My therapist think I am crazy, / Well shit, she probably does.
Logic
Αγαπητέ Κωνσταντίνε Βεργή, αγαπητοί αναγνώστες του Αντιφώνου, όσοι έχετε υπομονή να διαβάζετε αυτά τα πράγματα αυτό τον καιρό, σπεύδω αμέσως να πω: μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να απαντήσω ξανά στον Στέλιο Παπαθανασίου (στο πρόσφατο κείμενό του, με τίτλο ενδεικτικό, «Το περιβόλι με τους μαργαρίτες»), εφόσον με τον άνθρωπο αυτόν, και όπως ήδη έγραψα, στο κείμενο «Κάπου τελείως αλλού», δεν έχω απολύτως κανένα κοινό σημείο αναφοράς.
Θα ήθελα μόνο να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις, διότι, εκτός από την αλαζονεία που διαγιγνώσκει ο Παπαθανασίου, με ταλαιπωρεί και μια εμμονή με την ακρίβεια, την οποία (ακρίβεια) πρόδωσα στο ως άνω κείμενο, και οφείλω τώρα να επανορθώσω.
Ο Παπαθανασίου, εννοώ, πολύ σωστά επισημαίνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι ουδέποτε συνέκρινε τον παπαδιαμαντικό Κακόμη με τον μελβιλικό Μπάρτλμπυ. Αυτή τη σύγκριση την έκανα εξαρχής εγώ (και ολομόναχος), σχολιάζοντας την περίφημη επωδό, «I would prefer not to», ως εξέγερση / αντίδραση στην ηθική του προτεσταντισμού, σε αντίθεση με την εκκλησιαστική (τελείως άλλη) στάση του Αποστόλη Κακόμη. Επομένως, η μόνη αναφορά στον Παπαθανασίου, στο παπαδιαμαντικό μου βιβλίο, γίνεται σχετικά με την εσφαλμένη (κατ’ εμέ) τοποθέτηση του Κακόμη στον αντίποδα της προτεσταντικής ηθικής. Έτσι, νομίζω, εξηγούνται όλα, και η εξήγησή μου γίνεται ακόμα γλυκύτερη. Τα υπόλοιπα στο κείμενό μου («Κάπου τελείως αλλού») μένουν ακριβώς ως έχουν. Το γιατί ο Παπαθανασίου θεωρεί την απόδοση σε εκείνον της σύγκρισης ως «φροϊδική προβολή», είναι σίγουρα προτιμότερο να το αφήσω στην άκρη.
Και φυσικά, αν θυμόμουν ότι η σύγκριση είναι δική μου, σας διαβεβαιώνω (εσάς) ότι θα μου απέδιδα τα εύσημα, διότι τη βρίσκω στ’ αλήθεια θαυμάσια. Καίτοι αλαζόνας, ακόμη δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τη σκέφτηκα εγώ. Σε κάθε περίπτωση: μπράβο μου.
Η άλλη διευκρίνιση που θέλω να κάνω αφορά στη δήλωση (ή φράση, ή ατάκα) ότι «έχω αγαπηθεί από εκατομμύρια αυτόχειρες σε όλο τον κόσμο». Πρόκειται όντως περί «διαδικτυακής ανάρτησης», όπως σημειώνει ο Παπαθανασίου, αλλά επειδή μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι αυτή έγινε στο φέισμπουκ, ή κάπου εκεί γύρω, δράττομαι της ευκαιρίας να πω ότι η φράση βρίσκεται (μαζί με άλλες, ενδεχομένως χειρότερες) στην ιστοσελίδα μου, την οποία σας προσκαλώ να επισκεφθείτε, μάλιστα εδώ και τώρα, στη διεύθυνση: www.k-margaritis.com.
Δεν αποκλείεται η σελίδα να σας αρέσει, και να πουλήσω και κανένα βιβλίο, που είναι, ας μην κρυβόμαστε, ο μοναδικός σκοπός αυτού του σημειώματος, που το συντάσσω κατά τις επιταγές του προτεσταντισμού και του καπιταλισμού, μεσούσης της νηστείας για τον Δεκαπενταύγουστο.
Στο ίδιο ζήτημα, αναφορικά με την πιο πάνω δήλωση, κι επειδή ο Παπαθανασίου θέτει δύο ερωτηματικά, που ίσως βάλουν κι εσάς σε απορίες, ειδικά αν τα διαβάζετε αυτά σε καμιά παραλία, θα ήθελα να διευκρινίσω: 1) Ναι, εγώ την έγραψα (φυσικά στο τρίτο πρόσωπο, όπως όλοι οι μεγάλοι άνδρες), και 2) Όχι, δεν πρόκειται περί αυτοσαρκασμού.
Τέλος, και πάλι για τη δήλωση, επιτρέψτε μου να κάνω και μια διευκρίνιση για το σχόλιο του Παπαθανασίου, ότι «εξίσου γνωστό είναι –παλαιόθεν και ως τώρα– στα καλά καθούμενα κάποιος να πουλάει τρέλα και, μάλιστα, χωρίς το παραμικρό κόστος!».
Τα «καλά καθούμενα» και το «κόστος» τα προσπερνώ για ευνόητους λόγους, και διευκρινίζω απλώς ότι εγώ δεν πουλάω τρέλα∙ εγώ πουλάω μούρη, και είμαι βέβαιος ότι τη διαφορά την καταλαβαίνετε. Έτσι δεν είναι;
Και εδώ, αγαπητέ Κωνσταντίνε και αγαπητοί φίλοι, τελειώνω με τις διευκρινίσεις, όπως και με τον Παπαθανασίου. Για όσα άλλα γράφει, σας παραπέμπω (αν δεν βαριέστε) στο κείμενο «Κάπου τελείως αλλού», που προτείνω να το διαβάσετε με μουσική υπόκρουση τον λαϊκό ήρωα Νίκο Ξανθόπουλο (Μη μαδάς τις μαργαρίτες…), ή τον πιλότο Κώστα Μακεδόνα: Τα ωραιότερα θα σου ’χα αγορασμένα κτλ. Στα νιάτα μου διατηρούσα σε κυπριακή εφημερίδα μια στήλη (κυριακάτικη) με τον τίτλο «Μαργαριτάρια», ενώ έχω βγάλει μέχρι και βιβλίο με τίτλο Πέρλες. Δόξα τω Θεώ, χτίσαμε περβόλια στον αγέρα, που κάποτε ίσως έρθει η στιγμή να τα δείτε και εσείς – μαζί με εκατομμύρια αυτόχειρες.
In the meanwhile, καλύτερα να δείτε λίγα λογοπαίγνια με το επώνυμο του Χένρυ Μουρ, από το Αρχείον του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: «Μουρ ιδιωματικά προφερόμενη η ελληνική λέξη μούρη, που σημαίνει, κυρίως, πρόσωπο ζώου και, κοροϊδευτικά, πρόσωπο ανθρώπου, υποκοριστικά δε τρυφερό χάδι προσφιλούς προσώπου: μουρίτσα». Επίσης, η δημώδης ρήση: «Αν γκαστρωθεί γαϊδούρ’ και γεννήσ’ μελανούρ’ να δεις τότε μουρ».
Δεν ξέρω αν έχετε υπόψιν τα γαϊδούρια τα κυπραίικα, ράτσα ενδημική του τόπου μου, και ιδιαιτέρως ανθεκτική. Σε ένα μαγνητάκι που έχω εδώ στο ψυγείο, διακρίνονται δύο εκπρόσωποι του είδους, να κοιτάζουν τη δύση της Κύπρου υπό την αγγλική φράση: Kisses from Cyprus. Ας πούμε: Φιλούθκια. Σας τα στέλνω με αγάπη (ας είναι και μέσω Αθηνών), κι εύχομαι καλό υπόλοιπο καλοκαιριού και καλό Δεκαπενταύγουστο σε όλους.
* Παγκράτι, 8 Αυγούστου 2026