Για το μέλλον της Ευρώπης 

0
1275

Αρκετοί στρατιωτικοί αναλυτές αλλά και ορισμένοι υπουργοί Άμυνας των ευρωπαϊκών χωρών άλλαξαν πρόσφατα τις προβλέψεις τους για την κατάληξη του πολέμου στην Ουκρανία. Μέχρι την αποτυχία της ουκρανικής αντεπίθεσης, πολλοί στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ισχυρίζονταν ότι η Ουκρανία θα νικήσει και θα επανακτήσει τα προσαρτημένα από την Ρωσία εδάφη της και ότι το καθεστώς του Πούτιν θα καταρρεύσει. Σήμερα το αφήγημα έχει αλλάξει. Θεωρείται βέβαιο ότι, μετά την επικείμενη ήττα της Ουκρανίας, η Ρωσία θα εισβάλει σε κάποια νατοϊκή χώρα. Η Ευρώπη πρέπει να προετοιμασθεί από τώρα γι’ αυτό το ενδεχόμενο και να επανεξοπλιστεί δραστικά λένε πολλοί. 

Πόσο βάσιμο είναι, όμως, το σενάριο μιας ρωσικής εισβολής σε νατοϊκή χώρα; Η Ρωσία, έχοντας πικρή πείρα από το δυσβάστακτο οικονομικό κόστος που επωμίσθηκε για να συντηρεί τους δορυφόρους της στην διάρκεια του ψυχρού πολέμου, κάθε άλλο παρά ονειρεύεται εισβολές σε νατοϊκές χώρες. Ούτε καν την υπόλοιπη Ουκρανία, πέραν των ενσωματωμένων ήδη ρωσόφωνων ανατολικών επαρχιών, δεν θέλει να προσαρτήσει .Η οικονομική αιμορραγία στην οποία θα υποχρεώνονταν για να καλύψει την ουκρανική «μαύρη τρύπα» θα ήταν ιδιαίτερα εξαντλητική. 

Με την στρατιωτική της επιχείρηση στην Ουκρανία η Ρωσία ήθελε κατά κύριο λόγο να προστατεύσει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς από τις επιθετικές ενέργειες του Κίεβου, που χρονολογούνταν από το 2014. Στόχος της Ρωσίας στη Ουκρανία είναι επιπλέον να διασφαλίσει την ουδετερότητα αυτής της χώρας καθώς και να οικοδομήσει από κοινού με την Ευρώπη μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην γηραιά ήπειρο που θα σέβεται τις εκατέρωθεν ανησυχίες και φόβους. 

Αν έτσι έχουν τα πράγματα και οι προβλέψεις για ρωσικές επιθετικές ενέργειες είναι αβάσιμες, τότε γιατί επινοούνται τέτοιου είδους απειλές; Η κατασκευή απειλών και εχθρών εξυπηρέτησε πάντοτε στην διάρκεια της ιστορίας την ενίσχυση της διασαλευμένης κοινωνικής συνοχής. Η εχθροπάθεια βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικού αναβρασμού και πολιτικής πόλωσης. 

Το πανευρωπαϊκό αγροτικό κίνημα ενάντια στην, συνδεόμενη με τους τρέχοντες πολέμους, άνοδο του κόστους παραγωγής μαζί με την ενίσχυση της ακροδεξιάς και την ευθραυστότητα πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, συνθέτουν το τοπίο που ερμηνεύει την επεξεργασία σεναρίων  περί επικείμενων νέων επιθετικών ενεργειών της «ρωσικής αρκούδας». Τα τύμπανα ενός δήθεν ευρύτερου πολέμου ηχούν για να κατασιγάσουν την κοινωνική αναταραχή που τα αίτια της σχετίζονται με τους εν εξελίξει πραγματικούς πολέμους στην Ουκρανία και στην Γάζα. 

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για μια απευθείας σύγκρουση Ρωσίας και ΝΑΤΟ, με ευθύνη της Ρωσίας τουλάχιστον. Πρέπει να ανησυχούμε όμως για πολλά που αφορούν την Ευρώπη και το μέλλον της, όταν μάλιστα κατά τους ιθύνοντες  η Ευρωπαϊκή Ένωση για να ανταποκριθεί στην ανάγκη ένταξης νέων μελών πρέπει να εγκαταλείψει τον κανόνα της ομοφωνίας στην λήψη των αποφάσεων. 

Η «φιλολογία» για εξάπλωση του πολέμου και για την ανάγκη επανεξοπλισμού της Ευρώπης μαζί με την πρόθεση της κατάργησης του βέτο στην λήψη των αποφάσεων αποτελούν εν τέλει φυγή προς τα εμπρός με στόχο την συγκάλυψη βαθυτέρων προβλημάτων που αφορούν το μέλλον και τις τύχες της Ευρώπης. Η επίκληση του ρωσικού κινδύνου ιδιαίτερα δεν αποσκοπεί απλώς και μόνον στην κατασίγαση της κοινωνικής αναταραχής. 

Η Ευρώπη σήμερα έχει καταστεί αντικείμενο της ιστορίας. Δεν διαθέτει αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Είναι  ένας εμπορικός βραχίονας του ΝΑΤΟ. Αιτία αυτών των καταστάσεων είναι διεργασίες βάθους που απαίτησαν χρόνο για να ολοκληρωθούν. Γίνεται λόγος για την έκλειψη της εθνικής συνείδησης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Για την αντικατάσταση του πατριωτισμού από τον ηδονοχαρή μηδενισμό του καταναλωτισμού.Η έλλειψη πολιτικών αναστημάτων ανάλογων του Ντεγκώλ και του Βίλλυ Μπραντ δεν είναι καθόλου τυχαία. 

Δεν ήταν όντως τα πράγματα πάντοτε έτσι. Στα πρώτα βήματα της ενοποίησης της η Ευρώπη κατευθύνονταν από τον γαλλογερμανικό άξονα και διατηρούσε κάποιους βαθμούς αυτονομίας. Μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/2008 η Γερμανία απέκτησε σημαντικό προβάδισμα έναντι της σοσιαλίζουσας Γαλλίας. Η Γερμανία εμφανίσθηκε τότε να υπερασπίζεται την εύθραυστη νομισματική ένωση και το ευρώ, επιβάλλοντας εξουθενωτική λιτότητα στις υπερχρεωμένες χώρες. Στη συνέχεια, με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η πρωτοβουλία των κινήσεων πέρασε από το Βερολίνο και το Παρίσι στον άξονα Λονδίνου-Βαρσοβίας-Κιέβου, πράγμα που επισημοποίησε το τέλος της Ευρώπης ως αυτόνομης οντότητας. 

Για να επανακτήσει την αυτονομία της η Ευρώπη θα πρέπει να απαλλαγεί από τον ατλαντισμό της. Να βρει έναν τρόπο να συνυπάρξει  με την Ρωσία, να μην διαρρήξει τις σχέσεις της με την Κίνα με ατυχείς περιορισμούς στο εμπόριο και στις επενδύσεις και να πλησιάσει με εποικοδομητικές πολιτικές τον Παγκόσμιο Νότο. Το εγχείρημα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Θα πρέπει να συνδυασθεί με την αναπλήρωση του πνευματικού και ηθικού κενού που χαρακτηρίζει την κοινωνική ζωή των ευρωπαϊκών κρατών. Δεν φθάνουν μόνον οι κινητοποιήσεις για εύλογες οικονομικές διεκδικήσεις. Ούτε η εστίαση σε μονομερείς θεματικές. Της Αριστεράς, δηλαδή, στην κλιματική αλλαγή και της ακροδεξιάς στις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές. Ο αυτόνομος γεωπολιτικός προσανατολισμός της Ευρώπης και η πνευματική και ηθική της αναγέννηση είναι το κύριο ζητούμενο.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα ("Η απαγωγή της Ευρώπης", 1910) είναι έργο του, ρώσου, Βαλεντίν Αλεξάντροβιτς Σερώφ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ