεωρίαν τῶν ὄντων ἀμεταστρεπτὶ ὁδεύει» (ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς, Περὶ ἀγάπης 1,86, PG 90, 980C). Μὲ τὴν παρατήρηση, τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴν ψυχολογία, τὴ μελέτη καὶ τὴ διανοητικὴ ἐπεξεργασία, μόνο μερικῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ γνωρίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἡ κτιστὴ γνώση εἶναι σχετικὴ καὶ πεπερασμένη. Ὑπόκειται σὲ ἀναιρέσεις καὶ ἀναθεωρήσεις. Χρησιμεύει ὅμως στὴν ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν τους. Ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ διάκριση, βοηθᾶ καὶ στὴν κατανόηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.
Ὅλα ὅσα ἔδωσε ὁ Θεός, εἶναι καλά. Ἡ κακή τους χρήση τὰ κάνει πονηρά. Οἱ Ἅγιοι καὶ τὰ κακῶς χρησιμοποιημένα ἁγιάζουν. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τὴ θύραθεν παιδεία καὶ ὁρολογία γιὰ νὰ ἐκφρασθοῦν· κι ἔτσι πλησιάζουν εὐκολότερα τὸν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς τους. Κι ὁ πιστός, ὅταν προσεγγίζει τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση διανοητικὰ καὶ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἄσκηση, προχωρᾶ σωστά.
«Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος, βίῳ δὲ τίς;» ρωτᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος (1,3,13). Σὲ κάθε λόγο ὑπάρχει καὶ ἀντίλογος. Ἡ ἐπιστημονικὴ σοφία εἶναι ἐπισφαλής. Ἡ ἐν Χριστῷ ὅμως ἐμπειρία καὶ θεολογία τῶν Ἁγίων ποὺ τὴν ἐπιβεβαιώνει τὸ εὐσεβὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, Τριώδιον, Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν), παραμένει ἀσάλευτη. Ὅποιος τὴ γεύτηκε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λογικὲς ἀποδείξεις. Δὲν συγχέει ἐπιστημονικὴ γνώση, τεχνολογικὴ πρόοδο καὶ θεολογία. Δὲν ταράσσεται, ἂν κάποτε τὰ πορίσματα τῶν πρώτων ἀμφισβητοῦν τὴν τελευταία. Οἱ ταπεινοί, στοὺς ὁποίους «ὁ Θεὸς δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4,6) δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ καμιὰ Ἀπολογητική. Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ νὰ καταστραφοῦν, ὁ ταπεινὸς δὲν θροεῖται, μᾶς διδάσκει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ (ὅ.π. Λόγος 62, σ. 746). Ὁ Θεὸς παραμένει «ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8) καὶ γεμίζει παράκληση τὶς καρδιὲς ποὺ Τὸν ἐμπιστεύονται.
Ἡ βεβαιότητα αὐτὴ τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου διετήρησε τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀσάλευτο μέχρι σήμερα. Ἀντίθετα, στὴ Δύση ἡ ὀρθολογιστικὴ σχολαστικὴ θεολογία θεωρήθηκε πρόοδος σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἐμπειρικὴ θεολογία τῶν Πατέρων. Ἡ αὐτονομία τῆς λογικῆς ὁδήγησε στὴν αἵρεση τοῦ Filioque. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θεωρήθηκε κτιστὴ καὶ παρεμβλήθηκε ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο, ἀπομονώνοντάς τον. Ὁ κτιστὸς ἀνθρώπινος νοῦς ἔγινε ἀλάθητο κριτήριο τῆς ἀλήθειας. Κι ἔτσι, ἡ θεολογία κάθε τόσο συμμορφώνεται μὲ τὴ φιλοσοφικὴ σχολὴ ποὺ ἐπικρατεῖ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ὀργάνωση καὶ ἡ λατρεία προσαρμόζονται στὸ κοσμικὸ πνεῦμα, γιατὶ τίποτε δὲν ἔπρεπε νὰ ξεπερνᾶ τὴ διάνοιά μας, ὅλα νὰ γίνουν ἀντικείμενα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις ἔφερε τὴν ἀπιστία, συγκαλυμμένη στὴν ἀρχή, ἀπροκάλυπτη ὕστερα. Δικαιολογημένα λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι στὴ Δύση κατέληξαν στὴν ἀπόρριψη τῆς ἄγονης γνώσεως καὶ στὴν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ὅπως τοὺς Τὸν πρόσφεραν. Καὶ ἴσως νὰ εἶναι πιὸ ἀνοιχτοὶ στὴ μετάνοια καὶ στὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὅσοι ἀρνοῦνται τὶς κτιστὲς περὶ Αὐτοῦ εἰκόνες ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κλείσει τὸν Ἄκτιστο στὰ πλαίσια τῆς λογικῆς τους κι εἶναι ἔτσι ἐπαναπαυμένοι καὶ εὐχαριστημένοι μὲ τοὺς ἑαυτούς τους.
Δυστυχῶς κι ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, χωρὶς τυπικὰ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν πίστη μας, δεχόμαστε ὁλοένα καὶ πιὸ ἄκριτα τὶς φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς Δύσεως, θαμπωμένοι ἀπὸ τὸν τεχνικὸ πολιτισμό της. Ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ τὰ ἴδια συμπτώματα αὐτῆς τῆς παρὰ φύσιν στάσεως ζωῆς, μὲ κάποια μικρὴ καθυστέρηση. Καὶ μᾶς θορυβοῦν τὰ συμπεράσματα τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ἢ ἡ πρόοδος τῆς τεχνολογίας. Δὲν γνωρίζουμε τί θησαυρὸ κρύβει ἡ ζωὴ καὶ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας· πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θεραπεύει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ἂς προσεγγίσουμε μὲ τὴ μετάνοια τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν ἐκφραστὴ αὐτῆς τῆς θεολογίας καὶ «κήρυκα τῆς Χάριτος» καὶ θὰ βροῦμε, στὴν ὕπαρξη καὶ στὸν λόγο του, τὴν παράκληση ποὺ μόνη ἡ Ἐκκλησία χαρίζει.
* Μιὰ παλαιότερη μορφὴ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, τ. 21 (1987), σσ. 26-29, μὲ τίτλο: «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς γνώσεως». Ἐδῶ ἀναρτᾶται μὲ ἐπουσιώδεις ἀλλαγές.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του αείμνηστου Ιωάννη Μητράκα (1936-2026).

Συγχαρητήρια στον π. Θεολόγο για το εμπεριστατωμένο κείμενο του. Θέλω όμως να κάνω μερικές σκέψεις επ αυτών. Διάβασα ότι στην Θεολογική Ακαδημία Βόλου μερικοί (Ασπρουλης, Καλαϊτζίδης κλπ) ισχυρίζονται ότι οι διανοούμενοι είναι απαραίτητοι, γιατί αυτοί μας επεξηγουν τι λένε οι Πατέρες. Και μάλιστα, μπορούν, συλλαμβάνοντας το νόημα των Πατέρων, να τους “διορθώνουν”, να τους συμβιβαζουν με την Νεωτερικοτητα. Για παράδειγμα, οι Πατέρες, αν ζούσαν σήμερα, θα αποδέχονταν λόγω μεγάλης αγάπης τον δικαιωματισμο, και δη την ατζέντα ΛΟΑΤΚΙ. Πρόκειται για μεγάλη αίρεση. Χωρίς να αρνούμαστε την αξία της διανοητικής γνώσεως, τον Άγιο αληθινά καταλαβαίνει μόνο ένας άλλος Άγιος. Και ο λαός είναι ο εσχατος κριτής και φυλακας της αλήθειας. Γι αυτό, πχ, όταν οι διανοούμενοι στην Φλωρεντία υπέγραψαν και συνηγορησαν υπέρ της Ένωσης με τους Πανικου, έγιναν κατάπτυστοι από τον σοφό λαό. Ένας δεύτερος που αμφισβήτησε τον παλαμισμο είναι ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιω. Ζηζιουλας. Θεώρησε ότι ο Παλαμάς δεν έχει εκκλησιολογια και ότι πρωτίστως η θεωση γίνεται στην Θ. Ευχαριστια, ενώ ο Παλαμάς διασαφηνισε κάποιες λεπτομέρειες. Παρακαλώ τον π. Θεολόγο να παρέμβει, επειδή αυτή η πλάνη εξαπλώνεται, και να μας εξηγήσει την εκκλησιολογια του Παλαμά. Περνώ τώρα σε λίγο πιο φιλοσοφικά ζητήματα. Τα όσα γράφονται από τον π. Θεολόγο επιβεβαιώνουν, κατ εμε, την άποψη ότι ορθά ο π. Ιω. Meyendorff έχει καταλάβει τον Παλαμά. Όντως, έχουμε να κάνουμε με έναν “υπαρξιακό”, με την σωστή έννοια του όρου, Θεό, ο οποίος μπορεί και πράττει, ενεργεί. Στον θωμισμο ο Θεός δεν ενεργεί, γιατί είναι ” actus purus “. Ακόμα και η δημιουργία δεν είναι ενέργεια, αλλά θεία απορροή. Κι ένα πιο ευχάριστο, υπάρχουν θεολόγοι και φιλόσοφοι του Καθολικισμού, που είναι πια πολυ πιο φιλικά διακείμενοι έναντι του Παλαμά. Έχω ασχοληθεί αρκετά με τον Marion, ο οποίος αποδέχεται, με βάση τα συμφραζόμενα της φιλοσοφίας του, ότι το θείο φως της Μεταμόρφωσης, γίνεται δεκτό και αναμορφωνει την συνείδηση. Η διαφορά με τον Άγιο Γρηγόριο, είναι ότι το ακτιστο φως δεν αναμορφωνει μόνο την συνείδηση, αλλά ανακαινιζει τον όλον άνθρωπο, ψυχή τε και σώματι, τον θεωνει. Οι θεοπτες λένε γίνεται ορατό και με τα σωματικά μάτια, ανακαινισμένα βέβαια. Και πάλι συγχαρητήρια στον π. Θεολόγο για το πολυτιμο άρθρο του, αφορμή εναρξεως πια και για άλλες σπουδαίες συζητήσεις.