Το κάλλος είναι αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής λατρείας. Όλα λάμπουν στην Εκκλησία από μια ανείπωτη ομορφιά. Και η ομορφιά αυτή είναι πρωτίστως «συμβολική»- σ’ αυτό έχει επιμείνει πολύ ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν στα υπέροχα βιβλία του (παραπέμπουμε στη μελέτη μας «Η λυρική θεολογία του Πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν», που φιλοξενείται στο Αντίφωνο). Στο παρόν άρθρο θα ήθελα να μιλήσω λίγο περισσότερο για την θεολογική θεμελίωση αυτής της ομορφιάς, αξιοποιώντας δεδομένα τόσο της πατερικής, όσο και της σύγχρονης θεολογίας- όταν φυσικά η δεύτερη εδραιώνεται στην πρώτη.
Λοιπόν, βάση της περί κάλλους θεολογίας της Εκκλησίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μαζί φυσικά με τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Θα σταθούμε περισσότερο στον πρώτο, καθώς μάλιστα σχολίασε και τον δεύτερο. Ο άγιος Μάξιμος λοιπόν κάνει λόγο για την διάκριση «αισθητών» και «νοητών» (Νικ. Ματσούκα, «Κόσμος, Άνθρωπος, Κοινωνία κατά τον Μάξιμο Ομολογητή», Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1980, σ. 27-82). «Αισθητά» (ενίοτε και «ορατά») είναι αυτά τα οποία μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας, και πιο συγκεκριμένα μέσα στην Εκκλησία όλος ο «εξωτερικός» διάκοσμος της λατρείας, ενώ «νοητά» λέγονται αυτά που συλλαμβάνει ο ανθρώπινος «νους» και «λόγος», οι σκέψεις και οι διαλογισμοί, τα συναισθήματα κ.λπ. Υπάρχει γενικότερα εντός της δημιουργίας ο κόσμος των «αισθητών», τα άστρα και οι γαλαξίες, η αδρανής ύλη της γης (πέτρες κ.λπ.), τα φυτά, το σώμα των ζώων αλλά και των ανθρώπων κ.λπ. Και υπάρχουν επίσης τα «νοητά», ο απέραντος κόσμος της ανθρώπινης -και όχι μόνο- λογικότητας και αισθητικότητας. Ωστόσο, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύει προπαντός η Αναλυτική φιλοσοφία (η οποία θεωρεί ότι υπάρχει μια περίπου τυχαία διασύνδεση και συμπλοκή αυτών των δύο πραγματικοτήτων, ότι δηλαδή ο νοητός κόσμος, το λεγόμενο «mental» είναι προϊόν μιας τυχαιότητας και τα αισθητά, «sensible», προϊόν μιας άλλης τυχαιότητας, που διασυνδέονται μεταξύ τους διά του ανθρώπου άδηλο πώς), υπάρχει και η θέση της βυζαντινής θεολογίας, και προπαντός του αγίου Μαξίμου, ότι αισθητά και νοητά έχουν μια στενότατη και βαθιά μεταξύ τους σχέση∙ πιο συγκεκριμένα υπάρχει κτιστή ενότητα αισθητών και νοητών, βαθύτατη μεταξύ τους συνοχή και συγγένεια, συνεκτικότητα. Και ο λόγος είναι ότι αυτά τα δυο εξαρτώνται στην πραγματικότητα από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος τα έφερε στην ύπαρξη- ολόκληρη η κτιστή ενότητα αισθητών και νοητών είναι εξαρτημένη από την ενότητα αυτών με τον άκτιστο Θεό. Ο Θεός δημιούργησε και τα δύο, οπότε και τα δύο «αναγγέλλουν», τρόπον τινά, την δόξα του Θεού (ό.π. σ. 75). Εξαιτίας της σχέσεως κτιστής και άκτιστης πραγματικότητας, η γνώση των φυσικών δεδομένων δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς τη γνώση των νοητών. Μπορούμε να παρομοιάσουμε την κτίση με έναν πίνακα και τον Κτίστη ως τον ζωγράφο. Δίχως να ξέρουμε τι σκεπτόταν και τι ήθελε να πει ο ζωγράφος δεν μπορούμε να περάσουμε πέρα από την «ύλη» του πίνακα, δηλ. τις μπογιές και τα ξύλα.
Όταν λέμε «νοητά» ωστόσο, κατά τον άγιο Μάξιμο, θα πρέπει να αναφερθούμε και σε κάτι που έχει σχολιασθεί και συζητηθεί πολύ από τους ειδικούς∙ πρόκειται για έναν δύσκολο όρο, τους λεγόμενους «λόγους των όντων», οι οποίοι και πρωτοαναφέρονται από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Τι είναι αυτοί οι «λόγοι των όντων», οι οποίοι μάλιστα θεωρούνται και άκτιστοι; Πρόκειται λοιπόν (ό.π. σελ. 82-92) για την δημιουργική θέληση του Θεού για όλη την κτίση και κάθε ον ξεχωριστά. Θα λέγαμε, περίπου, ότι ο «λόγος ενός φυτού» είναι να κηρύττεται -εδώ μιλάμε κάπως πρόχειρα και όχι αυστηρά επιστημονικά- και να δοξάζεται ο Θεός μέσω των ανθέων του ή ο «λόγος ενός αηδονιού» να μεγαλύνεται ο Θεός μέσα από τη μελωδικότητα της φωνής του. Μεταξύ λοιπόν των «λόγων των όντων» και της δημιουργικής βουλήσεως του Θεού υπάρχει συνεκτική και οργανική σχέση (ό.π.σ 83), πράγμα που θα πει ότι η εσωτερική δομή και συγκρότηση κάθε όντος είναι σύστοιχη προς το περιεχόμενο του προαιωνίου θελήματος του τριαδικού Θεού για αυτό. Όλη η δημιουργία είναι κάτι το βαθιά ενιαίο, και δεν υπάρχει τίποτε που να διαφεύγει από αυτή την ενότητα. Στο βιβλίο του «Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος», για να κάνουμε μια παρένθεση, ο π. Χρυσόστομος Διονυσιάτης μας πληροφορεί ότι μια εικόνα αυτής της πραγματικότητας βρίσκουμε και στη σημερινή επιστήμη, και δη την Φυσική, η οποία προσπαθεί να προχωρήσει στην «ενοποίηση των τεσσάρων θεμελιωδών δυνάμεων της φύσεως (βαρυτικής, ηλεκτρομαγνητικής, ισχυράς πυρηνικής και ασθενούς πυρηνικής). Η ενοποίηση αυτή είναι πρωτεύων στόχος της θεωρητικής Φυσικής και αποσκοπεί στο να ερμηνεύσει τα φυσικά γεγονότα μέσω μιας μόνο δυνάμεως – ακόμη και η επιστήμη διψά για αυτήν την ενότητα (π. Χρυσοστόμου Διονυσιάτου, Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος, Εκδ. Ι.Μ. Διονυσίου, Άγιον Όρος 1998, σ. 179-171). Η ενοποίηση αυτή τελεσιουργείται και στην θεία Λατρεία (εκεί ο διασπασμένος από τις αυτονομημένες επιθυμίες και τους λογισμούς άνθρωπος ενοποιείται ψυχικά. Και η «ενοποίηση» αυτή, στην θεία λατρεία γίνεται μέσω του λόγου της «ένθεης Αγάπης», της Αγάπης δηλαδή η οποία ξεπερνά την ανθρώπινη ψυχική και είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος. Η αγάπη αυτή «ουδέποτε εκπίπτει».
*************
Αν είναι έτσι, και αν όντως αισθητά και νοητά συστοιχούν και συναπαρτίζουν μια ενότητα, καθώς είναι και τα δύο έργα του Κτίστη, τότε θα πρέπει να μελετήσουμε λίγο περισσότερο την μεταξύ τους σχέση – και αυτό σχετίζεται με την θεία Λατρεία. Λοιπόν, τα νοητά είναι ανώτερα των αισθητών καθώς αυτά εικονίζουν τον Δημιουργό, ενώ τα αισθητά εμπεριέχουν τους «λόγους» του νοερού κόσμου με τους λεγόμενους «τύπους» - και καλό θα ήταν να μιλήσουμε σχετικά, εφόσον η θεία λατρεία είναι γεμάτη από τύπους.
Το εντυπωσιακό -για να μην νομίσουμε ότι αυτά αφορούν μόνο την θεία Λατρεία- είναι ότι υπάρχουν «εικόνες των λόγων» και «τύποι» στην σύγχρονη επιστήμη και θα δώσουμε μερικά παραδείγματα. Λοιπόν, λέγει ο π. Χρυσόστομος ότι «οι κοσμολογικές γνώσεις για την διαμόρφωση των άστρων από την αρχέγονη έμπυρη μάζα του σύμπαντος, μπορούν να οδηγούν σε διαπιστώσεις όπως: ‘τα άτομα που συνθέτουν το σώμα μας, το βιβλίο αυτό, το έδαφος που πατάμε, ο αέρας που αναπνέουμε, όλα έχουν παραχθεί σε κάποιο αστρικό καμίνι’ (άποψη του φυσικού Gribbin). Από την άλλη πλευρά, έχοντας κατά νουν τον κανόνα ότι οι λόγοι του νοερού κόσμου βρίσκονται στον ορατό με τους τύπους, μπορούμε να θεωρήσουμε το συμπαντικό γίγνεσθαι της άμορφης πρωτογενούς μάζας προς σχηματισμό άστρων, πλανητικών συστημάτων και γαλαξιών, ως τύπο για τις ψυχικές εξελίξεις: δηλαδή την διαμόρφωση της καθολικής ψυχικής ενέργειας σε συστήματα λογισμών, με τους απλούστερους στον πυρήνα και τους συνθετότερους στην περιφέρεια να συγκροτούν συγκεκριμένα μορφώματα σκέψεων, τα οποία, όπως οι γαλαξίες, βρίσκονται σε μία συνεχή κίνηση και ποιοτική αλλαγή σε όλη την έγχρονη εξέλιξη του ανθρώπου» (π. Χρυσόστομος…, σ. 168-9). Θα είχε νόημα εδώ να πούμε ότι αυτός ο παραλληλισμός μεταξύ των αστρικών συστημάτων και της ψυχής δεν είναι μια απλή «μεταφορά»- αλλά κάτι που θεμελιώνεται στην ιεραρχία των λόγων των όντων, όπως τα περιγράψαμε πριν. Αν υπάρχει λοιπόν «μεταφορά», είναι γιατί αυτή έχει το οντολογικό της θεμέλιο: τα ορατά είναι «τύπος» των νοητών. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: «και δημιουργήθηκε όλο αυτό το πελώριο συμπαντικό και αστρικό σύστημα μόνο και μόνο για να εικονίζει την ανθρώπινη ψυχή;». Η απάντηση είναι απερίφραστα «ναι» (ας θυμηθούμε και την λεγόμενη «ανθρωπική αρχή» στην Φυσική), καθότι ο ανθρώπινος ψυχικός κόσμος είναι στην πραγματικότητα αβυσσαλέος και αχανής- ο άνθρωπος, για να θυμηθούμε τον Άγιο Δημήτριο Στανιλοάε έχει το κατά χάριν «άπειρο». Και τι εντυπωσιακό να σκεφθεί κανείς ότι υπάρχει μια τέτοια βαθιά ενότητα ορατών και ψυχικών πραγματικοτήτων.
Ένας δεύτερος τέτοιος «τύπος» είναι ο εξής: «Η Φυσική Επιστήμη έχει να προσφέρει πολλούς τύπους-σύμβολα αναφορικά με την έλλογη υφή των κτιστών καθώς και την μεταξύ τους σχέση. Για τους σύγχρονους φυσικούς, ‘τα όντα θεωρούνται ως πραγματοποιούμενη πληροφορία, ως υλοποιημένος ή υλοποιούμενος λόγος’ (άποψη του φυσικού Γ. Παύλου). Βέβαια πρόκειται για κτιστό λόγο-πληροφορία, σχετικό με τις παραμέτρους που διέπουν την δομή της ύλης. Στο αόρατο βάθος του υλικού κόσμου κανένα φαινόμενο δεν μπορεί να εξετασθεί μεμονωμένα, καθώς όλα αποτελούν ένα πλέγμα δικτυωτών συμβάντων με αλληλοεπηρεαζόμενη συμπεριφορά (άποψη του φυσικού Capra).
» Με το πολυσυζητημένο πείραμα E.P.R. και το θεώρημα του Bell επιβεβαιώθηκε η εσωτερική αλληλεξάρτηση ακόμη και των υποατομικών σωματιδίων, ανεξάρτητα από την απόσταση που τα διαχωρίζει. Έτσι η διαμάχη Αϊνστάιν – Μπορ έλαβε τέλος και η τοπική –ασύμβατη με την κλασική φυσική διασύνδεση ολόκληρης της φύσεως εδραιώθηκε. Η ενοποιήσιμη δυναμική των διαιρέσεων του σύμπαντος αντανακλάται ακριβώς σε αυτήν την ενότητα όλης της συμπαντικής ύλης, για την οποία ο W. Heisenberg αποφθέγγεται ρητά: ‘είμαστε μέρη εξαρτώμενα από την φύση και ταυτόχρονα ως άνθρωποι κάνουμε την φύση αντικείμενο της σκέψεως και των πράξεών μας’» (ό.π. σ.170-1). Με άλλα λόγια αυτή η αποδεδειγμένη πια από την Φυσική αλληλεξάρτηση των στοιχείων της φύσεως, όσο μακριά και αν βρίσκονται μεταξύ τους, είναι «τύπος» της νοητής ενότητας όλης της Φύσεως χάρη στον Δημιουργό, που ναι μεν δίνει στο εκάστοτε επιμέρους ον το δικό του «λόγο», αλλά φροντίζει να υπάρχει και μια αλληλεξάρτηση αυτών των λόγων μεταξύ τους και επίσης, όπως είπαμε, μια ιεραρχία- όλα στο βάθος υποτάσσονται και υπακούουν στον ένα Λόγο, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Τέλος, για να δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα «τύπου», η σύγχρονη Κοσμολογία κάνει λόγο για την «θεωρία της μεγάλης εκρήξεως», που βασίσθηκε στον νόμο του Hubble, ήδη από το 1929, και επιβεβαιώθηκε από της ανακάλυψη της μικροκυματικής κοσμικής «ακτινοβολίας του βάθους» το 1965. Η θεωρία της μεγάλης έκρηξης λοιπόν αποτελεί μια έλλογη εκδοχή της εκτός τόπου και χρόνου δημιουργικής επεμβάσεως του Θεού στον κόσμο, που λαμβάνει υλική, έντοπη και έγχρονη υπόσταση από την στιγμή αυτή. Η Επιστήμη δεν μπορεί να αποδείξει τον Θεό, γιατί οι υπερνοητοί λόγοι των όντων και ο Έσχατος Λόγος της Τριαδικής Αγάπης και Αναίτιας Οδύνης βρίσκονται πολύ πάνω από ό,τι υπάρχει μέσα στο σύμπαν∙ ωστόσο, τρόπον τινά, η θεωρία της μεγάλης έκρηξης αποτελεί «τύπο» για την λεγόμενη ex nihilo δημιουργική πράξη του ίδιου του Θεού, που υπερβαίνει τα πάντα. Από την μεγάλη έκρηξη απορρέει άμεσα και η θεωρία της «ανθρωπικής αρχής», διατυπωμένης από σημαντική μερίδα αστρονόμων. Αυτή αποτελεί, έστω έως ένα βαθμό, μία παράλληλη προσεγγιστική εικόνα της δημιουργικής ιδέας του Θεού, ο οποίος έπλασε τον κόσμο για να θέσει σε αυτόν τον άνθρωπο βασιλέα του» (ό.π. σ. 168). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η λεγόμενη «ανθρωπική αρχή» αποτελεί τύπο της βασιλικής θέσης του ανθρώπου εντός του σύμπαντος. Ας μην ξεχνάμε ότι σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, εκτός από την καθαυτό θεία Λατρεία, υπάρχει και γενικότερα μια «κοσμική» Λειτουργία.
Μπορούμε να δώσουμε και έναν παραλληλισμό μεταξύ αυτών των δύο Λειτουργιών. Ένας ορθόδοξος ναός λοιπόν έχει στην πραγματικότητα «κοσμικές» διαστάσεις. Η ομορφιά του είναι απαράμιλλη, καθώς το όλο οικοδόμημα προτυπώνεται με την αχανή αστρική διάταξη και ευταξία, η εικόνα του Εσταυρωμένου Σωτήρος προτυπώνεται από τον Ήλιο –ας σκεφθούμε τον «λόγο» του Ήλιου- και αυτή της Πανάχραντης Μητέρας του Θεού από την Σελήνη, που έχει και αυτή τον δικό της «λόγο». Τα άστρα προτυπώνουν τους Αγίους. Αυτοί, ως φίλοι του Νυμφίου και τελείου Ανθρώπου Ιησού βασιλεύουν με τα υπέροχα ελαφρά θλιμμένα και μελαγχολικά πρόσωπα της Βυζαντινής Τέχνης επί του σύμπαντος κόσμου. Οι μεγάλες πομπές της Μικράς και της Μεγάλης Εισόδου της Ευχαριστίας είναι πραγματοποίηση των «τύπων» της τελικής κινήσεως των αστρικών συστημάτων προς τον τελικό τους σκοπό, τον Δημιουργό Τους, ενώ τέλος, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος αποτελεί, κατά τον ιερό Μάξιμο, «εικόνα» της θεϊκής φύσης του Λόγου. Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα έχει οικοδομηθεί και το αριστούργημα του αγίου Μαξίμου «Μυσταγωγία», που συσχετίζει ναό και Λειτουργία με τις κοσμικές πραγματικότητες.
***********
Ένα άλλο στοιχείο, συγγενές με τους «τύπους» που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, είναι η ύπαρξη της Αλληγορίας, που καθίσταται δυνατή καθώς τα νοητά εικονίζουν τον Άχρονο Λόγο της Θείας Αγάπης και Αναίτιας Οδύνης, ενώ, όπως είπαμε, τα αισθητά εικονίζουν τα νοητά. Η ύπαρξη των «τύπων» και της αλληγορίας είναι πολύ συνηθισμένη πρωτίστως στην Βίβλο – οπότε και «δένεται» ολόκληρη η Ιστορία της Σωτηρίας με ακατάλυτους δεσμούς που συνδέουν τον «λόγο» της Παλαιάς με αυτόν της Καινής Διαθήκης. Για παράδειγμα, είναι γνωστές οι πάμπολλες προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Παλαιά Διαθήκη. Ας αναφέρουμε μερικές: λοιπόν, η Θεοτόκος προτυπώνεται από την Εδέμ, τον Παράδεισο, καθώς στους κόλπους Της κατοικεί ο Θεός. Επίσης, από την καιομένη και μη καταφλεγομένη βάτο, την οποία είδε ο Μωυσής στο όρος Χωρήβ, καθώς γέννησε τον ίδιο τον Θεό αλλά παρέμεινε παρθένος. Εικονίζεται επίσης από τις πλάκες του Δεκαλόγου, καθώς η Παναγία είναι ο πνευματικός τόμος πάνω στον οποίο καταγράφηκε το πρόσωπο και το έργο του Χριστού. Την προτυπώνουν ακόμη η ολόφωτη νεφέλη και ο πύρινος στύλος της Εξόδου, η Κιβωτός του Νώε, η σκηνή του Πατριάρχου Αβραάμ, η Κλίμαξ του Ιακώβ, η χρυσή στάμνα που περιείχε το μάννα, η επτάφωτη λυχνία που έκαιγε στη σκηνή του μαρτυρίου, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε κ.λπ. Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι όλα αυτά είναι εξεζητημένα ή τυχαία παραδείγματα που σκέφθηκε ο νους των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά δεν πρόκειται καθόλου για κάτι τέτοιο.
Ως ανάπτυγμα λοιπόν των «τύπων» έχουμε τις Αλληγορίες, που αφθονούν, όπως είπαμε, στην Αγία Γραφή. Για παράδειγμα, κλασικό παράδειγμα αλληγορίας αποτελούν οι παραβολές του Θεανθρώπου, όπως π.χ. αυτή του Σπορέα. Σπορέας είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, σπόρος ο λόγος του Θεού, η γη η αγαθή όσοι έχουν καρδιά έτοιμη να δεχθεί και να συμμορφωθεί προς το θέλημα του Θεού, άκανθες οι μέριμνες του βίου κ.λπ. Το πιο υπέροχο παράδειγμα «αλληγορίας», κατά τους Πατέρες, είναι η παραβολή του Ασώτου Υιού, η οποία, αν σωζόταν έστω μόνη αυτή από όλη την Αγία Γραφή, θα έφθανε για να μαρτυρήσει την Θεότητα του Σωτήρας Χριστού. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα αλληγορίας, όπως π.χ. το όραμα του δράκοντα και της γυναίκας στην Αποκάλυψη (ιβ, 1-6), η ιστορία των αετών και του αμπελιού (Ιεζεκιήλ 17), ο θεσμός του γάμου που κατά τον Απόστολο Παύλο είναι σύμβολο της σχέσης μεταξύ του Χριστού και της Εκκλησίας (Εφ. 5, 31-2) ή ακόμη η ιστορία του Αβραάμ, της Άγαρ και της Σάρρας (Γαλ. 4, 22-26). Ας μείνουμε λίγο σε αυτήν την τελευταία. Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι ο Αβραάμ είχε δύο γιους, έναν από την δούλη του, την Άγαρ, και έναν από την ελεύθερη, την Σάρρα. Ωστόσο, όπως λέγει ο μέγας Απόστολος, ο μεν πρώτος γεννήθηκε απλώς κατά τους βιολογικούς νόμους της σάρκας, ενώ ο γιος της Σάρρας γεννήθηκε σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ. Αυτά, λέγει ο Παύλος, είναι «αλληγορούμενα», καθώς οι δύο γυναίκες εικονίζουν τις δύο Διαθήκες: η μεν πρώτη εικονίζει το όρος Σινά, καθώς η πρώτη, η Άγαρ, γεννά τα παιδιά της στην δουλεία του Νόμου, ενώ η δεύτερη, η Σάρρα, εικονίζει την Καινή Διαθήκη, την έλευση της επουράνιας Ιερουσαλήμ, που ήρθε στη γη με την γέννηση του Θεανθρώπου.
Θα αναφερθούμε τέλος και σε εκφράσεις που δεν είναι πια «τύποι»- αλλά θα τις πούμε εκκλησιαστικές λογοτεχνικές «μεταφορές». Η θεία λατρεία είναι γεμάτη από αυτές. Θα ξαναδούμε πράγματα που σχετίζονται με την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία, στον αριστουργηματικό Ακάθιστο Ύμνο ονομάζεται «πύλη», «θησαυρός», «αστήρ», «καθέδρα», «γέφυρα», «γεννήσασα το φως», «κλήμα», «άρουρα», «τράπεζα» κ.λπ. Θυμάμαι μια συνάντηση που είχα στο Άγιον Όρος με κάποιον ερημίτη, που αφορούσε το ότι ο ποιητής αποκαλεί την Παναγία μεταξύ άλλων «κογχύλη». Ο ερημίτης επέμενε ότι δεν επρόκειτο καν για «μεταφορά», αλλά δίδασκε ότι η Παναγία είναι πραγματικά «κογχύλη». Πράγματι, υπάρχει τέτοια σχέση ανάμεσα στα αισθητά και τα νοητά, που κάνει δυνατή, για να το πούμε έτσι την εκκλησιαστική «λογοτεχνική» γλώσσα. Ώστε όντως, και κατά την ιεραρχία των «λόγων», η Παναγία είναι αληθώς όλα όσα λέγει ο Ακάθιστος ύμνος. Και θυμήθηκα τον Μέγα Βασίλειο, που λέγει ότι η λέξη «Πατέρας» κυριολεκτείται μόνο για τον Θεό Πατέρα, ενώ όταν ο όρος χρησιμοποιείται για ανθρώπους, έχουμε να κάνουμε με μεταφορά.
****************
Σταματάμε εδώ αυτή την προσπάθεια θεολογικής τεκμηρίωσης της λυρικής Θεολογίας, ενός π.χ. π. Αλ. Σμέμαν. Ανάλογα μπορούν να ειπωθούν και για το έργο του π. Βασιλείου Ιβηρίτη (Γοντικάκη), και το περίφημο έργο του «Εισοδικόν». Ευελπιστούμε να συνεχίσουμε την μελέτη μας.


