Α) “Ο Μπάιρον είναι ένας από τους αθάνατους ήρωες της Ελληνικής ιστορίας, κι από όποια γωνία κι αν σταθούμε για να θεωρήσουμε την επιβλητικήν εικόνα του, θα την αγναντεύουμε πάντα στην προοπτική της πρωτοκάθεδρο· και η έδρα του θα υψώνεται σα θρόνος βασιλικός. Και ή λύρα ή σπαθί κρατά στο χέρι του, πάντα απολλώνεια θα λάμπει η όψη του, όμως με γοητεία διονυσιακή. Αλλά και το μέρος που διαδραματίζει ο Μπάιρον στην ιστορία της νέας ελληνικής λογοτεχνίας πόσο αξιοσπούδαστο και πόσο γόνιμο σε μαθήματα!” Αυτά έγραφε, ως καταστάλαγμα της βυρωνολατρίας του, το 1924, ο Κωστής Παλαμάς. Μιας βυρωνολατρίας που δεν θάμπωνε την κριτική του ματιά μα που την όξυνε ακόμη περισότερο, ώστε να διαβλέπει, παρά τα ελαττώματα του ινδάλματός του, εκείνη τη μεγαλοφυία, που κι αυτά τα ελαττώματα -ρητορισμό, αμετροέπεια, ισχνή φαντασία- τα υπερβαίνει και τα εξουδετερώνει.
Ο διασημότερος ποιητής της εποχής του, τη χαραυγή της Ελληνικής εθνεγερσίας, έρχεται να αφήσει την τελευταία του πνοή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Τι βαρυσήμαντος οιωνός για τα πνευματικά πεπρωμένα της Νέας Ελλάδας! Πώς αυτή η πνοή να μην γίνει σε μας εμπνοή και πώς να μην αναρριπίσει μέσα μας τον έρωτα για τα ωραία και για τα μεγάλα;
Η νεώτερη Ελλάδα οφείλει πολλά σ' εκείνον που της αφιέρωσε την ύστατη πράξη του. Αλλά κι ο Βύρων οφείλει πολλά στην Ελλάδα -και την αρχαία και τη νέα. Στην αρχαία την παιδεία του. Στη νέα ορισμένες από τις πιο ευτυχισμένες εμπνεύσεις του.
Σημειώνει σχετικά με το πρώτο ο -διόλου βυρωνικός- Δημήτριος Βερναρδάκης: “Της ποιητικής λογικής τα μυστήρια μανθάνει και γυμνάζεταί τις εις αυτά δια της ενδελεχούς μελέτης των ποιητών, και ιδίως των Ελλήνων και των Ρωμαίων, εις δε την μελέτην των Ελλήνων και Ρωμαίων ποιητών ενέκυψεν ο Βύρων μεθ' όλης της εν τοις Αγγλικοίς εκπαιδευτηρίοις συνήθους γραμματικής και αισθητικής ακριβολογίας και λεπτολογίας, όπως και εκ των περί αυτού βιογραφικών ειδήσεων γνωρίζομεν και εκ των ποιημάτων του δύναταί τις να εικάσει”.
Αλλά ο Βύρων την Ελλάδα δεν την γνώρισε, όπως τόσοι άλλοι μεγάλοι ελληνολάτρες, μόνο από τα βιβλία. Δεν την ονειροπόλησε μονάχα με τη δύναμη της φαντασίας του. Τη γνώρισε με τα μάτια του. Έζησε τον τόπο και τους ανθρώπους του. Πόσες λαμπρές σελίδες του δεν θα είχαν γραφτεί, αν εκείνος δεν είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα! Θυμίζω τον Γκιαούρη, τον Κουρσάρο, την Κατάρα της Αθηνάς, την Πολιορκία της Κορίνθου, κάποια άσματα του Δον Ζουάν και βέβαια τα αθάνατο δεύτερο βιβλίο του Childe Harold.
Εδώ οι μνήμες του παρελθόντος συμπλέκονται με το παρόν. Ο Childe Harold συλλογίζεται κοιτώντας το Λευκάτα, το θλιβερό, κατά τον μύθο, τέλος της Σαπφώς, θυμάται στον Αμβρακικό τη ναυμαχία του Ακτίου, ατενίζει τον Αχέροντα. Θαυμάζει τις ομορφιές της Ηπείρου και θρηνεί τη χαμένη Δωδώνη. Αναμιγνύεται με Έλληνες, Τούρκους, Αλβανούς. Τον περιποιείται, φιλόξενος, ο Αλήπασας. Εκθειάζει τη λεβεντιά των Σουλιωτών. Η μοίρα της Ελλάδας τον θλίβει: “όμορφη Ελλάδα, λείψανο περασμένης δόξας, χαμένη κι όμως αθάνατη, πεσμένη κι όμως ακόμα μεγάλη: Ποιος θα οδηγήσει τώρα τα διασκορπισμένα παιδιά σου; Ποιος θα συντρίψει τη σκλαβιά τόσων χρόνων; Πόσο λίγο μοιάζουν οι σημερινοί Έλληνες με αρχαία σου τέκνα, τα τέκνα σου που αυτόβουλα κι ανέλπιδα βάδισαν προς το θάνατο στα μακάβρια στενά των Θερμοπυλών! Ποιος θα αναρριπίσει τη φλόγα της ανδρείας σου και ποιος, αναπηδώντας απ' τις όχθες του Ευρώτα, θα σε ξυπνήσει από τον τάφο σου;
Ώ πνεύμα της ελευθερίας! Όταν καθόσουν, στο φρούριο της Φυλής, πλάι στον Θρασύβουλο και τους συντρόφους του, μπορούσες να προβλέψεις πως μια κακιά ώρα θα χάλαγε τη χάρη σου και θα μάρανε τη χλοερή ομορφιά της Αττικής, το αθάνατο ενδιαίτημά σου; Δεν έχουν σκλαβώσει σήμερα τριάντα τύραννοι την Ελλάδα! Σε κάθε σπιθαμή της παραμονεύει κι ένας δυνάστης. Τα παιδιά σου δεν ξεσηκώνονται. Χλευάζουν μόνο μάταια και τρέμουν κάτω απ' το ζυγό των Τούρκων. Σκλάβοι από τη γέννα μέχρι τη θανή τους! Τίποτε αντρίκειο μήτε στα έργα μήτε στα λόγια τους!”
Ο Βύρων όμως δεν απελπίζεται. Στο φλογερό βλέμμα των Ελληνόπουλων μαντεύει τη φλόγα της λευτεριάς. Μόνο που αυτή τη λευτεριά, τους λέει, δεν πρέπει να την περιμένουν απ' τους ξένους. Πρέπει να την κερδίσουν μονάχοι τους. Η λευτεριά δεν χαρίζεται. Κατακτιέται με αίμα.
Κι όμως, γράφει στη συνέχεια ο Άγγλος απολλωνίδης, πόσο όμορφη παραμένει η Ελλάδα κι ας την εγκατέλειψαν ήρωες και θεοί. Οι βωμοί κι οι ναοί γέρνουν στο χώμα, όλα χάνονται, εκτός από τη μνήμη που τη διασώζουν τα μεγάλα έργα.
Ποιά είναι, λοιπόν, η Ελλάδα του Βύρωνα; Είναι αυτή η αδιαίρετη και ομοούσια τριάδα: η μνήμη, ο τόπος κι οι άνθρωποι.
Μιας κι είμαι Κορίνθιος δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να συγκρίνω τα δύο κορυφαία κορινθιακα ποιήματα του Αγγλικού Ρομαντισμού: τη Λάμια του Κητς και την Πολιορκία της Κορίνθου του Βύρωνα. Η Λάμια του Κητς διαδραματίζεται σε μια αρχαιότητα μυστηριακή και φανταστική, το ποίημα είναι, και μ' όλη την ψυχολογική του αλήθεια, μια λαμπρή φαντασμαγορία εμπνευσμένη από κάποιες αράδες του Φιλόστρατου. Ο Κητς είναι οραματιστής. Ο Βύρων ρεαλιστής. Στο δικό του επύλλιο το όραμα διαλύεται απ' τη σκληρή θέα της πραγματικότητας. Εδώ την έμπνευση την ποδηγετούν ο αληθινός τόπος και τα γεγονότα της εποχής. Ίσως το όραμα να είναι διαρκέστερο από τη μαρτυρία. Ό, τι δεν υπήρξε ποτέ δεν πεθαίνει και ποτέ. Αλλά η μαρτυρία συντίθεται από την πυκνή ύλη της πραγματικότητας και για αυτό έχει μεγαλύτερη στερεότητα. Στην τέχνη όμως δεν υπάρχουν διλήμματα. Ό, τι προτιμάτε. Ή το ένα ή το άλλο ή και τα δύο μαζί.
Β) Η θυσία του μεγάλου Βρεττανού στο Μεσολόγγι ενέπνευσε στους δύο πρωτόθρονους του νεώτερου λυρισμού μας -στον Κάλβο και τον Σολωμό- δύο λαμπρές ποιητικές ανταποκρίσεις, ανταποκρίσεις με την έννοια της haute actualité, όπως την εμβάθυνε και την αποκάθαρε από τη δημοσιογραφική της ρηχότητα ο Άγγελος Σικελιανός.
Με το λυρικό του ποίημα, όπως το ονομάζει, Εις τον Θάνατον του Λορδ Μπάιρον προσπάθησε ο Σολωμός να επαναλάβει το θαύμα του Ύμνου. Όμως τα θαύματα δεν επαναλαμβάνονται. Η μεγαλόπνοη ωδή για τον Βύρωνα πάντα θα επισκιάζεται από τον Ύμνο. Ασφαλώς, ο Σολωμός έχει μελετήσει καλά το θέμα του. Αλλά δυσκολεύεται να μεταποιήσει σε λυρικό ένδυμα όλον αυτό τον ρακώδη συρφετό των πληροφοριών.
Ο Σολωμός δεν στέκεται γονυπετής μπροστά στον διάσημο ομότεχνό του. Στέκεται σαν ίσος προς ίσον. Πράγμα που σημαίνει πως τολμά, όταν χρειάζεται, να του αντιμιλήσει. Έτσι, στον Ύμνο, αντιτάσσει στην απαισιοδοξία του τρίτου άσματος του Δον Ζουάν, όπου παρουσιάζεται ένας Έλληνας ποιητής να θλίβεται γιατί οι όμορφες κόρες της Ελλάδας θα γεννήσουν σκλάβους, τη χαρούμενη πίστη του
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαχτο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας και λευτεριάς.
Ο Σολωμός, εκθειάζοντας πάντα τον φιλελεύθερο και επαναστάτη Βύρωνα, διατυπώνει ορισμένες ενστάσεις για τον ποιητή. Στις “σημείωσές” του φαίνεται να προσάπτει στον Βύρωνα κάποια ευκολογραφία και να προκρίνει τον Μίλτωνα που “εμελετούσε πολύ τους στίχους του”, για να υπογραμμίσει αμέσως παρακάτω πως “η δυσκολία την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας δεν στέκει εις το να δείξει φαντασία και πάθος αλλά εις το να υποτάξει αυτά τα δυο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης”. Ο Σολωμός έχει αρχίσει ήδη να υποπτεύεται μια ποιητική περιοχή πέραν του ρομαντισμού: αυτήν που θα ανακαλύψει και θα εξερευνήσει με τα έργα του της ωριμότητας.
Ο Κάλβος πάλι ανοίγει τη δεύτερη σειρά των ωδών μου με τη “Βρεττανική Μούσα” δίνοντας ένα απ' τα καλύτερα δείγματα της τέχνης του:
Θαυματουργοί φυσήσατε
πνοαί του παραδείσου·
σηκώσου, ω Βύρων, τίναξον
μακρά από σε τον άωρον
μόρσιμον ύπνον.
Γ) Ο 19 αιώνας υπήρξε κι ο αιώνας του Βυρωνισμού. “Ο Βυρωνισμός έθρεψε, αλλά ακόμη περισσότερον έβλαψε φιλολογίας πολύ δυνατωτέρας και πλουσιοτέρας της ιδικής μας. Ο Βυρωνισμός συνεκράτησεν υπνωτισμένην επί γενεάς όλας την νεοελληνικήν ποίησιν. Ήρωες βυρώνειοι, ανεξαρτήτως του βαθμού της αξίας των, ο Οδοιπόρος και ο Περιπλανώμενος των Σούτσων, ο Λάμπρος του Σολωμού και ο Αλήπασας του Βαλαωρίτου... πάντων δε βυρωνικότατοι οι Άγνωστοι, οι Αλφρέδοι, οι Βρασίδαι, αι Ίδαι, αι Χριστίναι του Αχιλλέως Παράσχου”, σημείωνει ξανά ο Παλαμάς.
Φαίνεται πως έπρεπε να ξυπνήσουμε απ' αυτόν τον βυρωνικό λήθαργο για να αποτιμηθεί πιο σωστά και ο ίδιος ο Βύρων. Την αποκατάσταση αυτή την επιχειρεί ξανά ο Κωστής Παλαμάς και σε κριτικά του κείμενα και -κυριότατα- στον εξαίρετο λυρικό του λόγο για την εκατονταετηρίδα από τον θάνατο του βρεττανού μουσηγέτη. Αναρωτιέμαι εξάλλου ποιός θα ήταν καταλληλότερος από εκείνον που είπε “είμαι όχι με το αλλά με τα εγώ μου” να συλλάβει την προσωπικότητα του Βύρωνα σ' όλο τον αντιφατικό ψυχισμό της και το πολυδύναμο από αντιθετικές ροπές μεγαλείο της. Σατιριστής Αρχίλοχος και ρομαντικός Τυρταίος, σκωπτικός Δον Ζουάν και αμαρτωλός Γκιαούρης, ερωτόληπτος Μανφρέδος και εωσφορικός αντάρτης, τι ιάνεια, αληθινά, φυσιογνωμία ο Βύρων!
Σ’ εσέ του Αρχίλοχου η χολή και της Σαπφώς η φλόγα,
της βιβλικής σου χώρας ο οίστρος ο σαιξπηρικός,
άμοιαστης Μούσας βύζαξες τρικυμισμένης ρώγα,
στη γη μας ήρθες θεόσταλτος Τυρταίος ρομαντικός.
Πώς αλαλάζει το άσμα σου το κύκνειο και πώς κλαίει,
και νεκρολούλουδο και δάφνη φουντωτή μαζί.
Κι αν έπαψε τον έρωτα σ’ άλλες καρδιές να εμπνέει,
πώς με τον έρωτα η καρδιά σου όλο ποθεί να ζει!
Δαρτέ Μανφρέδε απ’ τον καημό της μυστικής σου Αστάρτης,
Αρόλδε από της Βενετιάς δεμένε το φιλί,
στη χλόη του Μάρτη Λαός ραγιάς, του Λόγου η βρύση, αντάρτης
ξυπνάει και σε καλεί.
Δον Ζουάν, κι οι σαϊτιές σου, Γκιαούρ, κι οι αμαρτωλοί σου βόγκοι
πολέμου σάλπιγγα, καριοφιλιού βροντολαλιά!
Της νέας Ελλάδας δέξου τον καρδιά στο Μισολόγγι
σκλάβο σου τον ασκλάβωτο της Λύρας Βασιλιά.
Δ) Τα εγκώμια μοιάζουν συχνά με έναν χιτώνα από λέξεις που σκεπάζει ένα φάντασμα. Χρειάζεται μια άλλη τέχνη πιο λεπτή, πιο υποβλητική για να ανακληθεί μια ανθρώπινη παρουσία βυθισμένη στο “χάσμα του καιρού”. Αυτή η τέχνη δεν έλειψε στον πολύτροπο Παλαμά. Βοηθημένος από την παιδική μνήμη, ο πρεσβύτης Παλαμάς καταφέρνει να ζωντανέψει τη μορφή του Βύρωνα. Στο Μεσολόγγι των παιδικών του χρόνων τον μύθο του Βύρωνα τον συντηρούσαν ακόμη οι τελευταίοι αυτόπτες μάρτυρες: ο βαρκάρης του, η ωραία κάποτε κόρη των Αθηνών, σεβάσμια πια δέσποινα παντρεμένη με τον εκεί βρεττανό πρόξενο και μια γριούλα που τον αντίκρυσε νέα κοπέλα, καβάλαρη, μεγαλόδωρο, ωραίο σαν άγγελο. Με τα δικά της λόγια και τη δική της εξαδανικευτική ματιά ανασταίνει ο Παλαμάς τον Βύρωνα στον Ξένο, το ωραιότερο ίσως ποίημα που γράφτηκε για αυτόν:
Και πέρασε απ' την πόρτα μου λεβέντης, καβαλάρης
και μ' είδε και ξεπέζεψε κι ορθός μπροστά μου εστάθη,
και τη ματιά στυλώνοντας μου φίλησε το χέρι
και μου είπε γλυκομιλητής: “Λίγο νερό, κυρά μου,
διψώ”. Από κείνη τη στιγμή, της μοίρας μου γραφτό ηταν,
ο ξένος ο διαβατικός, ο νιός ο καβαλάρης
του ύπνου μου ήταν όνειρο, του ξύπνου μου όραμα ήταν,
της πίστης έγινε είδωλο, του πόθου παραμύθι
και τα μαλλιά του ανέμιζαν γύρω απ' το μέτωπό του
και σαν χλωρά ανθοκλώναρα του αγγίζαν τα μηλίγγια,
ένα αλαφρό ταλάντεμα είχε η περπατησιά του
και τ' άσπρο χέρι το απαλό σφιχτό σαν ατσαλένιο
σα θά 'ζωνε τις αγκαλιές, καρδιές για να συντρίβη.
Των ουρανών στα μάτια του και διάπλατη η γαλήνη
μα κι η αστραπή της τρικυμιάς γοργοσβηστή μαζί τους.
Αντίκειο του το φέρσιμο για να λυγίζει θα ήταν
και τη γυναίκα που ήξερε και την αθώα παιδούλα.
........
Και το ποτήρι που νερό του πρόσφερα φυλάω
κρυφό από κείνη την αυγή σαν να ήταν τίμιο Ξύλο
στα χείλη του όπου τ' άγγιξε ν' αγγίζω τα δικά μου.
Α! το ποτήρι, που νερό τόδωκα κι ήπιε, πάρτε,
σα θα πεθάνω βάλτε το καντύλι μου να καίη,
να καίει και να σπιθοβολά στο μνήμα με το φως του,
μυστηριακό, αβασίλευτο, σα νά ηταν η ψυχή μου.
Από την ίδια μνήμη αντλεί κι ο Μαλακάσης και με την ίδια υποβλητική τέχνη ζωντανεύει κι αυτός τον Μπάιρον σε μια ισόκυρη, λυρική επίτευξη:
Κι εγώ που τότε σε δασά προγόνου στήθια μέσα,
νίοβγαλτου εκεί στους διαλεχτούς έσφυζα στάλα αιμάτου,
και σαν ιδέα κυμάτιζα μες στην πλατιά του ανέσα,
και στην αητένια του γοργη σπίθιζα αναβλεψιά του.
Ποιός ξέρει! σε ποιο στρόφιλο να πόντισα άξαφνα, όντας
άνοιξε η θύρα κι έτριξαν βαριά τα σκαλοπάτια
κι εστάθη στους αρματωλούς μπροστά χαμογελώντας
κι έδωκε αράδα το δεξί θωρώντας τους στα μάτια...
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, ξυλογραφία με τον λόρδο Βύρωνα, φιλοτεχνημένη από τον χαράκτη Τάσσο (1974).


