Το Φιλόπονο Θαυμάζειν και η Κινητροποιός Ισχύς του Προσωπικού Λόγου

0
774

Τίθεται από πολλούς το αρνητικού προσήμου ζήτημα της σύγχρονης νοο- και βιο-τροπίας να αποφεύγει την φιλοπονία, να ζει φυγόπονα.
Αρχή φιλοσοφίας το θαυμάζειν, κατά Πλάτωνα κι Αριστοτέλη (Θεαίτητος/155d, Μέτα τα Φυσικά/Α,982b). Τότε μόνο πιστοποιείται το ότι «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει» (ό.π.,980a). Αν υπάρχει ένα θεμελιώδες ατόπημα στη σύγχρονη εκπαίδευση, είναι ότι ένας αθέλητος τεχνητός κόπος προηγείται του φυσικού διεγερτικού θαυμασμού που οδηγεί, στη συνέχεια, στη φυσική θέληση για άσκηση και κατάκτηση ενός αντικειμένου γνωστικού, έως και μίας εξολοκλήρου άλλης βιοτής.
Για να εκκινήσει μία διαθεσιμότητα ηθελημένου κόπου, ο άνθρωπος, δεν έχει παρά να εκτεθεί στον ζήλο κάποιου άλλου (ή άλλων) επί μίας δραστηριότητάς του και (ή) των αποτελεσμάτων της. Αυτή η πυρφόρος κατάσταση του ζήλου μεταδίδεται. Όπως λέει και ο Burke (Περί του Υψηλού και του Ωραίου), «είναι αδύνατον να μεταδώσεις μόνο το περιεχόμενο ενός θέματος για το οποίο μιλάς, κι όχι την επίδραση που αυτό σου ασκεί» (το δεύτερο είναι καταλυτικότερο). Οι σοβαροί παιδαγωγοί, επίσης, γνωρίζουν καλά πως αυτά που οι γονείς προτείνουν στα παιδιά τους είναι τελείως ανίσχυρα να τα επηρεάσουν, σε αντίθεση με αυτά που οι ίδιοι πράττουν και πιστεύουν, που θα είναι τα βασικά εφόδια κι εμπόδια, με τα οποία οι νέοι θα παλέψουν στη ζωή. Αιώνες συζητήσεων, αιώνες νουθεσίας, αιώνες συνεδρίες με τον Ψ, για να συγχωρεθούν όλα αυτά μέσα τους, για να ξεπεράσουν το τραύμα και την αντιδραστικότητα που φυσικά το συνοδεύει ως αμυντικός μηχανισμός της προσωπικότητας. Κι αν ξεπεραστούν με τον Ψ, να το κοινοποιήσουν να το μάθουμε και οι άλλοι…
Θα παρατηρήσουμε πως ακόμα και στο επίπεδο της - ευτελούς κατά πολλούς - τυπικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ένας καθηγητής μπορεί να εμπνέει, μέσω της αγάπης του για το αντικείμενό του, μαθητές, οι οποίοι ίσως δεν είχαν (ή δεν είχαν επίγνωση ότι δεν είχαν, ή ότι είχαν) την κλίση προς το αντικείμενο που τους διδάσκει.
Πιο εύκολα, βλέπουμε, π.χ., ένα παιδί να το ξεσηκώνει μία ταινία (όπου τελειώνει και το παιδί αρχίζει και κάνει «καράτε» στον αέρα), μία μουσική, ένα ποδήλατο, μία παρέα που παίζει μπάλα, η θάλασσα κ.ο.κ. Αυτό γιατί παρατηρεί ανθρώπους που περνάνε καλά με την ασχολία τους. Και ποιος δε θέλει να περάσει καλά κι ο ίδιος; Και ποιος θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό, είτε σε ένα πλαίσιο υποχρεωτισμού, είτε σε ένα πλαίσιο άνευ κόπου κι άνευ ενός αντικειμένου ενδιαφέροντος; Πόσες φορές ματώσαμε να μάθουμε ποδήλατο! Πόσες φορές θα απορρίπταμε το ποδήλατο, αν κάποιος μας μάτωνε για να μάθουμε ποδηλασία με το ζόρι!
Ο θαυμασμος, λοιπόν, πυροδοτεί μια θέληση για μίμηση, η οποία απαιτεί, πάντα και για πάντα τα πιθανά εγχειρήματα, μία μετά κόπου σπουδή. Ο άνθρωπος που βρέθηκε, μέσω θαυμασμού, στην διαθεσιμότητα να κοπιάσει και φθάσει σ' ένα ανάλογο αποτέλεσμα αυτού που παρατηρεί, έχει καταργήσει τη φυγοπονία (συνειδητά ή ασυνείδητα) ως πιθανότητα, ως λογική, ως χρήσιμη για το άνοιγμα που επιχειρεί. Κανείς δε θέλησε να βρει ένα τρόπο να βαλει γκολ καθήμενος στον πάγκο, κι αν θέλετε να γίνουμε ακόμα γραφικότεροι, η πιο σύνηθης αίτηση στο γήπεδο ήταν η «πάσα ρε!».
*
Φθάνοντας εδώ, σκέφτομαι το εξής, που αφορά στα της πνευματικής παραδόσεως του Ελληνισμού και της επικοινωνίας της εκ μέρους τυπικών ή άτυπων (αυτόκλητων) αρμοδίων. Βάσει ποσοστού «φίλων» της εκκλησίας, θα έλεγες πως αποτυγχάνει να επικοινωνήσει τον πολιτισμό της. Κι αυτό γιατί μένει στον πνευματικό λόγο, κάτι που δεν είναι απαραίτητα κάτι που συγκλόνισε το κήρυκα τον ίδιο, πρωτίστως και προσωπικά, και, κατ' επέκταση, ασυγκλόνιστοι μένουν και οι υποδοχείς των άζωων πληροφοριών του. Δε θα 'πρεπε να είναι συναρπαστικός ο Θεός (για κάθε ηλικία);
Σημαντικό δεν είναι το πνευματικό περιεχόμενο των λόγων μας καθαυτό, αλλά το πνευματικά επιδραστικό. Το τελευταίο δεν προκύπτει μέσω του πρώτου, τις περισσότερες φορές, και πολύ συχνά δε γίνεται - λόγω έλλειψης βιωματικού υποβάθρου πομπών και δεκτών - να προκύψει. Ουδείς δύναται, έξω του τείχους ων, ομιλήσαι μετά του ένδον υπάρχοντος (Αββά Ισαάκ Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί, ΚΔ'). Ίσως, μόνο να μιλήσει μπορεί, αλλά η καρδιά μας, που μετά το κάθε βίωμα πάλλεται αλλοτρόπως κι αναλογοτρόπως, δε μπορεί να καρδιώσει τους άλλους τεχνητώς, δεν μπορεί να προσομοιώσει το άγιο, ή το ηρωϊκό, ή το επαναστατικό, και να το μεταδώσει. Νομίζω συχνά συγχέουμε τον πρέσβη με τον σχολιαστή. Συχνά «δεν τα λέμε», μόνο «λέμε ότι τα λέμε» και «λέμε για να λέμε».
Δε μπορεί ένας άνθρωπος που δε θαύμασε κανέναν κόπο (πνευματικό και μη), να εντρυφήσει ξαφνικά σε ένα πρόσωπο σαν και του Χριστού. Δε γίνεται, εν ολίγοις, χωρίς να πιστέψεις στον άνθρωπο, να πιστέψεις ξαφνικά στον Θεάνθρωπο (αυτό, βέβαια, σε μία φυσιολογική πορεία, εφόσον οι ακραίες καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν μία πειραματική δράση-κίνηση, η οποία να βρει ανταπόκριση και να βάλει το πρόσωπο σε τροχιά - να ερευνήσει, μελετήσει, θαυμάσει-μιμηθεί-ακολουθήσει - πίστης).
Η πυκνή και βαριά ομίχλη της φυγοπονίας εξατμίζεται ανέκοπα, αυτομάτως, όταν ανατέλλει ο ήλιος του παραδείγματος. Του παραδείγματος που κάνει εμφανή τη ζεστασιά και χαρά στο εσωτερικό κι εξωτερικό των ανθρώπων που πήραν - κι αυτοί μέσω των άλλων - το δρόμο της ομορφιάς.
Στον κόπο που παράγει χαρά και κάλλος στη ζωή μας, γυρίζουμε φυσιολογικά, εθελοντικά. Ας προσπαθήσουμε να μιλάμε μέσα από την προσωπική χαρά και ομορφιά, ώστε να είμαστε πνευματικά επιδραστικοί και όχι αναλυτές πνευματικών θεματολογιών. Αυτό πιστεύω ποτίζει τον κήπο του καθενός, αφήνοντας δε τα ζιζάνια να συναυξάνουν (μέχρι να 'ρθει η ώρα τους), και δίνει ειρηνική και συνδημιουργική προοπτική στον κοινό συνυπαρκτικό μας ορίζοντα.
*
Μέσα σε τόση ιδεολογική σύγχυση, πληροφοριών καταπνιγμού του αληθεύοντος επί πάσα περίσταση, είμαι αισιόδοξος πως φυσικά και αναγκαία οδηγούμαστε σε μία εκκλησιαστική προσέγγιση της όποιας αλήθειας: το ήθος της εξομολόγησης. Αυτό μπορείς να το θαυμάσεις, μπορείς να το εμπιστευθείς. Όταν, πρώτα ο Θεός, φθάσουμε στην παιδική αυτή ντομπροσύνη, ίσως τότε το μόνο μας πρόβλημα να είναι μία (συλ-)λογική ιεράρχηση των άξιων θαυμασμού στον κόσμο και τη ζωή. Ίσως η εκπαίδευση να αφορά μόνο στα σκυλιά, τότε. Ίσως να υπάρξει γενιά παιδιών, που δε θα θέλει να φύγει από το σχολείο, αντί κοπάνα. Για την ώρα «φεύγουνε τον πόνο».
.
.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα ("Σώστρατος ο Κνίδιος, ο μέγας αρχιτέκτων", 1935-40) είναι έργο του Νίκου Εγγονόπουλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ